Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Το βοηθητικό ρήμα εἰμί (= είμαι)

 Το βοηθητικό ρήμα εἰμὶ (= είμαι)


Για το σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων των ρημάτων στην αρχαία ελληνική χρησιμεύει το ρήμα εἰμὶ ως βοηθητικό (όπως στη νέα τα ρ. ἔχω και είμαι: έχω λύσει, είμαι λυμένος κτλ.).

Το ρ. εἰμὶ είναι ανώμαλο, και οι χρόνοι του στην οριστική είναι:

Ενεστώτας

εἰμὶ (είμαι), θ. ἐσ-: ἐσ-μὶ = εἰμὶ.

Παρατατ.

 και ἦν (ήμουν), (θ. ἐσ-: ἔσ-α = ἔα = ἦ και με τελικό ν από αναλογία προς τον παρατ. των άλλων ρημάτων: ἦν).

Μέλλοντας

ἔσομαι (θα είμαι), (θ. ἐσ-: ἔσ-σομαι = ἔσομαι).

Αόριστος

ἐγενόμην (υπήρξα, έγινα), (θ. γεν-).

Παρακείμ.

γέγονα (έχω υπάρξει, έχω γίνει), (θ. γεν = γον-·).

Υπερσυντ.

ἐγεγόνειν (είχα υπάρξει, είχα γίνει).

 

Από τους χρόνους αυτούς, για το σχηματισμό των περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο μέλλοντας, που κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:

ΟΡΙΣΤΙΚΗ

Ενεστώτας

Παρατατικός

Μέλλοντας

Ενικ.

α΄

εἰμὶ (ἐσ-μί)

ἦ και ἦν

ἔσομαι (ἔσ-σομαι)

β΄

εἶ (ἔσ-σι)

ἦσθα

ἔση ή ἔσει

γ΄

ἐστὶ(ν)

ἦν

ἔσται

Πληθ.

α΄

ἐσμὲν

ἦμεν

ἐσόμεθα

β΄

ἐστὲ

ἦτε ή ἦστε

ἔσεσθε

γ΄

εἰσὶ(ν) (ἐσ-νσί)

ἦσαν

ἔσονται

 

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

ΕΥΚΤΙΚΗ

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ

 

Ενεστώτας

Μέλλοντας

Ενεστώτας

Ενικ.

α΄

β΄

γ΄

(ἔσ-ω)

ᾖς

εἴην (ἐσ-ίη-ν)

εἴης

εἴη

ἐσοίμην

ἔσοιο

ἔσοιτο

ἴσθι (αντί: ἔσ-θι)

ἔστω

Πληθ.

α΄

β΄

γ΄

ὦμεν

ἦτε

ὦσι(ν)

εἴημεν ή εἶμεν

εἴητε ή εἶτε

εἴησαν ή εἶεν

ἐσοίμεθα

ἔσοισθε

ἔσοιντο

ἔστε

ἔστων ή ὄντων

ή ἔστωσαν

 

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

ΜΕΤΟΧΗ

Ενεστώτας

Μέλλοντας

Ενεστώτας

Μέλλοντας

εἶναι (ἔσ-ναι)

ἔσεσθαι

ὤν, γεν. ὄντος

οὖσα, γεν. οὔσης

ὄν, γεν. ὄντος

ἐσόμενος

ἐσομένη

ἐσόμενον

 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου