Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Θα γίνουν οι μαθητές σκλάβοι των αλγορίθμων;

Θα γίνουν οι μαθητές σκλάβοι των αλγορίθμων; 

– Διάλογος στο «Β»




Δύο κορυφαίες φωνές στη σχέση Εκπαίδευσης και Τεχνητής Νοημοσύνης, ο Αντρέας Σλάιχερ και ο Γουέιν Χολμς, μιλούν για τη χρήση της AI στα σχολεία. Που συμφωνούν και που διαφωνούν;


Σε αυτόν τον διάλογο για την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) και την Εκπαίδευση συναντώνται δύο από τις πιο έγκυρες φωνές του πεδίου: ο Αντρέας Σλάιχερ, διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων στον ΟΟΣΑ και αρχιτέκτονας της PISA, του διεθνούς «καθρέφτη» των συστημάτων σχολικής εκπαίδευσης, και ο Γουέιν Χολμς, καθηγητής στο UCL και κάτοχος έδρας UNESCO στην Ηθική της ΤΝ και Εκπαίδευσης στο Διεθνές Ερευνητικό Κέντρο για την ΤΝ (IRCAI).

Η συζήτηση αποκτά ειδικό βάρος καθώς ο ΟΟΣΑ ετοιμάζει για το 2029 μια νέα αξιολόγηση στο πλαίσιο της PISA, η οποία θα εξετάσει κατά πόσο οι μαθητές θα έχουν ευκαιρίες να μάθουν να εμπλέκονται ενεργά και κριτικά σε έναν κόσμο όπου η παραγωγή, η συμμετοχή και η κοινωνική δικτύωση θα διαμεσολαβούνται όλο και περισσότερο από ψηφιακά μέσα και εργαλεία ΤΝ.

Aντρέας Σλάιχερ:
«Η συζήτηση για τον ρόλο της ΤΝ στην εκπαίδευση εξαρτάται από τη θεώρησή μας για τη βασική αποστολή της ίδιας της εκπαίδευσης. Αν αυτή αφορά κυρίως τη μετάδοση γνώσεων, τότε το σχολείο πιθανώς να μην είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικός θεσμός στον κόσμο της ΤΝ. Αν όμως δούμε την εκπαίδευση ως κοινωνικό και σχεσιακό εγχείρημα, τότε το σχολείο ίσως αποδειχθεί ακόμη πιο σημαντικό στο μέλλον, γιατί εκεί θα συναντάς ανθρώπους που σκέφτονται και εργάζονται διαφορετικά από εσένα, κάτι που στον ψηφιακό κόσμο γίνεται όλο και δυσκολότερα. Είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε πολύ καλούς λόγους να διατηρήσουμε θεσμούς όπως τα σχολεία. Η ποιότητα της σχέσης μαθητή – εκπαιδευτικού είναι κάτι πολύτιμο για την ανθρωπότητα».

Γουέιν Χολμς: «Συμφωνώ απολύτως. Oμως με ανησυχεί ότι όσα συμβαίνουν δεν κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Στις ομιλίες μου διακρίνω ανάμεσα στον ρόλο της ΤΝ στην εκπαίδευση, για παράδειγμα τη χρήση εργαλείων στην τάξη, και στη μάθηση για την ΤΝ. Οι υπεύθυνοι πολιτικής υιοθετούν και τα δύο, αλλά τα βλέπουν ως δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Και αυτό είναι περίεργο. Eνα μεγάλο μέρος της προσπάθειας γύρω από τον αλφαβητισμό ΤΝ είναι υπερβολικά εργαλειακό: να μάθουν οι νέοι πώς “λειτουργεί” η ΤΝ (η τεχνολογική διάσταση) ώστε να τη χρησιμοποιούν “υπεύθυνα” (η πρακτική διάσταση). Δεν λέω ότι αυτά δεν είναι σημαντικά, αλλά λείπει η ανθρώπινη διάσταση, ο αντίκτυπος της ΤΝ σε όλους μας, στις σχέσεις εκπαιδευτικών – μαθητών, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στα δικαιώματα του παιδιού, στο περιβάλλον. Σχεδόν σε όλες τις προσεγγίσεις απουσιάζει μια βαθιά κριτική ματιά στην ανθρώπινη διάσταση».

Α.Σ.: «Κατά μία έννοια, είναι όπως πριν από χίλια χρόνια, όταν μπορούσες να μιλήσεις για τον στυλογράφο και τη λογοτεχνία – δύο εντελώς διαφορετικές αφηγήσεις. Η ΤΝ έχει τεράστια δυναμική να μεταμορφώσει τη μάθηση, να την κάνει πιο στοχευμένη και πιο προσαρμοστική. Εχουμε πολλά καλά και κακά παραδείγματα. Το ερώτημα είναι αν η ΤΝ θα μας κάνει γνωσιακά και συναισθηματικά ανώριμους, σκλάβους των αλγορίθμων ή θα μας ενδυναμώσει να λαμβάνουμε ηθικές αποφάσεις, να συνεργαζόμαστε καλύτερα και να είμαστε λιγότερο προκατειλημμένοι. Η ΤΝ δεν είναι μαγική δύναμη αλλά ένας απίστευτος επιταχυντής. Μπορεί να ενδυναμώσει τους εκπαιδευτικούς να κατανοούν πώς μαθαίνουν μαθητές με διαφορετικά ατομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά ή να τους κάνει σκλάβους προκατασκευασμένων σχεδίων μαθήματος. Μπορεί να κάνει τη μάθηση πολύ πιο ισότιμη – όσα είναι πλέον δυνατά για μαθητές με ειδικές ανάγκες είναι εντυπωσιακά – και ταυτόχρονα να εντείνει σχεδόν κάθε μορφή ανισότητας. Μπορεί να αμβλύνει τις μεροληψίες μας μέσω καλύτερων δεδομένων, αλλά μπορεί επίσης να τις ενισχύσει και παγιώσει. Μπορεί να καταρρίψει γεωγραφικά, γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα, αλλά και να μας εγκλωβίσει σε θαλάμους αντήχησης. Το πώς θα εξελιχθεί όλο αυτό εξαρτάται από τις δικές μας αποφάσεις».

Γ.Χ.: «Συμφωνώ, αλλά δεν είμαι τόσο πεπεισμένος για τις λεγόμενες ευκαιρίες, διότι εδώ και πάνω από μία δεκαετία έρευνας δεν τις έχω δει. Υπάρχουν μερικές χρήσιμες εφαρμογές για άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλά στην εκπαίδευση γενικότερα δεν έχω δει ανεξάρτητα στοιχεία μεγάλης κλίμακας για την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια ή τον θετικό αντίκτυπο αυτών των εργαλείων στην τάξη. Ναι, υπάρχουν χιλιάδες μελέτες, αλλά συνήθως γίνονται από τους ερευνητές που ανέπτυξαν τα εργαλεία ή από τις εταιρείες που τα κατέχουν. Πολλοί ισχυρισμοί παραμένουν στο στάδιο της εικασίας· η βολική λέξη “δυναμική” χρησιμοποιείται αδιακρίτως. Τα περισσότερα πράγματα έχουν δυναμική – το να το λες δεν σημαίνει και πολλά. Ακούμε επίσης ότι η αυξανόμενη χρήση της ΤΝ στην εκπαίδευση επιδεινώνει το ψηφιακό χάσμα. Αυτό ισχύει, αλλά κάτι πιο ανησυχητικό συμβαίνει: το χάσμα αντιστρέφεται. Ενώ οι νέοι από υψηλότερα κοινωνικο-οικονομικά στρώματα συνεχίζουν να έχουν πρόσβαση σε ανθρώπους-δασκάλους, πολλοί μη προνομιούχοι, ειδικά στον Παγκόσμιο Νότο ή σε αναπτυσσόμενες χώρες, αναγκάζονται να τα βγάζουν πέρα μόνο με υπολογιστές. Αυτό είναι ανεπαρκές. Το παιδικό δικαίωμα στην εκπαίδευση έχει εδώ και χρόνια επεκταθεί σε δικαίωμα στην ποιοτική εκπαίδευση. Και ενώ τα εργαλεία ΤΝ μπορεί να διασφαλίζουν ότι κάποια παιδιά εμπλέκονται σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες, αυτό απέχει πολύ από το να το ονομάζουμε πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση. Η εκπαίδευση είναι σχέσεις, συνεργασία, συζήτηση, αντιπαράθεση και αλληλοϋποστήριξη. Εχω βρεθεί σε πολλές τάξεις με 30 λάπτοπ και 30 παιδιά που αγνοούν το ένα το άλλο και τον δάσκαλο. Χρειαζόμαστε μια πιο λεπτομερή και τεκμηριωμένη προσέγγιση. Είμαι όλος αφτιά να ακούσω όχι εικασίες αλλά χειροπιαστά στοιχεία».

Α.Σ.: «Θα δώσω δύο παραδείγματα που με έκαναν να πιστέψω στη δυναμική της ΤΝ. Στη Σανγκάη εκπαιδευτικοί χρησιμοποίησαν εργαλεία ΤΝ για να “παρατηρούν” την τάξη τους. Η πρώτη σκέψη είναι “φρίκη, μπήκε ο Μεγάλος Αδελφός στην αίθουσα”. Ομως οι εκπαιδευτικοί που το σχεδίασαν μου είπαν: “Παλιά, όταν έμπαινε ο διευθυντής στην αίθουσα, έπρεπε να δίνουμε “παράσταση”. Τώρα, μετά από κάθε μάθημα, μπορούμε να είμαστε οι εαυτοί μας, να παίρνουμε αναλύσεις των αλληλεπιδράσεων με τους μαθητές”. Νιώθουν ότι έτσι λαμβάνουν καλύτερη ανατροφοδότηση. Δεύτερο παράδειγμα: ανίχνευση πρώιμων ενδείξεων κατάθλιψης μέσω ανάλυσης δεδομένων βιβλιοθηκών, τι είδους βιβλία διαβάζουν οι μαθητές, ώστε οι ειδικοί να παρεμβαίνουν νωρίτερα από οποιονδήποτε δάσκαλο ή ψυχολόγο. Συμφωνώ, όμως, Γουέιν. Οι άνθρωποι ανέκαθεν ήταν καλύτεροι στο να εφευρίσκουν νέα εργαλεία παρά να τα χρησιμοποιούν με σύνεση. Στοιχεία δείχνουν ότι οι δεξιότητες γραφής χειροτερεύουν όταν μαθητές και φοιτητές χρησιμοποιούν εργαλεία όπως το ChatGPT. Ρώτησέ τους να σου πουν τρία βασικά επιχειρήματα του κειμένου τους και το 80% δεν θα τα θυμάται. Το κρίσιμο, λοιπόν, είναι η πρωτοβουλία και η αυτενέργεια. Είναι οι εκπαιδευτικοί χρήστες ή σχεδιαστές αυτών των τεχνολογιών; Τις χρησιμοποιούν για να επεκτείνουν τα παιδαγωγικά τους εργαλεία ή γίνονται πελάτες; Στον χώρο της ιατρικής θα σκανδαλίζονταν με ό,τι κάνουμε στην εκπαίδευση: βγάζουμε τα εργαλεία πρώτα και μετά λέμε “ας δούμε τι θα γίνει”. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι η αποδοτικότητα· είναι τι πρέπει να διδάσκουμε και να μαθαίνουμε στην εποχή της ΤΝ. Το ζητούμενο για την εκπαίδευση είναι να μας βοηθάει να γίνουμε κάτι περισσότερο από το άθροισμα απομονωμένων, αυτοματοποιήσιμων εργασιών. Μπροστά στην έκρηξη της ΤΝ η εκπαίδευση οφείλει να επανεστιάσει στις ανθρώπινες ικανότητες που δεν ανάγονται σε κώδικα, στην ικανότητά μας να πλοηγούμαστε στην πολυπλοκότητα, να ασκούμε ηθική κρίση υπό αβεβαιότητα, να δημιουργούμε κάτι πραγματικά καινούργιο. Αυτά δεν είναι αφηρημένες παιδαγωγικές έννοιες, είναι η ουσία της εκπαίδευσης, είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους χτίζουμε τις κοινωνίες μας. Και αν η εκπαίδευση δεν προστατεύσει με αποφασιστικότητα αυτές τις ανθρώπινες ικανότητες, η ΤΝ μπορεί να “σαρώσει” τα ίδια τα θεμέλια των κοινωνιών μας».

Γ.Χ.: «Η χρήση της τεχνολογίας μάς ωθεί να θέτουμε τέτοια ερωτήματα. Συμφωνώ ότι η αυτενέργεια είναι κλειδί για εκπαιδευτικούς και μαθητές, αλλά δεν λειτουργεί όταν οι άνθρωποι κινούνται σε γνωστικό κενό. Απαιτείται η υποστήριξη των εθνικών συστημάτων για να κατανοήσουμε τις τεχνολογικές και πρακτικές διαστάσεις της ΤΝ, αλλά κυρίως την ανθρώπινη διάστασή της. Υπάρχουν εκτεταμένες παρανοήσεις από μαθητές, εκπαιδευτικούς, υπευθύνους χάραξης πολιτικής και υπουργεία. Οροι και φράσεις όπως η ΤΝ “μαθαίνει” ή έχει “παραισθήσεις” υπονοούν ότι η ΤΝ είναι ικανότερη απ’ όσο πραγματικά είναι. Και αυτός ο ανθρωπομορφισμός είναι εσκεμμένος. Αν επισημάνεις στο ChatGPT ότι έκανε λάθος, θα απαντήσει: “Συγγνώμη, έχετε απόλυτο δίκιο”. Χρησιμοποιώ συχνά μια παρομοίωση από τη δεκαετία του ’50. Οι γιατροί συμβούλευαν τον κόσμο να καπνίζει για να καταπολεμήσει το άγχος. Σήμερα ζούμε κάτι παρόμοιο. Μπορεί οι εκπαιδευτικοί να βρίσκουν ενδιαφέροντα πράγματα να κάνουν με την ΤΝ, αλλά δεν κατανοούν ούτε την ανθρώπινη διάστασή της ούτε το ιστορικό και κοινωνικό της υπόβαθρο. Δεν κατανοούν ότι το ChatGPT εκπαιδεύτηκε και με εργασία ανθρώπων του Παγκόσμιου Νότου που υπέστησαν εκμετάλλευση με σοβαρές συνέπειας υγείας. Ούτε τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο με την τεράστια κατανάλωση ενέργειας, νερού και τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ενα εργαλείο ΤΝ μπορεί να φαίνεται χρήσιμο στην τάξη, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι βιώσιμο ή ηθικό».

Α.Σ.: «Εχουμε την τάση να εκχωρούμε την αυτονομία μας με αντάλλαγμα την ευκολία. Τα βιομηχανικά ρομπότ πήραν δουλειές από τα χέρια μας, κάνοντας τη ζωή μας ευκολότερη. Με την ΤΝ διακινδυνεύουμε να εκχωρήσουμε ανθρώπινες ικανότητες. Ο πραγματικός κίνδυνος δεν είναι να γίνει η ΤΝ πιο “ανθρώπινη”, αλλά να εγκαταλείψουμε ανθρώπινες ποιότητες για να γίνουμε συμβατοί με τον τρόπο λειτουργίας της ΤΝ. Με το Google Maps χάσαμε την αίσθηση προσανατολισμού. Η καλλιέργεια πρωτοβουλίας είναι από τους σημαντικότερους ρόλους της εκπαίδευσης. Το σχολείο στο παρελθόν ήταν σε μεγάλο βαθμό μια υπόθεση συμμόρφωσης. Οι εκπαιδευτικοί σήμερα δεν αρκεί να είναι καλοί διδάσκοντες· χρειάζεται να είναι εξαιρετικοί προπονητές και μέντορες, δημιουργικοί σχεδιαστές καινοτόμων μαθησιακών περιβαλλόντων. Διαθέτουμε διεθνή στοιχεία για την υιοθέτηση της ΤΝ από εκπαιδευτικούς. Στις λεγόμενες χώρες υψηλής απόδοσης επικρατεί επιφυλακτικότητα. Η Ιαπωνία είναι ένα τέτοιο ακραίο παράδειγμα. Στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, αντίθετα, οι εκπαιδευτικοί εμφανίζονται πρόθυμοι να εντάξουν εργαλεία ΤΝ στην καθημερινότητά τους χωρίς να τους ενδιαφέρει ιδιαίτερα να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι εκπαιδευτικοί. Η ευκολία είναι πανίσχυρο κίνητρο. Ενα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της PISA 2022 είναι η έντονα αρνητική σχέση μεταξύ χρήσης έξυπνων κινητών για ψυχαγωγία και των γνωσιακών, κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων των μαθητών. Δεν υπήρξε χώρα που να ξέφυγε από αυτό το μοτίβο».

Γ.Χ.: «Πίσω στην παρομοίωση με το κάπνισμα. Σήμερα ο κόσμος έχει αλλάξει και πολύ λιγότεροι άνθρωποι καπνίζουν επειδή κατανόησαν τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος. Δεν λέω ότι η πληροφόρηση από μόνη της αρκεί, αλλά είναι θεμελιώδης. Για παράδειγμα, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δεν αντιλαμβάνονται ότι η ΤΝ τυποποιεί τα πάντα. Από τη σκοπιά της δημιουργικότητας, ένας εκπαιδευτικός που χρησιμοποιεί το ChatGPT μπορεί να είναι πιο δημιουργικός από έναν εκπαιδευτικό χωρίς ChatGPT, οπότε καταλαβαίνω τον ενθουσιασμό σε ατομικό επίπεδο. Αλλά αν κάνουμε ένα βήμα πίσω και δούμε πώς λειτουργούν αυτές οι τεχνολογίες, θα καταλήξουμε με πανομοιότυπα, τυποποιημένα σχέδια μαθήματος».

Α.Σ.: «Η ΤΝ ενθαρρύνει τη συγκλίνουσα σκέψη, αλλά αποθαρρύνει την αποκλίνουσα, και αυτό μας αποανθρωποποιεί. Είμαστε εδώ για να δούμε τη μεγάλη εικόνα και να ρωτάμε ξανά και ξανά ποια και από πού θα προκύψει η επόμενη ιδέα, όχι να επαναλαμβάνουμε συσχετίσεις που υποδεικνύει ο αλγόριθμος. Στην τελευταία PISA βρήκαμε μια ασθενή σχέση ανάμεσα στο μέγεθος τάξης, τις δαπάνες ανά μαθητή ή τις ώρες διδασκαλίας με την ποιότητα των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Ο ισχυρότερος προγνωστικός δείκτης ήταν αυτό που οι μαθητές αντιλαμβάνονται ως σχέση με τον δάσκαλό τους. Η αγαπημένη μου ερώτηση: “Αν επισκεπτόσασταν το σχολείο σας μετά από τρία χρόνια, πιστεύετε ότι ο δάσκαλός σας θα χαιρόταν να σας δει;”. Οσοι απαντούν “ναι” είναι πιο αισιόδοξοι, ενδιαφέρονται περισσότερο για τη μάθηση. Οσοι απαντούν “όχι” κάνουν απλώς τα ελάχιστα που απαιτεί το σύστημα. Οταν η ΤΝ “βαθμολογεί” για εσένα, δεν γνωρίζεις πλέον τι κατανοεί ή δεν κατανοεί ο μαθητής σου. Οι εκπαιδευτικοί γίνονται χειριστές ενός συστήματος αντί για σχεδιαστές του μαθησιακού πλαισίου. Ικανοί δάσκαλοι, όμως, μπορούν να αξιοποιήσουν τα εργαλεία για να βελτιώσουν τις δεξιότητές τους – πολλά εξαρτώνται από την ενεργό συμμετοχή τους στον σχεδιασμό του σχολείου και των τεχνολογιών του μέλλοντος. Η βιομηχανοποίηση της εκπαίδευσης έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα, την επίλυση των οποίων τώρα αναθέτουμε στην ΤΝ. Εχουμε κάνει τον χώρο της εκπαίδευσης υπερβολικά φιλόξενο για την ΤΝ. Οφείλουμε να αναρωτηθούμε, ίσως περισσότερο από ποτέ άλλοτε, τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος».

Γ.Χ.: «Ηταν πραγματικά μια απολαυστική συζήτηση διότι υπήρξε περισσότερη συμφωνία απ’ ό,τι αρχικά ανέμενα».

Α.Σ.: «Κι εγώ τη χάρηκα και συμφωνώ με πολλά από όσα συζητήσαμε».

Γ.Χ.: «Εξακολουθώ, όμως, να πιστεύω ότι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε αδιέξοδο. Το ίδιο και τα πανεπιστήμια. Το πανεπιστήμιό μου εισήγαγε ένα νέο σύστημα εσωτερικής αξιολόγησης ώστε το 50% να γίνει “ανθεκτικό στην ΤΝ”, χωρίς να γνωρίζει κανείς τι σημαίνει αυτό. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, περισσότερες συζητήσεις σαν κι αυτή, με έμφαση σε λιγότερο προφανείς πτυχές, τις επιπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο περιβάλλον, στην ανθεκτικότητα. Υπάρχουν ήδη αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι νέοι γίνονται όλο και πιο εξαρτημένοι από τέτοια εργαλεία, ενώ η χρήση της παραγωγικής ΤΝ υπονομεύει τη μάθηση».

l
Ο κ. Αντρέας Σλάιχερ είναι διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης.
l
Ο κ. Γουέιν Χολμς είναι καθηγητής Κριτικών Σπουδών ΤΝ και Εκπαίδευσης στο University College London και κάτοχος Εδρας UNESCO στην Ηθική της ΤΝ και της Εκπαίδευσης στο Διεθνές Ερευνητικό Κέντρο για την ΤΝ (IRCAI).


→ Τη συζήτηση συντόνισε και επιμελήθηκε ο Aγγελος Αλεξόπουλος.



Πηγή:




ΤΝ και Εκπαιδευτική Πολιτική

ΤΝ και Εκπαιδευτική Πολιτική


Επιβεβλημένο είναι να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα σπουδών Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, που θα προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο επίμαχο ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης.



Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) είναι πιθανώς η μεγαλύτερη επανάσταση του 21ου αιώνα. Διανύει ομολογουμένως στις μέρες μας ένα πρώτο «νηπιακό» στάδιο, αλλά στα αμέσως επόμενα χρόνια και ιδίως στις ερχόμενες δεκαετίες θα πολλαπλασιάσει σε απροσμέτρητο βαθμό τις δυνατότητές της. Θα πληθύνουν επομένως τόσο οι ευκαιρίες όσο και οι απειλές που ταυτόχρονα επωάζει – τις οποίες στο εγγύς μέλλον θα κληθούν να αντιμετωπίσουν οι αυριανοί ενήλικοι, ήτοι οι σημερινοί έφηβοι.

Το πώς θα τιθασεύσουμε την πρωτόγνωρη όσο και κολοσσιαία ισχύ αυτής της κατά τα άλλα συναρπαστικής τεχνολογίας, δηλαδή το ποια θα είναι η Ηθική (με άλλα λόγια η Φιλοσοφία) της ΤΝ, είναι ένα από τα πλέον φλέγοντα ζητήματα του καιρού μας. Ως εκ τούτου αυτή θα καταστεί αναπόδραστα ένα από τα κεντρικά αντικείμενα διδασκαλίας, το οποίο οφείλουν οι χαράσσοντες την εκπαιδευτική πολιτική να διαμορφώσουν με τη δέουσα προσοχή.

Η εκπαίδευση ειδικότερα είναι η σημαντικότερη κρηπίδα πάνω στην οποία θα εδραιώσουμε τόσο τις πολλαπλές ωφέλειες που αναδύονται μέσα από τον κοινωνικό μετασχηματισμό που επιφέρει η έλευση της ΤΝ όσο και εκείνες τις ενδεδειγμένες άμυνες που θα αποτρέψουν τις διαγραφόμενες οδυνηρές τεχνολογικές παρεκτροπές. Κατά τη γνώμη μας, και μάλιστα έχοντας λάβει υπόψη τις δύο προηγούμενες συναφείς επιφυλλίδες μας που δημοσιεύθηκαν σε τούτη τη στήλη, τρεις είναι οι βασικοί άξονες δράσης αλλά και προβληματισμού στους οποίους κάθε μακρόπνοη και συγκροτημένη εκπαιδευτική στρατηγική οφείλει πλέον να επικεντρώνεται:

Πρώτον, εκπαίδευση στη χρήση της ΤΝ: Η πολιτεία καλείται να μεριμνήσει ώστε να εκπαιδευθούν οι πολίτες αναφορικά με τη σωστή εφαρμογή της ΤΝ σε όλες τις βαθμίδες της παιδείας – από την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια μέχρι την τριτοβάθμια και την εκπαίδευση ενηλίκων. Τα κράτη που δεν θα κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση εκ των πραγμάτων θα μείνουν ουραγοί πολιτιστικά, οικονομικά, επιστημονικά και στρατιωτικά. Το να επιλέξει να μην επενδύσει ένα κράτος στη βέλτιστη αξιοποίηση της ΤΝ θα μοιάζει με τη στείρα άρνηση μιας οργανωμένης πολιτείας να επενδύσει στη χρήση του ηλεκτρισμού πριν από μία και πλέον εκατονταετία.

Δεύτερον, εξοικείωση με τις λεγόμενες ήπιες δεξιότητες: Σύμφωνα με όλες τις παιδαγωγικές έρευνες, επιτακτικό είναι η εκπαιδευτική πολιτική της εποχής μας να έχει ως αταλάντευτο στόχο να καλλιεργήσει στους μαθητές και στις μαθήτριες τις ήπιες δεξιότητες (soft skills) όπως η κριτική αντίληψη, η φαντασία, η δημιουργικότητα, η επικοινωνία, η συναισθηματική σταθερότητα, η ενσυναίσθηση, η υπευθυνότητα. Για ποιον λόγο όμως χρειαζόμαστε τις ήπιες δεξιότητες περισσότερο από ποτέ άλλοτε; Διότι απλούστατα η ΤΝ θα διεκπεραιώνει ολοένα και περισσότερο τις πιο πολλές από τις εργασίες που σήμερα εκτελούν οι άνθρωποι και παράλληλα θα μεταβάλλει αδιάλειπτα και δυναμικά την αγορά εργασίας. Τούτο σημαίνει ότι εφεξής η πλειονότητα των ατόμων δεν θα ασχολείται αποκλειστικά με μία και μόνη εξειδικευμένη εργασία κατά τη διάρκεια του βίου, καθώς συμβαίνει κατά κανόνα μέχρι σήμερα. Θα υπάρξει ανάγκη, αντιθέτως, οι περισσότεροι εργαζόμενοι να αλλάζουν τακτικά επαγγέλματα και άρα θα πρέπει να έχουν τα κατάλληλα εφόδια που απορρέουν από αυτές τις ήπιες δεξιότητες προκειμένου να προσαρμόζονται χωρίς δυσχέρειες σε μια ραγδαίως μεταβαλλόμενη αγορά εργασίας.

Τρίτον, δημιουργία ενός εκπαιδευτικού προγράμματος «Ηθικής της ΤΝ»: Ο άξονας αυτός δράσης και προβληματισμού, τον οποίο καλείται να διαμορφώσει η σύγχρονη εκπαιδευτική πολιτική απέναντι στο πολυδύναμο φαινόμενο της ΤΝ – και βεβαίως ο κρισιμότερος, κατά την άποψή μας, που μάλιστα αναλύεται σε βάθος στο πρόσφατο βιβλίο με τίτλο Φιλοσοφία της Τεχνητής Νοημοσύνης (Γ. Χατζηβασιλείου, εκδ. Διόπτρα, 2022) –, είναι ο ακόλουθος: Αμεση εκπόνηση ενός προγράμματος σπουδών στο πεδίο της Ηθικής της ΤΝ για τη δευτεροβάθμια και την τριτοβάθμια εκπαίδευση· με άλλα λόγια, υλοποίηση ενός επιμορφωτικού σχεδίου που θα ευαισθητοποιεί τις σύγχρονες γενιές όσον αφορά τους σοβαρούς κινδύνους που εκκολάπτει η φρενήρης ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας.

Φέρ’ ειπείν, προσεγγίζουμε πια με καταιγιστικούς ρυθμούς το σημείο όπου τιτανικές μορφές ΤΝ, όπως η Τεχνητή Γενική Νοημοσύνη και η Τεχνητή Υπερνοημοσύνη, θα κάνουν την εμφάνισή τους, αλλά συνάμα ουδόλως γνωρίζουμε αν και πώς θα μπορέσουμε να ασκήσουμε επ’ αυτών τον οποιονδήποτε έλεγχο.

Η στρατιωτική χρήση τέτοιων προηγμένων τεχνολογιών εγείρει υπαρξιακά διλήμματα για την ανθρωπότητα, καθώς επίσης ο συνδυασμός ΤΝ και βιοτεχνολογίας – ο οποίος, πλην των άλλων, μας επιτρέπει να επενεργήσουμε δραστικά στο ανθρώπινο γονιδίωμα και δυνητικά να δημιουργήσουμε ίσως και νέα ανθρώπινα είδη σε βάθος χρόνου – θέτουν επί τάπητος κρισιμότατα ερωτήματα, όπως εάν είμαστε όντως εμείς σήμερα μία από τις τελευταίες γενιές στη μακραίωνη πορεία του Homo Sapiens.

Σκόπιμο επομένως είναι να κατανοήσουμε εγκαίρως το πόσο βαρυσήμαντες είναι όλες αυτές οι δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας (λ.χ., ΤΝ, πυρηνικά όπλα, κβαντικοί υπολογιστές, γενετική μηχανική, νανοτεχνολογία), οι οποίες δεν ήταν διαθέσιμες σε προγενέστερες ιστορικές περιόδους. Εμείς είμαστε τωόντι οι πρώτες γενιές στην ιστορία των 300.000 ετών του ανθρώπινου είδους που έχουμε την ευθύνη να διαχειριστούμε αυτές τις πλανητικού διαμετρήματος δυνάμεις και ευκαιρίες, αλλά και να αποκρούσουμε ολέθριες απειλές που πιθανότατα θα εκπηγάσουν από αυτήν ακριβώς την ιλιγγιώδη πρόοδο της τεχνολογίας.

Επιβεβλημένο συνεπώς είναι να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα σπουδών Φιλοσοφίας της Τεχνολογίας για τα σχολεία και τα πανεπιστήμια, που θα προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο επίμαχο ζήτημα της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Πρόσφορο κρίνεται ιδίως να αξιοποιηθεί χωρίς χρονοτριβή η Φιλοσοφία, αρχαία και σύγχρονη, στο πλαίσιο χάραξης της εκπαιδευτικής πολιτικής του μέλλοντος – όχι όμως ως μουσειακό έκθεμα του παρελθόντος, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά ως πρακτικό εργαλείο απόκτησης γνώσεων σχετικά με τις κρίσιμες υπαρξιακές και ηθικές προκλήσεις που θέτει ενώπιόν μας η υψηλή τεχνολογία του αιώνα μας.

*Ανδρέας Γ. Μαρκαντωνάτος είναι καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
*Γιώργος Χατζηβασιλείου είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας, συγγραφέας και δημοσιογράφος.


Πηγή: