Τετάρτη 19 Μαρτίου 2025

Τα Σχήματα Λόγου στα Αρχαία Ελληνικά!

 

Tα Σχήματα Λόγου 

στα Αρχαία Ελληνικά!

ΣΧΗΜΑΤΑ ΛOΓOΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ:
Τη γραμματική συμφωνία των λέξεωνΤη θέση των λέξεων στην πρότασηΤη σημασία των λέξεωνΤην πληρότητα του λόγου
  1. Αττική σύνταξη
  2. Bοιώτιο ή πινδαρικό
  3. Ανακόλουθο
  4. Έλξη
    • Αναφορικού
    • Συνδετικού ρήματος
    • Έγκλισης δευτερεύουσας πρότασης
  5. Καθ' όλον και μέρος
  6. Κατά το νοούμενο
  7. Πρόληψη
  8. Σύμφυρση
  9. Yπαλλαγή
  1. Ασύνδετο
  2. Πολυσύνδετο
  3. Κύκλος
  4. Ομοιοτέλευτο
  5. Παρήχηση
  6. Παρονομασία
  7. Πρωθύστερο
  8. Υπερβατό
  9. Χιαστό
  1. Αλληγορία
  2. Αντίφραση
    • Ειρωνεία
    • Λιτότητα
    • Ευφημισμός
  3. Αντονομασία
  4. Μεταφορά
  5. Μετωνυμία
  6. Παρομοίωση
  7. Συνεκδοχή
  8. Κατ' εξοχήν
  9. Υπερβολή
  1. Βραχυλογία
    • Ζεύγμα
    • Από κοινού
    • Εξ αναλόγου
    • Εξ αντιθέτου
  2. Πλεονασμός
    • Περίφραση
    • Εκ παραλλήλου
    • «Ἒν δι





Τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικοί τρόποι που αποκλίνουν από τους συμβατικούς κανόνες της χρήσης του λόγου. Δεν πρόκειται για συντακτικά λάθη (σολοικισμούς), αλλά για συγκεκριμένες εκφραστικές επιλογές που εξυπηρετούν νοηματικές ή αισθητικές επιδιώξεις. Τα σχήματα λόγου σχετίζονται με: α) τη γραμματική συμφωνία των λέξεων· β) τη θέση των λέξεων στην πρόταση· γ) τη σημασία των λέξεων· δ) την πληρότητα του λόγου.


Σχήματα λόγου σχετικά με τη γραμματική συμφωνία των λέξεων

Τα πιο συνηθισμένα σχήματα αυτής της κατηγορίας είναι:

  1. Η αττική σύνταξη. 
  2. Tο βοιώτιο ή πινδαρικό σχήμα (σύνηθες στον Πίνδαρο), κατά το οποίο, ενώ το υποκείμενο είναι αρσενικό ή θηλυκό γ΄ προσώπου και πληθυντικού αριθμού, το ρήμα τίθεται στο αντίστοιχο πρόσωπο του ενικού αριθμού:

    Ἔστι γὰρ ἔμοιγε καὶ βωμοί. [Εἰσὶ γὰρ]
    Mελιγάρυες ὕμνοι ὑστέρων ἀρχὰ λόγων τέλλεται. [τέλλονται]

  3. Το σχήμα ανακολουθίας ή ανακόλουθο, κατά το οποίο δεν υπάρχει συντακτική ακολουθία (συμφωνία) των λέξεων –κυρίως μετοχών– με τις προηγούμενες είτε για λόγους συντομίας και συμπύκνωσης των ιδεών είτε για αποτελεσματικότερη αποτύπωση ψυχικών παθών:

    Καὶ οἰμωγὴ ἐκ τοῦ Πειραιῶς διὰ τῶν μακρῶν τειχῶν εἰς ἄστυ διῆκεν, ὁ ἕτερος τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλων. [ονομαστική απόλυτη μετοχή αντί γενικής απόλυτης: τοῦ ἑτέρου τῷ ἑτέρῳ παραγγέλλοντος]
    Ἐξῆν αὐτῷ μισθῶσαι τὸν οἶκον ἀπηλλαγμένος πολλῶν πραγμάτων. [αὐτῷ ἀπηλλαγμένῳ]
    N.E.: Εγώ δε με νοιάζει καθόλου. [Eγώ δε νοιάζομαι / εμένα δε με νοιάζει καθόλου.]

  4. Το σχήμα έλξης ή έλξη, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης έλκεται, επηρεάζεται συντακτικά από άλλον ισχυρότερο όρο της ίδιας ή άλλης πρότασης, με αποτέλεσμα να συμφωνεί συντακτικά με αυτόν και να μην εκφέρεται όπως οι κανόνες υπαγορεύουν. Συνηθέστερες περιπτώσεις έλξης είναι1:
    1. α) Έλξη του αναφορικού.
    2. β) Έλξη του συνδετικού ρήματος από τον αριθμό του κατηγορουμένου. Στην περίπτωση αυτή το συνδετικό ρήμα συμφωνεί στον αριθμό όχι με το υποκείμενό του, όπως θα έπρεπε, αλλά με το κατηγορούμενο του υποκειμένου:
      Τὸ χωρίον Ἐννέα ὁδοὶ ἐκαλοῦντο. [ἐκαλεῖτο]
    3. γ) Έλξη της έγκλισης δευτερεύουσας πρότασης από την έγκλιση της προηγούμενης, συνήθως κύριας, πρότασης:

      Ἆρ’ οὐκ ἂν ἐπὶ πᾶν ἔλθοι, ὡς πᾶσιν ἀνθρώποις φόβον παράσχοι[παράσχῃ] (Άραγε δε θα έκανε τα πάντα, προκειμένου να προκαλέσει φόβο σε όλους τους ανθρώπους;)
      N.E.: Ήθελα να ήμουν πιο επιμελής. [να είμαι]

  5. Το σχήμα καθ’ όλον και μέρος, κατά το οποίο ένας όρος της πρότασης που δηλώνει το όλον, αντί να τεθεί σε γενική διαιρετική, τίθεται στην πτώση στην οποία βρίσκεται ο όρος ή οι όροι που δηλώνουν το μέρος του όλου:

    Οἱ στρατηγοὶ βραχέα ἕκαστος ἀπελογήσατο. [τῶν στρατηγῶν]
    Οἰκίαι αἱ μὲν πολλαὶ ἐπεπτώκεσαν, ὀλίγαι δὲ περιῆσαν. [τῶν οἰκιῶν]
    N.E.: Έλα την Τρίτη το πρωί. [το πρωί της Τρίτης]

  6. Το σχήμα κατά το νοούμενο, κατά το οποίο όροι της πρότασης –σχετικοί μεταξύ τους– συμφωνούν όχι με βάση τον γραμματικό τύπο τους, αλλά με βάση το νόημα. Το σχήμα αυτό συνηθίζεται όταν υπάρχουν στην πρόταση περιληπτικά ονόματα, όπως ὄχλος, πλῆθος, στρατόπεδον κ.τ.ό., ή αντωνυμίες, όπως ἕκαστος, ἄλλος, οὐδείς, οπότε το ρήμα μπαίνει σε πληθυντικό αριθμό:

    Τὸ μὲν γὰρ πλῆθος κραυγῇ πολλῇ ἐπίασιν. [ἔπεισι]
    Ἀνεπαύοντο, ὅπου ἐτύγχανον ἕκαστος. [ἐτύγχανε]
    N.E.: O κόσμος φοβούνται.

  7. Το σχήμα πρόληψης ή πρόληψη, κατά το οποίο το υποκείμενο δευτερεύουσας πρότασης προλαμβάνεται, τίθεται δηλαδή στην πρόταση που προηγείται, ως αντικείμενο ή προσδιορισμός (κυρίως της αναφοράς):

    Ὁρᾷς δὲ τὴν φύσιν τὴν τῶν πολλῶν ὡς διάκειται πρὸς τὰς ἡδονάς. [Ὁρᾷς δὲ ὡς διάκειται ἡ φύσις ἡ τῶν πολλῶν πρὸς τὰς ἡδονάς.]
    Ὀρθῶς λέγεις περὶ σωφροσύνης ὃ ἔστιν. [Ὀρθῶς λέγεις ὃ ἔστιν ἡ σωφροσύνη.]
    N.E.: Για δες την πίτα αν ψήθηκε. [Για δες αν ψήθηκε η πίτα.]

  8. Το σχήμα σύμφυρσης ή σύμφυρση, κατά το οποίο αναμειγνύονται δύο διαφορετικές συντάξεις με τις οποίες είναι δυνατόν να αποδοθεί μια σκέψη ή ένα γεγονός:

    Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρασαν. [α) Ἀλκιβιάδης μετὰ Μαντιθέου ἀπέδρα. β) Ἀλκιβιάδης καὶ Μαντίθεος ἀπέδρασαν.]
    N.E.: Η Μίνα με τη Νίκη παίζουν.

  9. Σε αυτή την κατηγορία των σχημάτων λόγου ανήκει και η υπαλλαγή, κατά την οποία ένας επιθετικός προσδιορισμός που αναφέρεται σε γενική κτητική δεν τίθεται επίσης σε γενική, ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός, αλλά στην πτώση του όρου που προσδιορίζει η γενική κτητική:

    θάσιον οἴνου σταμνίον [θασίου οἴνου]
    N.E.: θερμοί δακρύων σταλαγμοί [θερμών δακρύων]

Σχήματα λόγου σχετικά με τη θέση των λέξεων στην πρόταση


Η σειρά των λέξεων στην A.E., όπως και στη Ν.Ε., διέπεται από μεγάλη ελευθερία. Συνηθίζεται, ωστόσο, να προηγείται το υποκείμενο με τους προσδιορισμούς του και να έπονται το ρήμα, το αντικείμενο ή/και το κατηγορούμενο, επίσης με τους προσδιορισμούς τους. Συνηθισμένες όμως είναι και οι περιπτώσεις στις οποίες ένας όρος της πρότασης αλλάζει θέση, μετατίθεται, και τίθεται πρώτος (πρόταξη) ή τελευταίος (επίταξη), επειδή σχετίζεται νοηματικά με τα προηγούμενα ή τα επόμενα, αντίστοιχα, αλλά και για λόγους έμφασης ή ευφωνίας:

Θουκυδίδης Ἀθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων.
Ταῦτα μὲν δὴ ὁ Κῦρος ἠκηκόει. [πρόταξη αντικειμένου]
Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι τὸ στράτευμα οὐκ ἐκίνησαν. [επίταξη ρήματος]


Πέραν αυτών, παρατηρούνται ιδιαίτερες αποκλίσεις στη διαδοχή των λέξεων, που συνιστούν τα ακόλουθα σχήματα λόγου:

  1. Το ασύνδετο και το πολυσύνδετο σχήμα.
  2. Ο κύκλος, κατά τον οποίο μια πρόταση ή μια περίοδος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη:
    Κεκράτηκε νῦν τῆς ἡμετέρας φιλίας Φίλιππος, τῆς πόλεως δ’ οὐ κεκράτηκε.
    N.E.: Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάρθες μοναχή.
  3. Το ομοιοτέλευτο ή ομοιοκατάληκτο, κατά το οποίο διαδοχικές προτάσεις τελειώνουν με ομοιοκατάληκτες λέξεις:
    Εἰ γὰρ ἐξ ἴσου τῇ συμφορᾷ καὶ τὴν διάνοιαν ἕξω καὶ τὸν ἄλλον βίον διάξω, τί τούτου διοίσω(σε τι θα
    διαφέρω)
    N.E.: Της αγάπης το βοτάνι κάθε τόπος δεν το κάνει.
  4. Η παρήχηση, κατά την οποία σε διαδοχικές λέξεις επαναλαμβάνεται ο ίδιος φθόγγος:
    Τὴν δὲ μητέρα τελευτήσασαν πέπαυμαι τρέφων τρίτον ἔτος τουτί. [παρήχηση του τ]
    Tυφλός τά τ’ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ’ ὄμματ’ εἶ.
    N.E.: Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά ρητή κατά το Κάστρο. [παρήχηση του ρ]
  5. Η παρονομασία ή ετυμολογικό σχήμα, κατά το οποίο ομόρριζες λέξεις τίθενται η μία κοντά στην άλλη:
    Δύναμαι συνεῖναι δυναμένοις ἀνθρώποις ἀναλίσκειν.
    N.E.: Πέταξα ένα φόρεμα πολυφορεμένο.
  6. Το πρωθύστερο, κατά το οποίο τίθεται στον λόγο πρώτο κάτι που λογικά και χρονικά έπεται:
    Λέγω τὴν Ἐρεχθέως τροφὴν καὶ γένεσιν. [γένεσιν καὶ τροφὴν]
    N.E.: Χτενίστηκε, ελούστηκε και στο σεργιάνι βγήκε. [ἐλούστηκε, χτενίστηκε]
  7. Το υπερβατό, κατά το οποίο δύο λέξεις που έχουν μεταξύ τους στενή συντακτική και λογική σχέση χωρίζονται λόγω της παρεμβολής άλλων λέξεων:
    Οἱ δ’ ἔφοροι διδασκόμενοι ὑπὸ τῶν μετὰ τὰς ἐν Θήβαις σφαγὰς ἐκπεπτωκότων, Κλεόμβροτον ἐκπέμπουσι.
    N.E.: άκρα του τάφου σιωπή
  8. Το χιαστό, κατά το οποίο δύο λέξεις ή φράσεις που αναφέρονται σε δύο προηγούμενες τίθενται στον λόγο με αντίστροφη σειρά, χιαστί:

    Περὶ πλείονος ποιοῦ δόξαν καλὴν ἢ πλοῦτον μέγαν τοῖς παισὶν καταλιπεῖν· ὁ μὲν γὰρ θνητός, ἡ δ’ ἀθάνατος. [περὶ πλείονος ποιοῦμαι: προτιμώ]

    δόξανcrossπλοῦτον
    ὁ μὲν θνητὸςἡ δ' ἀθάνατος
    N.E.: Μες τις παινεμένες χώρες, Χώρα παινεμένη.

Σχήματα λόγου σχετικά με τη σημασία των λέξεων


Πολλές λέξεις της A.E., όπως και της Ν.Ε., έχουν εκτός από την κύρια σημασία τους και άλλες, με αποτέλεσμα να προκύπτουν λεκτικά σχήματα (λεκτικοί τρόποι), όπως:

  1. Η αλληγορία, δηλαδή η έκφραση με την οποία άλλα λέει κανείς και άλλα εννοεί στο πλαίσιο μιας τολμηρής μεταφοράς:
    Ζυγὸν μὴ ὑπερβαίνειν. [Μην παραβιάζεις το δίκαιο.]
    N.E.: Έφαγαν τα μουστάκια τους. [τσακώθηκαν]
  2. Η αντίφραση, κατά την οποία μια λέξη ή φράση αντικαθίσταται από άλλη συναφούς ή αντίθετης σημασίας. Είδη της αντίφρασης είναι:
    1. α) Η ειρωνεία, κατά την οποία ο ομιλητής χρησιμοποιεί λέξεις ή φράσεις με διαφορετικό ή αντίθετο νόημα από αυτό που έχει κατά νου, με σκοπό να αποδοκιμάσει, να εμπαίξει ή απλώς να αστειευτεί:

      Ὥστε μοι δοκεῖ ὁ κατήγορος εἰπεῖν περὶ τῆς ἐμῆς ὕβρεως ἐμὲ κωμῳδεῖν βουλόμενος, ὥσπερ τι καλὸν ποιῶν. (σαν να ’κανε κανένα κατόρθωμα)
      N.E.: Ωραίο αστείο! [κακόγουστο]

    2. β) Η λιτότητα, κατά την οποία μια έννοια αποδίδεται με άρνηση και την αντίθετη σημασιολογικά λέξη:
      Ἀπέθανον τῶν Θεσσαλῶν οὐ πολλοί. [ὀλίγοι]
      N.E.: Η ζημιά ήταν όχι μεγάλη. [μικρή]
    3. γ) Ο ευφημισμός, κατά τον οποίο γίνεται χρήση λέξεων ή φράσεων με θετική σημασία, αντί αυτών που έχουν αρνητική, για λόγους που σχετίζονται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες:

      τὸ εὐώνυμον κέρας (η αριστερή παράταξη) [εὖ + ὄνομα, αντί: ἀριστερόν, καθώς οι αρχαίοι απέφευγαν τη χρήση αυτής της λέξης, επειδή πίστευαν ότι οι κακοί οιωνοί έρχονται από αριστερά]
      N.E.: Ειρηνικός Ωκεανός

  3. Η αντονομασία, κατά την οποία στη θέση ενός ονόματος, κύριου ή προσηγορικού, τίθεται λέξη όπως:
    • Το πατρωνυμικό αντί του κύριου ονόματος:
      ὁ Πηλείδης [ὁ Ἀχιλλεὺς]
    • Το παράγωγο αντί του εθνικού ονόματος:
      τὸ Ἑλληνικὸν [οἱ Ἕλληνες]
    • Η περίφραση που δηλώνει την καταγωγή ή μια ιδιότητα ενός προσώπου αντί του κύριου ή του εθνικού ονόματος:
      ὦ παῖ Μενοικέως [ὦ Κρέον]
      N.E.: ο εθνικός ποιητής [ο Σολωμός]
  4. Η μεταφορά, κατά την οποία η κύρια σημασία μιας λέξης ευρύνεται και μεταφέρεται αναλογικά και σε άλλες λέξεις με τις οποίες έχει κάποια ομοιότητα:
    Χαλκοῖς καὶ ἀδαμαντίνοις τείχεσιν τὴν χώραν ἐτείχισε. [ἰσχυροῖς τείχεσιν]
    N.E.: κάλπικη αγάπη [ψεύτικη]
  5. Η μετωνυμία, κατά την οποία χρησιμοποιείται:
    • Το όνομα του δημιουργού αντί για τη λέξη που δηλώνει το δημιούργημά του:
      Ὅμηρον δεῖ τοὺς παῖδας ἐκστηθίζειν. [τὰ Ὁμήρου ἔπη]
      N.E.: Ακούει Μπαχ.
    • Το περιέχον αντί του περιεχομένου, και αντίστροφα:
      Οὔτε γὰρ παρὰ θεάτρου δεῖ τόν γε ἀληθῆ κριτὴν κρίνειν μανθάνοντα. [παρὰ τῶν θεατῶν]
      N.E.: Η αίθουσα είχε βουβαθεί.
    • Το αφηρημένο αντί του συγκεκριμένου, και αντίστροφα:
      Νεότης πολλὴ ἦν ἐν τῇ Πελοποννήσῳ. [νέοι ἄνδρες]
      N.E.: Είσαι λεβεντιά[λεβέντης]
  6. Η παρομοίωση, κατά την οποία, για να τονιστεί μια ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος, αυτό παραβάλλεται με άλλο που έχει αυτή την ιδιότητα σε μεγαλύτερο βαθμό:

    Ἠναγκάσθησαν οἱ ἱππεῖς ὥσπερ νυκτερίδες πρὸς τοῖς τείχεσιν προσαραρέναι. (να κολλήσουν) [προσαραρέναι: απρμφ. παρακειμένου του ρ. προσαραρίσκω]
    N.E.: Έχει καρδιά σαν πέτρα.

  7. Η συνεκδοχή, κατά την οποία χρησιμοποιείται:
    • Το ένα αντί για τα πολλά ομοειδή:
      Ὁ Συρακόσιος πολέμιος τῷ Ἀθηναίῳ ἐστί. [οἱ Συρακόσιοι – τοῖς Ἀθηναίοις]
      N.E.: O Έλληνας είναι γλεντζές. [οι Έλληνες]
    • Το μέρος αντί για το σύνολο, και αντίστροφα:
      Μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις. [οἰκίας]
      N.E.: κάθε κλαδί και κλέφτης [δέντρο]
    • Η ύλη αντί για το αντικείμενο που κατασκευάζεται από αυτήν:
      Ἀθηναῖοι τὸν σίδηρον κατέθεντο. [τὰ ὅπλα]
      N.E.: Έβαλε πολύ χρυσάφι πάνω της. [χρυσαφικά]
    • Αυτό που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται:
      Πλῆσον κρατῆρα μελίσσης[μέλιτος] (Γέμισε τον κρατήρα με μέλι)
  8. Το σχήμα κατ’ εξοχήν, κατά το οποίο η σημασία μιας λέξης περιορίζεται, ώστε αντί πολλών ομοειδών να δηλώνει τελικά ένα μόνο (το κατ’ εξοχήν) από αυτά:
    Καλλίξενος κατελθὼν ὅτε καὶ οἱ ἐκ Πειραιῶς εἰς τὸ ἄστυ, λιμῷ ἀπέθανεν. [εἰς τὸ ἄστυ → εἰς τὰς Ἀθήνας]
    ὁ ποιητὴς [ὁ Ὅμηρος] – ἡ ποιήτρια [ἡ Σαπφὼ]
    N.E.: η άλωση της Πόλης [Κωνσταντινούπολης]
  9. Η υπερβολή, κατά την οποία αυτό που λέγεται ξεπερνά το γνωστό και το αποδεκτό:
    Ἐπιλίποι δ’ ἂν ἡμᾶς ὁ πᾶς χρόνος, εἰ πάσας τὰς ἐκείνου πράξεις καταριθμησαίμεθα.
    N.E.: Τρώει ένα αρνί στην καθισιά του.

Σχήματα λόγου σχετικά με την πληρότητα του λόγου


Κατά τη χρήση του λόγου παραλείπονται συχνά λέξεις, επειδή εύκολα εννοούνται από τα συμφραζόμενα ή από την κοινή πείρα των συνομιλητών. Με την έλλειψη όρων σχετίζεται το σχήμα της βραχυλογίας, είδη της οποίας είναι:

  1. α) Το ζεύγμα, κατά το οποίο δύο ομοειδείς προσδιορισμοί αποδίδονται στο ίδιο ρήμα, παρ’ ότι λογικά ο ένας από τους δύο ταιριάζει σε άλλο ρήμα, το οποίο εννοείται:
    Ἔδουσί τε πίονα μῆλα οἶνόν τ’ ἔξαιτον. [πίνουσι] (Τρώνε παχιά αρνιά και [πίνουν] εκλεκτό κρασί.)
    N.E.: Ακούει βροντές και αστραπές[βλέπει]
  2. β) Το σχήμα από κοινού, κατά το οποίο λέξη ή φράση που παραλείπεται εννοείται αυτούσια από τα προηγούμενα:
    Διαγιγνώσκουσιν ἅ τε δύνανται καὶ ἃ μή. [δύνανται]
    N.E.: Σε ξέρω, αλλά δε θυμάμαι από πού. [σε ξέρω]
  3. γ) Το σχήμα εξ αναλόγου, κατά το οποίο παραλείπεται λέξη, φράση ή ολόκληρη πρόταση που εννοείται αναλογικά προς τα προηγούμενα ή τα επόμενα, τροποποιημένη όμως σύμφωνα με τις ανάγκες του λόγου:
    — Τὸ σῶμα λέγεις; — Ναὶ. [τὸ σῶμα λέγω]
    N.E.: Δεν έπραξα όπως έπρεπε. [να πράξω].
  4. δ) Το σχήμα εξ αντιθέτου, κατά το οποίο εννοείται από τα προηγούμενα κάτι αντίθετο ή διαφορετικό:
    Καί μου μηδεὶς θαυμάσῃ τὴν ὑπερβολήν, ἀλλὰ [πᾶς τιςμετ’ εὐνοίας ὃ λέγω θεωρησάτω.


Με την πληρότητα του λόγου σχετίζεται και το σχήμα του πλεονασμού, κατά το οποίο ένα νόημα ή μια έννοια αποδίδεται με περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται. Πλεονασμό αποτελούν2:

  1. α) Η περίφραση, δηλαδή η απόδοση μιας έννοιας με περισσότερες από μία λέξεις:
    Ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβαίνω. [ἱππεύω]
    N.E.: ο Γέρος του Μοριά [ο Κολοκοτρώνης]
  2. β) Το σχήμα εκ παραλλήλου, κατά το οποίο ένα νόημα εκφράζεται συγχρόνως και θετικά και αρνητικά:
    Φησὶ γὰρ καὶ τῷ σώματι δύνασθαι καὶ οὐκ εἶναι τῶν ἀδυνάτων.
    N.E.: Σώπα και μη μιλάς.
  3. γ) Το σχήμα «ἕν διὰ δυοῖν», κατά το οποίο μια έννοια εκφράζεται με δύο λέξεις που συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά με τους συνδέσμους καὶ ή τὲ - καί, ενώ έπρεπε η μία να προσδιορίζει την άλλη:
    Ἔτι δὲ καὶ συλλέγεσθαί φησιν ἀνθρώπους ὡς ἐμὲ πονηροὺς καὶ πολλούς. [πολλούς πονηρούς ανθρώπους]
    N.E.: Πέρασε ράχες και βουνά[ράχες βουνών]

  1. Eκτός από όσα αναφέρονται στο κυρίως μέρος, παρατηρούνται επίσης:
    1. α) Έλξη του κατηγορουμένου είτε από το αντικείμενο του ρήματος σε γενική ή δοτική είτε από τη δοτική προσωπική (σε περίπτωση απρόσωπης σύνταξης):
      Οἱ πρέσβεις Κύρου ἐδέοντο ὡς προθυμοτάτου πρὸς πόλεμον γενέσθαι. [ὡς προθυμότατον γενέσθαι]
      Οὐδὲν ἐμποδὼν αὐτοῖς ἐστι κυρίοις τῶν ἀγαθῶν εἶναι. [κυρίους εἶναι]
    2. β) Έλξη του υποκειμένου ή του αντικειμένου, όταν αυτό είναι αντωνυμία, από το γένος του κατηγορουμένου, στην περίπτωση που αυτό είναι ουσιαστικό:
      Ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον. [τοῦτο] (Aυτό βρήκα ως ανακούφιση για τον εαυτό μου.)
  2. Οι μορφές πλεονασμού είναι πολλές. Μεταξύ αυτών και:
    1. α) Η αναστροφή, κατά την οποία μια πρόταση αρχίζει με την ίδια λέξη με την οποία τελειώνει η προηγούμενή της:
      Παρ' Ἐρυθραίων χρήματα λαμβάνουσιν. Λαμβάνουσι δ' οἱ μὲν ἔχοντες μίαν ἢ δύο ναῦς ἐλάττονα.
    2. β) Η επαναφορά, η επανάληψη δηλαδή της ίδιας λέξης στην αρχή διαδοχικών προτάσεων για έμφαση:
      Οὗτός ἐστιν ὁ σώφρων καὶ οὗτος ὁ ἀνδρεῖος.
    3. γ) Η επιφορά, κατά την οποία διαδοχικές προτάσεις ή περίοδοι τελειώνουν με την ίδια λέξη ή φράση:
      Ὅστις ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τὴν ψῆφον αἰτεῖ, ὅρκον αἰτεῖ, νόμον αἰτεῖ, δημοκρατίαν αἰτεῖ.
    4. δ) Η συμπλοκή, συνδυασμός επαναφοράς και επιφοράς:
      Ἐπὶ σαυτὸν καλεῖς, ἐπὶ τοὺς νόμους καλεῖςἐπὶ τὴν δημοκρατίαν καλεῖς.

ΠΗΓΗ:











Η Παρατακτική Σύνδεση

 H ΠAPATAKTIKH ΣYNΔEΣH

ΣΥΝΔΕΣΗ – ΣΥΝΔΕΣΜOΙΣΗΜΑΣΙΑΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ
M E   Σ Y M Π Λ E K T I K O Y Σ   Σ Y N Δ E Σ M O Y Σ
ΣYMΠΛOKH  
1. ΚΑΤΑΦΑΤΙΚΗ  
α) Απλή:  
καί, τὲκαιΨεύδεται καὶ οὐκ ἀληθῆ λέγει.
β) Εμφατική:  
 καὶ - καί, τὲ - καί, τὲ - τὲ και - και Ὑπὲρ ὑμῶν καὶ θυσίας θύσει καὶ εὐχὰς εὔξεται.
 ἅμα (τε) - καί, εὐθύς (τε) - καί, ἤδη (τε) - καί, οὔπω (τε) - καί, σχεδόν (τε) - καὶ ταυτόχρονα - και, αμέσως μόλις - και, ήδη - και, ακόμη δεν - και, σχεδόν - και· δηλώνει το σύγχρονο δύο πράξεων. Hδη τε ἦν μέσον ἡμέρας καὶ οὔπω καταφανεῖς ἦσαν οἱ πολέμιοι.
γ) Επιδοτική:  
οὐ μόνον / μὴ μόνον / οὐχ ὅτι / μὴ ὅτι - ἀλλὰ καὶόχι μόνο - αλλά καιOὐ μόνον κατέφαγεν, ἀλλὰ καὶ κατέπιεν.
2. ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ-APNHTIKH  
α) Απλή:  
 καὶ οὐ, καὶ μὴ και δεν, και μη Διέμεινα δ' ἐγὼ καὶ οὐ προύδωκ' ἐμαυτόν.
 οὔτε - τέ, μήτε - τὲ ούτε - και· υπάρχει άρνηση στη μία από τις δύο προτάσεις. Οὔτε ἐπεμείγνυντο παρ' ἀλλήλους καταστάντες τε ξυνεχῶς ἐπολέμουν.
 οὔτε - οὔτε, μήτε - μήτε, οὔτε - μήτε, μήτε - οὔτε, οὐδὲ - οὐδέ, μηδὲ - μηδὲ ούτε - ούτε· υπάρχει άρνηση και στις δύο προτάσεις. Οὔτε ἤρξατο λέγειν τὰ βέλτιστα οὔτε νῦν διατελεῖ πράττων τὰ συμφέροντα τῷ δήμῳ.
β) Επιδοτική:  
 οὐχ ὅπως - ἀλλὰ (καὶ) όχι μόνο δεν - αλλά και· υπάρχει άρνηση στη μία από τις δύο προτάσεις. Ἡ γῆ οὐχ ὅπως τινὰ καρπὸν ἤνεγκεν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὕδωρ ἐκ τῶν φρεάτων ἐπέλιπεν.
 οὐχ ὅπως / μὴ ὅπως / οὐχ ὅτι / μὴ ὅτι - ἀλλ' οὐδὲ / ἀλλὰ μηδὲ όχι μόνο δεν - αλλά ούτε· υπάρχει άρνηση και στις δύο προτάσεις. Οὐχ ὅπως τῆς κοινῆς ἐλευθερίας μετέχομεν, ἀλλ' οὐδὲ δουλείας μετρίας τυχεῖν ἠξιώθημεν.
M E   Δ I A Z E Y K T I K O Y Σ   Σ Y N Δ E Σ M O Y Σ
ΔIAZEYΞH  
α) Απλή:  
ήΧρῶ τοῖς εἰρημένοις  ζήτει βελτίω τούτων.
β) Εμφατική:  
 ἢ - ἤ, ἤτοι - ἢ ή - ήΤοσοῦτον  ὑμῶν καταπεφρόνηκεν  ἑτέροις πεπίστευκεν.
 ἢ - ἢ καὶ ή - ή και
γ) Αδιάφορη:  
 ἢ - ἢ - ἤ, εἴτε - ἢ ή - ή - ή, είτε - ή 
 εἴτε - εἴτε (καί), ἐάντε - ἐάντε, ἄντε - ἄντε, ἤντε - ἤντε είτε - είτεΠερὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος τούτου ἐδέησε δοῦναι ψῆφον, εἴτ' ἔνοχός ἐστιν εἴτε μή.
M E   A N T I Θ E T I K O Y Σ    Σ Y N Δ E Σ M O Y Σ
μὲν - δὲμεν - δε· συνδέουν προτάσεις με αντίθετο ή διαφορετικό περιεχόμενο.Τοὺς μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ φυγάδας ἐποίησε.
μὲνβέβαια, τουλάχιστον· σχήμα ανανταπόδοτοΤότε μὲν οἱ Ἀχαιοὶ τὴν πόλιν διεφύλαξαν.
δὲ όμως, αλλά· αντιθετικός Ὀρθῶς ἔλεξας, οὐ φίλως δέ μοι λέγεις.
 και· μεταβατικός Περὶ δὲ τῆς ἐμῆς ἱππικῆς οὐ πολὺς ὁ λόγος.
ἀλλὰ αλλά· δηλώνει έντονη αντίθεση. Οὐκ ᾐμφεσβήτει, ἀλλ' ὡμολόγει ἀδικεῖν.
 τουλάχιστον· ύστερα από υποθετική ή αιτιολογική πρόταση Ἐπεὶ ὑμεῖς οὐ τολμᾶτε λέγειν, ἀλλ' ἐγὼ ἐρῶ.
 απεναντίας· ύστερα από αποφατική ή ερωτηματική πρόταση — Οὐκ οἶδα ὅ,τι λέγεις. — Ἀλλ' ἐγὼ πειράσομαι σαφέστερον φράσαι.
 παρά μόνο· δηλώνει εξαίρεση, ύστερα από τα ἄλλος ή ἕτερος + αποφατική πρόταση. Ἐν τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία, ἀλλὰ Θρᾷκες Βιθυνοί.
ἀλλ' ἢπαρά μόνο· δηλώνει εξαίρεση, ύστερα από αποφατική πρόταση.Οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ, ἀλλ' ἢ ὁπόθεν ἐξ ἐλαττόνων χρημάτων πλείω ἔσται.
ὅμωςόμως· τίθεται με άλλους αντιθετικούς συνδέσμους και με εναντιωματική πρόταση ή εναντιωματική μετοχή.Oἱ βάρβαροι ἔφευγον. Ὅμως δὲ καὶ ἀπέθανόν τινες. Καίπερ ἀπαντῶν ταῖς ναυσὶν ὅμως ἀπέφυγεν.
μέντοι όμως· αντιθετικός Τὰς μέντοι ἀφορμὰς οὐχ ὁμοίας ἔχουσιν.
 βέβαια, αλήθεια· βεβαιωτικός Οὗτος μέντοι ὁ ἔπαινός ἐστιν καλός.
καίτοι και όμως· αντιθετικός Καίτοι εἰ τοῦτο πείσει τινὰς ὑμῶν, ὦ βουλή, τί με κωλύει κληροῦσθαι τῶν ἐννέα ἀρχόντων;
 και βέβαια, αλήθεια· βεβαιωτικός Καίτοι τίς οὐκ ἂν μισήσειεν τὴν τούτων πλεονεξίαν;
μήν, ἀλλὰ μήν, καὶ μήν, οὐ μὴν ἀλλά, ἀτὰρόμως, αλλά όμως, και όμως, αλλά όμως, όμωςἈλλὰ μὴν κἀκεῖνο πᾶσι φανερόν ἐστι.
Ἀτὰρ πρὸς τί με ταῦτ' ἐρωτᾷς;
M E   A I T I O Λ O Γ I K O Y Σ   Σ Y N Δ E Σ M O Y Σ
γὰργιατίΟἱ δὲ ἡδέως ἐπείθοντο· ἐπίστευον γὰρ αὐτῷ.
ὡς, ἐπεὶ (σπανιότερα, βλ. § 179.1, παρατήρηση α΄)  
M E   Σ Y M Π E P A Σ M A T I K O Y Σ   Σ Y N Δ E Σ M O Y Σ
ἄραλοιπόν, άρα· δηλώνει λογικό συμπέρασμα.Τὸ χρήσιμον ἄρα καλόν ἐστι.
δή, οὖν, γοῦνλοιπόν· δηλώνουν πραγματικό συμπέρασμα.Τὸ στράτευμα ὁ σῖτος ἀπέλιπε· κρέα οὖν ἐσθίοντες διεγίγνοντο.
τοιγάρτοι, τοιγαροῦνγι' αυτό ακριβώς λοιπόν· δηλώνουν συμπέρασμα με βεβαιότητα.Τοιγάρτοι ἀμφισβητήσιμον ὑμῖν τὴν χώραν κατεσκεύακε.
Τρίγωνον τριγώνου διαφορᾷ διαφέρει· τοιγαροῦν ἕτερα τρίγωνα.
οὔκουνλοιπόν δεν· δηλώνει αρνητικό συμπέρασμα.Οὔκουν τὸ κακὸν βούλεται ἀλλὰ τἀγαθόν.
οὐκοῦνλοιπόν· δηλώνει καταφατικό συμπέρασμα.Οὐκοῦν ἀφροσύνην πάντες φεύγουσιν.
τοίνυνλοιπόν· δηλώνει ανίσχυρο συμπέρασμα.Τὸ μὲν τοίνυν μειράκιον οὐδὲν ἥμαρτεν.
ὥστε (στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου)επομένως, γι' αυτό· δηλώνει ισχυρό συμπέρασμα.Ἐνίοτε πληγὰς ἐνέτεινον ἀλλήλοις· ὥστε καὶ τοῦτο ἔχθραν παρεῖχε.

Παρατακτική σύνδεση των προτάσεων

Η παρατακτική σύνδεση των προτάσεων γίνεται με συνδέσμους:

σύνδεσμοι

Ἡμεῖς οὔτε χρήματ' εἰσφέρειν βουλόμεθα, οὔτε τῶν κοινῶν ἀπέχεσθαι δυνάμεθα. [συμπλεκτικοί]
Διαφθείρουσι τοὺς νεωτέρους  βελτίους ποιοῦσιν; [διαζευκτικός]
Ἐγὼ μὲν εἰς ταύτην κατέφυγον, οὗτος δὲ οὐκ ἐπίστευσεν αὐτῇ. [αντιθετικοί]
Ἀνήγοντο δὲ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐκ τῆς Χίου πελάγιοι· ἡ γὰρ Ἀσία πολεμία αὐτοῖς ἦν. [αιτιολογικός]
Τὸν αὐτὸν τοίνυν τρόπον, ὦ Ἀθηναῖοι, καὶ ὑμεῖς τὴν κρίσιν ταύτην ποιήσασθε. [συμπερασματικός]

Παρατηρήσεις
  1. α) Παρατακτικά συνδέονται μεταξύ τους όχι μόνο προτάσεις, αλλά και όροι της πρότασης:
    Ὁ δ' ἀκουσίως καὶ βιαίως ἀπέθανε.
    Οἵ τε σφόδρα νέοι καὶ οἱ γέροντες ἀμνήμονές εἰσι.
    N.E.: Αγόρασε ψωμί και γάλα.
  2. β) Όταν τρεις ή περισσότερες προτάσεις ή όροι της πρότασης συνδέονται με συμπλεκτικούς ή διαζευκτικούς συνδέσμους, προκύπτει σχήμα λόγου, που ονομάζεται πολυσύνδετο:
    Εἴχομεν ἡμεῖς Πύδναν καὶ Ποτείδαιαν καὶ Μεθώνην καὶ πάντα τὸν τόπον τοῦτον.
    N.E.: Oύτε είδα ούτε άκουσα τίποτα ούτε θέλω να μάθω.

Α. ΣYNΔEΣH ME ΣYMΠΛEKTIKOYΣ ΣYNΔEΣMOYΣ


Συμπλεκτικοί παρατακτικοί σύνδεσμοι είναι οι: καί, τέ, οὔτε, μήτε, οὐδέ, μηδέ. Η σύνδεση με αυτούς τους συνδέσμους ονομάζεται συμπλοκή και μπορεί να είναι: α) καταφατική και β) αποφατική-αρνητική.

1. Η καταφατική συμπλοκή

Η καταφατική συμπλοκή γίνεται:

  1. α) Με τους συμπλεκτικούς συνδέσμους καὶ, τὲ (και), όταν δηλώνεται απλή κατάφαση (απλή καταφατική συμπλοκή):
    Τὴν παρασκευὴν τῶν ἐχθρῶν ὁρᾶτε καὶ οὐδὲν δεῖ περὶ τούτων λέγειν.
    Ἀλέξανδρος ἦγεν ἐπὶ τὸν ποταμὸν καὶ καταλαμβάνει γέφυραν.
    Ὑπ' ἐμοῦ νυνὶ εἰκότως μισεῖται, ὑπό τε ὑμῶν δικαίως τιμωρηθήσεται.
    N.E.: Πήρε την τσάντα και έφυγε.
  2. β) Με τα ζεύγη των συμπλεκτικών συνδέσμων καὶ - καί, τὲ καί, τὲ - τὲ (και - και), όταν η κατάφαση δηλώνεται με έμφαση (εμφατική καταφατική συμπλοκή):
    Καὶ πᾶσιν ἔδωκε πίστεις Ἀλέξανδρος καὶ ἔλαβε.
    Ὦ Σώκρατες, αὐτός τε ἀπορεῖς καὶ τοὺς ἄλλους ποιεῖς ἀπορεῖν.
    Ἐπὶ τούτῳ οἵ τε ἄλλοι ἐγέλασαν ὅ τ' Ἀγλαϊτάδας ἐπεμειδίασε.
    N.E.: Και έδωσε και πήρε αγάπη.
  3. γ) Με τα ζεύγη ἅμα (τε) - καὶ (ταυτόχρονα - και), εὐθύς (τε) - καὶ (αμέσως μόλις - και), ἤδη (τε) - καὶ (ήδη - και), οὔπω (τε) - καὶ (ακόμη δεν - και), σχεδόν (τε) - καὶ (σχεδόν - και), όταν δηλώνονται δύο σύγχρονες πράξεις:
    Οἱ πανουργοῦντες ἅμα τε πανουργοῦσι καὶ πρόφασιν εὑρίσκουσι τοῦ ἀδικήματος.
    Εὐθύς τε ἐκ τῆς ἕδρας ἀνεπήδησε καὶ τὸ δόρυ ἔλαβε.
    Ἤδη τε διὰ τοῦ ὀρόφου ἐφαίνετο πῦρ καὶ Σιλανὸς σημαίνει τῇ σάλπιγγι.
    N.E.: Ακόμη δεν είχα ηρεμήσει και με σύγχυσε πάλι.
  4. δ) Με τα ζεύγη οὐ μόνον / μὴ μόνον / οὐχ ὅτι μὴ ὅτι ἀλλὰ καὶ (όχι μόνο - αλλά και), όταν η δεύτερη από τις προτάσεις που συμπλέκονται δηλώνει κάτι σπουδαιότερο από την πρώτη (επιδοτική καταφατική συμπλοκή). Στην περίπτωση αυτή ο σύνδεσμος ἀλλὰ δε λειτουργεί ως αντιθετικός, καθώς δεν υπάρχει αντίθεση μεταξύ των συνδεομένων:
    Οὐ μόνον ἔλεγε ταῦτα, ἀλλὰ καὶ μαρτυρίας παρείχετο περὶ τούτων.
    Μὴ μόνον ἐπαινεῖτε τοὺς ἀγαθούς, ἀλλὰ καὶ μιμεῖσθε.
    N.E.: Όχι μόνο αρίστευσε, αλλά και πρώτευσε.

Oι σημασίες του καὶ

Ο καὶ δε λειτουργεί μόνο ως συμπλεκτικός σύνδεσμος, αλλά και ως1:

  1. α) Προσθετικός· έχει τη σημασία του «και επίσης», «και επιπλέον», η οποία ήταν και η αρχική σημασία του ως επιρρήματος:
    Ἀκούω καὶ ἄλλα ἔθνη τοιαῦτα εἶναι.
    Οἱ δὲ καὶ τάδε ἀνέγραψαν.
    N.E.: Aγόρασε και ένα φόρεμα.
  2. β) Επιδοτικός· έχει τη σημασία του «ακόμη και»:
    Δῶρα καὶ θεοὺς ἔπεισαν.
    N.E.: Φοβάται και τον ίσκιο του.
  3. γ) Εναντιωματικός· συντάσσεται με εναντιωματική μετοχή και μεταφράζεται «αν και»:
    Καὶ μεταπεμπομένου αὐτοῦ οὐκ ἐθέλω ἐλθεῖν. (αν και έστειλε και με κάλεσε)
    N.E.: Και τραυματισμένος αγωνίζεται.
  4. δ) Απορηματικός· έχει τη σημασία του «άραγε», «ακριβώς», «τέλος πάντων» και μπαίνει ύστερα από ερωτηματική αντωνυμία ή ερωτηματικό επίρρημα:
    Τί καὶ βούλεσθε, ὦ νεώτεροι;
  5. ε) Μεταβατικός· μπαίνει στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου για να μεταβεί ο λόγος από τα προηγούμενα στα επόμενα:
    Μετὰ δὲ ταῦτα ἦλθεν ἐξ Ἀθηνῶν Θυμοχάρης ἔχων ναῦς ὀλίγας· καὶ εὐθὺς ἐναυμάχησαν αὖθις Λακεδαιμόνιοι
    καὶ Ἀθηναῖοι.
    N.E.: Και στο τέλος, όλα μέλι-γάλα.

2. Η αποφατική συμπλοκή

Η αποφατική συμπλοκή γίνεται:

  1. α) Με τους συμπλεκτικούς συνδέσμους οὔτε - οὔτε, μήτε - μήτε, οὔτε - μήτε, μήτε - οὔτε, οὐδὲ - οὐδέ, μηδὲ - μηδὲ (ούτε - ούτε), όταν και οι δύο προτάσεις είναι αποφατικές:
    Ἡμεῖς οἱ Ἀρεοπαγῖται οὔτε κατηγοροῦμεν οὔτε ἀπολογούμεθα.
    Ἐγὼ δὲ θρασὺς οὔτ' εἰμὶ μήτε γενοίμην.
    N.E.: Oύτε σε είδα ούτε σε ξέρω.
  2. β) Με τους συνδέσμους καὶ οὐ (και δεν), καὶ μή, όταν η πρώτη πρόταση είναι καταφατική και η δεύτερη αποφατική:
    Ἐρῶ καὶ οὐ σιωπήσομαι.
    Ἀγώνισαι περὶ αὐτῆς καὶ μὴ φεῦγε.
    N.E.: •Το εννοώ και δεν αστειεύομαι Άκου και μη μιλάς.
  3. γ) Με τους συνδέσμους οὔτε - τέ, μήτε - τὲ (ούτε - και), όταν η πρώτη πρόταση είναι αποφατική και η δεύτερη καταφατική:
    Παρεμυθοῦντο τὰς πόλεις ὡς οὔτε ἀκροπόλεις ἐντειχίσοιεν ἐάσοιέν τε αὐτονόμους.
    Τούτου ἕνεκα μήτε πολεμεῖτε Λακεδαιμονίοις σῴζεσθέ τε ἀσφαλῶς ὅποι θέλει ἕκαστος.
    N.E.: Oύτε ξοδεύτηκα και πέρασα ωραία.
  4. δ) Με τα οὐχ ὅπως / μὴ ὅπως / μὴ ὅτι οὐχ ὅτι - ἀλλ' οὐδὲ ἀλλὰ μηδὲ (όχι μόνο δεν - αλλά και δεν / αλλά ούτε), όταν και οι δύο προτάσεις είναι αποφατικές (επιδοτική αποφατική συμπλοκή):
    Ἡμῖν δ' οὐχ ὅπως περὶ τοῦ τόκου ὁ λόγος ἐστίν, ἀλλ' οὐδὲ τἀρχαῖα ἀπολαβεῖν δυνάμεθα.
    Μὴ ὅπως ὀρχεῖσθαι ἐν ῥυθμῷ, ἀλλ' οὐδ' ὀρθοῦσθαι ἐδύνασθε.
    N.E.: Όχι μόνο δε φάνηκε, αλλ' ούτε τηλεφώνησε.
  5. ε) Με τα οὐχ ὅπως - ἀλλὰ (καὶ) (όχι μόνο δεν - αλλά και), όταν η πρώτη πρόταση είναι αποφατική και η δεύτερη καταφατική (επιδοτική αποφατική συμπλοκή):
    Οὐχ ὅπως ἀγανακτοῦμεν, ἀλλὰ καὶ χαίρομεν, ὅταν ἀκούσωμεν αὐτοὺς τοιοῦτόν τι διαπεπραγμένους.
    Οὐχ ὅπως ὑμῖν τῶν αὑτοῦ τι ἐπέδωκεν, ἀλλὰ τῶν ὑμετέρων πολλὰ ὑφῄρηται.
    N.E.: Όχι μόνο δεν πειθαρχεί, αλλά και αυθαδιάζει.

  1. Εκτός από τις σημασίες που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, ο σύνδεσμος καὶ λειτουργεί και ως:
    1. α) Ομοιωματικός· απαντά ύστερα από λέξη που δηλώνει ταυτότητα, ομοιότητα ή ισότητα και η λέξη που έπεται του καὶ τίθεται αντί δοτικής αντικειμενικής. Μεταφράζεται με το «όπως ακριβώς»:
      Ναί, ἀλλ', ὦ Σώκρατες, οὐχ ὁμοίως πεποιήκασι καὶ Ὅμηρος. [οὐχ ὁμοίως Ὁμήρῳ]
    2. β) Παραβολικός· απαντά σε παραβολικές προτάσεις με τη σημασία του «ακριβώς και»:
      Ὁποῖοί τινες ἂν οἱ προστάται ὦσι, τοιοῦτοι καὶ οἱ ὑπ' αὐτοὺς γίγνονται.

B. ΣYNΔEΣH ME ΔIAZEYKTIKOYΣ ΣYNΔEΣMOYΣ


Διαζευκτικοί ή διαχωριστικοί παρατακτικοί σύνδεσμοι είναι οι: ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε· χρησιμοποιούνται στην παρατακτική σύνδεση ως εξής:

  1. α) Όταν η διάζευξη είναι απλή, χρησιμοποιείται μόνο ο σύνδεσμος 2:
    Ἐπισκοπῶμεν τοῦτο, ὦ Εὐθύφρων,  ἐῶμεν.
    N.E.: Συμφωνείς ή διαφωνείς;
  2. β) Όταν η διάζευξη είναι εμφατική, χρησιμοποιούνται τα ζεύγη των διαχωριστικών συνδέσμων ἢ - ἤ, ἤτοι - ἤ. Όταν μάλιστα η έμφαση δίνεται στο πρώτο μέρος της διάζευξης, χρησιμοποιείται το ζεύγος των συνδέσμων ἢ - ἢ καὶ (ή - ή και / ή έστω):
    ῍H πείθεσθε Ἀνύτῳ  μή.
    Ἤτοι διαλεγέσθω  εἰπέτω ὅτι οὐκ ἐθέλει διαλέγεσθαι.
    Σὺ δὲ τί σιγᾷς, ὦ Σώκρατες, καὶ οὐχὶ  συνεπαινεῖς τι τῶν εἰρημένων ἢ καὶ ἐλέγχεις, εἴ τί σοι μὴ καλῶς δοκεῖ εἰρηκέναι;
    N.E.: Όλη μέρα ή παίζει ή βλέπει τηλεόραση.
  3. γ) Όταν τα συνδεόμενα μέρη είναι ισοδύναμα και δηλώνεται αδιαφορία ως προς την επιλογή του ενός ή του άλλου (αδιάφορη διάζευξη ή παραδιάζευξη), χρησιμοποιούνται οι σύνδεσμοι ἢ - ἢ - ἤ, εἴτε - εἴτε (καί), εἴτε - ἤ, ἐάντε - ἐάντε, ἄντε - ἄντε, ἤντε ἤντε (είτε - είτε):
    Ἄμεινον γνώσεσθε τὰς αἰτίας, εἴτ' ἀληθεῖς εἰσιν εἴτε ψευδεῖς.
    Τὸ μὲν ἄξιον κερδαλέον ἐστίν, ἐάντε σμικρὸν ᾖ ἐάντε μέγα, τὸ δὲ ἀνάξιον ἀκερδές.
    N.E.: Eίτε έρθεις είτε δεν έρθεις, το ίδιο μού κάνει.

  1. Το  λειτουργεί επίσης ως:
    1. α) Επανορθωτικό· έχει τη σημασία του «ή καλύτερα», για να τροποποιήσει κάτι που ήδη ειπώθηκε:
      Ἐροῦ τὴν κυναγὸν Ἄρτεμιν·  'γὼ φράσω. (Ρώτα την κυνηγό Άρτεμη· ή καλύτερα θα σου πω εγώ.)
      N.E.: Θα έρθω· ή μάλλον έλα εσύ.
    2. β) Διασαφητικό· τίθεται στην αρχή ερωτηματικής πρότασης που διασαφηνίζει το περιεχόμενο προηγούμενης γενικής ερώτησης:
      Τί τηνικάδε ἀφῖξαι, ὦ Κρίτων;  οὐ πρῲ ἔτι ἐστίν;
      N.E.: Γιατί λες ψέματα; Ή με θεωρείς χαζό;
    3. γ) Εναντιωματικό· έχει τη σημασία του «αλλιώς», «διαφορετικά», «σε αντίθετη περίπτωση»:
      Οὐκ ἔξεστιν αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν εἰσιέναι,  ἀποθανεῖται.
      N.E.: Θα τηρείς τους κανόνες ή μην παίξεις καθόλου.

Γ. ΣYNΔEΣH ME ANTIΘETIKOYΣ ΣYNΔEΣMOYΣ


Aντιθετικοί παρατακτικοί σύνδεσμοι είναι οι: μέν, δέ, ἀλλά, ὅμως, μέντοι (όμως), καίτοι (και όμως), μὴν (όμως), ἀλλὰ μὴν (αλλά όμως, επιπλέον όμως), καὶ μὴν (και όμως, εντούτοις), οὐ μὴν ἀλλὰ (αλλά όμως), ἀτὰρ (όμως, αλλά). Από αυτούς οι σύνδεσμοι μέν, δέ, μὴν και μέντοι δεν τίθενται στην αρχή της πρότασης3:

Ὁμολογεῖ μὲν καὶ αὐτός, ὅμως δὲ καὶ τὸ ψήφισμα ὑμῖν τοῦ δήμου ἀναγνώσεται.
Ἐγὼ μὲν οἶμαι οὐδέν. Ἀλλὰ μὴν ὡς ἀληθῆ λέγω λαβέ μοι πρῶτον ταύτην τὴν μαρτυρίαν.
Καλῶς γάρ, ὦ ἑταῖρε, λέγει. Ἀτὰρ Λυσίας ἦν ἐν ἄστει.

Συνηθέστερα χρησιμοποιούνται:

  1. Οι σύνδεσμοι μὲν - δέ, οι οποίοι συνδέουν προτάσεις με αντίθετο ή διαφορετικό περιεχόμενο. Σε περίπτωση έντονης αντίθεσης του δεύτερου μέρους προς το πρώτο, χρησιμοποιούνται οι σύνδεσμοι μὲν - δ' αὖ / μέντοι ὅμως δὲ / οὐ μὴν (ἀλλά):
    Τὴν μὲν εἰρήνην διέλυσε, τὸν δὲ πόλεμον κατεσκεύασεν.
    Οἱ μὲν ἔφευγον, οἱ δ' αὖ ἐδίωκον.
    Καὶ κραυγὴ μὲν οὐδεμία παρῆν, οὐ μὴν οὐδὲ σιγή.
    N.E.: μεν Nίκος είναι τεμπέλης, ο δε Kώστας επιπόλαιος.

     Όταν το μὲν δεν ακολουθείται από το δὲ (σχήμα ανανταπόδοτο), τότε λειτουργεί ως μόριο με τη σημασία του «βέβαια», «μάλιστα» (βεβαιωτικό μὲν) ή του «τουλάχιστον»:
    Ἐγὼ μὲν λέγω, ἔφη, καὶ Σεύθης τὰ αὐτά. (βέβαια)
    Λέγεται δὲ καὶ ὅδε ὁ λόγος, ἐμοὶ μὲν οὐ πιθανός. (τουλάχιστον)

  2. Ο σύνδεσμος δέ, χωρίς να προηγείται ο σύνδεσμος μέν, με τη σημασία του «όμως», «αλλά». Ενδέχεται, ωστόσο, να χρησιμοποιείται και ως μεταβατικός4:

    Εἰμὶ ὁ κατηγορῶν ἐξ ἀρχῆς ἐγὼ τούτων, τούτων δ' οὐδεὶς ἐμοῦ. [αντιθετικός]
    Δημοσθένης γράφει ψήφισμα ἐκκλησίαν ποιεῖν τοὺς πρυτάνεις τῇ ὀγδόῃ ἱσταμένου τοῦ ἐλαφηβολιῶνος μηνός. Μετὰ δὲ ταῦτα ἧκον οἱ Φιλίππου πρέσβεις. [μεταβατικός]

  3. Ο σύνδεσμος ἀλλά, ο οποίος τίθεται5:
    1. α) Σε περίπτωση έντονης αντίθεσης μιας καταφατικής πρότασης προς προηγούμενη αποφατική (σχήμα κατ' άρση και θέση)6. Όταν μάλιστα η αποφατική πρόταση περιέχει τις λέξεις ἄλλος ή ἕτερος, ο ἀλλὰ έχει τη σημασία του «παρά μόνο» και δηλώνει εξαίρεση. Την ίδια σημασία έχει ύστερα από αρνητική πρόταση και ο ἀλλ' ἤ:

      Οὐ γὰρ ὁ θάνατος δεινόν, ἀλλ' ἡ περὶ τὴν τελευτὴν ὕβρις φοβερά.
      Ἐν τῷ μέσῳ ἄλλη μὲν πόλις οὐδεμία οὔτε φιλία οὔτε Ἑλληνίς, ἀλλὰ Θρᾷκες Βιθυνοί.
      Ἀργύριον μὲν οὐκ ἔχω ἀλλ' ἢ μικρόν τι τάλαντον.
      N.E.: Δεν το ξέρω, αλλά θα το μάθω.

    2. β) Ύστερα από υποθετική ή αιτιολογική πρόταση και έχει τη σημασία του «τουλάχιστον»:
      Eἰ σῶμα δοῦλον, ἀλλ' ὁ νοῦς ἐλεύθερος.
    3. γ) Στην αρχή περιόδου ύστερα από αποφατική ή ερωτηματική πρόταση και έχει τη σημασία του «απεναντίας»:

      Μὴ φθονήσῃς, ἀλλ' ἐπίδειξον. Ἀλλ', ὦ Σώκρατες, ἔφη, οὐ φθονήσω. (Μην αρνηθείς από φθόνο, αλλά δείξε μας. Απεναντίας, Σωκράτη, είπε, δε θα αρνηθώ.)

  4. Ο σύνδεσμος ὅμως, ο οποίος συχνά εκφέρεται μαζί με άλλους αντιθετικούς συνδέσμους: ὅμως δέ, ἀλλ' ὅμως, ὅμως μέντοι. Συνήθως τίθεται ύστερα από εναντιωματική πρόταση ή εναντιωματική μετοχή:
    Καλῶς εἴρηκας. Ὅμως δ' ἔτι λέγε τὸ τρίτον.
    Γιγνώσκων ὁ ἄνθρωπος τὰ κακὰ ὅτι κακά ἐστιν, ὅμως αὐτὰ ποιεῖ.
    N.E.: • Μεγάλωσε κι όμως δεν ωρίμασε Αν και πικράθηκε, όμως δεν είπε τίποτα.
  5. Οι σύνδεσμοι μέντοι (όμως, αλλά όμως) και καίτοι (και όμως). Όταν μάλιστα συνδέονται περίοδοι ή ημιπερίοδοι, απαντά συνηθέστερα ο καίτοι. Δεν είναι επίσης σπάνια η λειτουργία των μέντοι και καίτοι ως βεβαιωτικών μορίων, με τη σημασία του «βέβαια», «αλήθεια»:

    Ἐπειδὰν μέντοι τοῦτο γένηται, νίκη δ' ὑμῖν ἔσται, ἐμοὶ μέντοι θάνατος. [βεβαιωτικός – αντιθετικός]
    Ὠφέλειαν οὐδεμίαν ἐν τούτοις ἔφη ὁρᾶν· καίτοι οὐκ ἀνήκοος τούτων ἦν. [αντιθετικός]
    Μόνος ἀνθρώπων αἴτιος ἦν αὐτῷ τῆς σωτηρίας. Καίτοι τίς ἂν μείζων ταύτης εὐεργεσία γένοιτο; [βεβαιωτικός]


  1. Στην αντιθετική σύνδεση τα μέρη που συνδέονται είτε αντιτίθενται απόλυτα μεταξύ τους (αρνητική αντίθεση) είτε το ένα περιορίζει την ισχύ του άλλου, χωρίς να αλληλοαποκλείονται (περιοριστική αντίθεση):
    Τὴν ἐν τῇ πόλει περὶ Τιμάρχου φήμην οὐκ ἐγὼ τούτῳ παρεσκεύασα, ἀλλ' αὐτὸς οὗτος ἑαυτῷ. [αρνητική]
    Τὸ δ' αἴτιον οὐκ ἀγνοεῖς μέν, ὅμως δὲ φράσω σοι κἀγώ. [περιοριστική]
  2. Όταν ο δὲ εκφέρεται με το μᾶλλον, εκφράζει επανόρθωση των προηγουμένων (επανορθωτικός):
    Λέγω δὴ αὖ τὸ μετὰ τοῦτο, μᾶλλον δ' ἐρωτῶ.
  3. Εκτός από τις χρήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή, ο ἀλλὰ χρησιμοποιείται επίσης:
    1. α) Με ρήμα σε προτρεπτική υποτακτική ή σε προστακτική· δηλώνει έντονη προτροπή και έχει τη σημασία του «εμπρός λοιπόν»:
      Περὶ τοῦ μεγίστου νῦν βουλευόμεθα τῶν ἡμετέρων. Ἀλλ' ὁρᾶτε εἰ δοκεῖ χρῆναι οὕτω ποιεῖν.
    2. β) Σε ερωτηματικές προτάσεις με το ερωτηματικό μόριο  (ἀλλ' ἦ)· εκφράζει έντονη βεβαιότητα του ερωτώντος, ενώ η ερώτηση είναι συνήθως ρητορική:
      Ἀλλ' ἦ, τὸ λεγόμενον, κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν;
  4. Kάποιες φορές αντιτίθεται με τον ἀλλὰ ένα στοιχείο αποφατικό με ένα προηγούμενο καταφατικό:
    Ταῦτα πάντα γέγονε διὰ τὴν ἡμετέραν ἄνοιαν, ἀλλ' οὐ διὰ τὴν ἐκείνου δύναμιν.

Δ. ΣYNΔEΣH ME AITIOΛOΓIKOYΣ ΣYNΔEΣMOYΣ


Ως αιτιολογικός παρατακτικός σύνδεσμος λειτουργεί ο γὰρ (γιατί). Ο γὰρ συνδέει περιόδους ή ημιπεριόδους και δεν τίθεται ποτέ στην αρχή της πρότασης. Απαντά επίσης στις εκφράσεις καὶ γὰρ (διότι και, και μάλιστα, καθόσον μάλιστα)καὶ γὰρ καὶ (και πράγματι), ἀλλ' οὐ γὰρ (αλλά όμως δεν), γὰρ δὴ γὰρ οὖν (γιατί βέβαια), γὰρ δήπου (γιατί αναμφίβολα) κτλ.:
Οἱ δ' ἄλλοι κατέφυγον πρὸς Ἀγησίλαον· ἐγγὺς γὰρ ἔτυχεν ὤν.
Μετὰ δὲ τοῦτο ἤρξατο λόγου ὁ Φαρνάβαζος· καὶ γὰρ ἦν πρεσβύτερος.

Παρατηρήσεις
  1. α) Ο γὰρ απαντά και με τη διασαφητική-επεξηγηματική σημασία του «δηλαδή»· επεξηγεί τα προηγούμενα και τίθεται, συνήθως, ύστερα από δεικτικές λέξεις ή ύστερα από εκφράσεις όπως τὸ μέγιστον, σημεῖον δέ, τεκμήριον δὲ κ.τ.ό.7:

    Σκοπεῖν δὲ χρὴ καὶ ἐκ τῶνδε, ὦ ἄνδρες δικασταί. Πάντες γὰρ ἐπίστασθε ὅτι ἐν τῇ προτέρᾳ δημοκρατίᾳ πολλοὶ τὰ δημόσια ἔκλεπτον.
    Τεκμήριον δὲ τούτου ὑμῖν μέγιστον ἐρῶ. Πρῶτον μὲν γὰρ Ἀλκιβιάδης ἔπλει ἐπὶ τῆς ἐμῆς νεώς.

  2. β) Ως παρατακτικοί μπορεί να λειτουργήσουν και οι υποτακτικοί αιτιολογικοί σύνδεσμοι ὡςἐπεί, όταν βρίσκονται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου.

  1. Σχετικός είναι και ο γὰρ που χρησιμοποιείται με τη σημασία του «λοιπόν» στην αρχή διήγησης για την οποία έχει ήδη γίνει λόγος (διηγηματικός):
    Δοκεῖ οὖν μοι ἀνάγκη εἶναι διηγήσασθαί σοι τὸ διήγημα τοῦτο. Λέγεται γὰρ γυνή ποτε πρεσβῦτις Ὀλυμπίασι παρελθοῦσα εἰς τὸ
    στάδιον ἑστάναι τε ἅμα τοῖς ἀνδράσι καὶ θεάσασθαι τοὺς ἀγωνιζομένους.

Ε. ΣYNΔEΣH ME ΣYMΠEPAΣMATIKOYΣ ΣYNΔEΣMOYΣ


Ως συμπερασματικοί παρατακτικοί σύνδεσμοι λειτουργούν οι ἄρα, οὖν, γοῦν, οὐκοῦν, οὔκουν, τοιγαροῦν, τοιγάρτοι, τοίνυν, δή, ὥστε. Από αυτούς οι σύνδεσμοι ἄρα, δή, οὖν, γοῦν, τοίνυν δεν απαντούν στην αρχή της πρότασης. Πιο συγκεκριμένα:

  1. Ο σύνδεσμος ἄρα (λοιπόν) χρησιμοποιείται για να δηλώσει συμπέρασμα που προκύπτει λογικά από προηγούμενους συλλογισμούς:
    Δεῖ ἄρα, ἔφη, τὸν ἀνδριαντοποιὸν τὰ τῆς ψυχῆς ἔργα τῷ εἴδει προσεικάζειν.
    Ὃ ἄρα ἐπίσταται ἕκαστος, τοῦτο καὶ σοφός ἐστιν.
  2. Οι σύνδεσμοι δήοὖνγοῦν (λοιπόν, έτσι λοιπόν) δηλώνουν συμπέρασμα πραγματικό, που προκύπτει ως αποτέλεσμα υπαρκτών καταστάσεων. Ο σύνδεσμος δὴ ύστερα από χρονικές προτάσεις εκφέρεται μαζί με τα χρονικά επιρρήματα τότε ή ἐνταῦθα (τότε πια, τότε πλέον) και τονίζει το αποτέλεσμα της περιγραφόμενης από τη χρονική πρόταση κατάστασης8:

    Ἔλεγόν τινες ὅτι κατίδοιεν πυρά· ἐδόκει δὴ τοῖς στρατηγοῖς οὐκ ἀσφαλὲς εἶναι διασκηνοῦν.
    Τὸ γὰρ μεθύειν λήθην ἐμποιεῖ πάντων τῶν πράττειν δεομένων. Οἱ οὖν τούτου ἀκρατεῖς ἀδύνατοί εἰσιν ἐπιμελεῖσθαι.
    Δοκεῖ γὰρ ἡ ψυχὴ τὸ σῶμα συνέχειν· ἐξελθούσης γοῦν σήπεται.
    Ἐπεὶ δὲ ἀφίκοντο πάντες ἐπὶ τὸ ἄκρον, ἐνταῦθα δὴ περιέβαλλον ἀλλήλους δακρύοντες.

  3. Ο σύνδεσμος τοίνυν (λοιπόν) εισάγει συμπέρασμα πραγματικό κατά την κρίση του ομιλητή –γι' αυτό και σχετικά ανίσχυρο– ή χρησιμοποιείται ως μεταβατικός στις εκφράσεις καὶ τοίνυν (και λοιπόν), ἔτι τοίνυν (ακόμα λοιπόν), μετὰ ταῦτα τοίνυν (μετά από αυτά λοιπόν):

    Μὴ τοίνυν, ἐπειδή γε ἔστιν, ὦ βουλή, σῶσαί με δικαίως, ἀπολέσητε ἀδίκως.
    Καὶ τοίνυν τὰ τούτοις ἑξῆς πειράσομαι φράζειν.
    Μετὰ ταῦτα τοίνυν ἐκάλουν ὑμᾶς.

  4. Οι σύνδεσμοι τοιγάρτοιτοιγαροῦν (γι' αυτό ακριβώς λοιπόν) εισάγουν συμπέρασμα που εκφράζεται με βεβαιότητα:

    Οὐ γὰρ ἐκ τοῦ λόγου μόνον τὴν ψῆφον φέρουσιΤοιγάρτοι διατελεῖ τοῦτο τὸ συνέδριον εὐδοκιμοῦν ἐν τῇ πόλει.
    Τῷ ὤμῳ τὰ βάρη κινοῦμενΤοιγαροῦν καὶ πονοῦμεν τὸν ὦμον μάλιστα.

  5. Ο σύνδεσμος οὐκοῦν (λοιπόν) εισάγει καταφατικό συμπέρασμα, ενώ ο σύνδεσμος οὔκουν (λοιπόν δεν) εισάγει αποφατικό συμπέρασμα:

    Οὐκοῦν ὁ μὲν τὰ δίκαια πράττων δίκαιος, ὁ δὲ τὰ ἄδικα ἄδικος.
    Οὔκουν ἐκ τῶν κάτω ὁ ἱδρὼς ἀλλ' ἐκ τῆς κεφαλῆς γίνεται.

  6. Ο σύνδεσμος ὥστε χρησιμοποιείται ως παρατακτικός, όταν βρίσκεται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου και δεν ακολουθεί άλλη κύρια πρόταση. Εισάγει ισχυρό συμπέρασμα και μεταφράζεται «επομένως», «γι' αυτό»:

    Ὁ γὰρ χρόνος καὶ ἡ ἐμπειρία τὰ μὴ καλῶς ἔχοντα ἐκδιδάσκει τοὺς ἀνθρώπους. Ὥστε οὐ δεῖ ὑμᾶς ἐκ τῶν τοῦ κατηγόρου λόγων τοὺς νόμους καταμανθάνειν.


  1. Οι σύνδεσμοι οὖν και δὴ χρησιμοποιούνται και ως: α) ανακεφαλαιωτικοί των προηγουμένων, β) αναληπτικοί, ύστερα από παρένθεση, αποκαθιστώντας τη συνέχεια του λόγου:
    Ὡς μὲν οὖν οὐδενὶ ἔνοχος τῶν κατηγορημένων ὁ διωκόμενός ἐστιν, ἀποδέδεικται. [ανακεφαλαιωτικός]
    Ἐπεὶ δὲ οἱ τελευταῖοι τῶν Ἑλλήνων κατέβαινον εἰς τὰς κώμας ἀπὸ τοῦ ἄκρου ἤδη σκοταῖοι (διὰ γὰρ τὸ στενὴν εἶναι τὴν ὁδὸν
    ὅλην τὴν ἡμέραν ἡ ἀνάβασις αὐτοῖς ἐγένετο καὶ ἡ κατάβασις), τότε δὴ συλλεγέντες τινὲς τῶν Καρδούχων τοῖς τελευταίοις
    ἐπετίθεντο. [αναληπτικός]




ΠΗΓΗ: