Διαίρεση Φωνηέντων
1) Τα φωνήεντα της αρχαίας ελληνικής διαιρούνται σε βραχύχρονα και μακρόχρονα.
α) Τα β ρ α χ
ύ χ ρ ο ν α φωνήεντα προφέρονταν σε σύντομο χρόνο και παριστάνονται με τα
γράμματα α, ι, υ, - ε,
ο· και τα γράμματα αυτά λέγονται β ρ α χ ύ χ ρ ο ν α.
[Το καθένα από
αυτά ακουγόταν σαν ένα απλό φωνήεν που προφέρεται σύντομα: το βραχύχρονο α σαν
ένα α, το βραχύχρονο ι σαν ένα ι, το βραχύχρονο υ σαν
ένα ου, το ε σαν ένα ε, το ο σαν ένα ο].
β) Τα μ α κ ρ
ό χ ρ ο ν α φωνήεντα προφέρονταν σε μακρύτερο χρόνο, σε διπλάσιο περίπου από
όσο τα βραχύχρονα, και παριστάνονται με τα γράμματα α, ι, υ, - η, ω· και τα γράμματα αυτά
λέγονται μ α κ ρ ό χ ρ ο ν
α.
[Από αυτά το
μακρόχρονο α ακουόταν σαν μακρύ α (περίπου σαν αα), το
μακρόχρονο ι σαν μακρύ ι (περίπου σαν ιι), το μακρόχρονο υ
σαν μακρύ ου (περίπου σαν ουου), το η σαν μακρύ
ε (περίπου σαν εε), το ω σαν μακρύ ο (περίπου σαν οο)].
2) Ο σύντομος ή μακρύς
χρόνος της προφοράς των φωνηέντων λέγεται χρόνος ή ποσότητα των φωνηέντων.
3) Επειδή με τα ίδια γράμματα α, ι, υ, παριστάνονται και μακρόχρονοι και βραχύχρονοι
φθόγγοι, γι’ αυτό τα γράμματα α, ι, υ λέγονται δίχρονα.
Σημ. Η
μακρότητα του δίχρονου σημειώνεται με το σημάδι . (χώρᾱ), η βραχύτητα με
το σημάδι ˘ (γλῶσσᾰ).
• Από τα 7 γράμματα α, ε, η, ι, ο, υ, ω που
παριστάνουν φωνήεντα:
α) Το ε και το ο ονομάζονται βραχύχρονα (γιατί
παριστάνουν φθόγγους βραχύχρονους).
β) Το η και το ω ονομάζονται μακρόχρονα (γιατί
παριστάνουν φθόγγους μακρόχρονους).
γ) Το α, το ι και το υ ονομάζονται δίχρονα, γιατί
παριστάνουν φθόγγους άλλοτε μακρόχρονους και άλλοτε βραχύχρονους (δηλ. σε άλλες
λέξεις ή τύπους λέξεων είναι μακρόχρονα και σε άλλες βραχύχρονα).
Διαίρεση Συμφώνων
1) Τα σύμφωνα της
αρχαίας διαιρούνται:
α) σε 9 άφωνα·
αυτά παριστάνονται με τα γράμματα κ, γ, χ - π, β, φ - τ, δ, θ, που λέγονται και αυτά ά φ ω ν α·
β) σε 5
ημίφωνα· αυτά παριστάνονται με τα γράμματα λ, ρ - μ, ν, σ(ς), που λέγονται και αυτά η μ ί φ ω ν α.
2) Εκτός από τα παραπάνω γράμματα υπάρχουν τρία ακόμα, τα ζ, ξ, ψ, που
παριστάνουν σύμφωνα· αυτά λέγονται διπλά.
[Τα γράμματα ζ,
ξ, ψ ονομάστηκαν δ ι π λ ά, γιατί το καθένα από αυτά παριστάνει δύο
φθόγγους
συγχωνευμένους: το ξ έγινε από τo κ+σ ή γ+σ ή
χ+σ (πίνακς = πίναξ, φλόγς = φλόξ,
ὄνυχς = ὄνυξ),
το ψ από το
π+σ ή β+σ ή φ+σ (κώνωπς = κώνωψ, Ἄραβς = Ἄραψ,
γράφσω =
γράψω) και το ζ από το σ+δ (Ἀθήνασδε
= Ἀθήναζε) ή από το δ+j (φροντίδjω = φροντίζω) κτλ.]
Δίφθογγοι
•Οι δίφθογγοι της αρχαίας ελληνικής είναι έντεκα:
α) οχτώ
κύριοι: αι, ει, οι, υι
- αυ, ευ, ηυ, ου.
β) τρεις
καταχρηστικοί: ᾳ, ῃ, ῳ.
• Οι δίφθογγοι γενικά
είναι μακρόχρονοι: παιδεύει,
ὦ βασιλεῦ, ὦ γραῦ, ὦ βοῦ. Μόνο οι δίφθογγοι αι και οι λογαριάζονται βραχύχρονοι,
όταν βρίσκονται εντελώς στο τέλος ασυναίρετης κλιτής λέξης: οἱ ναῦται,
οἱ κῆποι· αλλά: τοῖς ναύταις, τοῖς κήποις – οἱ Ἑρμαῖ, τῇ ἠχοῖ, τῇ
αἰδοῖ (συνηρημ.). Είναι
όμως το αι και το οι μακρόχρονα στην κατάληξη της ευκτικής και στο τέλος των
επιρρημάτων και επιφωνημάτων: παιδεύοι, παιδεύσοι, παιδεύσαι (ευκτ.)
– οἴκοι, Ἰσθμοῖ, εὐοῖ, παπαῖ· έτσι και οἷ (προσωπ. Αντων.).
•Η συλλαβή, από το χρόνο του φωνήεντος που έχει, λέγεται:
α) φύσει μακρόχρονη ή
απλώς μακρόχρονη,
αν έχει μακρόχρονο φωνήεν ή δίφθογγο: θή-κη, τρώ-γω, χαί-ρω, κοί-τη, ὥ-ρα, εὐ-θυ-μῶ·
β) θέσει μακρόχρονη, αν έχει
βραχύχρονο φωνήεν, αλλά ύστερ’ από αυτό ακολουθούν στην ίδια λέξη δύο ή
περισσότερα σύμφωνα ή ένα διπλό (ζ, ξ, ψ): ἄλ-λος, θερ-μός, ἐ-χθρός· ὄ-ζω
(=μυρίζω), τό-ξον.
γ) βραχύχρονη, αν έχει
βραχύχρονο φωνήεν και ακολουθεί άλλο φωνήεν ή απλό σύμφωνο ή τίποτε: νέ-ος,
φέ-ρο-μεν, λό-γος, ἔ-χε.
***Γενικοί
Κανόνες Τονισμού***
•Ο τονισμός των λέξεων στην αρχαία ελληνική γίνεται
κατά τους εξής γενικούς κανόνες:
1) Καμιά λέξη δεν τονίζεται πιο πάνω από την
προπαραλήγουσα (όπως
και στην κοινή νέα ελληνική): λέγομεν, ἐλέγομεν,
ἐλεγόμεθα, ἐπικίνδυνος, ἐπικινδυνότατος.
2) Όταν η λήγουσα είναι μακρόχρονη, η
προπαραλήγουσα δεν τονίζεται: (ἡ βασίλισσα, αλλά) τῆς
βασιλίσσης, (ἄμεσος, αλλά) ἀμέσως.
3) Η προπαραλήγουσα, όταν τονίζεται, παίρνει
πάντοτε οξεία: τιμώμεθα,
παρήγορος, πείθομαι.
4) Κάθε βραχύχρονη συλλαβή, όταν τονίζεται,
παίρνει πάντοτε οξεία: νέφος, τόπος, ἀγαθός.
5) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται,
παίρνει οξεία εμπρός από μακρόχρονη λήγουσα: θήκη, κώμη, παιδεύω, κλαίω.
6) Η μακρόχρονη παραλήγουσα, όταν τονίζεται,
παίρνει περισπωμένη εμπρός από βραχύχρονη λήγουσα: κῆπος, χῶρος,
φεῦγε, κῶμαι.
7) Η θέσει μακρόχρονη συλλαβή ως προς τον τονισμό
λογαριάζεται βραχύχρονη: αὖλαξ, κλῖμαξ, μεῖραξ, τάξις, λύτρον.
8) Η βαρεία σημειώνεται στη θέση της οξείας μόνο
στη λήγουσα, όταν δεν ακολουθεί στίξη ή λέξη εγκλιτική:
ὁ βασιλεὺς τὴν μὲν πρὸς ἑαυτὸν ἐπιβουλὴν οὐκ ᾐσθάνετο -
τοῖς μὲν Ἕλλησιν ἔσει πιστός, τοῖς δὲ
βαρβάροις φοβερός - τό τε βαρβαρικὸν καὶ τὸ ἑλληνικόν - ναός τις.
1) Η ασυναίρετη ονομαστική, αιτιατική και κλητική
των πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, κανονικά παίρνει οξεία:
ὁ ποιητής, τὸν ποιητήν, ὦ ποιητά· οἱ ποιηταί, τοὺς
ποιητάς, ὦ ποιηταί·
ἡ φωνή, τὴν φωνήν, ὦ φωνή· αἱ φωναί, τὰς φωνάς, ὦ
φωναί·
πατήρ, λιμήν, ἀνδριάς· καλήν, καλάς, καλά· αὐτή, αὐτήν,
αὐτάς· λαβών, ἰδών,
λελυκώς, λυθείς.
2) Η μακροκατάληκτη γενική και δοτική των
πτωτικών, όταν τονίζεται στη λήγουσα, παίρνει περισπωμένη:
τοῦ ποιητοῦ, τῷ ποιητῇ· τῶν ποιητῶν, τοῖς ποιηταῖς·
τῆς φωνῆς, τῇ φωνῇ· τῶν φωνῶν, ταῖς φωναῖς·
τοῦ ἀγαθοῦ, τῆς ἀγαθῆς, τῷ ἀγαθῷ, τῇ ἀγαθῇ· τῶν ἀγαθῶν,
τοῖς ἀγαθοῖς, ταῖς
ἀγαθαῖς κτλ.·
αὐτοῦ, αὐτῆς, αὐτῷ, αὐτῇ· αὐτῶν, αὐτοῖς, αὐταῖς
κτλ.
3) Στα πτωτικά, όπου τονίζεται η
ονομαστική του ενικού εκεί τονίζονται και οι άλλες πτώσεις του ενικού και του
πληθυντικού, εκτός αν εμποδίζει η λήγουσα:
λέων, λέοντος, λέοντες κτλ.
- αλλά: λεόντων
ἄρρην, ἄρρενος, ἄρρενες κτλ.
- αλλά: ἀρρένων·
ἕκαστος, ἕκαστον, ἕκαστοι κτλ.
- αλλά: ἑκάστου, ἑκάστων, ἑκάστους·
ὁ λύων, τοῦ λύοντος, oἱ λύοντες κτλ. - αλλά: τῶν λυόντων.
4) Η λήγουσα που προέρχεται από συναίρεση, όταν
τονίζεται, κανονικά παίρνει περισπωμένη:
(τιμάω) τιμῶ, (τιμάων) τιμῶν, (ἐπιμελέες) ἐπιμελεῖς·
παίρνει όμως οξεία, αν πριν από τη συναίρεση είχε οξεία η
δεύτερη από τις συλλαβές που συναιρούνται: (ἑσταὼς) ἑστώς, (κληίς, κλῄς) κλείς.
5) Στις σύνθετες λέξεις ο τόνος κανονικά
ανεβαίνει ως την τελευταία συλλαβή του πρώτου συνθετικού, αν επιτρέπει η
λήγουσα: (σοφὸς) πάνσοφος,
(πόλις) ἀκρόπολις, μεγαλόπολις, (πῆχυς) εἰκοσάπηχυς· (ἐλθὲ) ἄπελθε, (δὸς) ἀπόδος· (φρὴν) ὁ μεγαλόφρων, τὸ
μεγαλόφρον.
Άτονες λέξεις
•Δέκα
μονοσύλλαβες λέξεις της αρχαίας ελληνικής δεν παίρνουν τόνο και γι’ αυτό
λέγονται άτονες λέξεις.
Αυτές είναι 1) τα άρθρα ὁ,
ἡ, οἱ, αἱ·
2) οι προθέσεις εἰς, ἐν,
ἐκ (ή ἐξ)·
3) τα μόρια εἰ, ὡς, οὐ (ή οὐκ ή οὐχ).
Τα πνεύματα και η χρήση τους
Πνεύματα
•Κάθε λέξη που αρχίζει από φωνήεν ή δίφθογγο ή από το σύμφωνο ρ
παίρνει πάνω σ’ αυτό ένα ιδιαίτερο σημάδι, που λέγεται πνεύμα.
•Τα πνεύματα είναι δύο, η ψιλή (᾿)
και η δασεία (῾): ἀήρ,
εἰκὼν - ἁγνός, εὑρίσκω· ῥέω.
Λέξεις με ψιλή και λέξεις με δασεία
•Από τις λέξεις που αρχίζουν από φωνήεν ή
δίφθογγο οι περισσότερες παίρνουν ψιλή.
•Δασύνονται (δηλ. παίρνουν δασεία) κανονικά:
1) Οι λέξεις που
αρχίζουν από υ ή από ρ: ὑβρίζω, ῥόδον.
2) Τα άρθρα ὁ, ἡ,
αἱ και οι δεικτικές αντωνυμίες ὅδε, ἥδε, οἵδε, αἵδε· οὗτος, αὕτη.
3) Οι αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα (εκτός από τα ἔνθα,
ἔνθεν): ὅς,
ἥ, ὃ κτλ.
, ὅπου, ὅθεν κτλ. .
4) Οι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας ἡμεῖς, ἡμῶν κτλ., οὗ, οἷ, ἕ, οι αντωνυμίες ἕτερος, ἑκάτερος, ἕκαστος
και οι λέξεις που σχηματίζονται από αυτές (ἡμέτερος, ἑαυτοῦ, ἑτέρωθεν, ἑκάστοτε κτλ.).
5) Οι σύνδεσμοι ἕως,
ἡνίκα, ἵνα, ὅμως, ὁπότε, ὅπως, ὅτε, ὅτι, ὡς, ὥστε.
6) Τα αριθμητικά εἷς,
ἕν, ἕξ, ἑπτά, ἑκατόν· επίσης τα παράγωγα από αυτά· ἕνδεκα, ἑξακόσιοι, ἑβδομήκοντα, ἑκατοντάκις κτλ.
7) Οι ακόλουθες λέξεις (και όσες είναι παράγωγες από αυτές ή σύνθετες με α΄
συνθετικό τις λέξεις αυτές):
Α.- ἁβρός, ἅγιος, ἁγνός, Ἅιδης, ἁδρός, ἁθρόος (στην
αττική διάλεκτο), αἷμα, Αἷμος, αἱρέω-ῶ, αἱ ἁλαὶ (= η αλυκή), ἅλας, Ἁλιάκμων,
γεν. -ονος, Ἁλίαρτος, ἁλιεύω (μτγν.), Ἁλικαρνασσός, ἅλις (=
αρκετά), ἁλίσκομαι- ἅλωσις, ἅλλομαι (= πηδώ), Ἁλόννησος, ἁλουργίς,
γεν. -ίδος (μτγν.), ὁ ἅλς, γεν. τοῦ ἁλὸς (= αλάτι·
συχνά σε πληθ. οἱ ἅλες = αλάτι, αλυκή), ἡ ἅλς, γεν. τῆς ἁλὸς (=
θάλασσα), ἁλτήρ, πληθ. ἁλτῆρες, ἅλυσις, ἡ ἅλως (=
αλώνι), ἅμα, ἅμαξα, ἁμαρτάνω, ἅμιλλα, ἅμμα (= δέσιμο, κόμπος· από
το ἅπτω), ἁνύτω (αλλά και ἀνύ(τ)ω), ἁπαλός, ἅπαξ, ἁπλοῦς, ἅπτω-ἅπτομαι,
ἅρμα, ἁρμόζω, ἁρμονία, ἁρμός, ἅρπαξ - ἁρπάζω, ἁφή, ἁψίκορος, ἁψίς, γεν.
-ῖδος.
Ε.- (Ἑβραῖος), τὸ ἕδος (= θρόνος, ναός,
άγαλμα), ἕδρα, ἑδώλιον, ἕζομαι (= κάθομαι), εἱλόμην (αόρ. β΄ του αἱροῦμαι),
εἵμαρται - εἱμαρμένη, εἵργνυμι και εἱργνύω (= εμποδίζω την έξοδο,
κλείνω μέσα· ενώ εἴργω = εμποδίζω την είσοδο, αποκλείω), εἱρκτή,
Ἑκάβη, ἑκάς (= μακριά), Ἑκάτη, ἑκών, Ἑλένη, Ἑλικών (γεν. -ῶνος),
ἡ ἕλιξ, ἑλίττω (= τυλίγω, στρέφω), ἕλκος, ἕλκω (μεταγ. ἑλκύω),
Ἑλλάς, Ἕλλην, ἡ ἕλμινς (γεν. -ινθος = σκουλήκι των εντέρων), τὸ
ἕλος, ἕνεκα ή ἕνεκεν, ἑξῆς, ἕξω (μέλλ. του ρ. ἔχω), ἑορτή,
ἕρκος (= φραγμός), ἕρμα, ἑρμηνεύω, Ἑρμῆς, ἕρπω, ἑσπέρα, ἕσπερος, ἑσπόμην
(αόρ. βʹ του ἕπομαι), ἑστιάω-ῶ, ἑταῖρος, ἕτοιμος και ἑτοῖμος,
εὑρίσκω, ἑφθός (= βραστός· για τα μέταλλα = καθαρισμένος με φωτιά,
καθαρός), ἕψω (= βράζω), ἕωλος (= παλιός, όχι πρόσφατος), ἡ ἕως
(= πρωί).
Η.- Ἥβη, ἡγέομαι -οῦμαι, ἥδομαι, ἥκιστα, ἥκω, ἧλιξ
(= συνομήλικος, σύντροφος), Ἡλιαία, ἥλιος, ἧλος (= καρφί), ἡμέρα,
ἥμερος, ἡμι- (αχώριστο μόριο), ἥμισυς, ἡ ἡνία και τὰ ἡνία (=
χαλινός), ἧπαρ, Ἥρα, Ἡρακλῆς, Ἡρόδοτος, ἥρως, Ἡσίοδος, ἥσυχος, ἧττα, ἡττάομαι
-ῶμαι, ἥττων, Ἥφαιστος.
Ι.- ἱδρύω, ἱδρώς, ἱέραξ, ἱερός, ἵημι, ἱκανός, ἱκέτης, ἱκνέομαι -οῦμαι, ἱλάσκομαι,
ἱλαρός, ἵλεως, ἱμάς, ἱμάτιον, ἵμερος (= πόθος), ἵππος, (μεταγεν. ἵπταμαι),
ἵστημι, ἱστὸς - ἱστίον, ἱστορία, ἱστορέω -ῶ, ἵστωρ (γεν. -ορος =
έμπειρος, γνώστης).
Ο.- ὁδός, ὁλκὰς (= πλοίο που ρυμουλκείται,
φορτηγό), ὁλκὴ (= έλξη, εισπνοή, βάρος), ὁ ὁλκὸς (= μηχάνημα με
το οποίο έσερναν τα πλοία, λουρί, χαλινός, τροχιά, αυλάκι), ὅλμος, ὅλος, ὁρμαθός,
ὁρμή, ὁ ὅρμος, ὁ ὅρος, τὸ ὅριον, ὁρίζω, ὁράω -ῶ, ὅσιος.
Ω.- ὥρα, ὡραῖος, ὥριμος.


