6 Μαρτίου: Ενώνουμε τις φωνές μας
ενάντια στο bullying
Γράφουν οι μαθητές Β΄
Λυκείου: Κωνσταντίνος Αλεξανδράτος, Νεφέλη Γιούλη, Ελένη Μυλωνά
Συντονίζει ο Φιλόλογος Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος
Ο σχολικός εκφοβισμός(school bullying) δεν είναι ένα
«παιδικό καβγαδάκι», αλλά ένα φαινόμενο που τραυματίζει σχέσεις, αυτοεκτίμηση
και το αίσθημα ασφάλειας μέσα στο σχολείο. Εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους:
λεκτικές προσβολές, απειλές, σωματική βία, κοινωνικό αποκλεισμό, διασπορά
φημών, ακόμη και διαδικτυακή παρενόχληση που συνεχίζεται μετά το κουδούνι. Όταν
τέτοιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και υπάρχει ανισορροπία δύναμης, το θύμα
συχνά σιωπά από φόβο ή ντροπή, ενώ οι παρατηρητές συνηθίζουν το άδικο ως
«κανονικό». Οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές: άγχος, πτώση επίδοσης,
απομόνωση, ακόμη και αποστροφή για το σχολείο. Επηρεάζεται όμως και ο θύτης,
που μαθαίνει να λύνει διαφορές με επιβολή, καθώς και ολόκληρη η τάξη, όπου ο
φόβος αντικαθιστά τη συνεργασία. Επειδή είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους/ες
τους/τις μαθητές/τριες, θα προσεγγίσουμε το φαινόμενο αυτό, αναδεικνύοντας τις
μορφές και τις συνέπειές του, καθώς και τους παράγοντες που το τροφοδοτούν.
Στόχος μας είναι να γίνει πιο κατανοητό γιατί εμφανίζεται, πώς επηρεάζει τη
σχολική ζωή και γιατί η αντιμετώπισή του αφορά ολόκληρη τη σχολική κοινότητα.
Αίτια σχολικού εκφοβισμού
Ένας από τους βασικούς παράγοντες
που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των νέων είναι η οικογένεια, καθώς αποτελεί τον πρώτο χώρο κοινωνικοποίησης. Εκεί
το παιδί μαθαίνει τι σημαίνουν όρια, σεβασμός, διάλογος και διαχείριση έντονων
συναισθημάτων. Όταν το οικογενειακό περιβάλλον είναι σταθερό, με ζεστασιά αλλά
και σαφή καθοδήγηση, αυξάνονται οι πιθανότητες να αναπτύξει αυτοέλεγχο,
ενσυναίσθηση και συναισθηματική ωριμότητα. Αντίθετα, όταν κυριαρχούν η ένταση,
η απαξίωση, η βία, η υπερβολική αυστηρότητα ή - στο άλλο άκρο - η πλήρης
απουσία ορίων, το παιδί μπορεί να δυσκολευτεί να διαχειριστεί θυμό, ανασφάλεια
και ματαίωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό το φορτίο μεταφέρεται στο σχολείο
ως επιθετικότητα προς πιο αδύναμους συμμαθητές, επειδή ο εκφοβισμός μοιάζει
–λανθασμένα– να δίνει αίσθηση δύναμης ή ελέγχου. Παράλληλα, τα παιδιά
παρατηρούν και μιμούνται τους ενήλικες: αν στο σπίτι βλέπουν ότι ο «ισχυρός»
επιβάλλεται με φωνές, προσβολές ή βία, είναι πιθανό να εσωτερικεύσουν αυτή τη
στάση ως αποδεκτό μοντέλο σχέσης. Η έλλειψη συναισθηματικής στήριξης και
σταθερότητας δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη ενσυναίσθησης, άρα και
την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τον πόνο του άλλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η
οικογένεια είναι ο μοναδικός υπεύθυνος παράγοντας, ούτε ότι κάθε δυσκολία στο
σπίτι οδηγεί αναγκαστικά σε εκφοβισμό. Σημαίνει, όμως, ότι ο τρόπος ανατροφής
μπορεί να λειτουργήσει είτε προστατευτικά είτε επιβαρυντικά, αυξάνοντας ή μειώνοντας
την πιθανότητα εκδήλωσης βίαιων συμπεριφορών.
Το σχολείο αποτελεί επίσης καθοριστικό
παράγοντα, καθώς δεν είναι μόνο χώρος μάθησης, αλλά και πεδίο καθημερινής
συνύπαρξης. Σε ένα σχολικό περιβάλλον όπου υπάρχει εμπιστοσύνη, σαφείς κανόνες,
σταθερή και άμεση παρέμβαση, καθώς και συνεργασία εκπαιδευτικών - μαθητών, ο
εκφοβισμός δύσκολα εδραιώνεται. Όταν
όμως το σχολικό κλίμα αφήνει «γκρίζες ζώνες» - όταν δηλαδή δεν είναι σαφές τι
επιτρέπεται και τι όχι, όταν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά ή όταν η παρέμβαση
καθυστερεί - δημιουργείται χώρος για να
αναπτυχθούν συμπεριφορές υποτίμησης και επιβολής. Πολύ σημαντικός είναι ακόμη και
ο παράγοντας της σιωπής: όταν οι μαθητές δεν αισθάνονται ότι θα ακουστούν και
θα προστατευτούν, φοβούνται την έκθεση ή την επιδείνωση της κατάστασης και
διστάζουν να ζητήσουν βοήθεια, τότε ο θύτης ενθαρρύνεται από την αδράνεια, ενώ
οι παρατηρητές συνηθίζουν την αδικία ως «κανονικότητα». Επιπλέον, η κοινωνία
συνολικά επηρεάζει το σχολικό περιβάλλον. Προκαταλήψεις όπως ο ρατσισμός ή η
ομοφοβία, όταν παραμένουν ενεργές στην καθημερινότητα, είναι πιθανό να
μεταφέρονται και στις μαθητικές σχέσεις.
Τέλος, το διαδίκτυο έχει προσθέσει μια νέα και ιδιαίτερα σύνθετη διάσταση
στο φαινόμενο. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός μπορεί να ξεκινήσει εκτός σχολείου και
να επηρεάσει άμεσα τη σχολική ζωή ή, αντίστροφα, να γεννηθεί μέσα στην τάξη και
να συνεχιστεί αδιάκοπα στο κινητό, στις εφαρμογές και στα κοινωνικά δίκτυα. Η
ένταση συχνά μεγαλώνει, επειδή η επίθεση δεν περιορίζεται σε έναν χώρο ή σε ένα
χρονικό πλαίσιο: μπορεί να επαναλαμβάνεται διαρκώς, να απευθύνεται σε μεγάλο
κοινό και να αφήνει ψηφιακά ίχνη που δύσκολα εξαφανίζονται. Η ανωνυμία και η
«ασφάλεια» της απόστασης πίσω από μια οθόνη ωθούν ορισμένους να υπερβούν όρια
που δεν θα περνούσαν σε μια πρόσωπο με πρόσωπο σχέση. Επιπλέον, η εύκολη
αναπαραγωγή και διάδοση ενός εξευτελισμού μετατρέπει τον πόνο του θύματος σε
δημόσιο θέαμα, ενισχύοντας τη ντροπή και την απομόνωσή του. Έτσι, η βία δεν
τελειώνει με το κουδούνι: μπορεί να ακολουθεί τον μαθητή στο σπίτι και στον
ελεύθερο χρόνο του, κάθε φορά που ανοίγει την οθόνη. Παράλληλα, η συνεχής
έκθεση των νέων σε πρότυπα βίας από το διαδίκτυο και τα μέσα ενημέρωσης μπορεί
να εξοικειώσει μέρος τους με την επιθετικότητα, παρουσιάζοντάς την ως
«κανονική» ή αναμενόμενη αντίδραση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ορισμένοι
οδηγούνται στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η βία αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο
επιβολής ή επίλυσης διαφορών.
Συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού: θύμα, θύτης, παρατηρητής
Οι συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού για το θύμα είναι πολύπλευρες και επηρεάζουν σοβαρά την σωματική, ψυχική και κοινωνική του ζωή. Το θύμα παρουσιάζει συχνά ψυχοσωματικά προβλήματα, όπως πονοκέφαλο, άγχος, διαταραχές ύπνου ή και διατροφής, που μπορεί να προκληθούν από την ανασφάλεια του για την εξωτερική του εμφάνιση, καθώς το άτομο αυτό έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Λόγω της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της υποτίμησης του ίδιου του του εαυτού, είναι πιθανό να παρατηρηθούν αισθήματα μίσους και αποστροφής του θύματος για τον ίδιο, όντας επηρεασμένο από το περιβάλλον εκφοβισμού που επικρατεί, και είναι επιρρεπές σε αυτοτραυματισμούς και αυτοκτονικές τάσεις, καθώς επίσης νιώθει αποτυχημένο και ντροπιασμένο. Το θύμα εμφανίζει κατάθλιψη, φόβο και μπορεί να οδηγηθεί σε κοινωνική απομόνωση που προκύπτει από τη δυσκολία του να καλλιεργήσει ή να διατηρήσει φιλικές σχέσεις, και έτσι τελικά αισθάνεται μοναξιά και θλίψη. Παράλληλα, το θύμα του σχολικού εκφοβισμού χαρακτηρίζεται από μειωμένη συγκέντρωση και άρα χαμηλή σχολική επίδοση που έχει ως αποτέλεσμα την αρνητική στάση προς το σχολείο και την εγκατάλειψη αυτού.
Οι επιπτώσεις του σχολικού εκφοβισμού δεν αφορούν μόνο τα θύματα, αλλά είναι φανερές και στην ψυχοσύνθεση και στην ενήλικη ζωή του θύτη. Ο θύτης εμφανίζει αυξημένα επίπεδα στρες, καταθλιπτική διάθεση, ασταθή αυτοεκτίμηση και αντιδραστικότητα. Είναι συχνό φαινόμενο να υιοθετεί παραβατικές και παρορμητικές συμπεριφορές ενώ διακατέχεται από έλλειψη ενσυναίσθησης καθώς και από δυσκολία να μετριάσει την επιθετικότητά του και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και τους διαπληκτισμούς του με το διάλογο και καταφεύγει σε ξεσπάσματα βίας. Η εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών του συνδυάζεται με άλλες αντικοινωνικές και αποτελεί σημαντικό παράγοντα στιγματισμού του θύτη, κάτι που απωθεί τους συνομηλίκους του, αφού του αντιμετωπίζουν με φόβο και θεωρείται επιζήμιος για την υπόληψή τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσχέρειες στη σύναψη διαπροσωπικών σχέσεων, και αργότερα στην πρόσληψή του. Αυτή η κοινωνική περιθωριοποίηση προκαλεί αντιδραστικότητα στο θύτη και του ωθεί σε παρέες όπου αναπαράγονται παρόμοια μοτίβα, όπως η αδυναμία υπακοής στο νόμο και η κατάχρηση ουσιών, γεγονός που εκτείνει τη συμπεριφορά του ίδιου του θύτη. Επιπλέον, παρουσιάζει τάσεις παραιτήσεις από τις σχολικές υποχρεώσεις και φυγής από το σπίτι.
Ο σχολικός εκφοβισμός έχει σοβαρές και καθοριστικές συνέπειες, όχι μόνο για τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά και για τους παρατηρητές του φαινομένου. Οι παρατηρητές, λόγω του κλίματος τρομοκρατίας που υπάρχει, φοβούνται ότι μπορεί να μπουν στο στόχαστρο των θυτών εάν αντιδράσουν και ενώ θέλουν να μιλήσουν για αυτά τα συμβάντα, νιώθουν ότι δεν μπορούν, καθώς οι θύτες τους προκαλούν αισθήματα άγχους, ανασφάλειας και απόγνωσης, που πολλές φορές οδηγούν στο να υποκύψουν σε καταχρήσεις και να δηλώσουν απροθυμία για τη φοίτηση στο σχολείο. Αισθάνονται ανίκανοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τους άλλους ή να δράσουν πυροσβεστικά σε περιστατικά στα οποία είναι μάρτυρες, και έτσι χάνουν την πίστη στον εαυτό τους ενώ ταυτόχρονα συνηθίζουν να υιοθετούν μια αδιάφορη και παθητική στάση που θα τους ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή και που μπορεί να ενθαρρύνει τους δράστες. Αυτή η αδυναμία παρέμβασης και η υποταγή σε αυτούς που κατέχουν την εξουσία τους δημιουργεί ενοχές και σε πολλές περιπτώσεις οι θεατές ταυτίζονται έντονα με την κατάσταση θύματος, κάτι που έχει υψηλό κίνδυνο άγχους και παρανοϊκού ιδεασμού. Τέλος, υπάρχουν παρατηρητές που εμφανίζουν ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες, όπως η μύηση σε επιθετικές και παραβατικές συμπεριφορές και η άμβλυνση των ευαισθησιών τους.
Ο σχολικός εκφοβισμός, ο γνωστός σε όλους μας όρος «bullying» δεν είναι απλώς μια λέξη, αλλά μια πραγματικότητα που χρειάζεται έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση, αφού επηρεάζει αρνητικά όλους όσους εμπλέκονται, άμεσα ή έμμεσα. Το κλίμα που δημιουργεί διαβρώνει τις αξίες του σχολείου και παρεμποδίζει την ανάπτυξη των παιδιών σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Στόχος είναι να περιοριστούν οι μελλοντικές εκδηλώσεις του φαινομένου, ώστε το σχολείο να αποτελεί χώρο ασφάλειας, σεβασμού και συνεργασίας και τα παιδιά να ζουν σχολικά χρόνια χωρίς φόβο και «σκιές» εκφοβισμού.
Πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του school bullying
Η οικογένεια
αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο πυρήνα πρόληψης και αντιμετώπισης του
σχολικού εκφοβισμού, καθώς μέσα σε αυτήν διαμορφώνονται η αυτοεκτίμηση, η
συναισθηματική ανθεκτικότητα και ο τρόπος με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να
σχετίζεται με τους άλλους. Οι γονείς οφείλουν να ενημερώνουν έγκαιρα το παιδί
για το τι είναι ο εκφοβισμός, να συζητούν συστηματικά μαζί του το ζήτημα και να
καλλιεργούν ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και άνευ όρων αποδοχής, ώστε να
νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο ή ντροπή, είτε ως θύμα είτε ως μάρτυρας
είτε ακόμη και ως θύτης. Παράλληλα, χρειάζεται να παρατηρούν με ευαισθησία τις
αλλαγές στη συμπεριφορά του, να αναγνωρίζουν σημάδια ψυχικής δυσφορίας και να
παρεμβαίνουν με ψυχραιμία, σταθερότητα και ενσυναίσθηση. Αν το παιδί ασκεί
εκφοβισμό, οι γονείς οφείλουν να θέτουν σαφή όρια και συνέπειες, αλλά
ταυτόχρονα να του δίνουν ευκαιρίες επανόρθωσης, να το ενθαρρύνουν να ζητήσει
συγγνώμη και να καλλιεργήσει πιο υγιείς μορφές κοινωνικής συναναστροφής. Τέλος,
η αυτοκριτική των γονέων είναι απαραίτητη, καθώς το παιδί συχνά αναπαράγει
πρότυπα που βιώνει στο σπίτι· επομένως, η οικογένεια πρέπει να λειτουργεί ως
ζωντανό παράδειγμα σεβασμού, διαλόγου και αποδοχής, ενώ παράλληλα να
συνεργάζεται στενά με το σχολείο για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του
προβλήματος.
Επιπλέον, το σχολείο
μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξάλειψη του σχολικού εκφοβισμού, εφόσον
λειτουργεί ως μια δημοκρατική κοινότητα που προάγει τη συλλογικότητα, τη
συνεργασία, τον αλληλοσεβασμό και την κοινωνική ευαισθησία. Ένα σχολικό
περιβάλλον που στηρίζεται στην ισότητα, στην αποδοχή της διαφορετικότητας και
στην ειρηνική συνύπαρξη αποδυναμώνει τις συνθήκες μέσα στις οποίες
αναπτύσσονται η βία, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και κάθε μορφή επιβολής. Για τον
λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται ξεκάθαροι κανόνες κατά του bullying
από την αρχή της σχολικής χρονιάς, με συνέπειες που ισχύουν για όλους
ανεξαιρέτως και με μηδενική ανοχή απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Παράλληλα,
το σχολείο οφείλει να οργανώνει προσεκτικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις πρόληψης
και αντιμετώπισης, να ενισχύει τις κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες
των μαθητών, να προωθεί τις σχέσεις φιλίας, τη συμμετοχική μάθηση και τις
συνεργατικές δραστηριότητες, ώστε τα παιδιά να μάθουν να επικοινωνούν, να
επιλύουν ειρηνικά τις συγκρούσεις και να απορρίπτουν τον αποκλεισμό. Επιπλέον,
η ύπαρξη σαφούς εκπαιδευτικής πολιτικής, η επιμόρφωση του προσωπικού και η
ανταλλαγή καλών πρακτικών είναι βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας
θετικής σχολικής ατμόσφαιρας, μέσα στην οποία κανένα παιδί δεν θα αισθάνεται
απροστάτευτο ή αόρατο.
Ο εκπαιδευτικός
διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του σχολικού
εκφοβισμού, καθώς είναι το πρόσωπο που βρίσκεται καθημερινά δίπλα στους μαθητές
και επηρεάζει ουσιαστικά την κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη. Ο
ρόλος του δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά επεκτείνεται στη
διαμόρφωση ενός ασφαλούς, υποστηρικτικού και συμπεριληπτικού κλίματος μέσα στην
τάξη, όπου κάθε παιδί νιώθει αποδεκτό και σεβαστό. Οφείλει να καλλιεργεί
σχέσεις εμπιστοσύνης με τους μαθητές, να ενθαρρύνει τη συνεργασία, να αποτρέπει
τον κοινωνικό αποκλεισμό και να διδάσκει έμπρακτα την ενσυναίσθηση, τον
αυτοέλεγχο και τη σωστή διαχείριση του θυμού. Όταν προκύπτουν περιστατικά
εκφοβισμού, χρειάζεται να παρεμβαίνει άμεσα, με διακριτικότητα αλλά και
αποφασιστικότητα, όχι μόνο επιβάλλοντας παιδαγωγικές συνέπειες, αλλά και
βοηθώντας τον θύτη να κατανοήσει τη σοβαρότητα της πράξης του και τα αίτια της
συμπεριφοράς του. Παράλληλα, οφείλει να ενημερώνει τους γονείς χωρίς επικριτική
διάθεση και να επιδιώκει κοινή γραμμή δράσης με την οικογένεια, ώστε η
αντιμετώπιση να είναι σταθερή και αποτελεσματική. Τέλος, η κατάλληλη επιμόρφωση
των εκπαιδευτικών και η συνεργασία τους με ψυχολόγους, κοινωνικές υπηρεσίες και
άλλους υποστηρικτικούς φορείς ενισχύουν σημαντικά την ικανότητα του σχολείου να
προλαμβάνει και να διαχειρίζεται με πληρότητα το φαινόμενο του εκφοβισμού.
Επίλογος
Ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι ένα
μεμονωμένο περιστατικό ούτε ένα «στάδιο» που απλώς περνά. Είναι ένα φαινόμενο
που αφήνει αποτύπωμα στους μαθητές, στο κλίμα της τάξης και στην ίδια την ιδέα
του σχολείου ως χώρου ασφάλειας. Από την ανάλυση των μορφών του - λεκτικών,
σωματικών, κοινωνικών και διαδικτυακών - φαίνεται ότι δεν αρκεί να
αναγνωρίζουμε το πρόβλημα∙ χρειάζεται συνέπεια στη στάση μας απέναντί του και
κοινή ευθύνη. Κανένα παιδί δεν πρέπει να συνηθίζει τον φόβο ως «κανονικότητα»,
ούτε να μαθαίνει ότι η σιωπή είναι η μόνη άμυνα. Το σχολείο, η οικογένεια και
οι ίδιοι οι μαθητές μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά όταν υπάρχουν
ξεκάθαροι κανόνες, εμπιστοσύνη, έγκαιρη παρέμβαση και ουσιαστική επικοινωνία.
Ιδιαίτερα σήμερα, που το διαδίκτυο μπορεί να παρατείνει και να πολλαπλασιάσει
την πίεση, η ενσυναίσθηση, η υπευθυνότητα και ο σεβασμός γίνονται ακόμη πιο
απαραίτητα. Τελικά, η αντιμετώπιση του εκφοβισμού δεν είναι μόνο θέμα
πειθαρχίας· είναι θέμα παιδείας. Είναι η επιλογή να χτίζουμε ένα σχολείο όπου η
δύναμη δεν μετριέται με την επιβολή, αλλά με τον χαρακτήρα, τη συνεργασία και
την αξιοπρέπεια.

