Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Τι θα πρέπει να προσέχω στην Παραγωγή Γραπτού Λόγου; (Σημειώσεις από διάφορα εκπαιδευτικά sites & blogs)

 


Συνηθισμένα λάθη στα γραπτά της Νεοελληνικής Γλώσσας


Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που στα κείμενα των μαθητών μας συναντάμε αρκετά λάθη, ασάφειες και ανακρίβειες στην προσπάθειά τους να δώσουν μία όσο γίνεται καλύτερη και πιο πειστική μορφή στα επιχειρήματά τους. Αρκετά συχνά δε στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν χάνουν και την ουσία, αλιεύοντας λέξεις και φράσεις που δεν ταιριάζουν στο ύφος τους.

Η πεζολογία και η αοριστολογία

Πολύ σύνηθες φαινόμενο σε αρκετά γραπτά υποψηφίων είναι οι κοινότοπες, πεζές εκφράσεις. Μάλιστα, μερικές φορές είναι πολλές και «ρίχνουν» πολύ το επίπεδο του γραπτού, το οποίο δεν απέχει και πολύ από τον τρόπο έκφρασης τους στον προφορικό λόγο. Καλή η προφορικότητα, αλλά πρέπει να συνάδει με το ανάλογο επικοινωνιακό πλαίσιο και να μην ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια. «Μέτρον άριστον». Η βιωματικότητα πρέπει να είναι εμφανής στο κείμενο, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πεζότητα και την απλοϊκότητα, που κάθε άλλο παρά ταιριάζουν στο (ημι)επίσημο ύφος ενός κειμένου, που πρόκειται να αξιολογηθεί, και μάλιστα με τα πιο υποκειμενικά και ενδεχομένως πιο αυστηρά κριτήρια.

Από την άλλη η αοριστολογία. Αυτό που πρέπει να διακρίνει το γραπτό μας είναι η σαφήνεια και η ακρίβεια. Στοιχεία που θα το «απογειώσουν». Αν δώσουμε το δικαίωμα στον βαθμολογητή να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει το κείμενό μας προκειμένου να «βγάλει άκρη» με τα λεγόμενά μας, το χάσαμε το παιχνίδι. Απλά. Ό,τι αναφέρουμε πρέπει με την πρώτη ανάγνωση να είναι σαφές και ακριβές. Δυστυχώς, δεν θα είμαστε παρόντες στη βαθμολόγηση προκειμένου να δώσουμε τις κατάλληλες εξηγήσεις στην περίπτωση που ο βαθμολογητής δεν βγάζει άκρη με κάτι που αναφέραμε. Σαφήνεια και ακρίβεια λοιπόν. Η εποχή που οι μαθητές αλίευαν οτιδήποτε έδινε στο κείμενό τους ένα πολύ επίσημο, στημένο και απόμακρο μερικές φορές ύφος έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Σπάνιες – περίεργες λέξεις


Ο εντυπωσιασμός αποτελούσε και αποτελεί για πολλούς μαθητές ένα όνειρο που μερικές φορές όμως εξελίσσεται σε εφιάλτη. Η αλίευση σπάνιων, περίεργων, εξεζητημένων λέξεων απ’ όπου να ’ναι και όπως να ΄ναι αποτελεί δεκαετίες τώρα ένα «σπορ» που ακόμη και σήμερα δείχνει να γοητεύει την πλειονότητα των μαθητών. Δυστυχώς όμως μάλλον μόνο αυτούς.

Το να εντάσσεις μια λέξη που σε εντυπωσιάζει στο κείμενό σου δεν είναι δα και τόσο κακό. Αρκεί βέβαια το ύφος ολόκληρου του κειμένου να είναι τέτοιο που να παρέχει τη δυνατότητα ομαλής αφομοίωσης της εν λόγω λέξης. Φανταστείτε ένα κείμενο απλό, λιτό στα όρια του απλοϊκού να βρίθει «περίεργων» λέξεων, που εντυπωσίασαν το μαθητή – τρια και έκρινε καλό να τις ενσωματώσει, πιστεύοντας ότι έτσι το γραπτό θα ανέβει επίπεδο. Θα ανέβει ή θα «κατρακυλήσει», προκαλώντας ταυτόχρονα και το γέλιο σε όποια – ον το διαβάσει; Και ακόμη χειρότερο αν αυτή, αυτός είναι ο βαθμολογητής – κριτής του…

Κάποιοι μάλιστα κατεβάζουν στοίβες λεξιλογίων, λεξικών και δεν ξέρω και τι άλλο προκειμένου να εμπλουτίσουν αυτό που αποκαλούμε λεξιλογικό «οπλοστάσιο». Εν μέρει καλά κάνουν, αλλά με μέτρο, μη χαθεί η ουσία. Βέβαια, κατά πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε πλήρως το σημασιολογικό εύρος μιας λέξης, αποκομμένης από το φυσικό της περιβάλλον, που δεν είναι άλλο από το κείμενο, αυτό είναι άλλο. Από τη στιγμή μάλιστα που παρατηρείται και το φαινόμενο της πολυσημίας για πολλές απ’ αυτές, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα.

Προτείνω λοιπόν το κείμενο να «φωτογραφίζει» το μαθητή. Να είναι αντιπροσωπευτικό των βιωμάτων του, των εμπειριών του και των διαβασμάτων του. Να εκφράζει αυτό που πραγματικά σκέφτεται με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον αναγνώστη του κειμένου μας με την ποσότητα των «περίεργων» λέξεων που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά με την ποιότητα του λόγου μας, τον αυθορμητισμό μας, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και την καθαρότητα των επιχειρημάτων μας.

Η απόκλιση από το επικοινωνιακό πλαίσιο

Κάποια στιγμή τα παιδιά οφείλουν να αντιληφθούν πως κάθε γραπτό παραγωγής λόγου υπακούει σε κάποιους κανόνες και αρχές, αναλόγως του επικοινωνιακού πλαισίου, στο οποίο καλούνται να αναπτύξουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους. Μέχρι εδώ όλα καλά. Άλλωστε, ο εκθεσιότιτλος καθορίζει με ακρίβεια το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να κινηθούν.

Όμως, το κακό είναι ότι οι περισσότεροι – ες «βαπτίζουν» αδικαιολόγητα το κείμενό τους άρθρο, επιστολή, ομιλία κατά το δοκούν… Με ένα τίτλο και το κειμενάκι μας μεταμορφώνεται ως διά μαγείας σε άρθρο. Μία προσφώνηση και το μέχρι πρότινος αποδεικτικό δοκίμιο μεταλλάσσεται σε ομιλία ή επιστολή… Αρκούν όμως αυτά, προκειμένου το κείμενό μας να αποκτήσει την ταυτότητα που πρέπει να έχει;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Ολόκληρο το κείμενο πρέπει να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο κάθε φορά είδος. Από την αρχή μέχρι το τέλος του. Στόχος μας είναι ο βαθμολογητής να έχει τη «γεύση» της ομιλίας, της επιστολής, του άρθρου, του δοκιμίου ή και ακόμη της επιφυλλίδας, του ημερολογίου, του διαλόγου, της συνέντευξης, αν βέβαια ζητηθούν. Και για να γίνει αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συναντήσει όλα εκείνα που απαιτούνται στο κείμενό μας: από τον τίτλο, την προσφώνηση, την προφορικότητα μέχρι την επιφώνηση, την αντικειμενικότητα ή την αμεσότητα. Διαβάζοντας το κείμενό μας πρέπει να αισθανθεί έμμεσα τον παλμό της ομιλίας / εισήγησής μας, το αίτημα της επιστολής μας, την επικαιρότητα και την αντικειμενικότητα που θα διαπνέει το άρθρο μας και τη διαχρονικότητα του δοκιμίου μας. Μόνο έτσι το κείμενό μας θα ανταποκρίνεται στο είδος που ζητείται, ώστε να πάρουμε όλες τις μονάδες στη βαθμολόγηση.

Το επιχείρημα

Το επιχείρημα αποτελεί τη θεμέλιο λίθο του κειμένου μας. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για επιχειρηματολογικό κείμενο και σκοπός μας είναι η απόδειξη της θέσης μας. Και βέβαια προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο απαιτείται χρήση της επίκλησης στη λογική, καθώς αποτελεί τον μόνο τρόπο πειθούς με αποδεικτική δύναμη. Απαιτείται επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση.

Και εδώ είναι το λάθος. Θέλουμε επιχειρηματολογία. Όχι απλώς ιδέες ατεκμηρίωτες και ατάκτως ερριμμένες, μόνο και μόνο για να φτάσουμε στο επιθυμητό όριο λέξεων. Επιχειρήματα με καλή δόμηση, που θα προβάλλεται η βασική μας θέση και κατόπιν θα επενδύεται με τις δευτερεύουσες ιδέες μας, που θα καταστήσουν αξιόπιστο και συνάμα έγκυρο το επιχείρημά μας, ικανοποιώντας και πείθοντας το βαθμολογητή για τις ικανότητες μας να αποδείξουμε τη θέση μας.

Η έκθεση δεν είναι καθαρά γνωστικό αντικείμενο. Δεν αξιολογούνται οι γνώσεις μας αλλά η ικανότητά μας στη σύνθεση ενός κειμένου, η αφαιρετική μας σκέψη, η κριτική μας ικανότητα, η εκφραστική μας δεινότητα και πάνω απ’ όλα η ικανότητά μας να στηρίζουμε τα πιστεύω μας σε αξιόπιστα και έγκυρα επιχειρήματα.

Η έκθεση δεν είναι «εδώ τα λέμε όλα». Δεν είναι ό,τι καλύτερο να συνωστίζονται στην παράγραφό μας ό,τι ξέρουμε και δεν ξέρουμε, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουμε με την ευρυμάθειά μας. Σ’ αυτή την περίπτωση περνάμε στη φάση της «θεματικής πολυδιάσπασης» και το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να προβαίνουμε σε μια απλή απαρίθμηση ιδεών και μία αυστηρή μερικές φορές κατηγοριοποίηση που τυποποιεί επικίνδυνα το γραπτό μας, στερώντας του κάθε στοιχείο βιωματικότητας. Το αποτέλεσμα, τραγικό συνήθως.

Τα επιχειρήματά μας δεν αξιολογούνται ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Ο βαθμολογητής δεν περιμένει από εμάς απαραιτήτως συγκεκριμένα επιχειρήματα που ενδεχομένως τού έχουν δοθεί ως ενδεικτικές απαντήσεις, αλλά να αξιολογήσει την ικανότητά μας να τα δομήσουμε επαρκώς και να τα παρουσιάσουμε αξιοπρεπώς. Πάντα βέβαια στα όρια της λογικής και της εγκυρότητας. Επομένως, 2 με 3 επιχειρήματα ανά παράγραφο πιστεύω πως είναι ό,τι καλύτερο. Επιχειρήματα με βάθος και ουσία. Επιχειρήματα που ταιριάζουν στην προσωπικότητα και τα βιώματα ενός μαθητή. Επιχειρήματα που θα έχουν την ταυτότητά του και θα έχουν τη δυνατότητα να πείσουν και πάνω απ’ όλα να αποδείξουν.

Η χρήση του «Πρέπει»

Διορθώνοντας τα γραπτά μαθητών – τριων, αυτό που διαπιστώνουμε μετά λύπης είναι τα επαναλαμβανόμενα λάθη, που δεν έχουν τελειωμό. Λες και υπάρχει ένα μηχάνημα παραγωγής πανομοιότυπων γραπτών, με κοινότοπα λάθη. Γραπτά που πολλές φορές μόλις και μετά βίας θυμίζουν γραπτά μαθητών Λυκείου που προετοιμάζονται για Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η αλήθεια είναι ότι το επίπεδο έχει «πέσει», όπως και ο δείκτης ωριμότητας που χαρακτηρίζει τα περισσότερα απ’ αυτά. Οι λόγοι πολλοί και γνωστοί. Η αποχή από το δημιουργικό διάβασμα, η πολύωρη αποχαύνωση μπροστά από μία οθόνη, το εξετασιοκεντρικό σύστημα εκπαίδευσης και άλλα πολλά… Ας δούμε, λοιπόν, μερικά από αυτά, τα πολύ γνωστά σε όλους εμάς που διορθώνουμε γραπτά των παιδιών, λάθη.

Ξεκινάμε. Η ανεξέλεγκτη έως και ασύδοτη χρήση του «πρέπει» («πρεπολογία»…), που έχει γίνει «καραμέλα» πλέον στα περισσότερα γραπτά, λες και είναι τόσο άνοστα που το συγκεκριμένο ρήμα θα τα γλυκάνει (εδώ που τα λέμε κάτι τέτοιο δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα). Δεν τολμάμε να θέσουμε ως ζητούμενο σε ένα θέμα έκθεσης τους τρόπους αντιμετώπισης ή τους τρόπους περιορισμού του τάδε φαινομένου και «τσουπ» κάνει μεγαλοπρεπώς την εμφάνισή του το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Και όχι μία ή δύο αλλά πάμπολλες φορές, καθιστώντας το ύφος του κειμένου μας αυταρχικό, επιτακτικό, θυμίζοντας κάτι από τις 10 εντολές. Και όπου λείπει το «πρέπει», ξεκινάει η περίοδος με το «Να…». Άλλο κι αυτό. Χωρίς καν ρήμα η πρόταση. Ορφανή. Η γλώσσα μας, όμως, δεν είναι ορφανή. Έχει προβλέψει για όλα αυτά, και με το παραπάνω μάλιστα. Δεκάδες λέξεις – φράσεις υπάρχουν, προκειμένου να καλύψουν το δυσαναπλήρωτο – για πολλούς και πολλές – κενό του «πρέπει». Ας πάρουμε μια εικόνα: επιβάλλεται να…, χρειάζεται να…, χρέος / ευθύνη / ρόλος του / της είναι να…, κρίνεται αναγκαίο / επιτακτικό / χρήσιμο να…, οφείλει / οφείλουμε να…, καλό είναι να…, απαιτείται να…, και άλλα πολλά παρόμοια που μπορούν επάξια να αντικαστήσουν το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Κάπου εδώ, λοιπόν, η ακατάσχετη «πρεπολογία» οφείλει / επιβάλλεται / απαιτείται (και όχι πρέπει, για να μη μας πουν και «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις»…) να λάβει τέλος, παραδίδοντας τα σκήπτρα σε άλλες πιο εύηχες και λιγότερο «δικτατορικές» και αυταρχικές λέξεις / φράσεις, καθιστώντας το κείμενό μας πιο «δημοκρατικό». Ας το προσπαθήσουμε και μάλλον δεν θα βγούμε χαμένοι… Τι λέτε;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε τμηματικά στο schooltime.gr από τον Δεκέμβριο 2017 έως τον Μάιο 2018)

Φιλόλογος

ΣΥΝΗΘΗ ΛΑΘΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗN ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Τα λάθη κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: δομής, περιεχομένου και έκφρασης

1. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ Δ (ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ)

Α. ΛΑΘΗ ΔΟΜΗΣ


1. Ξεχνούν τον τίτλο, την προσφώνηση ή την αποφώνηση /επιφώνηση στην έναρξη ή το κλείσιμο της έκθεσης.

2. Συγχέουν μεταξύ τους τα επικοινωνιακά πλαίσια που τους ζητούνται(π.χ. την ομιλία με την επιστολή ή το άρθρο), με αποτέλεσμα να γράφουν ακατάλληλες εισαγωγικές ή καταληκτικές φράσεις(π.χ. προσφώνηση αντί τίτλο) και να μην χρησιμοποιούν το ανάλογο ύφος.

3. Ξεκινούν ένα άρθρο, όχι με επικαιρική αφόρμηση, αλλά με γενικόλογες αναφορές στο χαρακτήρα της εποχής μας.

4. Ολοκληρώνουν τον πρόλογο, χωρίς να προϊδεάσουν τον αναγνώστη για τα θέματα που θα αναπτύξουν (δηλαδή για τα ζητούμενα της έκθεσης).

5. Συχνά εντάσσουν στον πρόλογο στοιχεία/πληροφορίες που αφορούν στα ζητούμενα της έκθεσης και πρέπει να αναπτυχθούν στο κύριο μέρος της έκθεσης. (π.χ. αν η εκφώνηση ζητά να αναφερθούν στα οφέλη της εργασίας, γράφουν στον πρόλογο « η εργασία προσφέρει πολλά στον άνθρωπο και ένα από αυτά είναι οι οικονομικές απολαβές». Το επιχείρημα αυτό θα έπρεπε να αναφερθεί στο κύριο μέρος.

6. Γράφουν παραγράφους που δεν διαθέτουν νοηματική ενότητα. (π.χ. ενώ προαναγγέλλουν στη θεματική πρόταση ότι θα αναφερθούν στις θετικές συνέπειες της τεχνολογίας στον τομέα της ιατρικής, ξαφνικά παρεμβάλλουν το επιχείρημα: «η τεχνολογία άλλωστε, μηδένισε τις αποστάσεις και μας βοήθησε να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους σε κάθε γωνιά της γης»). Με αυτόν τον τρόπο όμως διασπάται η ενότητα της παραγράφου και η αλληλουχία των ιδεών.

7. Δεν χωρίζουν το κείμενο σε παραγράφους ή κάνουν τυχαίο χωρισμό, που δεν βασίζεται στο νόημα της παραγράφου.

8.
Διατυπώνουν λανθασμένους συλλογισμούς/επιχειρήματα. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιούν την ίδια την αποδεικτέα θέση, ως επιχείρημα για να την αποδείξουν (π.χ. αν πρέπει να αποδείξουν ότι η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, μπορεί να πουν: «Η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, γιατί τον κάνει να αισθάνεται χαρούμενος»)

9. Αν η έκθεση έχει 2 ζητούμενα, συχνά τα αναπτύσσουν δυσανάλογα. Υπεραναπτύσσουν το ένα και με το άλλο καταπιάνονται ακροθιγώς. Χωρίς να είναι απαραίτητο τα δύο ζητούμενα να αναπτυχθούν στην ίδια ακριβώς έκταση, γιατί μπορεί να έχουν και διαφορετική βαρύτητα, καλό είναι να μην υπάρχει μεγάλη διαφορά στην έκταση της ανάπτυξής τους.

10. Παραλείπουν τον επίλογο ή κάνουν έναν πολύ μικρό επίλογο που μπορεί να εξαντλείται σε μια απλοϊκή ευχή.

11. Ενώ το θέμα ζητά να εκφράσουν την προσωπική τους γνώμη για ένα ζήτημα, ή να μιλήσουν για τις δικές τους επιλογές, μπορεί να γράψουν σε τρίτο πρόσωπο και να αναφερθούν στην άποψη των πολλών ή στις συνήθεις επιλογές των ανθρώπων (π.χ. το θέμα ζητά να πουν με ποια κριτήρια επιλέγουν οι ίδιοι τους φίλους τους και εκείνοι γράφουν (« Ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων οι άνθρωποι επιλέγουν τους φίλους τους είναι η ύπαρξη κοινών ενδιαφερόντων»)

Β. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

1. Διαβάζουν βιαστικά την εκφώνηση της έκθεσης, με αποτέλεσμα να μην κατανοούν το ζητούμενο ή να το παρερμηνεύουν και να απαντούν σε κάτι άλλο. Αυτό αυτόματα τους βγάζει εκτός θέματος (π.χ. το θέμα λέει τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι για να διαφυλάξουν την ατομικότητά τους και εκείνοι καταλαβαίνουν «τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι, για να διατηρήσουν τη μοναχικότητά τους».

2. Παραθέτουν πληθώρα επιχειρημάτων επιγραμματικά, χωρίς καθόλου να τα αναπτύσσουν.

3. Η έκθεσή τους στερείται επαρκών επιχειρημάτων. (φτωχή επιχειρηματολογία)

4. Άλλες φορές πλατειάζουν, υπεραναλύουν, φλυαρούν ακόμα και παλιλλογούν (ξεχνούν τι έχουν γράψει και επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιδέες, απόψεις με άλλα λόγια) π.χ. λένε « ένας από τους κινδύνους του διαδικτύου είναι ο εθισμός που οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση» και παρακάτω μπορεί να πουν « οι νέοι κινδυνεύουν, γιατί σταδιακά ασχολούνται μόνο με το διαδίκτυο και χάνουν τους φίλους τους».

5. Ενώ τους ζητείται να γράψουν τι ισχύει στη σύγχρονη πραγματικότητα εκείνοι γράφουν τι πρέπει να ισχύει ή το αντίστροφο. (π.χ. τους ζητείται να πουν «ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σχέσης των νέων με τους μεγαλύτερους» και εκείνοι γράφουν «οι νέοι πρέπει να σέβονται τους μεγαλύτερους και να επιζητούν την καθοδήγησή τους».

6. Κάποιοι πάλι δεν τηρούν το μέτρο και διατυπώνουν απόλυτες, ακραίες απόψεις, τις οποίες στη συνέχεια δεν μπορούν να στηρίξουν με λογικά επιχειρήματα ή επιχειρούν αντιδραστικά να διαφοροποιηθούν από εκείνο που συνήθως ονομάζεται «κοινά αποδεκτή άποψη», χωρίς πάλι να μπορούν να αιτιολογήσουν επαρκώς τη θέση τους.

7. Παραθέτουν πληροφορίες που δεν ισχύουν ή είναι ανακριβείς.

8. Διατυπώνουν συλλογισμούς που υστερούν σε λογική αλληλουχία και εγκυρότητα

9. Ο νέος τύπος έκθεσης συνήθως ζητά να καταθέσουν οι μαθητές τις απόψεις τους, αξιοποιώντας τις ιδέες των κειμένων που τους έχουν δοθεί. Κάποιοι μαθητές αγνοούν αυτή την οδηγία και δεν συμπεριλαμβάνουν στο κείμενό τους καμιά από τις ιδέες του κειμένου. Άλλοι πάλι μεταφέρουν αυτούσια τα λόγια του κειμένου στο δικό τους κείμενο αντί να κάνουν μια δημιουργική ανασύνθεση ή τα παραφράζουν ελαφρώς. Αυτό που οφείλουν να κάνουν είναι να αξιοποιήσου 2-3 απόψεις του συγγραφέα και να τις συνδυάσουν με τα δικά τους επιχειρήματα.

10. Υπάρχουν και οι μαθητές που παραβλέπουν το β’ ζητούμενο και δεν το αναπτύσσουν καθόλου.

11. Ορισμένοι υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των λέξεων και άλλοι υπολείπονται σημαντικά του ορίου. Η απόκλιση από το όριο των λέξεων δεν πρέπει να υπερβαίνει ή να υπολείπεται τις 10 λέξεις.

12. Αφήνουν αναιτιολόγητες τις ιδέες που παραθέτουν π.χ. « Η γλωσσομάθεια ενισχύει με έναν τρόπο τη μητρική σου γλώσσα» (Δηλαδή με ποιον τρόπο;)

13. Αοριστολογούν και δεν απαντούν με συγκεκριμένα επιχειρήματα.

14. Χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση τον παραδειγματικό λόγο και μάλιστα γράφουν απλοϊκά παραδείγματα από την προσωπική τους ζωή, χωρίς συχνά να καταλήγουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η υπερβολική χρήση απλοϊκών παραδειγμάτων συνιστά μειονέκτημα για την έκθεση, γιατί υποβαθμίζει το επίπεδο του λόγου. Άλλωστε τέτοιου είδους παραδείγματα ποτέ δεν υποκαθιστούν ένα ισχυρό επιχείρημα.

15. Κάποιες φορές εκφράζουν μια απαισιόδοξη έως και πεσιμιστική στάση απέναντι στα προβλήματα. Είναι σημαντικό, όσο δύσκολα προβλήματα κι αν πραγματευόμαστε να αφήνουμε στο τέλος ένα παράθυρο ελπίδας για την αντιμετώπισή τους.

16. Πολλοί στον επίλογο επαναλαμβάνουν συνοπτικά, όσα είπαν στο κύριο μέρος. Χωρίς να σημαίνει ότι η ανακεφαλαίωση είναι σφάλμα δεν είναι όμως και ο καλύτερος, ο πιο πρωτότυπος ο πιο ευφάνταστος τρόπος να ολοκληρώσεις μια έκθεση.

Γ. ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ

1. Κάποιοι δεν βάζουν τόνους

2. Κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη (ριζικά και λάθη καταλήξεων).

3. Χρησιμοποιούν λανθασμένο γραμματικό πρόσωπο (π.χ. μόνο γ΄ ενικό αντί α’ ,ενώ τους ζητείται να γράψουν την προσωπική τους εμπειρία ή να εκφράσουν τα προσωπικά τους συναισθήματα)

4.
Στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν διολισθαίνουν στον βερμπαλισμό (υπερβολικά εντυπωσιακό λεξιλόγιο) και τη χρήση ακυρολεξιών( λέξεων που δεν ταιριάζουν στο γλωσσικό περιβάλλον, το επικοινωνιακό πλαίσιο, και παίρνουν μια διαφορετική σημασία από αυτή που έχουν) π.χ. «Η πολύχρωμη παλέτα των πρωταγωνιστών στο θέατρο της ιστορίας προσφέρει μια ανεπανάληπτη ομορφιά, με κάθε χρώμα να ξεδιπλώνει έναν μοναδικό χαρακτήρα που προσφέρει πλούσιες συγκινήσεις και συναισθήματα.» ή «πολλοί άνθρωποι αποδίδονται στον αθλητισμό» αντί «επιδίδονται στον αθλητισμό»

5. Χρησιμοποιούν μακροπερίοδο λόγο με περίπλοκη σύνταξη και λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα να προκαλείται στο λόγο ασάφεια, και να καθίσταται ακατάληπτος. Πρέπει κάποιος να είναι έμπειρος χειριστής της γλώσσας, για να χρησιμοποιεί μακροπερίοδο λόγο και να μην υποπίπτει σε λάθη.

6. Γράφουν βιαστικά, χωρίς να προσέχουν την ορθογραφία. Τα εκτεταμένα ορθογραφικά λάθη αφαιρούν τουλάχιστον 4 μόρια.

7. Χρησιμοποιούν απλοϊκό, φτωχό λεξιλόγιο (απλολογίες)

8. Ξεχνούν τις συνδετικές λέξεις, όπου χρειάζονται. Οι συνδετικές λέξεις χρειάζονται, για να συνδέονται τα νοήματα, δεν πρέπει όμως να γίνεται κατάχρηση αυτών, γιατί τότε ο λόγος χάνει τη φυσικότητά του και γίνεται ψυχρός και στερεοτυπικός.

9. Αλλάζουν το πρόσωπο του ρήματος, ενώ το υποκείμενο παραμένει ίδιο (π.χ. « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους και μας αρέσει να συνυπάρχουμε, γιατί σε κάνει να νιώθεις αποδεκτός» αντί του « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους γιατί τους αρέσει να συνυπάρχουν, αφού νιώθουν αποδεκτοί. »

10. Αποφεύγουν και τις πολύ σύντομες ανολοκλήρωτες προτάσεις π.χ. «Η χώρα μας υστερεί αριθμητικά» (σε τι:)

11. Κάνουν κατάχρηση των αντωνυμιών «μας/του/μου» με αποτέλεσμα ο λόγος να υπεραπλουστεύεται π.χ. « Η τεχνολογία μας υπηρετεί, μας επιταχύνει την εργασία και μας κάνει τη ζωή πιο άνετη».

12. Γίνεται επίσης από πολλούς μαθητές κατάχρηση αρκτικόλεξων: π.χ, κ.τ.λ., κ.α.

13. Χρησιμοποιούν συχνά τη φράση «για παράδειγμα», που δεν είναι λάθος αλλά είναι χαρακτηριστική του προφορικού λόγου. Αντί αυτής θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα: « λόγου χάρη», «παραδειγματικά αναφέρω», «υπάρχουν πολλοί τρόποι επικοινωνίας, όπως…»

14. Ο λόγος συχνά υστερεί σε εκφραστική πυκνότητα, γιατί οι μαθητές χρησιμοποιούν αλλεπάλληλες δευτερεύουσες προτάσεις εις βάρος και της προσπάθειας για εξοικονόμηση λεξιλογίου. Καλό είναι, ό,που μπορούν, να κάνουν ονοματοποίηση του λόγου, να χρησιμοποιούν δηλαδή περισσότερα ουσιαστικά και επίθετα στη θέση των δευτερευουσών προτάσεων. Η ονοματοποίηση του λόγου προσδίδει άλλωστε στο ύφος, μεγαλύτερη επισημότητα και αντικειμενικότητα. π.χ.(αντί να πούμε « Οι άνθρωποι που αγαπούν να ταξιδεύουν», μπορούμε να πούμε « οι λάτρεις των ταξιδιών».)

15. Κάνουν υπερβολική χρήση αοριστόλογων εκφράσεων, όπως την αόριστη αντωνυμία «κάποιος, κάποιοι, κάτι», το επίρρημα «κάπου» αντί των «ορισμένοι, ένα γεγονός, σε κάποιο σημείο κ.τ.λ.»

16. Αρέσκονται στην ΅«πρεπολογία» χρησιμοποιούν δηλαδή επανειλημμένα το ρήμα «πρέπει». Αντί του «πρέπει» μπορούν να χρησιμοποιούν τα: «οφείλουμε, χρειάζεται, επιβάλλεται, είναι καλό, είναι επιτακτική ανάγκη κ.τ.λ.)

17. Ξεκινούν προτάσεις με τα: ● Δηλαδή ● έτσι ώστε ● ο οποίος/ η οποία/ το οποίο ● να ● γιατί

18. Χρησιμοποιούν εκφράσεις του προφορικού λόγου, όπως τα : «στο ότι», «το τι», «το πώς», «για το τι», π.χ. ● Είναι σημαντικό να πούμε το πώς θα λυθεί το πρόβλημα. (Είναι σημαντικό να βρούμε τη λύση του προβλήματος) ● Όλοι συμφωνούμε στο ότι πρέπει να δράσουμε (Όλοι συμφωνούμε στην ανάληψη δράσης) ● Πρέπει να σκεφτούμε το τι θα κάνουμε. ( Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα ενεργήσουμε.)  

19. Χρησιμοποιούν πολλά «που» και πολλά «όπου» ειδικά εκεί που δεν ταιριάζουν. π,χ. ● Θα διαλέξω τους φίλους, όπου μου ταιριάζουν. ( Το «όπου» δηλώνει τόπο και δεν έχει καμία θέση εδώ) ● Οι φίλοι που θέλω είναι αυτοί που μπορώ να τους εμπιστευτώ και που θα είναι πάντα εκεί για μένα, που θα είμαι επίσης πιστός σε αυτούς. ( Οι φίλοι της καρδιάς μου είναι οι αξιόπιστοι και οι αφοσιωμένοι, στους οποίους βέβαια κι εγώ θα είμαι πιστός.)

Μαρία Πετροπούλου Φιλόλογος με ειδίκευση στα Νέα Ελληνικά

https://teacherwise.gr/synithi-lathi-i-paraleipseis-ton-mathiton-stin-paragogi-keimenou/




Λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε έκθεση


ΤΙ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ


Λεξιλογικά λάθη.

1. Ακυριολεξία. Είναι η χρήση λέξεων μέσα στο γραπτό με σημασία διαφορετική απ’ αυτήν που είναι γενικώς αποδεκτή.
Π.χ. : η λύση της οικογένειας γίνεται τώρα με εύκολες διαδικασίες.
Αντί :η λύση του γάμου......


2.Πεζολογία. Είναι η χρήση λέξεων του καθημερινού, απλού λεξιλογίου.
Π.χ.: το νέφος έχει κάνει τον κόσμο να μην ξέρει τι να κάνει.


3.Αοριστολογία. Η χρησιμοποίηση λέξεων χωρίς σαφές και ακριβές περιεχόμενο.
Π.χ.: η κοινωνία αντιμετωπίζει τα διάφορα θέματα με όποιον τρόπο μπορεί.


4.Νεολογισμός. Η χρήση λέξεων αδόκιμων ή παράδοξων για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Π.χ.: η επιπέδωση της ιεραρχίας τους εξίσωσε όλους.


5.Ξενισμός.Υιοθέτηση ξένων λέξεων, όταν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές.
Π.χ.:το κοινωνικό στάτους.


6.Ιδιωματισμοί.
π.χ.:ήταν τυχερός και έπιασε την καλή. Ήταν φτωχός και μπατίρης.


7.Συμπαρουσίαση τριών-τεσσάρων μονοσύλλαβων λέξεων.
Π.χ.:και σαν να μην του έφτανε αυτό .Με το να θέλει συνέχεια...



Εκφραστικά λάθη.

Για την αποφυγή των διαφόρων εκφραστικών λαθών προτείνονται οι εξής λύσεις:


1. Η αλλαγή του ετερόπτωτου σε ομοιόπτωτο προσδιορισμό, όταν οι γενικές πτώσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της χρήσης της βόμβας υδρογόνου à μπορεί να γίνει : η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της υδρογονοβόμβας.


2. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών φράσεων όταν οι ονοματικές φράσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η προσπάθεια του ανθρώπου για την απαλλαγή του από τις προλήψεις à η προσπάθεια του ανθρώπου ν’ απαλλαγεί από τις προλήψεις.


3. Η εναλλαγή προσδιορισμένων και μη λέξεων μέσα στις προτάσεις, ώστε να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου.
π.χ. : Η εποχή μας δοκιμάζεται από προβλήματα à η εποχή μας δοκιμάζεται έντονα από ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα.


4. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών όταν συσσωρεύονται πολλοί ρηματικοί τύποι.
π.χ. : Ο πολίτης αποτρέπεται από το να επιχειρεί να υποστηρίζει μία άγονη επιχειρηματολογία à ο πολίτης αποτρέπεται από την υποστήριξη μιας άγονης επιχειρηματολογίας.


5.Η αποφυγή της χρήσης πολλών υποκειμένων μέσα στην πρόταση, τα οποία μάλιστα στη συνέχεια δεν επαναλαμβάνονται αλλά εννοούνται.


6. Η χρήση ονοματικών προσδιορισμών στα ουσιαστικά και επιρρηματικών προσδιορισμών στα ρήματα για να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου, να υπάρχει σαφήνεια και παραστατικότητα.

Π.χ. : Η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση à η καλόπιστη και ειλικρινής αμφιβολία οδηγεί στη γνώση.
Οι νέοι περιθωριοποιούνται à οι νέοι εύκολα περιθωριοποιούνται.


Συντακτικά λάθη.


1. Ασυμφωνία αριθμών στους κύριους όρους της πρότασης : η κυβέρνηση και ο λαός πρέπει να εργαστεί...
2. Αδόκιμοι εμπρόθετοι προσδιορισμοί : οι νέοι παρασύρονται με τα ναρκωτικά...
3. Η κακή χρήση της χρονικής βαθμίδας : πρέπει να προσπαθούμε για να έχουμε κερδίσει την επιτυχία.
4. Η κακή πλοκή των λέξεων μέσα στην πρόταση : διότι δεν είναι δυνατόν του κάθε ατόμου να ικανοποιείται το συμφέρον ξεχωριστά. à Δεν ξεχνάμε πως η κάθε πρόταση χωρίζεται σε ονοματικό και ρηματικό μέρος : διότι δεν είναι δυνατόν το συμφέρον του κάθε ατόμου να ικανοποιείται ξεχωριστά.
5. Η άτεχνη παθητική σύνταξη : τα πολλά φρούτα και λαχανικά όταν τρώγονται από τους ανθρώπους κάνουν καλό στην υγεία à την μετατρέπουμε σε ενεργητική : Όταν οι άνθρωποι τρώνε πολλά φρούτα και λαχανικά κάνουν καλό στην υγεία τους.


Τα «και» & «έτσι».

Τα πολλά και - έτσι σε μία περίοδο είναι σκόπιμο να αποφεύγονται. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει αν χρησιμοποιήσουμε ξεχωριστές περιόδους, δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, μετοχές, επίθετα, παραθέσεις, εμπρόθετες φράσεις, αιτιολογικές προτάσεις, χρονικές προτάσεις και ασύνδετα σχήματα στη θέση κάποιων από τις προτάσεις που συνδέονται με το και ή το έτσι.


https://mariak-theory.blogspot.com/2011/02/blog-post_637.html


ΤΙ  ΑΠΟΦΕΥΓΩ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

  1. Την  απόδειξη εκ του αντιθέτου :   Όταν  μου ζητούν  να  αποδείξω τη σημασία  μιας έννοιας ή ενός  φαινομένου  [ π.χ.  του διαλόγου ]   , αποφεύγω να   αναπτύξω την επιχειρηματολογία  μου , παρουσιάζοντας   τις  επιπτώσεις  της αντίθετης έννοιας [ π.χ.  της έλλειψης  επικοινωνίας ]. Εστιάζω στο  ίδιο το  φαινόμενο  ή την έννοια
  2. Την παρουσίαση  απλοϊκών παραδειγμάτων . Φροντίζω ώστε τα  παραδείγματα που θα φέρω , να έχουν καθολικότερη  ισχύ . Μπορώ , ωστόσο, να παρουσιάσω κάποιο παράδειγμα  από την τρέχουσα  επικαιρότητα , χωρίς  να το αναλύσω σχολαστικά 
  3. Την  εκτεταμένη ιστορική  αναδρομή  . Εστιάζω στο παρόν , στη λειτουργία  του φαινομένου  στη σημερινή  εποχή . Μπορώ , ωστόσο , να  κάνω πολύ  σύντομη αναφορά   στο παρελθόν  , ιδιαίτερα  στον πρόλογο  , για  να  φανεί  συγκριτικά   ο ρόλος  μιας έννοιας  ή   η παρουσία  ενός προβλήματος 
  4. Την  απλή αναφορά  των αιτίων , χωρίς  αυτά  να  συνδέονται  με  το προς απόδειξη φαινόμενο / πρόβλημα , διότι στην περίπτωση αυτή  το   επιχείρημά μου είναι ανολοκλήρωτο 
  5. Την  ανάπτυξη   δεύτερης  εισαγωγικής  παραγράφου  μετά τον πρόλογο . Οι  εισαγωγικές   πληροφορίες  δίνονται  στον πρόλογο του κειμένου μας  και στη συνέχεια  απαντώνται   τα  ερωτήματα  που   τίθενται  από το θέμα . Σε περίπτωση  που μετά  τον πρόλογο , παρουσιάσω πάλι γενικόλογες πληροφορίες  , αυτό αποβαίνει  σε βάρος  της  ανάπτυξης  του  κυρίου μέρους  της έκθεσης . Άλλωστε , πρέπει να έχω υπόψη  ότι  πρέπει  να απαντήσω  σε  δύο (συνήθως)  ερωτήματα  μέσα σε   300-350  λέξεις  , άρα   καλό θα ήταν να εστιάσω  στην παρουσίαση  επαρκών  επιχειρημάτων  στο  κύριο  μέρος
  6. Την  αναφορά   γενικόλογων  προτάσεων  αντιμετώπισης  ενός  ζητήματος –προβλήματος . Οι  προτάσεις  μου πρέπει να  είναι  συγκεκριμένες  και  να  περιγράφεται   ο τρόπος με τον οποίο  οδηγούν στην επίλυση  του προβλήματος .
  7. Τη χρήση πολύ μεγάλων περιόδων , χωρίς μάλιστα να αξιοποιώ  σωστά  το κόμμα, διότι  υπάρχει  ο κίνδυνος  να  χαθεί  εύκολα  ο  ειρμός  των σκέψεών μου   και  να μην μπορέσω  να παρουσιάσω  πειστικά  και  ολοκληρωμένα  ένα  επιχείρημα   ή  να υπάρχουν  νοηματικά  άλματα ανάμεσα  στην  αποδεικτέα  θέση  και  στο συμπέρασμα  .  Αυτό δε σημαίνει  ότι η  χρήση  μακροπερίοδου  λόγου είναι  οπωσδήποτε  λανθασμένη . Απλώς  , καλό  θα ήταν να περιορίζεται   , διότι   η  κατάχρησή  του  κουράζει  τον αναγνώστη  και  καθιστά  το ύφος  του κειμένου  μας  ψυχρό και στριφνό .
  8. Τη  χρήση  φράσεων   χωρίς  ρήμα  ή   δευτερευουσών  προτάσεων  χωρίς  κύρια (  κάτι τέτοιο  κάνουν συχνά  οι μαθητές  , όταν παρουσιάζουν  προτάσεις  , ξεκινώντας  τις περιόδους  με  το  «να» ).
  9. Την    κατάχρηση  του ρήματος  «πρέπει»  στην παρουσίαση  προτάσεων. Το συγκεκριμένο  ρήμα  φανερώνει έναν απόλυτο  τρόπο σκέψης και  καλό  θα ήταν να περιορίζεται  η χρήση του . Στη θἐση  του  μπορούμε να  χρησιμοποιήσουμε  φράσεις  που  δηλώνουν  μετριοπάθεια  και  διαλλακτικότητα  :  « μία ενδιαφέρουσα  ιδέα  θα ήταν ….» , «είναι  δυνατόν να …» , «ωφέλιμο  θα ήταν ….»  κλπ
  10. Την  αναφορά  προτάσεων  ή  τη χρήση  δεοντολογικού  λόγου στην παρουσίαση  των αιτίων  ή  των συνεπειών  ενός  προβλήματος . Αυτό  φανερώνει  μία έλλειψη   επιχειρημάτων  από την πλευρά  του  μαθητή  και  μία προσπάθεια  αναπλήρωσής  της   με  πληροφορίες  άσχετες  με  το ζητούμενο
  11. Την   εστίαση  σε ένα  μόνο   αίτιο  /   αποτέλεσμα /μέτρο  αντιμετώπισης  /παράδειγμα  και  την εξαντλητική  παρουσίασή  του .  Καλό θα ήταν σε κάθε ζητούμενο  να παρουσιάζουμε  τρία  περίπου  επιχειρήματα  και  να  τα  σχολιάζουμε  επαρκώς  , αλλά όχι  εξαντλητικά 
  12. Την  άτακτη  παρουσίαση   των  ιδεών –επιχειρημάτων μας .  Πρέπει  να  ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο  σχέδιο  στην ανάπτυξη  του κειμένου  μας  , οργανώνοντας  τις ιδέες  με  άξονες –γενικότερες  κατηγορίες [ π.χ.  ατομικά –συλλογικά  ,   εσωτερικά –εξωτερικά  ,  αναπτυγμένες  - αναπτυσσόμενες  χώρες ,  θεωρητικά –πρακτικά   κλπ ] . Πολλές  φορές  ,  την οργάνωση μας  την αποκαλύπτει  η εκφώνηση  του θέματος 
  13. Την  παρουσίαση  γενικόλογων  απόψεων  , όταν  το  θέμα  ζητά  την προσωπική  μας  σχέση  ή  εμπειρία  . Σε  αυτή  την περίπτωση  αξιοποιούμε  είτε  το α΄ ενικό  πρόσωπο  είτε  φράσεις όπως  :  κατά  τη γνώμη  μου , σύμφωνα  με τις προσωπικές  μου πεποιθήσεις , η  προσωπική  μου εκτίμηση  είναι  κλπ
  14. Την   αξιοποίηση  τυποποιημένων  προλόγων  και επιλόγων ,  οι οποίοι  μάλιστα , αρκετές  φορές  , δίνουν την εντύπωση  ενός ξένου σώματος  στην  έκθεση . Μπορώ  να έχω στο μυαλό  μου  γενικότερους   τρόπους οργάνωσης  του προλόγου  και του επιλόγου   και  να τους εφαρμόζω  κατά  περίπτωση    στο ζητούμενο  θέμα .
  15. Την  υπερβολικά  μεγάλη  έκταση  του προλόγου και  του  επιλόγου . Σε ένα  κείμενο  300-350  λέξεων  , ιδανικό  θα ήταν  ο  πρόλογος  να έχει έκταση  7-8  σειρών ( ανάλογα  και με το μέγεθος  των γραμμάτων του μαθητή ), ενώ  ο επίλογος     έκταση 5-6  σειρών
  16. Την  παρουσίαση   επιχειρημάτων   στον  πρόλογο ή στον  επίλογο  . Τα  τμήματα   αυτά  έχουν αντίστοιχα  εισαγωγικό  και ανακεφαλαιωτικό  ρόλο . Επομένως  ,  δεν περιλαμβάνουν πληροφορίες  που  πρέπει να περιληφθούν    στο     κύριο  μέρος  
  17. Την απότομη  μετάβαση  από  το ένα  τμήμα του  κειμένου στο άλλο . Φροντίζω ώστε είτε στην ολοκλήρωση  ενός  τμήματος  είτε  στην έναρξη  ενός  καινούριου  να  χρησιμοποιώ  τις κατάλληλες  φράσεις  , οι  οποίες εξασφαλίζουν  την απαραίτητη  συνοχή  και  αλληλουχία  στο κείμενό  μου
  18.  Τη  χρήση  πολλών  ρητορικών ερωτημάτων   στην  ανάπτυξη  της επιχειρηματολογίας  μου . Αυτό  που  έχω στο μυαλό  μου το παρουσιάζω  με  αποφαντικές   προτάσεις  [ προτάσεις  κρίσεως ]   και  όχι  με ερωτηματικό  τρόπο. Μπορώ  , ωστόσο , να χρησιμοποιήσω  σε ένα   ή το  πολύ  δύο  σημεία  κάποιο  ρητορικό  ερώτημα  , όταν αυτό δε μεταφέρει κάποιο επιχείρημα , αλλά  έχει κυρίως μεταβατικό  ρόλο . Με  τη χρήση του  το ύφος  του κειμένου μου γίνεται  πιο ζωηρό 
  19. Την  αυτούσια  μεταφορά   ιδεών  των κειμένων αναφοράς   στο  γραπτό  μας , ακόμη και με τη χρήση εισαγωγικών  ή  φράσεων  του  τύπου  « Όπως  επισημαίνει ο συγγραφέας  του κειμένου  Ι  ….» . Αξιοποιούμε τις  πληροφορίες  των κειμένων αναφοράς  ως δικές  μας  ιδέες  , προσαρμόζοντάς  τες   στις σκοπιμότητες  του δικού μας   κειμένου  και    χωρίς να τις αντιγράφουμε 
  20. Την  ανισότιμη  ανάπτυξη   της  απάντησής  μας   στα συνήθως  δύο  ερωτήματα  του θέματος .Φροντίζουμε  ώστε  η  έκταση  της  ανάπτυξης  των   δύο  μερών να είναι  όσο  το δυνατόν  πιο ισορροπημένη
  21. Την  υιοθέτηση  ενός  έντονα   προφορικού   ύφους  στην έκφρασή  μας. Ακόμη  και στην περίπτωση  που θέλουμε να προσδώσουμε ένα  πιο οικείο ύφος  στην έκθεσή  μας  , είναι  θεμιτό να αποφεύγουμε  λέξεις  και φράσεις που χρησιμοποιούμε  στην  καθημερινή μας  συναναστροφή .
  22. Τη   χρήση  προσφώνησης  και  αποφώνησης  ως μοναδικών   υφολογικών  στοιχείων   στους  κειμενικούς  τύπους  της  ομιλίας  και της επιστολής .  Είναι  σωστό  να  χρησιμοποιούμε και άλλα  επικοινωνιακά  στοιχεία  , όπως  :  α΄ ἠ  β’ πρόσωπο   και    αποστροφές  στο  κοινό  ή  στους αποδέκτες  . 
  23. Τις   επαναλήψεις   λέξεων –φράσεων  ή  ιδεών .  Αυτό  μπορεί  να αποφευχθεί  με τον προηγούμενο  σχεδιασμό   της  δομής  του κειμένου  μας   και  την   προσεκτική  ανάγνωσή  του  μετά  την ολοκλήρωση  της συγγραφής
  24. Τη  σύγχυση  στην παρουσίαση  φαινομένων –αιτιών  μιας  έννοιας  .  Όταν μας ζητείται να  αναφέρουμε  χαρακτηριστικά  παραδείγματα  ή φαινόμενα ,  αξιοποιούμε  κυρίως  την περιγραφή ,  αναδεικνύουμε  δηλαδή  και  περιγράφουμε  τις  χαρακτηριστικές   περιπτώσεις  που  επιβεβαιώνουν  την ύπαρξη αυτής  της έννοιας   στο άτομο  ή στο σύνολο
  25. Τη    μεγάλη  υπέρβαση  του ορίου  των λέξεων . Εφόσον  υπάρχει  ένας  τέτοιος περιορισμός , οφείλουμε να τον τηρούμε  και  να  φροντίζουμε  πριν ξεκινήσουμε  τη συγγραφή  να έχουμε  επιλέξει  τις  ιδέες που θα στηρίξουν την επιχειρηματολογία  μας 
  26. Την  εκτεταμένη  και   άτακτη  χρήση  παραπομπών –σημειώσεων . Όταν  θέλουμε να προσθέσουμε  μία πληροφορία  στο γραπτό μας , κάνουμε  τις    παραπομπές   σε εμφανές  σημείο   (  κατά  προτίμηση  στο τέλος  της σελίδας  )  με  συγκεκριμένη σειρά  και  με  τη χρήση  αστερίσκου /αστερίσκων ή    αριθμού/αριθμών   . Η  αταξία  στο γραπτό  και η αναζήτηση  πληροφοριών  κουράζουν  τον διορθωτή  και  ενδέχεται να  μας αφαιρεθούν  μονάδες . Αποφεύγουμε , επίσης , τις  πολλές   μουντζούρες  και   τα άσχημα  , υπερβολικά  μικρά  ή  κολλημένα μεταξύ τους  γράμματα .
  27. Τις  παρενθέσεις  ( Παρουσιάζουμε  τις  παρενθετικές  πληροφορίες  μέσα  σε κόμμα  )  ,  τις συντομογραφίες ( γράφουμε  τις φράσεις  αναλυτικά )   και τους ξενικούς όρους ( εφόσον υπάρχουν οι αντίστοιχοι  ελληνικοί ) .
  28. Την  κατάχρηση  της  επίκλησης  στο συναίσθημα   ( με  την  αξιοποίηση  συναισθηματικά  φορτισμένων  λέξεων –φράσεων )  ή στην αυθεντία ( με την παράθεση  απόψεων  επιστημόνων /πνευματικών ανθρώπων  κλπ )  . Αξιοποιούμε  κυρίως  την επίκληση  στη λογική  , με την παρουσίαση  επιχειρημάτων  και τεκμηρίων  (  αποφεύγοντας  ωστόσο  την  εκτεταμένη  αναφορά  στα τελευταία, εκτός να  ζητείται  κάτι τέτοιο από το θέμα  ) . Επιπλέον , δεν παρουσιάζουμε  στοιχεία  δικής  μας επινόησης  : π.χ.  στατιστικές  έρευνες  που δεν έχουν γίνει  ή  φράσεις  που δεν έχουν ειπωθεί  από  σπουδαίες  προσωπικότητες 
  29. Την  απολυτότητα   ή  την υπερβολή    στη διατύπωση  των απόψεών  μας . Προσπαθούμε  να  είμαστε  συγκρατημένοι  και μετριοπαθείς  , χωρίς να δραματοποιούμε μία κατάσταση  . Στο  πλαίσιο  αυτό , όταν αναφερόμαστε  σε ένα  σύνολο  , είναι  καλό να χρησιμοποιούμε  φράσεις όπως  « οι περισσότεροι από» , « αρκετοί  από» , « σε μεγάλο ποσοστό»  κλπ
  30. ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ  ,  Η  ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ   ΤΡΙΑ  ΒΗΜΑΤΑ  : πριν   τη  συγγραφή  ( σχεδιασμός  )    -    συγγραφή ( εφαρμογή  όσων σχεδιάστηκαν )    - μετά  τη συγγραφή  ( έλεγχος  της  επιτυχίας  όσων σχεδιάστηκαν) 
https://www.alfavita.gr/panellinies/382961_panellinies-2022-symboyles-gia-na-apofygete-ta-lathi-sti-neoelliniki-glossa-kai





Συνηθισμένα λάθη στη χρήση της Γλώσσας

 


Συνηθισμένα ορθογραφικά λάθη σε συνηθισμένες λέξεις:


Συνηθισμένα εκφραστικά λάθη σε συνηθισμένες εκφράσεις


• «Ευχαριστούμε όλους όσοι μας συμπαραστάθηκαν» (και όχι: «όλους όσους…» διότι είναι υποκείμενο στο ρήμα που ακολουθεί, αλλά: «ευχαριστούμε όσους μας συμπαραστάθηκαν» (όταν λείπει το όλους).

Προσοχή όμως: «επικοινωνεί με όλους όσους γνωρίζει», επειδή εδώ το «όσους» είναι αντικείμενο του ρήματος)


• π.μ. (=προ μεσημβρίας), μ.μ. (=μετά μεσημβρίαν και όχι μετά μεσημβρίας), π.Χ. (=προ Χριστού), μ.Χ. (=μετά Χριστόν και όχι μετά Χριστού)


• Περισσότεροι από έναν ή περισσότεροι του ενός (και όχι: περισσότεροι από ένας)


• Γίνονται όλοι δεκτοί ανεξαρτήτως ηλικίας (και όχι: ανεξαρτήτου ηλικίας)


• Ενήργησα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου (και όχι: στα πλαίσια)


• πόσο πολλοί, τόσο πολλοί, πόσο πολλή (και όχι: πόσοι πολλοί, τόσοι πολλοί, τόση πολλή)


• κατ’ αρχήν (=στα βασικά σημεία), κατ’ αρχάς (=αρχικά). Π.χ. «Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ’ αρχήν», « Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε…»


• Ο επικεφαλής, του επικεφαλής, τον επικεφαλής, οι επικεφαλής κ.λπ. (και όχι: τον επικεφαλή, του επικεφαλούς)


• Οι μέθοδοι / παράμετροι αυτές (και όχι: οι μέθοδοι / παράμετροι αυτοί). Οι παλαιές οδοί, οι κεντρικές είσοδοι, οι πολλές ψήφοι (και όχι: οι παλιοί οδοί, οι κεντρικοί είσοδοι, οι πολλοί ψήφοι)


• Η αναπληρώτρια διευθύντρια /υπουργός (και όχι: η αναπληρωτής διευθυντής/υπουργός)


• Κλητική: "κυρία Πρόεδρε" (και όχι: "κυρία Πρόεδρος)


• "Δόξα τω Θεώ" και όχι "δόξα το θεό" (αλλά: μα το Θεό)


• "15 Σεπτεμβρίου" ή "15 του Σεπτέμβρη" (και όχι: "15 Σεπτέμβρη")


• Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: π.χ. «λανθασμένη έκφραση» (και όχι: «λάθος έκφραση»)


• "Έχω απαυδήσει" (και όχι: "έχω απηυδήσει", αλλά: "απηύδησα", "είμαι απηυδισμένος")


• "Γενετικό υλικό" και όχι γεννητικό. Αλλά "προγεννητικός έλεγχος" και όχι προγενετικός


• Εξοκέλλω και όχι εξοκείλλω. Αλλά εξόκειλα, θα εξοκείλω, έχω εξοκείλει. (συνηθέστερα σε γ’ πρόσωπο)


• Αποτείνομαι, μέλλ. θα αποταθώ (και όχι: αποτανθώ)


• Το σωστό είναι “εκτίνω ποινή” και όχι “εκτίω ποινή”. Παρομοίως, το σωστό είναι “αποτίνω φόρο τιμής” και όχι “αποτίω”. Πάντως τα “εκτίω” και “αποτίω” είναι πιο συνηθισμένα και μπορούν να θεωρηθούν, πλέον, αποδεκτά. (Ρηματικοί τύποι όπως “απέτισα”, “θα εκτίσω” είναι σωστοί, καθώς προέρχονται από τα αποτίνω, εκτίνω)


• “Η λέξη αυτή απαντά συχνά στον Όμηρο” (και όχι: απαντάται)


• "Στο βιβλίο του πραγματεύεται το θέμα των κοινωνικών θεσμών" (και όχι: διαπραγματεύεται). Αλλά: "Ο Υπουργός Εξωτερικών διαπραγματεύεται τους όρους της ειρήνης"


• "Απολαύει της εμπιστοσύνης" (και όχι: απολαμβάνει)


• “Μέχρις αποδείξεως του εναντίου” και όχι “του εναντίον”


• Το ρήμα προοιωνίζομαι δεν έχει ενεργητική φωνή. Π.χ. "Η τακτική αυτή προοιωνίζεται την ήττα" (και όχι "προοιωνίζει την ήττα")


• Το "αυξάνω" χρησιμοποιείται πολύ συχνά λανθασμένα: " Τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνονται" (και όχι:"τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνουν", αλλά: "η κυβέρνηση αυξάνει τα τέλη κυκλοφορίας"). Ομοίως, "αυξάνονται οι συντάξεις" (και όχι: "αυξάνουν οι συντάξεις", αλλά "τα ταμεία αυξάνουν τις συντάξεις")


• Τα ρήμα διαρρέω και λειτουργώ είναι αμετάβατα: «διέρρευσε από πολιτικούς κύκλους η πληροφορία ότι...» ή: «πολιτικοί κύκλοι φρόντισαν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι...» (και όχι: «πολιτικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία ότι...»). «Θα θέσω το μηχάνημα σε λειτουργία» (και όχι: «θα το λειτουργήσω»)


• Ασχολούμαστε, ασχολούμασταν (και όχι: ασχολιόμαστε κ.λπ. διότι το ρήμα είναι ασχολούμαι και όχι ασχολιέμαι). Στον παρατατικό όμως, ασχολιόταν


• "Αυτός επανέλαβε (αόρ.) την προσπάθεια χτες" - " Εσύ επανάλαβε (προστκτ.) την προσπάθεια αύριο"

Οι προστακτικές δεν παίρνουν χρονική αύξηση. Ομοίως, "παρήγγειλα ένα ποτό" - "παράγγειλέ μου ένα ποτό" (ποτέ στην προστακτική: παρήγγειλε ένα ποτό), "αυτός αντέγραψε τις σημειώσεις" - "αντίγραψέ μου τις σημειώσεις", "αυτός απέρριψε την πρότασή του" - "εσύ απόρριψε την πρότασή του"


• Επαναλαμβάνω (και όχι: ξαναεπαναλαμβάνω)


• Πριν από την έναρξη (και όχι: πριν την έναρξη)


• Οποιοσδήποτε, οτιδήποτε (και όχι: ο οποιοσδήποτε, το οτιδήποτε)


• Τέως πρόεδρος: ο μέχρι πρo τινος πρόεδρος, ο προηγούμενος (από τον σημερινό) πρόεδρο. Πρώην πρόεδρος: ο πριν από πολύ καιρό πρόεδρος


• Το άρα δεν είναι σωστό να συνοδεύεται από το λοιπόν(όχι: "άρα λοιπόν") ούτε υποκαθίσταται από το άραγε(!)


• Δεν χρησιμοποιείται το «κύριος» ή το «κυρία» για πρόσωπα που έχουν πεθάνει (παρατίθεται απλώς το όνομα ή προηγείται το «αείμνηστος» ή «μακαρίτης», αν χρειάζεται)


• Δεν χρησιμοποιούμε το «κύριος» ή το «κυρία» όταν παρουσιάζουμε τον εαυτό μας (και όχι: «γεια σας, είμαι ο κύριος Βάγγος»). Η μόνη εξαίρεση του κανόνα που είναι ανεκτή είναι όταν μιλάμε σε μικρά παιδιά


• Το «κ.κ.» χρησιμοποιείται μόνο στο γραπτό λόγο . Γράφουμε «οι κ.κ. ομιλητές» αλλά εκφωνούμε «οι κύριοι ομιλητές» (και όχι: "οι κύριοι κύριοι ομιλητές")


• Το “μέσα” μπροστά από «σ» γίνεται «μες» (αλλά όχι απαραίτητα, μπορεί να μείνει «μέσα»), ποτέ όμως «μεσ’». Π.χ. "Μεσ’ από το δάσος", αλλά "μες στο δάσος" ή "μέσα στο δάσος"


• Το “μέχρι” είναι “μέχρις” μόνο προ φωνήεντος σε λόγιες εκφράσεις: μέχρις αποδείξεως, μέχρις εβδόμης γενιάς, μέχρις εσχάτων, μέχρις υπερβολής, μέχρις ενός


• Το σωστό είναι “πρώτιστα”. Το “πρωτίστως” είναι λάθος που κατάντησε σωστό (και δεν χάλασε ο κόσμος αν το χρησιμοποιήσουμε)


• Ψιλή κυριότητα (νομικός όρος) και όχι υψηλή κυριότητα


• Προσοχή στη διάκριση «σαν» και «ως»: το «σαν» χρησιμοποιείται για παρομοιώσεις, ενώ το «ως» χρησιμοποιείται για πραγματικές ιδιότητες.
Έτσι για παράδειγμα όταν αναφερόμαστε σε ενέργειες δικηγόρων, γιατρών κ.λπ. που έχουν σχέση με την άσκηση του επαγγέλματός τους, τότε λέμε "ενήργησε ως δικηγόρος", "θεωρεί, ως γιατρός". Για ανάλογες ενέργειες ατόμου που δεν ασκεί το επάγγελμα χρησιμοποιούμε το «σαν» : "μίλησε σαν δικηγόρος" (χωρίς να είναι), "τον φρόντισε σαν γιατρός".
Σημειωτέον ότι το «ως» ακολουθείται από κατηγορούμενο που πρέπει να μπει στην κατάλληλη πτώση, π.χ. "η εκλογή του ως καθηγητή" (και όχι: "ως καθηγητής"), "οι ενέργειές του ως δικηγόρου", "η γνωμάτευσή του ως ιατρού".

 

Δημοσιευμένο στο:  https://www.gnomikologikon.gr/greek-lamguage-errata.html

 https://www.kouzas.com/index.php/neoelliniki-glossa/1229-synithismena-lathi-sti-xrisi-tis-glossas




ΣΥΧΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ


ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ



👉 Μη κατανόηση των ζητούμενων της έκθεσης. Αυτό οφείλεται συχνά στη βιαστική ανάγνωση της εκφώνησης. Ποτέ δεν αρχίζουμε να γράφουμε την έκθεσή μας, αν δεν έχουμε διαβάσει προσεκτικά το θέμα.

👉 Μη διάκριση δεδομένων – ζητούμενων. Απαραίτητη προϋπόθεση, πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε την έκθεση μας, είναι να διακρίνουμε τα δεδομένα (τι μας δίδεται ως ισχύον) και τα ζητούμενα (τι καλούμαστε εμείς να γράψουμε). Τα δεδομένα αναπτύσσονται σχεδόν πάντα στον πρόλογο.

👉 Μη ισόρροπη ανάπτυξη των ζητούμενων. Προφανώς, αν έχουμε να καλύψουμε δύο ζητούμενα (αυτό ισχύει συνήθως) δεν είναι υποχρεωτικό να αφιερώσουμε τον ίδιο αριθμό λέξεων και για τα δύο. Είναι εξαιρετικά πιθανόν να απαιτείται διεξοδικότερη ανάλυση για ένα από τα δύο. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εντελώς άνισα τα ζητούμενα π.χ. τρεις παράγραφοι για το ένα – μία για το άλλο.

👉 Απουσία συνοχής και συνεκτικότητας στο κείμενό μας. Πρέπει να μεταβαίνουμε ομαλά από τη μία ιδέα στην άλλη και όχι να συνδέουμε τυχαία τα επιχειρήματά μας ή να καταλήγουμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και ως προς τη χρήση των κατάλληλων διαρθρωτικών λέξεων. Λέξεις όπως: επίσης, όμως, αλλά, δεν ταιριάζουν σε όλες τις περιπτώσεις.

👉 Επαναλήψεις. Είναι απαραίτητο να κάνουμε ένα σύντομο σχεδιάγραμμα στο πρόχειρο, όχι μόνο για την πληρότητα του περιεχομένου, την κατάλληλη ομαδοποίηση, την ιεράρχηση των επιχειρημάτων, αλλά και για να αποφύγουμε τις επαναλήψεις. Επίσης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις επαναλήψεις στην έκφρασή μας (π.χ. συχνές επαναλήψεις διαρθρωτικών λέξεων-φράσεων, επαναλήψεις λέξεων-κλειδιών).

👉 Κάθε κειμενικό είδος έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς τη δομή και το ύφος. Δε νοείται, επί παραδείγματι, να ζητείται η σύνταξη άρθρου και να μη βάλουμε τίτλο στο κείμενό μας. Θα πρέπει, ανάλογα με το κειμενικό είδος, να εφαρμόζουμε τους κανόνες, όπως τους έχουμε μάθει από τη θεωρία για την απαιτούμενη δομή. Παράλληλα, πρέπει να προσαρμόζουμε το ύφος μας στις περιστάσεις επικοινωνίας. Δεν μπορεί, παραδείγματος χάριν, ένα αποδεικτικό δοκίμιο να έχει πολλά στοιχεία προφορικού λόγου και απλοϊκό ύφος, όπως, αντίστοιχα, ένα κείμενο σε νεανικό περιοδικό δε θα έπρεπε να είναι «φορτωμένο» με εξεζητημένες λέξεις- φράσεις και υπερβολικά επίσημο ύφος.

👉 Δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» να αναπτύσσουμε ένα μόνο επιχείρημα ανά παράγραφο (εκτός κι αν έχουμε κάνει κατάλληλη ομαδοποίηση, με αποτέλεσμα, παραδείγματος χάριν, να εξετάζουμε σε μία παράγραφο χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής). Για κάθε ζητούμενο μπορούμε ΔΥΝΗΤΙΚΑ να βρούμε πάνω από δέκα επιχειρήματα – ιδέες (δεν αναφερόμαστε κατ’ ανάγκη στην αυστηρή λογική δομή του επιχειρήματος, όπως τη διδασκόμαστε στη θεωρία). Επομένως, δεν είναι λογικό να «θυσιάσουμε» πάνω από τα μισά μας επιχειρήματα, ιδίως, όταν το σημαντικότερο στοιχείο στην αξιολόγηση της παραγωγής λόγου είναι το περιεχόμενο. Ωστόσο, δεν έχουμε την αντικειμενική δυνατότητα να παραθέσουμε όλα τα επιχειρήματά μας με το δεδομένο περιορισμό των λέξεων και την ανάγκη τεκμηρίωσής τους. Άρα, δεν πρέπει απλώς να παραθέτουμε (συσσώρευση με ασύνδετο σχήμα) ιδέες, τις οποίες δεν αναπτύσσουμε. Απαιτείται κριτική ικανότητα για τη διαλογή των σημαντικότερων επιχειρημάτων και στη συνέχεια η κατάλληλη ομαδοποίησή τους, ούτως ώστε και να παραθέσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα επιχειρήματα- ιδέες και να τα αναπτύξουμε όσο γίνεται επαρκέστερα.