Το βοηθητικό ρήμα εἰμὶ (= είμαι)
• Για το σχηματισμό των περιφραστικών χρόνων των ρημάτων στην αρχαία
ελληνική χρησιμεύει το ρήμα εἰμὶ ως
βοηθητικό (όπως
στη νέα τα ρ. ἔχω και είμαι: έχω λύσει, είμαι
λυμένος κτλ.).
• Το ρ. εἰμὶ είναι ανώμαλο, και οι χρόνοι του στην οριστική είναι:
|
Ενεστώτας |
εἰμὶ (είμαι),
θ. ἐσ-: ἐσ-μὶ = εἰμὶ. |
|
Παρατατ. |
ἦ και ἦν (ήμουν),
(θ. ἐσ-:
ἔσ-α = ἔα = ἦ και
με τελικό ν από
αναλογία προς τον παρατ. των άλλων ρημάτων: ἦν). |
|
Μέλλοντας |
ἔσομαι (θα είμαι),
(θ. ἐσ-:
ἔσ-σομαι = ἔσομαι). |
|
Αόριστος |
ἐγενόμην (υπήρξα,
έγινα), (θ. γεν-). |
|
Παρακείμ. |
γέγονα (έχω
υπάρξει, έχω γίνει), (θ. γεν
= γον-·). |
|
Υπερσυντ. |
ἐγεγόνειν (είχα
υπάρξει, είχα γίνει). |
• Από τους χρόνους αυτούς, για το σχηματισμό των
περιφραστικών ρηματικών τύπων χρησιμοποιούνται ο ενεστώτας, ο παρατατικός και ο
μέλλοντας, που κλίνονται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
|
ΟΡΙΣΤΙΚΗ |
||||
|
Ενεστώτας |
Παρατατικός |
Μέλλοντας |
||
|
Ενικ. |
α΄ |
εἰμὶ (ἐσ-μί) |
ἦ και ἦν |
ἔσομαι (ἔσ-σομαι) |
|
β΄ |
εἶ (ἔσ-σι) |
ἦσθα |
ἔση ή ἔσει |
|
|
γ΄ |
ἐστὶ(ν) |
ἦν |
ἔσται |
|
|
Πληθ. |
α΄ |
ἐσμὲν |
ἦμεν |
ἐσόμεθα |
|
β΄ |
ἐστὲ |
ἦτε ή ἦστε |
ἔσεσθε |
|
|
γ΄ |
εἰσὶ(ν)
(ἐσ-νσί) |
ἦσαν |
ἔσονται |
|
|
ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ |
ΕΥΚΤΙΚΗ |
ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ |
|
Ενεστώτας |
Μέλλοντας |
Ενεστώτας |
|||
|
Ενικ. |
α΄ β΄ γ΄ |
ὦ (ἔσ-ω) ᾖς ᾖ |
εἴην (ἐσ-ίη-ν) εἴης εἴη |
ἐσοίμην ἔσοιο ἔσοιτο |
— ἴσθι (αντί: ἔσ-θι) ἔστω |
|
Πληθ. |
α΄ β΄ γ΄ |
ὦμεν ἦτε ὦσι(ν) |
εἴημεν
ή εἶμεν εἴητε ή εἶτε εἴησαν ή εἶεν |
ἐσοίμεθα ἔσοισθε ἔσοιντο |
— ἔστε ἔστων ή ὄντων ή ἔστωσαν |
|
ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ |
ΜΕΤΟΧΗ |
||
|
Ενεστώτας |
Μέλλοντας |
Ενεστώτας |
Μέλλοντας |
|
εἶναι (ἔσ-ναι) |
ἔσεσθαι |
ὤν, γεν. ὄντος οὖσα, γεν. οὔσης ὄν,
γεν. ὄντος |
ἐσόμενος ἐσομένη ἐσόμενον |


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου