ΚΕΙΜΕΝΑ & ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΩΝ
ΛΑΤΙΝΙΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ Γ’ ΛΥΚΕΙΟΥ
(16-50)
LECTIO XVI: Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΑΙΣΑΡΑ ΣΤΗ ΓΑΛΑΤΙΑ
Nostri, postquam pila in hostes miserunt, gladiis rem gerunt. Repente post
tergum equitatus cernitur; cohortes appropinquant; hostes terga vertunt ac
fugiunt; eis equites occurrunt. Fit magna caedes. Sedulius, dux et princeps
Lemovicum, occiditur; dux Arvernorum vivus in fugā comprehenditur; signa
militaria LXXIIII (septuaginta quattuor) ad Caesarem referuntur; magnus numerus
hostium capitur atque interficitur; reliqui ex fugā in civitates discedunt.
Postero die ad Caesarem legati mittuntur. Caesar iubet arma tradi ac principes
produci. Ipse pro castris consedit; eo duces producuntur. Vercingetorix
deditur, arma proiciuntur.
Οι δικοί μας, αφού έριξαν τα ακόντια στους εχθρούς, μάχονται με τα ξίφη.
Ξαφνικά στα νώτα (τους) διακρίνεται το ιππικό· οι κοόρτεις πλησιάζουν· οι
εχθροί στρέφουν τα νώτα (τους) και τρέπονται σε φυγή· τους επιτίθενται οι
ιππείς. Γίνεται μεγάλη σφαγή. Ο Σεδούλιος, ο στρατηγός και ηγεμόνας των
Λεμοβίκων, σκοτώνεται·o στρατηγός των Αρβέρνων
συλλαμβάνεται ζωντανός κατά τη διάρκεια της φυγής·74 (εβδομήντα τέσσερις)
στρατιωτικές σημαίες (ή λάβαρα) παραδίδονται στον Καίσαρα· μεγάλος αριθμός
εχθρών συλλαμβάνεται και φονεύεται· οι υπόλοιποι μετά τη φυγή (δια)σκορπίζονται
στις χώρες τους. Την επόμενη μέρα στέλνονται πρεσβευτές στον Καίσαρα. Ο Καίσαρας
διατάζει να παραδοθούν τα όπλα και οι ηγεμόνες να οδηγηθούν μπροστά του. Ο
ίδιος πήρε θέση μπροστά στο στρατόπεδο· εκεί οδηγούνται οι στρατηγοί. Ο
Βερκιγγετόριγας παραδίνεται, τα όπλα κατατίθενται.
LECTIO XVII: ΦΟΒΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ
Magnus timor exercitum occupāvit ex vocibus Gallōrum ac
mercatōrum, qui Germānos ingenti magnitudine corporum et incredibili virtūte
esse praedicābant. Alius aliā de causā discedere cupiēbat. Nonnulli pudōre
adducti remanēbant. Hi neque vultum fingere neque lacrimas tenēre poterant;
abditi in tabernaculis aut suum fatum querebantur aut cum familiaribus suis
commūne periculum miserabantur. Totis castris testamenta obsignabantur. Horum
vocibus ac timōre paulātim etiam ii, qui rei militaris perīti habebantur, perturbabantur.
Μεγάλος φόβος έπιασε (ή κατέλαβε) το στράτευμα από τις διαδόσεις των
Γαλατών και των εμπόρων, οι οποίοι διακήρυτταν (ή διαλαλούσαν) ότι οι Γερμανοί
ήταν φοβερής σωματικής διάπλασης και απίστευτης ανδρείας (ή είχαν φοβερή
σωματική διάπλαση και απίστευτη ανδρεία). Άλλοι (από τους Ρωμαίους) ήθελαν να
φύγουν προβάλλοντας ο καθένας και μια δικαιολογία). Μερικοί παρασυρμένοι (ή
σπρωγμένοι) από ντροπή (παρ)έμεναν. Αυτοί δεν μπορούσαν ούτε να προσποιηθούν
ούτε να (συγ)κρατήσουν τα δάκρυά τους· κρυμμένοι στις σκηνές (τους) είτε
παραπονούνταν για τη μοίρα τους (ή έκλαιγαν τη μοίρα τους) είτε θρηνούσαν για
τον κοινό κίνδυνο μαζί με τους φίλους τους. Σε όλο το στρατόπεδο υπογράφονταν
και σφραγίζονταν (ή υπέγραφαν και σφράγιζαν) διαθήκες (ή έγραφαν τις διαθήκες
τους). Από τις διαδόσεις τους και τον φόβο τους ταράζονταν σιγά-σιγά ακόμη και
αυτοί που θεωρούνταν έμπειροι στα στρατιωτικά πράγματα (ζητήματα).
LECTIO XVIII: Ο ΗΡΑΚΛΗΣ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ
Hercules boves Geryŏnis ex Hispaniā in eum locum
adduxisse dicitur, ubi postea Rōmulus urbem Rōmam condidit. Prope Tiberim
fluvium Hercules boves refecisse fertur et ipse de viā fessus ibi dormivisse.
Tum Cacus pastor, fretus viribus, boves quosdam in speluncam caudis traxit
aversos. Ubi Hercules, e somno excitātus, gregem aspexit et partem abesse
sensit, pergit ad proximam speluncam; sed postquam boum vestigia foras versa
vidit, confūsus gregem ex loco infesto amovēre coepit. Sed bovum mugītus ex
speluncā audītus Herculem convertit. Tum Cacus, vi prohibēre eum conātus,
Herculis clavā interficitur.
Λέγεται ότι ο Ηρακλής οδήγησε τα βόδια του Γηρυόνη από την Ισπανία σε αυτόν
τον τόπο, όπου αργότερα ο Ρωμύλος έχτισε τη Ρώμη (την πόλη Ρώμη). Λέγεται
(αναφέρεται) ότι ο Ηρακλής ξεκούρασε τα βόδια κοντά στον Τίβερη ποταμό και ότι
ο ίδιος κοιμήθηκε εκεί κουρασμένος από το δρόμο. Τότε ο βοσκός Κάκος, έχοντας
εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, έσυρε από τις ουρές σε μια σπηλιά μερικά βόδια
γυρισμένα ανάποδα. Όταν ο Ηρακλής, αφού ξύπνησε (ή σηκώθηκε από τον ύπνο), είδε
το κοπάδι και κατάλαβε ότι έλειπε ένα μέρος, κατευθύνθηκε στη σπηλιά που ήταν
πολύ κοντά του∙ αλλά όταν είδε τις πατημασιές των βοδιών στραμμένες προς τα έξω
(ή ότι οι πατημασιές των βοδιών ήταν στραμμένες προς τα έξω), μπερδεμένος (ή
επειδή βρέθηκε σε αμηχανία) άρχισε να απομακρύνει το κοπάδι από κείνο τον
εχθρικό τόπο. Αλλά το μουγκρητό των βοδιών που ακούστηκε από τη σπηλιά έκανε
τον Ηρακλή να γυρίσει προς τα πίσω. Τότε ο Κάκος, αφού προσπάθησε να τον
εμποδίσει με τη βία, σκοτώθηκε από το ρόπαλο του Ηρακλή (Τότε ο Κάκος
προσπάθησε να τον εμποδίσει με τη βία, αλλά ο Ηρακλής τον σκότωσε με το ρόπαλό
του).
LECTIO XIX: Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΙΛΙΝΑ
Marco Tullio Cicerōne et Gaio Antōnio consulibus, Lucius
Sergius Catilīna, nobilissimi generis vir sed ingenii pravissimi, contra rem
publicam coniurāvit. Eum clari quidam sed improbi viri consecūti erant.
Catilīna a Cicerōne ex urbe expulsus est. Socii eius deprehensi sunt et in
carcere strangulāti sunt. Ab Antōnio, altero consule, Catilīna ipse cum
exercitu suo, proelio victus, interfectus est. Gaius Sallustius tradit multos
etiam milites Rōmānos in eādem cruentissimā pugnā occīsos esse, multos autem graviter
vulnerātos esse.
Όταν ήταν ύπατοι ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας και ο Γάιος Αντώνιος, ο Λεύκιος
Σέργιος Κατιλίνας, άνδρας από πολύ αριστοκρατική γενιά αλλά με χαρακτήρα πάρα
πολύ διεστραμμένο, συνωμότησε εναντίον του κράτους. Αυτόν ακολούθησαν μερικοί
επιφανείς αλλά αχρείοι άνδρες. Ο Κατιλίνας εκδιώχθηκε από τον Κικέρωνα από τη
Ρώμη. Οι σύντροφοί του συνελήφθησαν και στραγγαλίστηκαν στη φυλακή. Ο ίδιος ο
Κατιλίνας, με τον στρατό του, νικήθηκε από τον Αντώνιο, τον άλλο ύπατο στη μάχη
και φονεύθηκε. Ο Γάιος Σαλλούστιος παραδίδει ότι στην ίδια την τόσο φονική
(φονικότατη) μάχη φονεύθηκαν ακόμη πολλοί Ρωμαίοι στρατιώτες και πολλοί (άλλοι)
τραυματίστηκαν βαριά.
LECTIO XX : ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΟΥΡΤΙΝΕΣ Ή ΠΩΣ Ο ΚΛΑΥΔΙΟΣ ΕΓΙΝΕ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ
Claudius quinquagesimo anno aetatis suae imperium cepit
mirabili quodam casu. Exclusus ab insidiatoribus Caligulae, recesserat in
diaetam, cui nomen est Hermaeum. Paulo post rumore caedis exterritus prorepsit
ad solarium proximum et inter vela praetenta foribus se abdidit. Discurrens
miles pedes eius animadvertit; eum latentem adgnovit; extractum imperatorem eum
salutavit. Hinc ad commilitones suos eum adduxit. Ab his in castra delatus est
tristis et trepidus, dum obvia turba quasi moriturum eum miseratur. Postero die Claudius imperator factus est.
Ο Κλαύδιος στο πεντηκοστό έτος της ηλικίας του κατέλαβε την εξουσία από
(χάρη σε) κάποιο περίεργο κι απρόσμενο γεγονός. Όταν διώχτηκε από τους
δολοφόνους του Καλιγούλα, είχε αποσυρθεί σε μια θερινή κατοικία, της οποίας το
όνομα είναι Ερμαίο. Λίγο αργότερα, τρομοκρατημένος (ή επειδή τρομοκρατήθηκε)
από τα νέα της σφαγής, σύρθηκε προς το πιο κοντινό λιακωτό και κρύφτηκε ανάμεσα
στα παραπετάσματα που κρέμονταν μπροστά στην πόρτα. Ένας στρατιώτης που (ή
καθώς) έτρεχε εδώ κι εκεί παρατήρησε τα πόδια του· τον αναγνώρισε που κρυβόταν·
(αναγνώρισε ότι αυτός κρυβόταν)· αφού τον τράβηξε έξω, τον προσαγόρευσε
αυτοκράτορα. Από εκεί τον οδήγησε στους συντρόφους του. Από αυτούς μεταφέρθηκε
στο στρατόπεδο λυπημένος κι έντρομος, ενώ το πλήθος που τον συναντούσε τον
λυπόταν σαν να επρόκειτο να πεθάνει. Την επόμενη μέρα ο Κλαύδιος ανακηρύχτηκε
αυτοκράτορας.
LECTIO ΧΧΙ: ΠΩΣ ΠΗΡΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΤΟ PISAURUM
Brenno duce Galli, apud Alliam flumen deletis legionibus
Rοmanorum, everterunt urbem Romam praeter Capitolium, pro quo immensam pecuniam
acceperunt. Tum Camillus, qui diu apud Ardeam in exilio fuerat propter
Veientanam praedam non aequo iure divisam, absens dictator est factus; is Gallos
iam abeuntes secutus est: quibus interemptis aurum omne recepit. Quod illic
appensum civitati nomen dedit: nam Pisaurum dicitur, quod illic aurum pensatum
est. Post hoc factum rediit in exilium, unde tamen rogatus reversus est.
Όταν ήταν αρχηγός ο Βρέννος, οι Γαλάτες (ή: οι Γαλάτες με αρχηγό το
Βρέννο), αφού κατατρόπωσαν τις λεγεώνες των Ρωμαίων (κοντά) στον ποταμό Αλλία,
κατέστρεψαν εντελώς την πόλη Ρώμη εκτός από το Καπιτώλιο, για το οποίο πήραν ως
αντάλλαγμα ένα τεράστιο χρηματικό ποσό. Τότε ο Κάμιλλος, ο οποίος είχε
παραμείνει εξόριστος για πολύ καιρό στην Αρδέα, εξαιτίας της λείας από τους
Βηίους, η οποία δεν είχε μοιραστεί ακριβοδίκαια, εξελέγη δικτάτορας, αν και
απουσίαζε˙ αυτός ακολούθησε τους Γαλάτες, ενώ (που) ήδη αποχωρούσαν: αφού τους
εξολόθρευσε, πήρε πίσω όλο το χρυσάφι. Επειδή αυτό ζυγίστηκε εκεί, έδωσε το
όνομά του στην πολιτεία: ονομάζεται δηλαδή Πίσαυρο, επειδή εκεί ζυγίστηκε το
χρυσάφι. Ύστερα από αυτήν την πράξη (ο Κάμιλλος) επέστρεψε στην εξορία, από
όπου όμως γύρισε, αφού τον παρακάλεσαν.
LECTIO XXII: ΠΡΟΤΡΟΠΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΡΩΜΑΙΟΥΣ
Imitemur nostros Brutos, Camillos, Decios, Curios,
Fabricios, Scipiones, innumerabiles alios qui hanc rem publicam stabiliverunt;
quos equidem in deorum immortalium coetu ac numero repono. Amemus patriam,
pareamus senatui, consulamus bonis; praesentes fructus neglegamus, posteritatis
gloriae serviamus; id esse optimum putemus, quod est rectissimum; speremus quae
volumus, sed feramus quod acciderit; arbitremur denique corpus virorum fortium
magnorumque hominum esse mortale, animi vero motus et virtutis gloriam
sempiternam esse.
Ας μιμούμαστε (μιμηθούμε) τους Βρούτους, τους Καμίλλους, τους Δεκίους, τους
Κουρίους, τους Φαβρικίους, τους Σκιπίωνές μας, και τους αναρίθμητους άλλους
(ηγέτες) που στέριωσαν αυτή την πολιτεία: σε αυτούς εγώ βέβαια δίνω θέση
ανάμεσα στους αθάνατους θεούς (τους τοποθετώ στη χορεία των αθάνατων θεών). Ας
αγαπάμε την πατρίδα (μας), ας υπακούουμε στη Σύγκλητο, ας φροντίζουμε για τους
καλούς πολίτες· ας αδιαφορούμε για το τωρινό κέρδος, ας υπηρετούμε τη
μελλοντική δόξα· ας θεωρούμε ότι είναι άριστο (πράγμα) αυτό που είναι το πιο
σωστό· ας ελπίζουμε αυτά που θέλουμε, αλλά ας υπομένουμε ό,τι (αντίξοο) μας
συμβεί· τέλος, ας πιστεύουμε ότι το σώμα των γενναίων ανδρών και των μεγάλων
ανθρώπων είναι θνητό, αλλά οι δυνάμεις της ψυχής (οι πνευματικές δυνάμεις, οι
πνευματικές δραστηριότητες) και η δόξα της αρετής είναι αιώνια.
LECTIO ΧΧΙΙΙ: ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Aegrotabat Caecina Paetus, maritus Arriae, aegrotabat et filius. Filius
mortuus est. Huic Arria funus ita paravit, ut ignoraretur a marito; quin immo
cum illa cubiculum mariti intraverat, vivere filium simulabat, ac marito
persaepe interroganti, quid ageret puer, respondebat: «Bene quievit, libenter
cibum sumpsit». Deinde, cum lacrimae suae, diu cohibitae, vincerent
prorumperentque, egrediebatur; tum se dolori dabat et paulo post siccis oculis
redibat. Scribonianus arma in Illyrico contra Claudium moverat; fuerat Paetus
in partibus eius et, occiso Scriboniano, Romam trahebatur. Erat ascensurus
navem; Arria milites orabat, ut simul imponeretur. Non impetravit: conduxit
piscatoriam naviculam ingentemque navem secuta est.
Ήταν άρρωστος ο Καικίνας Παίτος, ο σύζυγος της Αρρίας ήταν άρρωστος και ο
γιος. Ο γιος πέθανε. Σ’ αυτόν η Αρρία ετοίμασε την κηδεία έτσι, ώστε να
αγνοείται από τον σύζυγο˙ όχι μόνο αυτό αλλά κάθε φορά που εκείνη έμπαινε στην
κρεβατοκάμαρα του συζύγου, προσποιείτο ότι ο γιος (τους) ζούσε και στον σύζυγο
που ρωτούσε πολύ συχνά τι κάνει το παιδί, απαντούσε: ΄΄Καλά κοιμήθηκε, με όρεξη
πήρε την τροφή του΄΄. Έπειτα, όταν τα δάκρυά της που για ώρα συγκρατούσε,
νικούσαν και ξεσπούσαν, έβγαινε έξω˙ τότε παραδινόταν στη θλίψη και λίγο
αργότερα γύριζε πίσω με τα μάτια στεγνά. Ο Σκριβωνιανός είχε στασιάσει στην
Ιλλυρία εναντίον του Κλαυδίου˙ ο Παίτος είχε πάει με το μέρος του και, αφού
σκοτώθηκε ο Σκριβωνιανός, τον οδηγούσαν σιδεροδέσμιο στην Ρώμη. Επρόκειτο να
επιβιβασθεί σε ένα πλοίο˙ η Αρρία παρακαλούσε τους στρατιώτες να επιβιβαστεί
μαζί. Δεν το κατόρθωσε: νοίκιασε ένα ψαράδικο καραβάκι και ακολούθησε το
τεράστιο πλοίο.
LECTIO ΧΧΙV: ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΕΝΟΣ ΨΕΥΤΗ
Cum P. Cornēlius Nasῑca ad Ennium poētam venisset eique
ab ostio quaerenti Ennium ancilla dixisset eum domi non esse, Nasica sensit
illam domini iussu id dixisse et illum intus esse. Accipe nunc quid postea Nasῑca
fecerit. Paucis post diēbus cum Ennius ad Nasῑcam venisset et eum a ianuā
quaereret, exclamāvit Nasica se domi non esse, etsi domi erat. Tum Ennius
indignātus quod Nasῑca tam aperte mentiebātur: “Quid?” inquit “Ego non cognosco
vocem tuam?” Visne scire quid Nasῑca responderit? “Homo es impudens. Ego cum te
quaererem, ancillae tuae credidi te domi non esse; tu mihi ipsi non credis?”
Όταν ο Πόπλιος Κορνήλιος Νασικάς είχε πάει στον Έννιο τον ποιητή και (όταν)
σ’ αυτόν που (ο οποίος) από την πόρτα ζητούσε τον Έννιο, η υπηρέτρια είχε πει
ότι αυτός δεν ήταν στο σπίτι, ο Νασικάς κατάλαβε ότι εκείνη είχε πει αυτό με
διαταγή του αφεντικού (της) και ότι εκείνος ήταν μέσα. Μάθε τώρα τι έκανε
αργότερα ο Νασικάς. Μετά από λίγες μέρες, όταν ο Έννιος είχε έρθει στον Νασικά
και τον ζητούσε από την πόρτα, ο Νασικάς φώναξε δυνατά ότι δεν ήταν στο σπίτι,
αν και ήταν στο σπίτι. Τότε ο Έννιος αγανακτισμένος επειδή (που) ο Νασικάς τόσο
φανερά ψευδόταν είπε: «Τι (λοιπόν) (λες ή συμβαίνει); Εγώ δεν αναγνωρίζω τη
φωνή σου;» Μήπως θέλεις να μάθεις τι (του) απάντησε ο Νασικάς; «Είσαι αναιδής
άνθρωπος. Εγώ όταν σε ζητούσα, πίστεψα την υπηρέτριά σου ότι εσύ δεν ήσουν στο
σπίτι. Εσύ δεν πιστεύεις εμένα τον ίδιο;»
LECTIO ΧΧV: ΠΩΣ ΕΝΑ ΣΥΚΟ ΣΤΑΘΗΚΕ ΑΦΟΡΜΗ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ Η ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ
Cato attulit quodam die in curiam ficum praecocem ex
Carthagine ostendensque patribus «Interrogo vos» inquit «quando hanc ficum
decerptam esse putetis ex arbore». Cum omnes recentem esse dixissent, «Atqui
ante tertium diem» inquit «scitote decerptam esse Carthagine. Tam prope a muris
habemus hostem! Itaque cavete periculum, tutamini patriam. Opibus urbis nolite
confidere. Fiduciam, quae nimia vobis est, deponite. Neminem credideritis
patriae consulturum esse, nisi vos ipsi patriae consulueritis. Mementote rem
publicam in extremo discrimine quondam fuisse!» Statimque sumptum est Punicum
bellum tertium, quo Carthago deleta est.
Κάποια μέρα ο Κάτωνας έφερε στο βουλευτήριο (ή: στη Σύγκλητο) ένα πρώιμο
σύκο από την Καρχηδόνα και ενώ το έδειχνε (ή: δείχνοντάς το) στους Συγκλητικούς
«Σας ρωτώ», είπε «πότε νομίζετε πως αυτό το σύκο κόπηκε από το δέντρο». Όταν
όλοι απάντησαν πως ήταν φρέσκο, «Κι όμως πριν από τρεις μέρες» είπε «μάθετε πως
κόπηκε στην Καρχηδόνα. Τόσο κοντά στα τείχη έχουμε τον εχθρό! Φυλαχτείτε λοιπόν
από τον κίνδυνο, προστατέψτε την πατρίδα. Μην έχετε εμπιστοσύνη στις δυνάμεις
της πόλης. Να αποβάλετε την αυτοπεποίθηση που είναι υπερβολική σε σας. Μην
πιστέψετε πως θα ενδιαφερθεί (ή:φροντίσει) κανείς για την πατρίδα, αν εσείς οι
ίδιοι δεν φροντίσετε για την πατρίδα. Θυμηθείτε ότι κάποτε η πολιτεία βρέθηκε
στον έσχατο κίνδυνο!». Κι αμέσως άρχισε ο τρίτος Καρχηδονιακός πόλεμος, στη
διάρκεια του οποίου καταστράφηκε η Καρχηδόνα.
LECTIO ΧΧVΙ: Ο ΠΛΙΝΙΟΣ ΑΝΑΓΓΕΛΛΕΙ ΕΝΑ ΘΛΙΒΕΡΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
C. Plinius Marcellino suo salutem.
Tristissimus haec tibi scribo: Fundani nostri filia minor
mortua est. Ea puella nihil umquam festivius, nihil amabilius nec longiore vita
dignius vidi. Nondum annos XIII impleverat, et iam illi anilis prudentia,
matronalis gravitas erat et tamen suavitas puellaris. Ut illa patris cervicibus
inhaerebat! ut nos amicos paternos et amanter et modeste complectebatur! ut
nutrices, ut paedagogos, ut praeceptores diligebat! quam studiose, quam
intellegenter lectitabat! ut parce ludebat! Qua illa patientia, qua etiam
constantia novissimam valetudinem tulit!
Ο Γάιος Πλίνιος στέλνει τις ευχές του στον (φίλο του) Μαρκελλίνο.
Πάρα πολύ λυπημένος σου γράφω αυτά. Πέθανε η μικρότερη κόρη του Φουνδανού μας
(του φίλου μας Φουνδανού). Από αυτό το κορίτσι ποτέ δεν είδα τίποτα πιο
πρόσχαρο, τίποτα πιο αξιαγάπητο, ούτε αξιότερο για πιο μακρόχρονη ζωή (να ζήσει
περισσότερα χρόνια). Ακόμη δεν είχε συμπληρώσει τα δεκατρία της χρόνια, και ήδη
διέθετε γεροντική σύνεση, σοβαρότητα που ταιριάζει σε δέσποινα, αλλά και (ή
όμως μαζί με) κοριτσίστικη γλυκύτητα. Πώς κρεμιόταν από τον λαιμό του πατέρα
της! Πώς αγκάλιαζε εμάς, τους φίλους του πατέρα της, και με αγάπη και με
σεμνότητα! Πώς αγαπούσε τις τροφούς, πώς τους παιδαγωγούς πώς τους δασκάλους
της! Με πόση επιμέλεια, με πόσο νόημα (πόση εξυπνάδα) και προθυμία συχνά
διάβαζε! Πόσο συγκρατημένα έπαιζε! Με πόση υπομονή, κι ακόμη, με πόση εγκαρτέρηση
υπέμεινε την τελευταία της αρρώστια!
LECTIO ΧΧVII: ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΩΡΙΜΑΖΕΙ ΟΠΩΣ ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ
Cum Accius ex urbe Roma Tarentum venisset, ubi Pacuvius
grandi iam aetate recesserat, devertit ad eum. Accius, qui multo minor natu
erat, tragoediam suam, cui «Atreus» nomen est, ei desideranti legit. Tum
Pacuvius dixit sonora quidem esse et grandia quae scripsisset, sed videri tamen
ea sibi duriora et acerbiora. «Ita est» inquit Accius «ut dicis; neque id me
sane paenitet; meliora enim fore spero, quae deinceps scribam. Nam quod in
pomis est, idem esse aiunt in ingeniis: quae dura et acerba nascuntur, post
fiunt mitia et iucunda; sed quae gignuntur statim vieta et mollia, non matura
mox fiunt sed putria».
Όταν ο Άκκιος είχε έλθει από την πόλη Ρώμη στον Τάραντα, όπου ο Πακούβιος
σε μεγάλη πια ηλικία είχε αποσυρθεί, κατέλυσε σε αυτόν. Ο Άκκιος, ο οποίος ήταν
πολύ μικρότερος στην ηλικία, διάβασε σε αυτόν, επειδή το επιθυμούσε, την
τραγωδία του, της οποίας το όνομα είναι «Ατρέας». Τότε ο Πακούβιος είπε ότι
ήταν βέβαια ηχηρά και μεγάλα όσα είχε γράψει, αλλά όμως ότι του φαίνονταν κάπως
τραχιά και πικρά. «Έτσι είναι» είπε ο Άκκιος «όπως λες˙ και δεν μετανιώνω
βέβαια καθόλου γι’ αυτό˙ διότι ελπίζω, ότι θα είναι καλύτερα αυτά που θα γράψω
στη συνέχεια. Γιατί αυτό που συμβαίνει στους καρπούς, το ίδιο λένε ότι
συμβαίνει και στα πνεύματα: αυτοί που γεννιούνται σκληροί και πικροί ύστερα
γίνονται γλυκείς και ευχάριστοι˙ αλλά αυτοί που γεννιούνται από την αρχή
μαραμένοι και μαλακοί, δεν ωριμάζουν αργότερα αλλά σαπίζουν».
LECTIO ΧΧVIII: ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΕΝΟΣ ΔΡΑΠΕΤΗ ΔΟΥΛΟΥ
Aesopi nostri Licinus servus tibi notus Roma Athenas
fugit. Is Athenis apud Patronem Epicureum paucos menses pro libero fuit, inde
in Asiam abiit. Postea Plato quidam Sardianus, cum eum fugitivum esse ex Aesopi
litteris cognovisset, hominem comprehendit et in custodiam Ephesi tradidit. Tu
hominem investiga, quaeso, summaque diligentia vel Romam mitte vel Epheso
rediens tecum deduc. Noli spectare quanti homo sit. Parvi enim preti est, qui
tam nihili est. Sed, propter servi scelus et audaciam, tanto dolore Aesopus est
adfectus, ut nihil ei gratius possit esse quam recuperatio fugitivi.
Ο Λίκινος, ο δούλος του Αισώπου μας, γνωστός σε εσένα, δραπέτευσε/ έφυγε
από τη Ρώμη στην Αθήνα. Αυτός έζησε στην Αθήνα, κοντά στον Πάτρωνα τον
Επικούρειο, λίγους μήνες ως ελεύθερος, από εκεί έφυγε στην Ασία. Αργότερα
κάποιος Πλάτωνας από τις Σάρδεις, όταν κατάλαβε από την επιστολή του Αισώπου
ότι αυτός ήταν δραπέτης, συνέλαβε τον άνθρωπο και τον παρέδωσε στη φυλακή στην
Έφεσο. Εσύ, παρακαλώ, αναζήτησε τα ίχνη του ανθρώπου και με την πιο μεγάλη
φροντίδα είτε στείλε αυτόν στη Ρώμη είτε φερ’ τον μαζί σου καθώς επιστρέφεις
από την Έφεσο. Να μην σε απασχολήσει πόσο κοστίζει ο άνθρωπος. Γιατί είναι
μικρής αξίας, όποιος είναι τόσο τιποτένιος (τέτοιος μασκαράς). Αλλά, εξαιτίας
της ελεεινής πράξης και του θράσους του δούλου, ο Αίσωπος τόσο πολύ οργίστηκε,
ώστε τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι πιο ευχάριστο σε αυτόν από την επανάκτηση
του δραπέτη.
LECTIO ΧΧIX: Ο ΟΚΤΑΒΙΑΝΟΣ, Ο ΠΑΠΟΥΤΣΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΡΑΚΙ
Cum Octavianus post victoriam Actiacam Romam rediret,
homo quidam ei occurrit corvum tenens; eum instituerat haec dicere: «Ave, Caesar,
victor imperator». Caesaris multum interfuit corvum emere; itaque viginti
milibus sestertium eum emit. Id exemplum sutorem quendam incitavit, ut corvum
doceret parem salutationem. Diu operam frustra impendebat; quotiescumque avis
non respondebat, sutor dicere solebat «Oleum et operam perdidi». Tandem corvus
salutationem didicit et sutor, cupidus pecuniae, eum Caesari attulit. Audita
salutatione Caesar dixit: «Domi satis salutationum talium audio». Tum venit
corvo in mentem verborum domini sui: «Oleum et operam perdidi». Ad haec verba
Augustus risit emitque avem tanti, quanti nullam adhuc emerat.
Καθώς (ή: όταν) ο Οκταβιανός επέστρεφε στη Ρώμη μετά τη νίκη του στο Άκτιο, πήγε να τον συναντήσει κάποιος άνθρωπος που κρατούσε(κρατώντας) ένα κοράκι Το είχε διδάξει να λέει τα εξής: «Χαίρε, Καίσαρα, νικητή στρατηγέ». Ο Καίσαρας ενδιαφέρθηκε πολύ να αγοράσει το κοράκι˙ το αγόρασε λοιπόν για είκοσι χιλιάδες σηστερτίους. Το παράδειγμα αυτό παρακίνησε κάποιον παπουτσή να μάθει/να διδάξει τον ίδιο χαιρετισμό σ’ ένα κοράκι. Για πολύ καιρό κόπιαζε μάταια˙ κάθε φορά που το πουλί δεν απαντούσε, ο παπουτσής συνήθιζε να λέει: «Κρίμα στον κόπο μου (ή: έχασα το λάδι και τον κόπο μου)». Επιτέλους το κοράκι έμαθε τον χαιρετισμό και ο παπουτσής θέλοντας να κερδίσει χρήματα, το έφερε στον Καίσαρα. Όταν άκουσε τον χαιρετισμό, ο Καίσαρας είπε: «Στο σπίτι ακούω αρκετούς τέτοιους χαιρετισμούς». Τότε το κοράκι θυμήθηκε (ή: τότε ήρθαν στο νου του κορακιού) τα λόγια του κυρίου του: «Κρίμα στον κόπο μου (ή: έχασα το λάδι και τον κόπο μου)». Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο Αύγουστος γέλασε και αγόρασε το πουλί για τόσο (μεγάλο ποσό), για όσο δεν είχε αγοράσει κανένα (πουλί) μέχρι τότε.
LECTIO ΧΧX: Ο ΛΙΚΙΝΙΟΣ ΜΟΥΡΗΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΗΘΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
Hic vero, iudices, et fuit in Asia et viro fortissimo
patri suo, magno adiumento in periculis, solacio in laboribus, gratulationi in
victoria fuit. Et si habet Asia suspicionem quandam luxuriae, Murenam laudare
debemus, quod Asiam vidit sed in Asia continenter vixit. Quam ob rem
accusatores non Asiae nomen Murenae obiecerunt, ex qua laus familiae, memoria
generi, honos et gloria nomini constituta est, sed aliquod flagitium ac dedecus
aut in Asia susceptum aut ex Asia deportatum. Meruisse vero stipendia in eo
bello virtutis fuit; patre imperatore libentissime meruisse pietatis fuit;
finem stipendiorum patris victoriam ac triumphum fuisse felicitatis fuit.
Αυτός όμως, (κύριοι) δικαστές, και βρέθηκε (έζησε) στην Ασία και έναν πολύ
γενναίο άνδρα, τον πατέρα του, βοήθησε πολύ στους κινδύνους, παρηγόρησε στις
ταλαιπωρίες, συγχάρηκε στη νίκη. Και αν η Ασία έχει κάποια υποψία τρυφής,
οφείλουμε να επαινέσουμε τον Μουρήνα, επειδή είδε την Ασία, αλλά έζησε στην
Ασία με εγκράτεια. Γι’ αυτόν τον λόγο οι κατήγοροι δεν απέδωσαν μομφή στον
Μουρήνα για το όνομα “Ασία”, από την οποία δημιουργήθηκε έπαινος για την
οικογένεια, υστεροφημία για τη γενιά, τιμή και δόξα για το όνομά (του), αλλά
(τον κατηγόρησαν για) κάποιο όνειδος και ντροπή, που είτε (του) φορτώθηκε στην
Ασία είτε έφερε μαζί του από την Ασία. Το ότι όμως υπηρέτησε τη θητεία σε αυτόν
τον πόλεμο υπήρξε δείγμα ανδρείας· το ότι υπηρέτησε με πολύ μεγάλη προθυμία
(στον στρατό), ενώ ο πατέρας του ήταν στρατηγός, υπήρξε δείγμα σεβασμού· το ότι
το τέλος της θητείας (του) συνέπεσε με τη νίκη και τον θρίαμβο του πατέρα
(του), υπήρξε δείγμα καλής τύχης.
LECTIO ΧΧXI: Η ΓΕΝΝΑΙΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΕΙ ΠΑΝΤΑ ΣΕ ΚΑΛΟ
Bello Latino T. Manlius consul nobili genere natus exercitui Romanorum
praefuit. Is cum aliquando castris abiret, edixit ut omnes pugna abstinerent.
Sed paulo post filius eius castra hostium praeterequitavit et a duce hostium
his verbis proelio lacessitus est: «Congrediamur, ut singularis proelii eventu
cernatur, quanto miles Latinus Romano virtute antecellat». Tum adulescens,
viribus suis confisus et cupiditate pugnandi permotus, iniussu consulis in
certamen ruit; et fortior hoste, hasta eum transfixit et armis spoliavit.
Statim hostes fuga salutem petiverunt. Sed consul, cum in castra revertisset,
adulescentem, cuius opera hostes fugati erant, morte multavit.
Στον Λατινικό πόλεμο, ο Τίτος Μάνλιος, ύπατος, που καταγόταν από
αριστοκρατική γενιά, είχε την αρχηγία του στρατού των Ρωμαίων. Αυτός, όταν
κάποτε έφευγε από το στρατόπεδο, διέταξε να απέχουν όλοι από τη μάχη. Αλλά,
λίγο αργότερα, ο γιος του πέρασε έφιππος μπροστά από το στρατόπεδο των εχθρών
και προκλήθηκε σε μάχη από τον αρχηγό των εχθρών με αυτά τα λόγια: «Ας
μονομαχήσουμε, για να κριθεί από την έκβαση της μονομαχίας πόσο ο Λατίνος
στρατιώτης ξεπερνά τον Ρωμαίο σε ανδρεία». Τότε ο νεαρός, έχοντας εμπιστοσύνη
στις δυνάμεις του και παρακινημένος από την επιθυμία του για μάχη, όρμησε στον
αγώνα αντίθετα με την διαταγή του υπάτου· και γενναιότερος από τον εχθρό, τον
διαπέρασε με το δόρυ και τον γύμνωσε από τα όπλα. Αμέσως οι εχθροί ζήτησαν τη
σωτηρία στη φυγή. Αλλά ο ύπατος, όταν επέστρεψε στο στρατόπεδο, τιμώρησε με
θάνατο τον νεαρό, με τις ενέργειες του οποίου (χάρη στον οποίο) οι εχθροί είχαν
τραπεί σε φυγή.
LECTIO ΧΧXII: ΈΝΑΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Pleni omnes sunt libri, plenae sapientium voces, plena
exemplorum vetustas; quae iacerent in tenebris omnia, nisi litterarum lumen
accederet. Quam multas imagines fortissimorum virorum - non solum ad intuendum,
verum etiam ad imitandum - scriptores et Graeci et Latini nobis reliquerunt!
Quas ego, cupidus bene gerendi et administrandi rem publicam, semper mihi
proponebam. Colendo et cogitando homines excellentes animum et mentem meam
conformabam. Sic enim -laudem et honestatem solum expetendo, omnes cruciatus
corporis et omnia pericula mortis parvi esse ducendo - me pro salute vestra in
tot ac tantas dimicationes obicere potui.
Γεμάτα είναι όλα τα βιβλία, γεμάτοι οι λόγοι των σοφών, γεμάτη η αρχαιότητα
από παραδείγματα/πρότυπα (υποδειγματικής συμπεριφοράς)˙ όλα αυτά θα βρίσκονταν
στο σκοτάδι, αν δεν τα συνόδευε το φως των γραμμάτων. Πόσο πολλές εικόνες
γενναιοτάτων ανδρών μας κληροδότησαν οι συγγραφείς και οι Έλληνες και οι
Λατίνοι - όχι μόνο για να τις ατενίζουμε αλλά και για να τις μιμούμαστε! Αυτές
εγώ, επιθυμώντας (ή: στην επιθυμία μου) να διοικήσω σωστά και να διαχειριστώ
την πολιτεία, τις έβαζα πάντοτε μπροστά μου ως παραδείγματα. Με το να λατρεύω
και να αναλογίζομαι τους έξοχους άνδρες διέπλαθα την ψυχή και τον νου μου.
Γιατί έτσι - με το να επιδιώκω δηλαδή μόνο τον έπαινο και την τιμή, με το να
θεωρώ ότι έχουν μικρή αξία όλα τα βάσανα του σώματος και όλοι οι θανάσιμοι κίνδυνοι
- μπόρεσα να ριχτώ σε τόσους πολλούς και τόσο μεγάλους αγώνες για τη δική σας
σωτηρία.
LECTIO XXXIII: ΚΑΙΡΟΣ ΓΙΑ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ
Omnia sunt excitanda tibi uni, C. Caesar, quae iacere
sentis perculsa atque prostrata impetu belli ipsius, quod necesse fuit:
constituenda iudicia, revocanda fides, comprimendae libidines, propaganda
suboles; omnia quae dilapsa iam diffluxerunt, severis legibus vincienda sunt.
In tanto civili bello, in tanto ardore animorum et armorum, quassata res
publica multa perdidit et ornamenta dignitatis et praesidia stabilitatis suae;
multaque uterque dux fecit armatus, quae idem togatus fieri prohibuisset. Quare
subveniendum reipublicae est et omnia nunc belli vulnera tibi sananda sunt,
quibus praeter te mederi nemo potest.
Όλα πρέπει να ανασυγκροτηθούν/αποκατασταθούν από σένα μόνο, Γάιε Καίσαρα,
όσα ξέρεις ότι κείτονται αναποδογυρισμένα (ή καταλυμένα) και ριγμένα κάτω από
τη λαίλαπα του ίδιου του πολέμου, πράγμα που υπήρξε αναγκαίο/ αναπόφευκτο (ή
που υπήρξε αναγκαίος): πρέπει να αναδιοργανωθούν τα δικαστήρια (ή να
αναδιοργανωθεί η δικαιοσύνη), πρέπει να αποκατασταθεί η εμπορική πίστη, πρέπει
να χαλιναγωγηθούν τα πάθη, πρέπει να επιδιωχθεί η αύξηση του πληθυσμού· όλα
όσα, αφού κατέρρευσαν, καταλύθηκαν πια, πρέπει να στερεωθούν με αυστηρούς
νόμους. Σε έναν τόσο μεγάλο (ή φοβερό) εμφύλιο πόλεμο, μέσα στο τόσο μεγάλο
πάθος των ψυχών και των όπλων, η ρημαγμένη πολιτεία έχασε και πολλά διακριτικά
του κύρους και (πολλά) στηρίγματα της σταθερότητάς της· και πολλά έκανε και ο
ένας και ο άλλος αρχηγός στον πόλεμο, τα οποία ο ίδιος θα είχε εμποδίσει να
γίνουν (ή να συμβούν) στην ειρήνη (ή σε περίοδο ειρήνης). Επομένως, πρέπει να
βοηθηθεί η πολιτεία και πρέπει να θεραπευτούν τώρα από σένα όλα τα τραύματα (ή
όλες οι πληγές) του πολέμου, τα οποία (ή τις οποίες) κανείς εκτός από σένα δεν
μπορεί να γιατρέψει.
Η μετάφραση του
κειμένου μπορεί να γίνει και σε ενεργητική φωνή:
Εσύ και μόνο (ή εσύ είσαι ο μόνος που), Γάιε
Καίσαρα, πρέπει να ανασυγκροτήσεις/ αποκαταστήσεις όλα όσα ξέρεις ότι κείτονται
αναποδογυρισμένα (ή καταλυμένα) και ριγμένα κάτω από τη λαίλαπα του ίδιου του
πολέμου, πράγμα που υπήρξε αναγκαίο/ αναπόφευκτο (ή που υπήρξε αναγκαίος):
πρέπει να αναδιοργανώσεις τα δικαστήρια (ή τη δικαιοσύνη), πρέπει να
αποκαταστήσεις την εμπορική πίστη, πρέπει να χαλιναγωγήσεις τα πάθη, πρέπει να
επιδιώξεις την αύξηση του πληθυσμού· όλα όσα, αφού κατέρρευσαν, καταλύθηκαν
πια, πρέπει να στερεώσεις με αυστηρούς νόμους. Σε έναν τόσο μεγάλο (ή φοβερό)
εμφύλιο πόλεμο, μέσα στο τόσο μεγάλο πάθος των ψυχών και των όπλων, η ρημαγμένη
πολιτεία έχασε και πολλά διακριτικά του κύρους και (πολλά) στηρίγματα της
σταθερότητάς της· και πολλά έκανε και ο ένας και ο άλλος αρχηγός στον πόλεμο,
τα οποία ο ίδιος θα είχε εμποδίσει να γίνουν (ή να συμβούν) στην ειρήνη (ή σε
περίοδο ειρήνης). Επομένως, πρέπει να βοηθήσεις την πολιτεία και πρέπει να
θεραπεύσεις τώρα όλα τα τραύματα (ή όλες τις πληγές) του πολέμου, τα οποία (ή
τις οποίες) κανείς εκτός από σένα δεν μπορεί να γιατρέψει.
LECTIO ΧΧXIV: Ο ΣΚΙΠΙΩΝΑΣ Ο ΑΦΡΙΚΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΑΡΧΟΙ
Cum Africanus in Literno esset, complures praedonum duces
forte salutatum ad eum venerunt. Tum Scipio, cum se ipsum captum venisse eos
existimasset, praesidium domesticorum in tecto conlocavit. Quod ut praedones
animadverterunt, abiectis armis ianuae appropinquaverunt et clara voce Scipioni
nuntiaverunt (incredibile auditu!) virtutem eius admiratum se venisse. Haec
postquam domestici Scipioni rettulerunt, is fores reserari eosque intromitti
iussit. Praedones postes ianuae tamquam sanctum templum venerati sunt et cupide
Scipionis dextram osculati sunt. Cum ante vestibulum dona posuissent, quae
homines deis immortalibus consecrare solent, domum reverterunt.
Όταν ο Αφρικανός βρισκόταν στο Λίτερνο, αρκετοί αρχηγοί ληστών τυχαία ήρθαν
σ’ αυτόν για να τον χαιρετίσουν επίσημα. Τότε ο Σκιπίωνας, επειδή νόμισε ότι
αυτοί είχαν έρθει για να συλλάβουν αυτόν τον ίδιο, εγκατέστησε στο σπίτι φρουρά
από δούλους του σπιτιού (οικιακούς). Μόλις παρατήρησαν αυτό οι ληστές, αφού
πέταξαν μακριά τα όπλα, πλησίασαν την πόρτα και με δυνατή φωνή ανήγγειλαν στον
Σκιπίωνα (απίστευτο στο άκουσμα!) ότι είχαν έρθει για να θαυμάσουν την ανδρεία
του. Όταν οι δούλοι μετέφεραν αυτά στον Σκιπίωνα, αυτός διέταξε να ανοιχθούν οι
πόρτες και να μπουν αυτοί μέσα (να ανοίξουν τις πόρτες και να τους
οδηγήσουν/βάλουν μέσα). Οι ληστές προσκύνησαν τις παραστάδες της πόρτας σαν
ιερό ναό και φίλησαν με πάθος το δεξί χέρι του Σκιπίωνα. Αφού άφησαν μπροστά
στην είσοδο δώρα, τα οποία οι άνθρωποι συνηθίζουν να προσφέρουν στους αθάνατους
θεούς, επέστρεψαν στην πατρίδα (τους).
LECTIO XXXV: Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΔΕΙΝΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ
Unum fuisse Homero servum, tres Platoni, nullum Zenoni tradunt. Nemo vero eos
miseretur, quod infeliciter vixerint. Menenius Agrippa, qui inter patres ac
plebem publicae gratiae sequester fuit, aere collato funeratus est. Atilius
Regulus, cum Poenos in Africa funderet, ad senatum scripsit mercenarium suum
discessisse et ab eo desertum esse rus; id senatui publice curari placuit,
quoniam Regulus aberat. Scipionis filiae ex aerario dotem acceperunt, quia
nihil illis reliquerat pater. Aequum mehercule erat populum Romanum tributum
Scipioni conferre, cum a Carthagine semper tributum ipse exigeret. Ο felices
viros puellarum, quibus populus Romanus loco soceri fuit!
Λένε (αναφέρουν) πως ο Όμηρος είχε έναν δούλο, τρεις ο Πλάτωνας, κανέναν ο
Ζήνωνας. Κανείς όμως ας μην τους λυπηθεί, επειδή τάχα έζησαν στη δυστυχία. Ο
Μενήνιος Αγρίππας, ο οποίος ήταν μεσολαβητής για την κοινή συμφιλίωση ανάμεσα
στους πατρίκιους και στους πληβείους, κηδεύτηκε με έρανο. Ο Ατίλιος Ρήγουλος,
όταν έτρεπε σε φυγή τους Καρχηδονίους στην Αφρική, έγραψε στη Σύγκλητο ότι είχε
φύγει ο μισθωτός εργάτης του κι είχε εγκαταλειφθεί το χωράφι του απ’ αυτόν•η
Σύγκλητος αποφάσισε να αναλάβει το κράτος τη φροντίδα του αγρού, επειδή ο
Ρήγουλος απουσίαζε. Οι κόρες του Σκιπίωνα πήραν προίκα από το δημόσιο ταμείο,
επειδή ο πατέρας (τους) δεν είχε αφήσει τίποτα σε εκείνες. Δίκαιο ήταν, μα τον
Ηρακλή, ο ρωμαϊκός λαός να πληρώσει φόρο στον Σκιπίωνα, αφού ο ίδιος εισέπραττε
μόνιμα φόρο από την Καρχηδόνα. Ευτυχισμένοι οι άντρες των κοριτσιών, για τους
οποίους ο ρωμαϊκός λαός πήρε τη θέση του πεθερού τους!
LECTIO ΧΧXVI:
ΜΙΑ ΑΠΟΠΕΙΡΑ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑΣ
Manius Curius Dentatus maxima frugalitate utebatur, quo facilius divitias
contemnere posset. Die quodam Samnitium legati ad eum venerunt. Ille se in
scamno assidentem apud focum et ex ligneo catillo cenantem eis spectandum
praebuit. Samnitium divitias contempsit et Samnites paupertatem eius mirati
sunt. Nam cum ad eum magnum pondus auri publice missum attulissent, ut eo
uteretur, vultum risu solvit et protinus dixit: “Supervacaneae, ne dicam
ineptae, legationis ministri, narrate Samnitibus Manium Curium malle
locupletibus imperare quam ipsum fieri locupletem; et mementote me nec acie
vinci nec pecunia corrumpi posse”.
Ο Μάνιος Κούριος Δεντάτος ήταν πάρα πολύ ολιγαρκής, για να μπορεί να
περιφρονεί ευκολότερα τα πλούτη. Κάποια μέρα ήρθαν σ΄ αυτόν απεσταλμένοι των
Σαμνιτών. Εκείνος παρουσιάστηκε σ΄ αυτούς για να τον δουν να κάθεται σε ένα
σκαμνί δίπλα στη φωτιά και να τρώει από (ένα) ξύλινο πιάτο. Περιφρόνησε τα
πλούτη των Σαμνιτών και οι Σαμνίτες θαύμασαν τη φτώχια του. Όταν δηλαδή σ΄
αυτόν είχαν προσφέρει (ή προσέφεραν) πολύ χρυσάφι (ή μεγάλο βάρος χρυσού),
σταλμένο από το δημόσιο ταμείο, για να το χρησιμοποιήσει, χαλάρωσε το πρόσωπό
(του) με γέλιο και αμέσως είπε: «Μέλη (ή πρεσβευτές) της περιττής, για να μην
πω της ανόητης, πρεσβείας, πείτε στους Σαμνίτες ότι ο Μάνιος Κούριος προτιμά να
εξουσιάζει τους πλούσιους παρά να γίνει ο ίδιος πλούσιος˙ και θυμηθείτε ότι εγώ
δεν είναι δυνατόν ούτε στη μάχη να νικηθώ ούτε με χρήματα να διαφθαρώ».
LECTIO ΧΧXVII: Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΩΝ ΕΜΦΥΛΙΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ
In eum locum res deducta est, ut, nisi qui deus vel casus aliqui subvenerit,
salvi esse nequeamus. Equidem, ut veni ad urbem, non destiti omnia et sentire
et dicere et facere, quae ad concordiam pertinerent; sed tantus furor omnes
invaserat, ut pugnare cuperent, etsi ego clamabam nihil esse bello civili
miserius. Omnia sunt misera in bellis civilibus, sed nihil miserius quam ipsa
victoria: ea victores ferociores impotentioresque reddit, ut, etiamsi natura
tales non sint, necessitate esse cogantur. Bellorum enim civilium exitus tales
sunt semper, ut non solum ea fiant, quae velit victor, sed etiam ut victor
obsequatur iis, quorum auxilio victoria parta sit.
Σε τέτοιο σημείο έχουν οδηγηθεί τα πράγματα, ώστε, αν δεν βοηθήσει κάποιος
θεός ή κάποιο τυχαίο περιστατικό, δεν θα μπορέσουμε να σωθούμε. Εγώ βέβαια,
μόλις ήρθα στην πόλη, δεν σταμάτησα και να πιστεύω και να λέω και να κάνω όλα
όσα στόχευαν στην ομόνοια˙ αλλά τόση μεγάλη μανία τους είχε πιάσει όλους, ώστε
να επιθυμούν να μάχονται (ή: να πολεμούν), αν και εγώ φώναζα ότι τίποτα δεν
είναι πιο άθλιο (ή: αξιοθρήνητο) από τον εμφύλιο πόλεμο. Στους εμφύλιους
πολέμους όλα είναι αξιοθρήνητα, αλλά τίποτα (δεν είναι) πιο αξιοθρήνητο από την
ίδια τη νίκη: αυτή κάνει τους νικητές αγριότερους και πιο αχαλίνωτους (απ’ ό,
τι συνήθως), ώστε, ακόμη κι αν δεν είναι τέτοιοι από τη φύση τους, να πιέζονται
από ανάγκη να γίνουν. Πράγματι, τα αποτελέσματα (η έκβαση) των εμφυλίων πολέμων
είναι πάντοτε τέτοια, ώστε να γίνονται όχι μόνο αυτά που θέλει ο νικητής, αλλά
ώστε ακόμη να κάνει ο νικητής το χατίρι αυτών, με τη βοήθεια των οποίων
κερδήθηκε η νίκη.
LECTIO ΧΧXVIII: Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΚΑΙΚΙΛΙΑΣ
Caecilia, uxor Metelli, dum more prisco omen nuptiale
petit filiae sororis, ipsa fecit omen. Nam in sacello quodam nocte cum sororis
filia persedebat expectabatque dum aliqua vox congruens proposito audiretur.
Tandem puella, longa mora standi fessa, rogavit materteram, ut sibi paulisper
loco cederet. Tum Caecilia puellae dixit: “ego libenter tibi mea sede cedo”.
Hoc dictum paulo post res ipsa confirmavit. Nam mortua est Caecilia, quam
Metellus, dum vixit, multum amavit; postea is puellam in matrimonium duxit.
Η Καικιλία, η σύζυγος του Μετέλλου, ενώ επιδίωκε την εμφάνιση κάποιου
γαμήλιου οιωνού για την κόρη της αδελφής της σύμφωνα με τις πατροπαράδοτες
συνήθειες, δημιούργησε η ίδια οιωνό. Μια νύχτα δηλαδή καθόταν με την κόρη της
αδελφής (της) σε κάποιο μικρό ιερό και περίμενε μέχρις ότου ακουστεί κάποια
φωνή που να ανταποκρινόταν στον σκοπό τους. Τελικά η κοπέλα, κουρασμένη από την
πολλή ορθοστασία, ζήτησε από τη θεία (της) να της παραχωρήσει για λίγο τη θέση
της. Τότε η Καικιλία είπε στην κοπέλα: «εγώ ευχαρίστως σου παραχωρώ τη θέση
μου». Αυτόν τον λόγο λίγο αργότερα επιβεβαίωσε η ίδια η πραγματικότητα. Πέθανε
δηλαδή η Καικιλία, την οποία ο Μέτελλος, όσο ζούσε, την αγαπούσε πολύ· αργότερα
αυτός νυμφεύθηκε την κοπέλα (οδήγησε την κοπέλα σε γάμο).
LECTIO XXXIX: ΕΝΑ ΠΡΟΤΥΠΟ ΙΔΑΝΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Sapientem nec paupertas nec dolor prohibet, nec eae res,
quae imperitos avertunt et praecipites agunt. Tu illum premi putas malis?
Utitur! Non ex ebore tantum Phidias sciebat facere simulacra; ex aere quoque
faciebat. Si marmor illi obtulisses, si viliorem materiam, fecisset tale, quale
ex illa fieri optimum posset. Eodem modo sapiens virtutem, si licebit, in
divitiis explicabit, si minus, in paupertate; si poterit, in patria, si minus,
in exilio; si poterit, imperator, si minus, miles; si poterit, integer, si
minus, debilis. Quamcumque fortunam acceperit, aliquid ex illa memorabile efficiet.
Ούτε η φτώχια ούτε η θλίψη/λύπη εμποδίζει τον σοφό, ούτε αυτά τα πράγματα,
τα οποία βγάζουν από τον δρόμο τους άπειρους και τους γκρεμοτσακίζουν
(σπρώχνουν/ρίχνουν με το κεφάλι στον γκρεμό όσους δεν έχουν πείρα). Εσύ
νομίζεις ότι αυτός καταβάλλεται από τις συμφορές; (Αντίθετα), τις χρησιμοποιεί!
Ο Φειδίας δεν ήξερε να φτιάχνει αγάλματα μόνο από ελεφαντόδοτο. έκανε επίσης
(κι) από χαλκό. Εάν έδινες σε εκείνον μάρμαρο, εάν (έδινες σε εκείνον)
ευτελέστερο (ή πιο ταπεινό) υλικό, θα έκανε τέτοιο (άγαλμα),το όποιο θα
μπορούσε να γίνει άριστο από εκείνο (το υλικό). Με τον ίδιο τρόπο ο σοφός θα
δείξει (ή θα εκφράσει) την αρετή στα πλούτη, αν μπορέσει, εάν όχι (ή
διαφορετικά), στη φτώχια• εάν μπορέσει στην πατρίδα, εάν όχι (ή διαφορετικά),
στην εξορία• εάν μπορέσει ως στρατηγός, εάν όχι (ή διαφορετικά), ως στρατιώτης•
εάν μπορέσει ως αρτιμελής, εάν όχι (ή διαφορετικά), ως αδύναμος/ανάπηρος. Όποια
τύχη κι αν του λάχει (ή οποιαδήποτε τύχη κι αν δεχτεί), θα δημιουργήσει από
εκείνη κάτι αξιομνημόνευτο.
LECTIO ΧL: ΑΚΛΟΝΗΤΗ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΙΣ ΑΠΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΔΙΚΤΑΤΟΡΑ
Sulla, occupata urbe, senatum armatus coegerat ut C.
Marius quam celerrime hostis iudicaretur. Cuius voluntati nemo obviam ire
audebat; solus Quintus Mucius Scaevola augur de hac re interrogatus sententiam
dicere noluit. Quin etiam cum Sulla minitans ei instaret, dixit is Sullae: «Licet
mihi ostendas agmina militum, quibus curiam circumsedisti; licet mortem
miniteris, numquam tamen ego hostem iudicabo Marium. Etsi senex et corpore
infirmo sum, semper tamen meminero urbem Romam et Italiam a Mario conservatam
esse.
Ο Σύλλας, αφού κατέλαβε την πόλη (Ρώμη), είχε συγκαλέσει ένοπλος τη
Σύγκλητο, για να κηρυχθεί ο Γ. Μάριος όσο το δυνατόν γρηγορότερα εχθρός (του
κράτους). Στη θέλησή του κανείς δεν τολμούσε να πάει αντίθετα˙ μόνος ο Κόιντος
Μούκιος Σκαιόλας, ο οιωνοσκόπος, όταν του ζητήθηκε η γνώμη γι’ αυτό το θέμα,
αρνήθηκε να πει επίσημα τη γνώμη του (να ψηφίσει). Κι επιπλέον, όταν ο Σύλλας
τον πίεζε απειλώντας (τον), αυτός είπε στον Σύλλα: "Ακόμη κι αν μου
δείξεις τα αγήματα των στρατιωτών, με τα οποία έχεις περικυκλώσει το
Βουλευτήριο˙ ακόμη κι αν με απειλήσεις με θάνατο, ποτέ όμως εγώ δεν θα κηρύξω
τον Μάριο εχθρό (του κράτους). Αν και είμαι γέρος και με αδύναμο σώμα, πάντοτε
εν τούτοις θα θυμάμαι ότι η πόλη Ρώμη και η Ιταλία σώθηκαν από τον Μάριο".
LECTIO ΧLI: ΜΙΛΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΝ, ΟΧΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΙΛΑΣ
Curius et Fabricius, antiquissimi viri, et his
antiquiores Horatii plane ac dilucide cum suis locuti sunt; non Sicanorum aut
Pelasgorum, qui primi coluisse Italiam dicuntur, sed aetatis suae verbis
utebantur. Tu autem, proinde quasi cum matre Evandri nunc loquaris, sermone
abhinc multis annis iam obsoleto uteris, quod neminem scire atque intellegere
vis, quae dicas. Quin, homo inepte, taces, ut consequaris, quod vis? Sed
antiquitatem tibi placere dicis, quod honesta et bona et modesta sit. Sic ergo
vive, ut viri antiqui, sed sic loquere, ut viri aetatis nostrae; atque id quod
a C. Caesare scriptum est, habe semper in memoria et in pectore: «tamquam
scopulum, sic fugias verbum insolens atque inauditum».
Ο Κούριος και ο Φαβρίκιος, αρχαιότατοι άνδρες, και οι παλαιότεροί τους
Οράτιοι συνομιλούσαν με τους συγχρόνους τους καθαρά και με διαύγεια˙ δεν
χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα των Σικανών ή των Πελασγών, που λέγεται πως πρώτοι
κατοίκησαν την Ιταλία, αλλά (τη γλώσσα) της εποχής τους. Εσύ όμως χρησιμοποιείς
λόγο απαρχαιωμένο πια (ή: που έχει πέσει σε αχρηστία πια) εδώ και πολλά χρόνια,
σαν να μιλούσες τώρα με τη μάνα του Ευάνδρου, επειδή δεν θέλεις να ξέρει και να
καταλαβαίνει κανείς τι λες. Γιατί, ανόητε άνθρωπε, δεν σωπαίνεις, για να πετύχεις
αυτό που θέλεις; Αλλά λες πως σου αρέσει η αρχαιότητα, γιατί είναι τιμημένη και
καλή και σεμνή. ΄Ετσι λοιπόν να ζεις, όπως οι αρχαίοι άνδρες, αλλά να μιλάς
έτσι, όπως οι άνδρες της εποχής μας˙ και να’ χεις πάντα στη μνήμη και στην
καρδιά σου αυτό που γράφτηκε από τον Γάιο Καίσαρα: «Σαν τον σκόπελο, έτσι να
αποφεύγεις τη λέξη την ασυνήθιστη και την πρωτάκουστη».
LECTIO ΧLII: Ο ΚΙΚΕΡΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΙΛΙΝΑ
Nonnulli sunt in hoc ordine, qui aut ea, quae imminent,
non videant, aut ea, quae vident, dissimulent: qui spem Catilinae mollibus
sententiis aluerunt coniurationemque nascentem non credendo confirmaverunt;
quorum auctoritatem secuti multi, non solum improbi verum etiam imperiti, si in
hunc animadvertissem, crudeliter et regie id factum esse dicerent. Nunc
intellego, si iste in Manliana castra pervenerit, quo intendit, neminem tam
stultum fore, qui non videat coniurationem esse factam, neminem tam improbum,
qui non fateatur.
Υπάρχουν μερικοί σε αυτήν την τάξη (των Συγκλητικών), που (ώστε) είτε αυτά,
τα οποία πλησιάζουν απειλητικά, δεν (τα) βλέπουν, είτε αυτά, τα οποία βλέπουν,
προσποιούνται (ότι δεν τα βλέπουν). Αυτοί εξέθρεψαν την ελπίδα του Κατιλίνα με
επιεικείς αποφάσεις και ενίσχυσαν τη συνωμοσία, που (τη στιγμή που/ ενώ, τη
στιγμή που) γεννιόταν, με το να μην πιστεύουν (στην ύπαρξή της). Υπό την
επιρροή αυτών ενεργώντας πολλοί, όχι μόνο φαύλοι αλλά και άπειροι, αν τον είχα
τιμωρήσει, θα έλεγαν ότι αυτό έγινε σκληρά και τυραννικά. Τώρα καταλαβαίνω ότι
αν αυτός φθάσει στο στρατόπεδο του Μάνλιου, όπου κατευθύνεται, κανείς δεν θα
είναι τόσο ανόητος, που (ώστε) να μην βλέπει ότι έγινε η συνωμοσία, κανείς (δεν
θα είναι) τόσο αχρείος, που (ώστε) να μην το ομολογήσει.
LECTIO ΧLIII: Η ΟΡΓΗ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ
Num ad hostem veni et captiva in castris tuis sum ? In hoc me longa vita et
infelix senecta traxit, ut primum exsulem deinde hostem te viderem? Qui
potuisti populari hanc terram, quae te genuit atque aluit ? Non tibi
ingredienti fines patriae ira cecidit ? Quamvis infesto et minaci animo
perveneras, cur, cum in conspectu Roma fuit, tibi non succurrit: «intra illa
moenia domus ac penates mei sunt, mater coniunx liberique» ? Ergo ego nisi
peperissem, Roma non oppugnaretur ; nisi filium haberem, libera in libera
patria mortua essem. Ego nihil iam pati possum nec diu miserrima futura sum: at
contra hos, si pergis, aut immatura mors aut longa servitus manet.
Μήπως έχω έλθει σε εχθρό και είμαι αιχμάλωτη στο στρατόπεδό σου; Σε τέτοιο
σημείο με έσυρε (κατάντησε) η μακροζωία (μακρόχρονη ζωή μου) και τα δύστυχα
γηρατειά (μου) ώστε να σε δω πρώτα εξόριστο (κι) έπειτα εχθρό; Πώς μπόρεσες να
λεηλατήσεις αυτή τη χώρα η οποία σε γέννησε και σε ανέθρεψε; Δεν σου πέρασε η
οργή όταν περνούσες τα σύνορα της πατρίδας; Παρ’ όλο που είχες έλθει με εχθρική
και απειλητική διάθεση, γιατί, όταν είδες τη Ρώμη, δεν σου ήρθε στο μυαλό:
«Μέσα σ’ εκείνα τα τείχη βρίσκονται το σπίτι και οι εφέστιοι θεοί μου, η
μητέρα, η σύζυγος και τα παιδιά (μου)»; Αν λοιπόν εγώ δεν (σε) είχα γεννήσει, η
Ρώμη δεν θα πολιορκείτο˙ αν δεν είχα γιο, θα πέθαινα ελεύθερη σε ελεύθερη
πατρίδα. Εγώ τίποτε πια δεν μπορώ να πάθω, ούτε πρόκειται να είμαι για πολύ καιρό
τόσο δυστυχισμένη: όμως αντίθετα αυτούς, αν συνεχίσεις, τους περιμένει ή
πρόωρος θάνατος ή μακρόχρονη σκλαβιά.
LECTIO ΧLIV: Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΤΥΡΑΝΝΩΝ
Haec est tyrannorum vita, in qua nulla fides, nulla
caritas, nulla fiducia benevolentiae stabilis esse potest: tyrannis omnia
semper suspecta atque sollicita sunt; nullus locus amicitiae eis est. Nescio
enim quis possit diligere eum, quem metuat, aut eum, a quo se metui putet.
Coluntur tamen simulatione dumtaxat ad tempus. Quodsi forte, ut fit plerumque,
ceciderunt, tum intellegitur, quam fuerint inopes amicorum. Hoc est quod
Tarquinium dixisse ferunt exulantem:«Tum intellexi, quos fidos amicos habuissem,
quos infidos, cum iam neutris gratiam referre poteram».
Αυτή είναι η ζωή των τυράννων, στην οποία δεν μπορεί να υπάρξει καμία
εμπιστοσύνη, καμία αγάπη, καμία πίστη σε σταθερή φιλία: για τους τυράννους όλα
πάντοτε είναι ύποπτα και ταραγμένα˙ σ’ αυτούς δεν υπάρχει καμία θέση για φιλία.
Γιατί δεν ξέρω ποιος μπορεί να αγαπά αυτόν τον οποίον φοβάται ή αυτόν που
νομίζει πως τον φοβάται. (Στους τυράννους) δείχνουν εντούτοις (οι γύρω τους)
υποκριτικό σεβασμό, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα. Αν όμως τυχαία,
όπως συμβαίνει συνήθως, χάσουν την εξουσία, τότε γίνεται αντιληπτό (ή: τότε
καταλαβαίνουν) πόσο στερημένοι από φίλους υπήρξαν (ή: πόσο τους έλειψαν οι
φίλοι). Αυτό είναι που λένε ότι είπε ο Ταρκύνιος, όταν ήταν εξόριστος: «Τότε
(μόνον) κατάλαβα ποιους είχα πιστούς φίλους, ποιους άπιστους, όταν δεν μπορούσα
πια να ανταποδώσω τη χάρη ούτε σε εκείνους ούτε σε αυτούς».
LECTIO ΧLV: ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΠΤΕΡΩΝΕΙ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΤΩΝ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΩΝ
Caesar ex captivis cognoscit quae apud Ciceronem gerantur
quantoque in periculo res sit. Tum cuidam ex equitibus Gallis persuadet ut ad
Ciceronem epistulam deferat. Curat et providet ne, intercepta epistula, nostra
consilia ab hostibus cognoscantur. Quam ob rem epistulam conscriptam Graecis
litteris mittit. Legatum monet ut, si adire non possit, epistulam ad amentum
tragulae adliget et intra castra abiciat. In litteris scribit se cum legionibus
celeriter adfore. Gallus, periculum veritus, constituit ut tragulam mitteret.
Haec casu ad turrim adhaesit et tertio post die a quodam milite conspicitur et
ad Ciceronem defertur. Ille epistulam perlegit militesque adhortatur ut salutem sperent.
Ο Καίσαρας πληροφορείται από τους αιχμαλώτους τι συμβαίνει στο στρατόπεδο
του Κικέρωνα και σε πόσο μεγάλο κίνδυνο βρίσκονται τα πράγματα (ή: και πόσο
κρίσιμη είναι η κατάσταση). Τότε πείθει κάποιον από τους Γαλάτες ιππείς να
μεταφέρει μια επιστολή στον Κικέρωνα. Φροντίζει και προνοεί να μην μαθευτούν τα
σχέδιά μας από τους εχθρούς, αν αρπάξουν την επιστολή (ή: αν αρπαγεί ή
επιστολή) πριν φθάσει στον προορισμό της. Για τον λόγο αυτό στέλνει επιστολή
γραμμένη στα ελληνικά. Συμβουλεύει τον απεσταλμένο, αν δεν μπορέσει να
πλησιάσει, να δέσει την επιστολή στον ιμάντα του ακοντίου και να το ρίξει μέσα
στο στρατόπεδο. Στην επιστολή γράφει πως θα έλθει γρήγορα με τις λεγεώνες
(του). Ο Γαλάτης, επειδή φοβήθηκε τον κίνδυνο, αποφάσισε να ρίξει το ακόντιο.
Αυτό, τυχαία (ή: κατά σύμπτωση), καρφώθηκε σ’ έναν πύργο και τρεις μέρες
αργότερα γίνεται αντιληπτό από κάποιον στρατιώτη και μεταφέρεται στον Κικέρωνα.
Εκείνος διαβάζει μέχρι τέλους την επιστολή και προτρέπει τους στρατιώτες να
ελπίζουν στη σωτηρία (τους).
LECTIO ΧLVI: ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΜΠΑΙΝΕΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΙΚΟ
Philosophi mundum censent regi numine deοrum; eum esse
putant quasi communem urbem et civitatem hominum et deorum, et unum quemque
nostrum eius mundi esse partem; ex quo illud natura consequitur, ut communem
utilitatem nostrae anteponamus. Ut enim leges omnium salutem singulorum saluti
anteponunt, sic vir bonus et sapiens et legibus parens consulit utilitati
omnium plus quam unius alicuius aut suae. Nec magis vituperandus est proditor
patriae quam proditor communis utilitatis, aut communis salutis desertor
propter suam utilitatem et salutem. Ex quo fit, ut laudandus is sit, qui pro re
publica cadat, quod decet cariorem nobis esse patriam quam nosmet ipsos.
Οι φιλόσοφοι πιστεύουν ότι ο κόσμος κυβερνιέται από τη βούληση των θεών˙
νομίζουν ότι αυτός είναι κάτι σαν πόλη και πολιτεία κοινή για τους ανθρώπους
και τους θεούς και ότι ο καθένας ξεχωριστά από εμάς είναι μέρος αυτού του
κόσμου˙ από αυτό (το δεδομένο) συνεπάγεται από τη φύση το εξής, ώστε να βάζουμε
δηλαδή το γενικό καλό πάνω από το ατομικό μας. Γιατί όπως οι νόμοι βάζουν τη
γενική ευημερία πάνω από την ατομική, έτσι ο καλός και σοφός και υπάκουος στους
νόμους άνθρωπος φροντίζει περισσότερο για την ευημερία όλων παρά (για την
ευημερία) ενός οποιουδήποτε ατόμου ή τη δική του. Και δεν πρέπει να επικρίνεται
περισσότερο ο προδότης της πατρίδας απ’ ό,τι ο προδότης του κοινού συμφέροντος
ή ο λιποτάκτης από τη γενική ευημερία για χάρη της ατομικής του ωφέλειας και
ευημερίας. Από αυτό συμβαίνει, ώστε να πρέπει να επαινούμε αυτόν που πέφτει για
την πατρίδα, επειδή αρμόζει να είναι πιο αγαπητή σε μας η πατρίδα παρά εμείς οι
ίδιοι.
LECTIO ΧLVII: Ο ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΦΙΛΑΡΕΣΚΕΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΑΣ
Iulia, Augusti filia, mature habere coeperat canos, quos
legere secrete solebat. Hac re audita Augustus voluit filiam deterrere quominus
id faceret. Eo consilio aliquando repente intervenit oppressitque ornatrices.
Etsi super vestem earum deprehendit canos, tamen Augustus dissimulavit eos
vidisse et aliis sermonibus tempus extraxit, donec induxit mentionem aetatis.
Tum interrogavit filiam, utrum post aliquot annos cana esse mallet an calva.
Cum illa respondisset «ego, pater, cana esse malo», mendacium illi pater
obiecit: «Non dubito quin calva esse nolis. Quid ergo non times ne istae te calvam faciant?»
Η Ιουλία, η κόρη του Αυγούστου, είχε αρχίσει να εμφανίζει πρόωρα άσπρες
τρίχες, τις οποίες συνήθιζε να αφαιρεί κρυφά. Όταν άκουσε ο Αύγουστος αυτό το
πράγμα, θέλησε να αποτρέψει την κόρη του από το να κάνει αυτό. Με αυτό το
σχέδιο κάποτε εμφανίστηκε ξαφνικά και έπιασε επ’ αυτοφώρω τις κομμώτριες. Αν
και ανακάλυψε άσπρες τρίχες πάνω στο φόρεμά τους, όμως ο Αύγουστος προσποιήθηκε
πως δεν τις είδε και με άλλες κουβέντες παρέτεινε τον χρόνο, μέχρι που έφερε τη
συζήτηση στην ηλικία. Τότε ρώτησε την κόρη του, αν μετά από κάποια χρόνια θα
προτιμούσε να είναι ασπρομάλλα ή φαλακρή. Όταν εκείνη απάντησε «εγώ, πατέρα,
προτιμώ να είμαι ασπρομάλλα», ο πατέρας προέβαλε σ’ αυτήν το εξής ψεύτικο
επιχείρημα: «Δεν αμφιβάλλω ότι δεν θέλεις να είσαι φαλακρή. Γιατί, λοιπόν, δεν
φοβάσαι μήπως αυτές εδώ σε κάνουν φαλακρή;»
LECTIO ΧLVIII: ΤΟ ΕΛΑΦΙ ΤΟΥ ΣΕΡΤΩΡΙΟΥ
Cerva alba eximiae pulchritudinis Sertorio a Lusitano
quodam dono data erat. Sertorius omnibus persuasit cervam, instinctam numine
Dianae, conloqui secum et docere, quae utilia factu essent. Si quid durius ei
videbatur, quod imperandum militibus esset, a cerva sese monitum esse
praedicabat. Ea cerva quodam die fugit et perisse credita est. Cum aliquis
Sertorio nuntiavisset cervam inventam esse, Sertorius eum iussit tacere;
praeterea praecepit ut eam postero die repente in eum locum emitteret, in quo
ipse cum amicis futurus esset. Postridie eius diei Sertorius, admissis amicis
in cubiculum suum, dixit eis visum in somno sibi esse cervam, quae perisset, ad
se reverti. Cum cerva, emissa a servo, in cubiculum Sertorii introrupisset,
admiratio magna orta est.
Ένα άσπρο ελάφι εξαιρετικής ομορφιάς είχε δοθεί στον Σερτώριο από κάποιον
Λουζιτανό ως δώρο. Ο Σερτώριος τους έπεισε όλους ότι το ελάφι, κατευθυνόμενο
από τη βούληση της Άρτεμης, μιλούσε μαζί του και του υποδείκνυε ποια ήταν
χρήσιμα να κάνει. Εάν κάτι το οποίο έπρεπε να διαταχθεί στους στρατιώτες του
φαινόταν κάπως σκληρό, διακήρυττε ότι τον είχε συμβουλεύσει το ελάφι. Αυτό το
ελάφι κάποια ημέρα έφυγε και πίστεψαν ότι είχε πεθάνει. Όταν κάποιος ανήγγειλε
στον Σερτώριο ότι το ελάφι βρέθηκε, ο Σερτώριος τον διέταξε να σωπάσει.
Επιπλέον τον καθοδήγησε να το αφήσει ελεύθερο ξαφνικά την επόμενη μέρα σ’αυτόν
τον τόπο, όπου επρόκειτο να βρίσκεται ο ίδιος με τους φίλους του. Την επόμενη
ημέρα, ο Σερτώριος, αφού δέχτηκε τους φίλους στην κρεβατοκάμαρά του, τους είπε
ότι είχε δει στον ύπνο του ότι το ελάφι, που είχε πεθάνει, επέστρεψε σ’ αυτόν.
Όταν το ελάφι, αφού αφέθηκε ελεύθερο από τον δούλο, όρμησε στην κρεβατοκάμαρα
του Σερτώριου, γεννήθηκε μεγάλος θαυμασμός.
LECTIO XLIX: Η ΠΟΡΚΙΑ ΚΑΙ Ο ΒΡΟΥΤΟΣ
Porcia, Bruti uxor, cum viri sui consilium de
interficiendo Caesare cognovisset, cultellum tonsorium quasi unguium
resecandorum causa poposcit eoque velut forte elapso se vulneravit. Clamore
deinde ancillarum in cubiculum vocatus Brutus ad eam obiurgandam venit, quod
tonsoris praeripuisset officium. Cui secreto Porcia «non est hoc» inquit
«temerarium factum meum, sed certissimum indicium amoris mei erga te tale
consilium molientem: experiri enim volui, quam aequo animo me ferro essem
interemptura, si tibi consilium non ex sententia cessisset».
Η Πορκία, η σύζυγος του Βρούτου, όταν έμαθε το σχέδιο του άντρα της να
δολοφονήσει τον Καίσαρα (ή: για τη δολοφονία του Καίσαρα), ζήτησε ένα μαχαιράκι
(ή: ξυράφι) μανικιουρίστα τάχα για να κόψει τα νύχια της και αυτοτραυματίστηκε
μ’ αυτό, καθώς της γλίστρησε δήθεν τυχαία. ΄Επειτα ο Βρούτος, αφού κλήθηκε στην
κρεβατοκάμαρά (της) από τα ξεφωνητά των υπηρετριών, ήρθε για να τη μαλώσει,
γιατί τάχα (κατά τη γνώμη του) είχε κλέψει την τέχνη του μανικιουρίστα. Σ’
αυτόν η Πορκία είπε κρυφά: «αυτό δεν είναι μια ασυλλόγιστη πράξη μου, αλλά μια
ξεκάθαρη απόδειξη της αγάπης μου για σένα που μηχανεύεσαι τέτοιο σχέδιο: Θέλησα
δηλαδή να δοκιμάσω με πόση ηρεμία θα σκοτωνόμουν με σιδερένιο εργαλείο, αν το
σχέδιό (σου) δεν σου πήγαινε κατ’ ευχήν».
LECTIO L: Η ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ Η ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Cum Servius Sulpicius Galba et Aurelius Cotta consules in
senatu contenderent uter adversus Viriathum in Hispaniam mitteretur, magna
inter patres conscriptos dissensio erat, aliis pro Galba et aliis pro Cotta
dicentibus; solus P. Scipio Aemilianus cum toto senatu dissensit: «Neutrum»
inquit «mihi mitti placet, quia alter nihil habet, alteri nihil est satis». Nam
Scipio Aemilianus aeque malam imperii magistram iudicabat inopiam atque
avaritiam. Qua sententia graviter et sine ulla malevolentia dicta Scipio obtinuit,
ut neuter in provinciam mitteretur.
Όταν ο Σέρβιος Σουλπίκιος Γάλβας και ο Αυρήλιος Κόττας, οι ύπατοι (ή όταν
οι ύπατοι …), φιλονικούσαν/ αντιδικούσαν στη Σύγκλητο ποιος από τους δύο θα
στελνόταν (ή θα πήγαινε) στην Ισπανία εναντίον του Βιρίαθου (ή να αντιμετωπίσει
τον Βιρίαθο), υπήρχε μεγάλη διαφωνία (ή διάσταση απόψεων) ανάμεσα στους
Συγκλητικούς, καθώς άλλοι υποστήριζαν τον Γάλβα και άλλοι τον Κόττα (ή επειδή
άλλοι μιλούσαν υπέρ του Γάλβα και άλλοι υπέρ του Κόττα)· μόνος ο Πόπλιος
Σκιπίωνας ο Αιμιλιανός διαφώνησε με ολόκληρη τη Σύγκλητο (ή ο μόνος που
διαφώνησε με ολόκληρη τη Σύγκλητο ήταν ο Πόπλιος Σκιπίωνας ο Αιμιλιανός):
«Κρίνω», είπε, «πως δεν πρέπει να σταλεί κανένας από τους δύο, γιατί ο ένας δεν
έχει τίποτα, (ενώ) για τον άλλο τίποτα δεν είναι αρκετό (ή γιατί ο ένας δεν
έχει περιουσία/ είναι φτωχός και ο άλλος είναι άπληστος). Ο Σκιπίωνας ο
Αιμιλιανός, δηλαδή, θεωρούσε εξίσου κακή σύμβουλο της εξουσίας τη φτώχια όπως
και την απληστία (ή θεωρούσε το ίδιο κακούς συμβούλους της εξουσίας και τη
φτώχια και την απληστία). Αφού διατύπωσε την πρότασή του αυτή με σοβαρότητα και
χωρίς καμία κακοβουλία ο Σκιπίωνας πέτυχε ώστε να μην σταλεί στην επαρχία ούτε
ο ένας ούτε ο άλλος (ή κανένας από τους δύο).

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου