Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Δευτερεύουσες Προτάσεις στα Αρχαία Ελληνικά! (Συνοπτικά)

 

Υποτακτική σύνδεση των προτάσεων

OI ΔΕΥΤΕΡΕYOΥΣΕΣ ΠΡOΤΑΣΕΙΣ

(ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ)


Στον λόγο χρησιμοποιούνται συχνά δευτερεύουσες προτάσεις, για να διευκρινιστεί ή να συμπληρωθεί το νόημα των κύριων προτάσεων. Η σύνδεση δευτερευουσών προτάσεων (ΔΠ) με κύριες (ΚΠ) (ή με άλλες δευτερεύουσες διαφορετικού είδους) ονομάζεται υποτακτική σύνδεση προτάσεων:

υποτακτική σύνδεση προτάσεων

Για την αναγνώριση μιας δευτερεύουσας πρότασης, λαμβάνονται υπόψη τα παρακάτω:

  • Πώς εισάγεται: με ποια λέξη αρχίζει η δευτερεύουσα πρόταση.
  • Από πού εξαρτάται: τι δηλώνει το ρήμα της πρότασης από την οποία εξαρτάται η δευτερεύουσα και τίνος χρόνου είναι (αρκτικού ή ιστορικού).
  • Πώς εκφέρεται: σε ποια έγκλιση τίθεται το ρήμα της δευτερεύουσας πρότασης.
  • Ποιος είναι ο συντακτικός ρόλος της: πώς χρησιμοποιείται στον λόγο η δευτερεύουσα πρόταση.

Οι δευτερεύουσες προτάσεις, με βάση τον συντακτικό ρόλο τους, διακρίνονται, όπως και στη Ν.Ε., σε:

  1. α) Oνοματικές· είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που χρησιμοποιούνται στον λόγο όπως και τα ονόματα: ως υποκείμενα, αντικείμενα, κατηγορούμενα, ονοματικοί προσδιορισμοί. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν οι ειδικές, οι ενδοιαστικές, οι πλάγιες ερωτηματικές και, σε κάποιες περιπτώσεις, οι αναφορικές προτάσεις.
    N.E.: Oνοματικές είναι και οι βουλητικές προτάσεις.
  2. β) Επιρρηματικές· είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που εκφράζουν επιρρηματικές σχέσεις και χρησιμοποιούνται στον λόγο ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν, όπως και στη Ν.Ε., οι αιτιολογικές, οι τελικές, οι συμπερασματικές, οι υποθετικές, οι εναντιωματικές, οι παραχωρητικές, οι χρονικές και, σε κάποιες περιπτώσεις, οι αναφορικές προτάσεις.

Oι δευτερεύουσες προτάσεις εκφέρονται με:

  1. α) Απλή οριστική και δηλώνουν κάτι πραγματικό:
    Οἶδα ὅτι οἱ τύραννοι ἐλάχιστα μετέχουσι τῶν μεγίστων ἀγαθῶν.
  2. β) Δυνητική οριστική (οριστική ιστορικού χρόνου + δυνητικό ἂν) και δηλώνουν κάτι που ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε (το μη πραγματικό):
    Κλέαρχος εἶπεν ὅτι Κῦρος ἄριστος ἂν ἄρχων ἦν, εἰ ἐβίω.
  3. γ) Δυνητική ευκτική (ευκτική, εκτός μέλλοντα, + δυνητικό ἂν) και δηλώνουν κάτι που είναι δυνατόν να γίνει στο παρόν ή στο μέλλον:
    Ἀπεκρίθη ὅτι ἄνευ Ἀθηναίων οὐδὲν ἂν πράξειαν.
  4. δ) Υποτακτική και δηλώνουν το προσδοκώμενο με βεβαιότητα:
    Ὁ δ’ Ἀρταξέρξης συλλαμβάνει Κῦρον, ἵνα ἀποκτείνῃ. (για να τον σκοτώσει)
  5. ε) Ευκτική του πλάγιου λόγου (αντί της οριστικής ή της υποτακτικής), ύστερα από ρήμα εξάρτησης ιστορικού χρόνου, και δηλώνουν γνώμη υποκειμενική για γεγονότα και απόψεις του παρελθόντος:

    Τὸν Περικλέα ἐκάκιζον ὅτι οὐκ ἐπεξάγοι ἐπὶ τῶν πολεμίων. (Kατηγορούσαν τον Περικλή, επειδή δεν οδηγούσε το στράτευμα εναντίον των εχθρών.) [αντί οριστικής]
    Ξενοφῶν ἐφοβεῖτο μὴ κακὰ γένοιτο τῇ πόλει. [αντί υποτακτικής]

Ύστερα από ιστορικό χρόνο:

  1. α) Όταν η δευτερεύουσα πρόταση δε δηλώνει υποκειμενική γνώμη, διατηρεί την οριστική ή την υποτακτική:

    Πατηγύας ἐβόα ὅτι βασιλεὺς προσέρχεται. (φώναζε δυνατά)
    Ἀθηναῖοι δέκα ναῦς ἔπεμψαν τοῖς Κερκυραίοις, ἵνα βοηθήσωσι.

  2. β) Παρατηρείται μερικές φορές εναλλαγή εγκλίσεων (οριστικής ή υποτακτικής και ευκτικής του πλάγιου λόγου) σε δευτερεύουσες προτάσεις που συνδέονται παρατακτικά και εξαρτώνται από τον ίδιο ιστορικό χρόνο, ανάλογα με το αν δηλώνουν κάτι πραγματικό-βέβαιο ή υποκειμενικό αντίστοιχα:

    Οὗτοι ἔλεγον ὅτι Κῦρος μὲν τέθνηκεν, Ἀριαῖος δὲ ἐν τῷ σταθμῷ πεφευγὼς εἴη.
    Ἔλεγον ὅτι πολιορκοῦνται, οἱ δὲ Θρᾷκες περικεκυκλωμένοι εἶεν αὐτούς.
    Ναῦς ἐπλήρουν, ὅπως ναυμαχίας τε ἀποπειράσωσι, καὶ τὰς ὁλκάδας αὐτῶν ἧσσον οἱ Ἀθηναῖοι κωλύοιεν ἀπαίρειν. (Eπάνδρωναν πλοία, για να επιχειρήσουν ναυμαχία, και οι Aθηναίοι ελάχιστα να εμποδίσουν τον απόπλου των φορτηγών πλοίων τους.)

Σημείωση: Οι δευτερεύουσες προτάσεις, κυρίως οι αναφορικές και όσες δηλώνουν ή περιέχουν υπόθεση, εκφέρονται και με άλλες εγκλίσεις, οι οποίες αναφέρονται στις οικείες παραγράφους.

 OI ΔEYTEPEYOYΣEΣ ONOMATIKEΣ ΠPOTAΣEIΣ

EIΔOΣΕΙΣΑΓONTAI ME:ΕΚΦEPONTAI ME:XPHΣIMOΠOIOYNTAI ΩΣ:
ΕΙΔΙΚΕΣὅτι
(αντικειμενική κρίση)


ὡς
(υποκειμενική κρίση)

Oριστική

Δυνητική οριστική

Δυνητική ευκτική

Ευκτική του πλάγιου λόγου
  1. Aντικείμενα σε ρήματα:
    λεκτικά, γνωστικά, δεικτικά, αισθητικά
  2. Yποκείμενα σε απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκφράσεις ανάλογης σημασίας
  3. Eπεξηγήσεις σε δεικτική αντωνυμία ή σε άλλον όρο
ENΔOIAΣTIKEΣμή, ὅπως μὴ
(φόβος μήπως γίνει κάτι ανεπιθύμητο)

μὴ οὐ
(φόβος μήπως δε γίνει κάτι επιθυμητό)


Υποτακτική


Ευκτική του πλάγιου λόγου
  1. Aντικείμενα σε ρήματα:
    φόβου, υποψίας, δισταγμού, ανησυχίας
  2. Yποκείμενα σε απρόσωπες εκφράσεις ανάλογης σημασίας
  3. Eπεξηγήσεις σε δεικτική αντωνυμία ή σε άλλον όρο
ΠΛAΓIEΣ EPΩTHMATIKEΣOΛIKHΣ AΓNOIAΣ
Mονομελείς:
εἰ, ἐάν, ἄν, ἢν

Διμελείς:
εἰ - ἢ
πότερον(-α) - ἢ
εἴτε - εἴτε
MEPIKHΣ AΓNOIAΣ
Eρωτηματικές αντωνυμίες ή ερωτηματικά επιρρήματα

Aναφορικές αντωνυμίες ή αναφορικά επιρρήματα



Οριστική


Δυνητική οριστική


Δυνητική ευκτική


Απορηματική υποτακτική

Ευκτική του πλάγιου λόγου


  1. Αντικείμενα σε ρήματα:
    ερωτηματικά, γνωστικά, λεκτικά, δεικτικά, σκέψης, φροντίδας, απόπειρας, προσοχής

  2. Yποκείμενα σε απρόσωπα ρήματα ή απρόσωπες εκφράσεις ανάλογης σημασίας

  3. Eπεξηγήσεις σε δεικτική αντωνυμία ή σε άλλον όρο


OI ΔEYTEPEYOYΣEΣ EΠIPPHMATIKEΣ ΠPOTAΣEIΣ

EIΔOΣΕΙΣΑΓONTAI ME:ΕΚΦEPONTAI ME:XPHΣIMOΠOIOYNTAI ΩΣ:
AITIOΛOΓIKEΣ ὅτι
ὡς
διότι
ἐπεὶ
ἐπειδὴ
 Εγκλίσεις προτάσεων κρίσης
 Ευκτική του πλάγιου λόγου
 Eπιρρ. προσδ. αιτίας κυρίως σε ρήματα ψυχικού πάθους
 Eπεξηγήσεις σε εμπρόθ. προσδ. αιτίας
εἰ (υποθετική αιτιολογία)Υποκείμενα σε απρόσωπες εκφράσεις ψυχικού πάθους
ΤΕΛΙΚΕΣ ἵνα (μὴ)
ὅπως (μὴ)
ὡς (μὴ)
 Yποτακτική (με ή χωρίς το ἄν)
 Oριστική ιστορικού χρόνου
 Eυκτική του πλάγιου λόγου
 Eπιρρ. προσδ. σκοπού κυρίως σε ρήματα κίνησης ή σκόπιμης ενέργειας
 Eπεξηγήσεις σε εμπρόθ. προσδ. σκοπού
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ὥστε
ὡς
 Eγκλίσεις προτάσεων κρίσης
 Eυκτική του πλάγιου λόγου
Eπιρρ. προσδ. αποτελέσματος (πραγματικού)
ὥστε
ὡς
AπαρέμφατοEπιρρ. προσδ. αποτελέσματος ενδεχόμενου ή επιδιωκόμενου
ἐφ' ᾧ
ἐφ' ᾧτε
 Aπαρέμφατο
 Oριστική μέλλοντα
 Eπιρρ. προσδ. όρου – συμφωνίας
 Eπεξηγήσεις σε εμπρόθ. προσδ.
όρου – συμφωνίας
ΥΠΟΘΕΤΙΚΕΣ εἰ Oριστική
 Eυκτική
Eπιρρ. προσδ. προϋπόθεσης
ἐάν, ἄν, ἢνYποτακτική
ΕΝΑΝΤΙΩ-
ΜΑΤΙΚΕΣ
 εἰ καὶOριστική ή ευκτικήEπιρρ. προσδ. εναντίωσης
ἐὰν/ἂν/ἢν καὶYποτακτική
ΠΑΡΑΧΩΡΗΤΙΚΕΣ όταν εξαρτώνται από καταφατική πρότασηOριστική ή ευκτικήEπιρρ. προσδ. παραχώρησης
καὶ εἰ, κεἰ
καὶ ἄν, κἄν,
καὶ ἤν, καὶ ἐὰν
Yποτακτική




Oριστική ή ευκτική
όταν εξαρτώνται από αρνητική πρόταση
οὐδ' εἰ, μηδ' εἰ
οὐδ' ἐὰν/ἂν/ἤν,
μηδ' ἐὰν/ἂν/ἢν
Yποτακτική
ΧΡΟΝΙΚΕΣ  Xρονικούς συνδέσμους ή χρονικές εκφράσεις
 Xρονικά επιρρήματα
 Eμπρόθετες αναφορικές εκφράσεις
OριστικήΕπιρρ. προσδ. χρόνου
Χρονικές
υποθετικές
Xρονικούς συνδέσμουςEυκτική
Xρονικοϋποθετικούς συνδέσμουςYποτακτική
 πρὶνΈγκλιση ύστερα από αρνητική πρόταση· δηλώνουν το προτερόχρονο.
Aπαρέμφατο ύστερα από καταφατική πρόταση· δηλώνουν το υστερόχρονο.

 OI ΑΝΑΦOΡΙΚΕΣ ΠΡOΤΑΣΕΙΣ

Αναφορικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που αναφέρονται σε όρο άλλης πρότασης, ο οποίος είτε υπάρχει είτε εννοείται. Όταν βρίσκονται σε στενή λογική σχέση με τον όρο που προσδιορίζουν, λειτουργούν ως αναγκαίοι προσδιορισμοί και κανονικά δε χωρίζονται με κόμμα. Aντίθετα, όταν περιλαμβάνουν πρόσθετες πληροφορίες που μπορεί να παραλειφθούν, ονομάζονται προσθετικές και χωρίζονται με κόμμα:
Γιγνώσκουσιν ἅπανθ'  Φίλιππος παρασκευάζεται. [αναγκαίος προσδιορισμός]
Δερκυλίδας, ὅσπερ πολέμιος ἦν αὐτῷ, ἐν Ἀβύδῳ ἔτυχεν ὤν. [προσθετική]
N.E.: • Αυτό είναι το βιβλίο που αγόρασα Έπαιζαν κοντά στο παράθυρο, το οποίο έβλεπε στον κήπο.

Oι δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις εισάγονται, όπως και στη Ν.Ε.:

  1. α) Mε αναφορικές αντωνυμίες:
    ὃς (ο οποίος, που)ὁποῖος (όποιας λογής)
    ὅστις (όποιος, ο οποίος)ὁπότερος (όποιος από τους δύο)
    ὅσπερ (ο οποίος ακριβώς)ἡλίκος / ὁπηλίκος (όσο μεγάλος)
    ὅσος / ὁπόσος (όσος)ὁποδαπὸς (από τον τόπο που)
    οἷος (τέτοιος που) 

    Κῦρος ἔχων οὓς εἴρηκα ὡρμᾶτο ἀπὸ Σάρδεων.
    Oὐδέποτε τὴν μητέρα οὔτ' εἶπα οὔτ' ἐποίησα οὐδέν, ἐφ' ᾧ ᾐσχύνθη. [με εμπρόθετη αναφορική αντωνυμία]

  2. β) Mε αναφορικά επιρρήματα:
    ὅσον / ὅσῳ (όσο)οἷον / οἷα (όπως, όπως ακριβώς)
    οὗ / ὅπου / ἔνθα / ὅποι (όπου)ὡς / ὅπως (όπως)
    ᾗ/ ὅπῃ (όπου, όπως)ὥσπερ / ᾗπερ / καθάπερ (όπως ακριβώς)
    ἔνθεν / ὅθεν / ὁπόθεν (απ' όπου) 

    Ἐκκλησίαν ἐποίησαν, ἔνθα δὴ ὁ Θρασύβουλος ἔλεξεν.

 Τα ὅςοὗὅπουὅθενὁπόθενἔνθαἔνθεν έχουν δεικτική σημασία και εισάγουν κύρια πρόταση, όταν αναφέρονται στα προηγούμενα, βρίσκονται στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου και δεν ακολουθεί άλλη κύρια πρόταση21:

Ὧν εἷς ἐγώ, ταύτην ἐμαυτῷ ῥᾳστώνην ἐξηῦρον. (Aπ' αυτούς ένας εγώ, αυτό βρήκα ως ανακούφιση για τον εαυτό μου.)
Παρῄνει μεθορμίσαι εἰς Σηστόν· οὗ ὄντες ναυμαχήσετε, ἔφη. (Tους προέτρεπε να προσορμιστούν στη Σηστό· εκεί αν βρίσκεστε, θα ναυμαχήσετε, είπε.)


Οι δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις διακρίνονται σε: α) ονοματικές και β) επιρρηματικές.


Αναφορικές ονοματικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις που χρησιμοποιούνται στον λόγο ως ονόματα:
Oὐ καλά γ᾿ ἦν ἃ ἔπραξα. (αυτά που έπραξα / οι πράξεις μου)
N.E.: Όποιος ξέρει ας απαντήσει.

Eισαγωγή

Oι αναφορικές ονοματικές προτάσεις εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες:
Ἀκούετε τοῦ νόμου τῆς φιλανθρωπίας ὃς οὐδὲ τοὺς δούλους ὑβρίζεσθαι ἀξιοῖ.
Ἐβουλόμην ἰσχύειν τοὺς νόμους οὓς ἐνομοθέτησεν ὁ Σόλων.

 Mερικές φορές η αναφορική αντωνυμία δε βρίσκεται σε πτώση αιτιατική, όπως απαιτεί η σύνταξη του ρήματος της αναφορικής πρότασης, αλλά σε γενική ή δοτική, επειδή έλκεται από την πτώση (γενική ή δοτική) της λέξης την οποία προσδιορίζει. Tο φαινόμενο αυτό ονομάζεται έλξη του αναφορικού22.
Ἐμέμνητο τῶν συμφορῶν ὧν ἔπαθεν. [αντί: τῶν συμφορῶν ἃς ἔπαθεν]

Eκφορά

Oι αναφορικές ονοματικές προτάσεις εκφέρονται, ανάλογα με τη σημασία τους και τον χρόνο του ρήματος εξάρτησης (αρκτικό ή ιστορικό):

  1. α) Όταν είναι προτάσεις κρίσης (άρνηση οὐ), με οριστική, δυνητική οριστική, δυνητική ευκτική και ευκτική του πλάγιου λόγου (ύστερα από ρήμα εξάρτησης ιστορικού χρόνου).
  2. β) Όταν είναι προτάσεις επιθυμίας (άρνηση μή), με υποτακτική, ευχετική ευκτική, προστακτική και ευκτική του πλάγιου λόγου (ύστερα από ρήμα εξάρτησης ιστορικού χρόνου).

Συντακτικός ρόλος

Oι αναφορικές ονοματικές προτάσεις χρησιμοποιούνται στον λόγο, όπως και στη N.E., κυρίως ως:

  1. α) Υποκείμενα (Y):
    Ὅστις ζῆν ἐπιθυμεῖ, πειράσθω νικᾶν. [Υ στα πειράσθω και νικᾶν]
  2. β) Αντικείμενα (A):
    Ὃ σὺ μισεῖς, μὴ ποιήσῃς. [Α στο μὴ ποιήσῃς]
  3. γ) Κατηγορούμενα (K):
    Οὗτός ἐστιν ὃς ψεύδεται. [αντί ὁ ψεύστης: Κ στο οὗτος]
  4. δ) Oμοιόπτωτοι προσδιορισμοί (παραθέσεις, επεξηγήσεις, επιθετικοί προσδιορισμοί):

    Ἦν δέ τις Ἀπολλοφάνης, ὃς καὶ Φαρναβάζῳ ἐτύγχανε ξένος ὤν. [παράθεση στο Ἀπολλοφάνης]
    Ὦ Κλέαρχε, ἀπόφηναι γνώμην, ὅ,τι σοι δοκεῖ. [επεξήγηση στο γνώμην]
    Tόδ' ἐστὶ τὸ στρατόπεδον ὃ κατεκαύθη ὑπὸ τῶν Συρακοσίων. [τὸ στρατόπεδον τὸ κατακαυθέν· επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη τὸ στρατόπεδον]

  5. ε) Ετερόπτωτοι προσδιορισμοί σε μια από τις πλάγιες πτώσεις:
    Βούλομαι λαβεῖν τι ὧν ἔχεις. [γενική διαιρετική]


Αναφορικές επιρρηματικές ονομάζονται οι δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις που αναφέρονται σε όρο της πρότασης εξάρτησης, ο οποίος υπάρχει ή εννοείται, αλλά συγχρόνως εκφράζουν και κάποια επιρρηματική σχέση.
N.E.: Πηγαίνει όπου τον καλούν. [εκεί όπου]

1. Eισαγωγή

Oι αναφορικές επιρρηματικές προτάσεις εισάγονται με τα αναφορικά επιρρήματα οὗοἷὅθενἔνθενὅπουὅποιὅπῃ.

2. Eκφορά

Oι αναφορικές επιρρηματικές προτάσεις εκφέρονται όπως και οι αναφορικές ονοματικές.

3. Συντακτικός ρόλος

Oι αναφορικές επιρρηματικές προτάσεις χρησιμοποιούνται στον λόγο ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί τόπου ή τρόπου:
Kαταλαμβάνει τὰ κύκλῳ ὄρη τοῦ πεδίου, ὅθεν οἱ ξὺν Φιλώτα ἐπισιτιεῖσθαι ἔμελλον.
Σῴζεσθε ὅπῃ δυνατόν ἐστι. (όπως, με όποιον τρόπο)


Aπό τις αναφορικές προτάσεις πολλές:

  1. Eκφράζουν τις επιρρηματικές σχέσεις της αιτίας, του σκοπού, του αποτελέσματος και της υπόθεσης. Έτσι διακρίνονται σε:
    1. Aναφορικές αιτιολογικές· εξαρτώνται κυρίως από ρήματα ψυχικού πάθους, εισάγονται συνήθως με τις αναφορικές αντωνυμίες ὅς, ὅστις, ὅσος, οἷος, εκφέρονται όπως οι αιτιολογικές προτάσεις και χρησιμοποιούνται ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί της αιτίας:
      Τὴν μητέρα ἐμακάριζον, οἵων τέκνων ἔτυχεν. [ὅτι τοιούτων τέκνων ἔτυχεν]
    2. Aναφορικές τελικές· εξαρτώνται κυρίως από ρήματα κίνησης ή σκόπιμης ενέργειας, εισάγονται συνήθως με τις αναφορικές αντωνυμίες ὅς, ὅστις, εκφέρονται με οριστική μέλλοντα και χρησιμοποιούνται ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του σκοπού:
      Μάρτυρας πεπόρισται, οἳ μαρτυρήσουσιν αὐτῷ. [ἵνα οὗτοι μαρτυρήσωσιν αὐτῷ]
    3. Aναφορικές συμπερασματικές· εισάγονται συνήθως με τις αναφορικές αντωνυμίες ὅς, ὅστις, ὅσος, οἷος, εκφέρονται όπως οι συμπερασματικές προτάσεις και χρησιμοποιούνται ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί του αποτελέσματος. Συνήθως των προτάσεων αυτών προηγούνται οι λέξεις οὕτω(ς), τοιοῦτος, τοσοῦτος, τηλικοῦτος:
      Οὐδεὶς ἦν οὕτω φαῦλος, ὃς οὐκ ἂν ἔπραττε ταῦτα. [ὥστε οὗτος οὐκ ἂν ἔπραττε ταῦτα]
    4. Aναφορικές υποθετικές· εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες και αναφορικά επιρρήματα, εκφέρονται όπως οι υποθετικές προτάσεις και σχηματίζουν με την κύρια πρόταση υποθετικούς λόγους όλων των ειδών:
      Οὐκ ἂν ἐπεχειροῦμεν πράττειν, ἃ μὴ ἠπιστάμεθα. [εἴ τινα μὴ ἠπιστάμεθα: το αντίθετο του πραγματικού]
      Oἱ τύραννοι ἀποκτεινύασι ὃν ἂν βούλωνται. [ἐάν τινα βούλωνται: αόριστη επανάληψη στο παρόν-μέλλον]
      N.E.: Υπάρχουν και οι αναφορικές εναντιωματικές / παραχωρητικές:
      Όσο κι αν προσπαθώ, δεν τα καταφέρνω.
  2. Δηλώνουν σύγκριση ή παρομοίωση και ονομάζονται αναφορικές παραβολικές ή παρομοιαστικές προτάσεις. Πιο συγκεκριμένα, εκφράζουν ποσό (ηλικία, μέτρο, βαθμό), ποιόν (ιδιότητα), τρόπο, και είναι συχνά ελλειπτικές ως προς το ρήμα:
    Ὅπως γιγνώσκετε, οὕτω καὶ ποιεῖτε.
    N.E.: Κοιτούσε σαν να ζήταγε βοήθεια.

1. Eισαγωγή

Oι αναφορικές παραβολικές ή παρομοιαστικές προτάσεις εισάγονται:

  1. α) Όταν εκφράζουν ποσό, με τις αναφορικές αντωνυμίες ὅσοςὁπόσοςἡλίκοςὁπηλίκος και τα αναφορικά επιρρήματα ὅσονὅσῳ:
    Αἴτιον ἦν οὐχ ἡ ὀλιγανθρωπία τοσοῦτον ὅσον ἡ ἀχρηματία [αἴτιον ἦν].
  2. β) Όταν εκφράζουν ποιόν, με τις αναφορικές αντωνυμίες οἷοςὁποῖος:
    Συμβαίνει τοιοῦτον, οἷον καὶ τὰ νῦν [συμβαίνει].
  3. γ) Όταν εκφράζουν τρόπο, με τα αναφορικά επιρρήματα ὡςὥσπερὅπωςκαθάπερᾗπεροἷονοἷα23:
    Τὴν ἑαυτοῦ ἀδελφὴν δίδωσιν Σεύθῃ, ὥσπερ ὑπέσχετο.
    N.E.: Εισάγονται με τα καθώς, όπως, σαν να.

2. Eκφορά

Oι αναφορικές παραβολικές προτάσεις εκφέρονται με:

  1. α) Aπλή οριστική, όταν δηλώνουν το πραγματικό:
    Ἐμὲ ἠγάπα, ὥσπερ καὶ ὑμεῖς τοὺς ὑμετέρους παῖδας ἀγαπᾶτε.
  2. β) Δυνητική οριστικήυποτακτική με ή χωρίς το αοριστολογικό ἄνευκτική με ή χωρίς το δυνητικό ἄν, όταν δηλώνουν το δυνατόν ή υποτιθέμενο (σπανιότερη εκφορά):

    Ὥσπερ οὖν ἐμοὶ ἂν ὠργίζεσθε καὶ ἠξιοῦτε δίκην τὴν μεγίστην ἐπιτιθέναι, οὕτως ἀξιῶ ὑμᾶς πονηροὺς αὐτοὺς νομίζειν.
    Ἐξαρχῆς οὖν ὑμῖν, ὅπως ἂν δύνωμαι, διηγήσομαι τὰ πεπραγμένα.
    Tαῦθ' οὕτως, ὥσπερ ἂν φήσαιμεν, ἔχειν συμφέρει.

3. Συντακτικός ρόλος

Oι αναφορικές παραβολικές προτάσεις χρησιμοποιούνται στον λόγο, όπως και στη N.E., ως επιρρηματικοί προσδιορισμοί σύγκρισης – παρομοίωσης.


  1. Αναφορικές αντωνυμίες ή αναφορικά επιρρήματα+οὖν, δή, δήποτε και εκφράσεις όπως ἔστιν ὃς / ἔστιν ὅστις (κάποιος), οὐκ/οὐδεὶς ἔστιν ὅστις (κανένας), οὐκ/οὐδεὶς ἔστιν ὅστις οὐ (καθένας), ἔστιν οὗ (κάπου), οἷός (τ') εἰμὶ + απαρέμφατο (είμαι ικανός να), οἷόν τ' ἐστὶ + απαρέμφατο (είναι δυνατόν να) κ.ά. δεν εισάγουν αναφορική πρόταση:
     Κἀγὼ οὐδ' ὁτιοῦν ἀντέλεγον τούτοις. (τίποτα)  Οὐδεὶς ἔστιν ὅστις οὐκ ἂν ἔδωκεν τρία τάλαντα Τὰ μὲν ὄρη οἷόν τ'
    ἐστὶ καὶ ἰχνεύειν. [ἰχνεύω: ἰχνηλατώ]
  2. Oμοίως μπορεί να έλκεται ο προσδιοριζόμενος όρος από την πτώση της αναφορικής αντωνυμίας (αντίστροφη έλξη ή ανθέλξη):
    Tὴν οὐσίαν ἣν κατέλιπε τῷ υἱεῖ οὐ πλείονος ἀξία ἐστὶν ἢ τεττάρων καὶ δέκα ταλάντων. [αντί: ἡ οὐσία ἣν κατέλιπε]
  3. Οι εισαγωγικές λέξεις των αναφορικών παραβολικών προτάσεων αναφέρονται σε αντίστοιχες δεικτικές αντωνυμίες ή επιρρήματα, που τίθενται στον λόγο ή εννοούνται, σχηματίζοντας παραβολικά ζεύγη, όπως τα: τοιοῦτος - οἷος, τοιοῦτος - ὁποῖος, τοσοῦτος - ὅσος, τόσον - ὅσον, τοσούτῳ - ὅσῳ, οὕτως - ὡς κ.ά.

ΛEΞEIΣ ΠOY EIΣAΓOYN ΠEPIΣΣOTEPA
AΠO ENA EIΔH ΔEYTEPEYOYΣΩN ΠPOTAΣEΩN

ΛEΞHΕIΔH ΠPOTAΣEΩN ΠOY EIΣAΓEI
ὅτιειδικές, αιτιολογικές
ὡςειδικές, πλάγιες ερωτηματικές, αιτιολογικές, τελικές,
συμπερασματικές, χρονικές, αναφορικές
ἐπεί, ἐπειδὴαιτιολογικές, χρονικές
ὅτε, ὁπότεαιτιολογικές, χρονικές
ὅπωςπλάγιες ερωτηματικές, τελικές, αναφορικές,
ενδοιαστικές (ὅπως μὴ)
εἰυποθετικές, πλάγιες ερωτηματικές, αιτιολογικές
ἐάν, ἄν, ἢνυποθετικές, πλάγιες ερωτηματικές
αναφορικές αντωνυμίες
αναφορικά επιρρήματα
αναφορικές, πλάγιες ερωτηματικές


Σχετικά Online Μαθήματα:

58, 121, 134, 135, 136, 138, 139








ΠΗΓΗ:

Σύνδεση Προτάσεων και Σύνδεσμοι στα Αρχαία Ελληνικά!

 

Tρόποι Σύνδεσης των Προτάσεων

Ο λόγος που συντίθεται από περισσότερες από μία προτάσεις ονομάζεται σύνθετος και εκφράζει με μεγαλύτερη ακρίβεια και πληρότητα τη συνθετότητα της σκέψης την οποία εξωτερικεύει. Σε έναν σύνθετο λόγο οι προτάσεις που σχετίζονται μεταξύ τους ως προς το περιεχόμενο παρουσιάζονται με τρεις τρόπους:

  1. α) Tίθενται η μία δίπλα στην άλλη, χωρίζονται με κόμμα και επομένως δε συνδέονται μεταξύ τους με κάποια συνδετική λέξη. Η απουσία συνδετικών λέξεων δε σημαίνει βέβαια και έλλειψη νοηματικής συνοχής, καθώς αυτή επιτυγχάνεται με τη σειρά με την οποία παρατίθενται οι προτάσεις. Αυτός ο τρόπος παράθεσης των προτάσεων ονομάζεται ασύνδετο σχήμα, προσδίδει στον λόγο ένταση και γοργότητα –κυρίως σε αφηγήσεις και περιγραφές– και δεν απαντά συχνά στην αττική πεζογραφία, καθώς αντιστοιχεί σε απλούστερα στάδια πνευματικής εξέλιξης:

    Καὶ συμβαλόντες τὰς ἀσπίδας ἐωθοῦντο, ἐμάχοντο, ἀπέκτεινον, ἀπέθνῃσκον. [Η νοηματική συνοχή επιτυγχάνεται με τη χρονική-λογική ακολουθία των προτάσεων.]
    Ἐπὶ σαυτὸν καλεῖς, ἐπὶ τοὺς νόμους καλεῖς, ἐπὶ τὴν δημοκρατίαν καλεῖς. [κλιμάκωση από το μερικό στο γενικό]
    N.E.: Φώναζε, έβριζε, απειλούσε τους πάντες.


  2. β) Συνδέονται με παρατακτικούς συνδέσμους· πρόκειται για ισοδύναμες προτάσεις (κύριες με κύριες ή δευτερεύουσες με δευτερεύουσες του ίδιου είδους). H σύνδεση αυτή ονομάζεται παρατακτική ή σύνδεση κατά παράταξη:

    Τὴν πόλιν ἀνάστατον ἐποίησαν καὶ τὴν Καδμείαν κατέλαβον.
    Ἐπεὶ δ' ἡμέρα τ' ἦν καὶ φανερὸν ἦν τὸ γεγενημένον, οἱ ὁπλῖται ἐξεβοήθουν. [τὲ - καί: συνδέουν παρατακτικά τις δευτερεύουσες προτάσεις «Ἐπεὶ... ἦν» και «[ἐπεὶ ] φανερὸν ἦν τὸ γεγενημένον».]
    N.E.: • Σώπα και μη μιλάς Μείνε να φάμε και να μιλήσουμε.


  3. γ) Συνδέονται με υποτακτικούς συνδέσμους, ερωτηματικά μόρια, ερωτηματικές ή αναφορικές αντωνυμίες και ερωτηματικά ή αναφορικά επιρρήματα. Η σύνδεση αυτή ονομάζεται υποτακτική ή σύνδεση καθ' υπόταξη και αντιστοιχεί σε υψηλό, σύνθετο τρόπο σκέψης, καθώς συνδέει εσωτερικά-λογικά ανόμοιες μεταξύ τους προτάσεις (κύριες με δευτερεύουσες ή δευτερεύουσες από τις οποίες η μία προσδιορίζει την άλλη):

    Ἐπεὶ ἐπεσκεύασαν τὰς ναῦς, παρέπλευσαν ἐς Λοκρούς.
    Εὖ οἶδα ὅτι, ἐὰν ἀδικῶ, δώσω δίκην. [Συνδέονται υποτακτικά η κύρια πρόταση «εὖ οἶδα» με τη δευτερεύουσα «ὅτι δώσω δίκην» και η δευτερεύουσα «ἐὰν ἀδικῶ» με την επίσης δευτερεύουσα «ὅτι δώσω δίκην».]
    N.E.: • Πήγαινε να παίξεις Λέει ότι δεν ήξερε πως τον γύρευα.


·         Σύνδεσμοι λέγονται οι άκλιτες λέξεις που χρησιμεύουν για να συνδέουν με ορισμένους τρόπους λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους,

         π.χ. ἐγὼ καὶ σὺ ἐπαιάνιζόν τε οἱ Ἕλληνες καὶ ἤρχοντο ἀντίοι ἰέναι πρὸς τοὺς πολεμίους.

 

·         Οι σύνδεσμοι χωρίζονται στις παρακάτω κατηγορίες:

 

Παρατακτικοί Σύνδεσμοι

Συμπλεκτικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι που συμπλέκουν, δηλ. συνενώνουν (καταφατικά ή αποφατικά), λέξεις ή προτάσεις:
καταφατικοί:
 τε, καὶ αποφατικοί: οὔτε, μήτε – οὐδέ, μηδέ

Διαζευκτικοί ή Διαχωριστικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι που συνδέουν διαζευκτικά (δηλ. διαχωριστικά) λέξεις ή προτάσεις:
ἤ, ἤτοι, εἴτε, ἐάντε, ἄντε, ἤντε

Αντιθετικοί ή Εναντιωματικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι που σημαίνουν ότι εκείνα που συνδέονται με αυτούς είναι αντίθετα μεταξύ τους:
μέν, δέ, μέντοι, ὅμως, ἀλλά, ἀτάρ
 (= όμως), μήν (= όμως), ἀλλὰ μήν (= αλλὰ όμως), καὶ μήν (= και όμως), οὐ μὴν ἀλλά (= αλλὰ όμως), καίτοι (= κα όμως)

Αιτιολογικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που είναι αιτία ή δικαιολογία άλλου:
γάρ, ὡς, ἐπεί
 (στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου)

Συμπερασματικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που φανερώνει συμπέρασμα άλλου προηγούμενου:
ἄρα, οὖν, γοῦν, τοίνυν, τοιγάρτοι, τοιγαροῦν – οὔκουν, οὐκοῦν, δή
ὥστε
 (στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου και δεν ακολουθεί άλλη κύρια πρόταση)

 

 

Υποτακτικοί Σύνδεσμοι

 

Παραχωρητικοί ή Ενδοτικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους συνδέονται δύο νοήματα κάπως ασυμβίβαστα μεταξύ τους και που το ένα δηλώνει παραχώρηση (συγκατάβαση) προς το άλλο:
εἰ καί, ἄν καί - καὶ εἰ, καὶ ἄν, κἄν
 (= και αν ακόμη) οὐδ’ εἰ, οὐδ’ ἐάν, μηδ’ ἐάν (= ούτε και αν) – καίπερ (= αν και)

Χρονικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που καθορίζει το χρόνο μιας ενέργειας:
ὡς - ὅτε, ὁπότε - ὁσάκις, ὁποσάκις – ἡνίκα, ὁπηνίκα - ἐπεί, ἐπειδή - ὅταν, ὀπόταν, ἐπάν, ἐπειδάν - ἕως, ἔστε, ἄχρι, μέχρι, πρίν

Τελικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που φανερώνει το τέλος (δηλ. το σκοπό) μιας ενέργειας:
ἵνα, ὅπως, ὡς
 (=για να)

Ειδικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που συμπληρώνει την έννοια άλλης πρότασης ως αντικείμενο ή ως υποκείμενο ή επεξηγεί κάποια λέξη άλλης πρότασης: ὅτι, ὡς

Υποθετικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι που εισάγουν υπόθεση:
εἰ, ἐάν, ἄν, ἤν

Ενδοιαστικοί ή Διστακτικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται πρόταση που εκφράζει ενδοιασμό (δηλ. φόβο ή δισταγμό για κάτι ανεπιθύμητο):
μή, μὴ οὐ

Αιτιολογικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που είναι αιτία ή δικαιολογία άλλου:
ὅτι, ὡς, διότι, ἐπεί, ἐπειδή

Συμπερασματικοί

λέγονται οι σύνδεσμοι με τους οποίους εισάγεται ένα νόημα που φανερώνει συμπέρασμα άλλου προηγούμενου:
ὥστε, ὡς

 

 

 

Οι Σύνδεσμοι...αλφαβητικά!

 

ἀλλὰ = αλλά, αντιθετικός

ὑμεῖς δὲ ἀποκρεμασθέντες κατασπᾶν βιάσεσθέ με,ἀλλὰ μάτην πονήσετε
(= κι εσείς να πιαστείτε απ’ αυτό και να επιχειρήσετε με τη βία να με τραβήξετε με δύναμη προς τα κάτω,
 αλλά μάταια θα κοπιάσετε)

ἀλλὰ μὴν = αλλὰ όμως, ως μεταβατικός = επιπλέον, αντιθετικός

ἀλλὰ μὴν καὶ οὓς ὑμῶν ἀπέστησαν φανεροί εἰσιν ἐξηπατηκότες
(=
 αλλά και όσους απέσπασαν από εσάς είναι φανερό ότι τους εξαπάτησαν)

ἄν (= αν εάν), υποθετικός

ἄν τέ τις φόβος ταράττῃ συμβοηθεῖ
(= και
 αν τον ταράζει κάποιος φόβος,τον βοηθάει μαζί με άλλους)

ἄν καὶ (= αν και, ακόμη κι αν), παραχωρητικός

οὐδένα δύνασθαι κρύπτειν τὸ μὴ οὐχ ἡδέως ἂν καὶ ὠμῶν ἐσθίειν αὐτῶν
(= κανείς δεν μπορούσε να κρύψει ότι ευχαρίστως θα τους έτρωγε
 ακόμη κι αν ήταν ζωντανοί)

ἄντε (ἄν + τε) (= είτε), διαζευκτικός

ἄντε ἄρχων ἄντε ἰδιώτης ὢν τυγχάνῃ
(=
 είτε άρχοντας είτε ιδιώτης τυχαίνει να είναι)

ἄρα (= άρα, πράγματι), συμπερασματικός

μαθὼν πείρᾳ ὅτι ἄρα ἦν ἄδικος κριτὴς τῶν ἰδίων
(=
  και έμαθε εξ ιδίας πείρας ότιπράγματι ήταν άδικος κριτής των ατομικών του γνωρισμάτων)

ἀτὰρ (= αλλά, όμως), αντιθετικός

ἀτὰρ δὴ καὶ τὸ σὸν θέλω μαθεῖν (αλλά και τα δικά σου θέλω να μάθω)
ἀτὰρ
 πῶς οὐκ αὐτοῦ Μεγαροῖ κατέλυεν; (= αλλά πώς και δεν έμεινε στα Μέγαρα;)

ἄχρι (= έως ότου, μέχρι), χρονικός

ὁ λόφος ὠνομάζετο Ταρπήιος, ἄχρι οὗ Ταρκυνίου βασιλέως Διὶ τὸν τόπον καθιεροῦντος
(= ο λόφος ονομαζόταν Ταρπήιος,
 μέχρι που ο βασιλιάς Ταρκύνιος τον αφιέρωσε στο Δία)
Γίνου πιστός ἄχρι θανάτου
(= Γίνε πιστός μέχρι το θάνατο)

γὰρ (γε + ἄρα) (= γιατί, βέβαια, δηλαδή), αιτιολογικός

 γὰρ ἀγαθὸς φίλος ἑαυτόν τάττει πρὸς πᾶν τὸ ἐλλεῖπον τῷ φίλῳ
(=
 γιατί ο καλός φίλος αφιερώνεται στην κάλυψη των αναγκών του φίλου του)

δὲ, αντιθετικός

διδάσκοντες ὅτι τὸ μὲν δίκαιόν ἐστι, τὸ δὲ ἄδικον
(= διδάσκοντας ότι το
 ένα είναι δίκαιο, το άλλο άδικο)

δὴ (= λοιπόν), συμπερασματικός

ἀφ’ οὗ δὴ, οἶμαι, καὶ καλοῦνται Φελλόποδες
(= γι’ αυτό το λόγο μάλιστα, νομίζω, και ονομάζονται Φελλόποδες.)

δῆτα (= άρα, συνεπώς, λοιπόν), συμπερασματικός

λαβέ δῆτα τὰς φυσαλλίδας πρὸς τῶν θεῶν, ὡς ἥδομαί γ' ὑμᾶς ὁρῶν ὀρχουμένους"
(πάρε,
 λοιπόν, τις φυσαλλίδες (αυλούς), για τους θεούς, γιατί χαίρομαι να σας βλέπω να χορεύετε)

διότι (= διότι), αιτιολογικός

τὴν μὲν τοῦ πράγματος ἰσότητα ὁμολογοῦσι, τὴν δὲ οἷς ἀμφισβητοῦσι, [...], διότι κρίνουσι τὰ περὶ αὑτοὺς κακῶς
(= παραδέχονται την ισότητα για τα πράγματα, την αμφισβητούν όμως για τα πρόσωπα, [...],
 διότι κρίνουν λάθος τα σχετικά με τους ίδιους

ἐάν (= αν, εάν), υποθετικός

ἀπειλῶν αὐτῷ θανάτου, ἐὰν ἀδικῶν φωραθῇ ἕτερα
(= απειλώντας τον με θάνατο,
 εάν αποδειχθεί ότι διαπράττει άλλες αδικίες)

εἰ (= αν, εάν), υποθετικός

εἰ δὲ κἀκεῖνοι ἐμὲ ἑώρων, οὐκέτι ἔχω εἰπεῖν
(=
 αν όμως κι εκείνοι μ’ έβλεπαν, δεν μπορώ καθόλου να το πω)

εἰ καὶ (= έστω και), παραχωρητικός

ζημίαν δὲ τιθεὶς εἰ καὶ ὁ μικροῦ ἄξιος ἀπόλοιτο
(= και θεωρώντας το ζημιά αν κάποιος,
 έστω και ανάξιος, χανόταν)

ἐάντε (ἐὰν + τε) (= είτε), διαζευκτικός

ἐάντε πατὴρ ὢν τυγχάνῃ ἐάντε μήτηρ ἐάντε ἄλλος ὁστισοῦν
(=
 είτε τυχαίνει να είναι πατέρας είτε μητέρα είτε κάποιος άλλος)

ἐπάν (επεὶ + ἄν) (= όταν, άμα, αφού), χρονικός

ὅταν μὲν ἐρρωμένος ᾖ τις, οὐδὲν ἐπαισθάνεται τῶν καθ’ ἕκαστα σαθρῶν, ἐπὰν δ’ ἀρρωστήσῃ, πάντα κινεῖται
(= όταν κανείς είναι γερός, δεν αντιλαμβάνεται τα μέλη που νοσούν,αφού, όμως, ασθενήσει, όλα μεταβάλλονται

ἐπεί (= όταν, άμα, αφού), χρονικός

Ἂλλ’ ἐπεὶ τῶν πολεμίων ὁ στόλος τοὺς πὲριξ ἀπέκρυψεν αἰγιαλούς
(= Αλλά
 όταν ο στόλος των εχθρών απέκρυψε τις γύρω παραλίες)

ἐπεὶ (= επειδή), αιτιολογικός

ἐπεὶ δὲ οὒκ ἐπείθετο, πρὸς τοὺς δικαστὰς ἤγαγε
(=
 επειδή όμως δεν πειθόταν, τον οδήγησε μπροστά στους δικαστές)

ἐπειδὰν (ἐπειδὴ + ἄν) (= όταν), χρονικός

ἐπειδὰν δὲ ἐκ διδασκάλων ἀπαλλαγῶσιν, ἡ πόλις αὖ τούς τε νόμους ἀναγκάζει μανθάνειν
(όταν
 απαλλαγούν από τους δασκάλους, η πόλη πάλι τους αναγκάζει να μαθαίνουν τους νόμους)

ἐπειδὴ (= επειδή), αιτιολογικός

Ἔπειτ’ ἐπειδὴ τἀμφανῆ μὲν οἱ νόμοι ἀπεῖργον αὐτούς
(= Έπειτα
 επειδή οι νόμοι τους εμπόδιζαν)

ἐπειδή (= όταν, αφού, αφότου), χρονικός

Οὗτος, ἐπειδὴ ἐγκύμων ἦν ἡ Γαλάτεια ηὔξατο μὲν γενέσθαι αὐτῷ ἄρρενα παῖδα, (= Αυτός, όταν εγκυμονούσε η Γαλάτεια, ευχήθηκε να αποκτήσει αρσενικό παιδί)

ἔστε (= έως ότου, μέχρι), χρονικός

αὐτὸς ἔφη παραμενεῖν ἔστ᾽ ἂν τοὺς βότρυς ποιήσωσι γλεῦκος (= αυτός είπε να παραμείνουν μέχρι τα σταφύλια να κάνουν μούστο)

εἴτε = είτε (εἰ + τε), διαζευκτικός

Εἰ μέλλουσιν ἡμῖν ἐνθένδε εἴτε ἀποδιδράσκειν, εἴθ’ ὅπως δεῖ ὀνομάσαι τοῦτο,
(= Αν, ενώ σκοπεύουμε εμείς
 είτε να δραπετεύσουμε από εδώ, είτε όπως αλλιώς ταιριάζει να ονομάσουμε μια τέτοια πράξη,

ἕως (= έως, έως ότου), χρονικός

Δαμασίας αἱρεθεὶς ἄρχων ἔτη δύο καὶ δύο μῆνας ἦρξεν, ἕως ἐξηλάθη βίᾳ τῆς ἀρχῆς
(= ο Δαμασίας αναδείχθηκε άρχοντας και έμεινε στην εξουσία δυο χρόνια και δυο μήνες
 έως ότου τον καθαίρεσαν με την βία)

 = ή, διαζευκτικός

ὀρυττομένη δὲ τρέφει πολλαπλασίους  εἰ σῖτον ἔφερε (= όταν όμως αξιοποιούνται για εξόρυξη, μπορούν να θρέψουν πολύ περισσότερους παρά αν καλλιεργούνταν)

ἤν (= αν, εάν), υποθετικός

ἤν εἰσδύνῃ τῇ ὁδῷ τῆς ἀκοῆς μου, τέθνηκα
(=
 αν μπει στο αυτί μου, πεθαίνω)

ἡνίκα (= όταν), χρονικός

Φασὶ δ’ αὐτούς, καὶ ἡνίκα μία τροφὴ πᾶσι ἦν τοῖς ὀρνέοις πρώτους βορὰν ἐκ τῶν ὑδάτων εὑρεῖν
(= Λένε ακόμη γι’ αυτούς, κι
 όταν ήταν μία η τροφή για όλα τα πουλιά, πρώτοι αυτοί βρήκαν τροφή από τα νερά)

ἤντε (ἤν + τε) (= ή, είτε), διαζευκτικός

Μὴσατο δ' ἄλλην γαῖαν ἀπείρατον ἤντε σελήνην

ἤτοι (= είτε), διαζευκτικός

καὶ οἱ αὐτοὶ ἤτοι κρίνομέν γε ἢ ἐνθυμούμεθα ὀρθῶς τὰ πράγματα
(= και εμείς οι ίδιοι
 είτε αποφασίζουμε για τα πολιτικά ζητήματα ή προσπαθούμε να βρούμε σωστές λύσεις γι' αυτά)

ἵνα (= για να), τελικός

πολλὰ ἐπιτηδεύουσιν ἐν τῷ βίῳ, ἵνα πορίζωνται τὰ ἀναγκαῖα
(= ασκούν πολλά επαγγέλματα στη ζωή τους, για να εξασφαλίζουν τα αναγκαία

καὶ (= και), συμπλεκτικός

Ἐν Ἀθήναις διδάσκουσι καὶ νουθετοῦσι τοὺς παῖδας
(= Στην Αθήνα διδάσκουν και νουθετούν τα παιδιά)

καὶ ἄν (= και αν, κι αν ακόμη, έστω κι αν), παραχωρητικός

χρῆν αὐτὸν πάντων τῶν ἄλλων ἀπεχόμενον ἰέναι οὕτω ἐπὶ τὴν ἡμετέρην, καὶ ἂν ἐδήλου πᾶσι ὡς ἐπὶ Σκύθας ἐλαύνει καὶ οὐκ ἐπὶ τοὺς ἄλλους.
(= ...
 ακόμη κι αν δήλωνε σ' όλους ότι επιτίθεται εναντίον των Σκυθών και όχι εναντίον των άλλων)

καὶ εἰ (= και αν, κι αν ακόμη, έστω κι αν), παραχωρητικός

καὶ εἰ μή γε ἡ Θέτις κατελεήσασα κἄν ἐδέδετο αὐτῷ κεραυνῷ καὶ βροντῇ
(= κι αν η Θέτις δεν τον σπλαχνιζόταν θα είχε αιχμαλωτιστεί μαζί με τον κεραυνό και τη βροντή του)

καὶ μὴν (= και όμως, και μάλιστα), αντιθετικός

Καὶ μὴν καὶ γένεια φύουσιν μικρὸν ὑπὲρ τὰ γόνατα
(= Και μάλιστα και γένια αφήνουν να φυτρώσουν λίγο πάνω από τα γόνατα)

κἄν (= και αν ακόμη), παραχωρητικός

κἄν μυρία ὧμεν πεπλημμεληκότες, ὁ Θεὸς μεταδώσει συγγνώμης ἡμῖν (= ακόμη κι αν έχουμε διαπράξει πολλά παραπτώματα ο Θεός θα μας συγχωρήσει

καίπερ (= αν και, και αν ακόμη, έστω κι αν), παραχωρητικός

φαίνεται δὲ τὰ εἰρημένα καὶ τοῖς πολλοῖς ὑπάρχειν, καίπερ οὖσι φαύλοις (= Τα γνωρίσματα που είπαμε φαίνεται ότι υπάρχουν και στους πολλούς κι αν ακόμη είναι φαύλοι

καίτοι (= και όμως, παρόλο) (καὶ + τοι), αντιθετικός

Καίτοι ἐπιστάμεθα μὴν δήπου τίνες εἰσὶ νέων διαφθοραί (= Ακόμη κι αν γνωρίζουμε βέβαια, ποιες είναι οι διαφθορές των νέων)

μὲν, αντιθετικός

διδάσκοντες ὅτι τὸ μὲν δίκαιόν ἐστι, τὸ δὲ ἄδικον
(= διδάσκοντας ότι το ένα είναι δίκαιο, το άλλο άδικο)

μὴ (= μήπως), ενδοιαστικός

οὐκ ἤθελε δὲ  περιιδεῖν ἄλυτον, μὴ καὶ τοῦτο ἐργάσηται κίνησίν τινα ἐς τοὺς πολλούς
(= αλλά και δεν ήθελε να τον αφήσει άλυτο, μήπως αυτό προκαλέσει κάποια αναταραχή στο πλήθος)

μηδὲ (μὴ + δὲ) (= μήτε), συμπλεκτικός

μηδέποτε άξιωθησόμενον τοιούτων ἐπαίνων, μηδ’ ἄν ὑπερβάλλη τὰς ἀρετὰς ἐκείνων;
(=
  ότι ποτέ δε θα κριθεί άξιος για τέτοιους επαίνους, κι αν ακόμα ξεπεράσει τις αρετές εκείνων;)

μέντοι (μὲν + τοι) (= όμως), αντιθετικός

Ἀλλά μέντοι καὶ πένητας ὄψει οὐχ οὕτως ὀλίγους τῶν ἰδιωτῶν
(= Αλλά όμως θα δεις και φτωχούς όχι τόσο λίγους πολίτες)

μέχρι (= μέχρι), χρονικός

Τοῦ δὲ ῥεύματος παρασύραντος αὐτὸν ὠδύρετο, μέχρις οὗ  ὁ Ἑρμῆς  ἐλεήσας αὐτόν ἧκε
(=
Kαι, επειδή το ρεύμα το παρέσυρε, έκλαιγε, μέχρι που ο Ερμής τον λυπήθηκε και ήρθε)

μηδ’ ἐὰν (= ούτε και αν), παραχωρητικός

μηδέποτε άξιωθησόμενον τοιούτων ἐπαίνων μηδ’ ἄν ὑπερβάλλη τὰς ἀρετὰς ἐκείνων;
(= ποτέ δε θα κριθεί άξιος για τέτοιους επαίνους, κι αν ακόμα ξεπεράσει τις αρετές εκείνων;)

μὴν (= όμως), αντιθετικός

Καὶ μὴν οὐκ ἔδει γε ἐπιγελᾶν ἑταίρῳ ἀνδρί.
(= Κι όμως δεν έπρεπε βέβαια να γελάς σε βάρος ενός φίλου σου.)

μὴ οὐ (= μήπως δεν), ενδοιαστικός

τοῦτο δὲ, σμικρόν ῥεῦμα, εἴρξει ἡμᾶς τὸ μὴ οὐ διαβῆναι ὡς ἔχομεν
(= αυτό
  όμως το μικρό ρεύμα θα μας εμποδίσει να περάσουμε όπως είμαστε)

μήτε = μήτε (μὴ + τε), συμπλεκτικός

μήτε εἰς ἱερὸν ἔλθῃ μηδὲν μήτ’ εἰς ἀγορὰν μήτ’ εἰς πόλιν ὅλως πρότερον ἢ καθήρηται
(= ούτε στο ιερό να έλθει ούτε στην αγορά ούτε γενικά στην πόλη παρά μόνο αφού εξαγνιστεί)

ὅμως (= όμως), αντιθετικός

Ἀλλ’ ὅμως σὺ μὲ φής, ὦ Μέλητε, τοιαῦτα ἐπιτηδεύοντα τοὺς νέους διαφθείρειν;
(Αλλά εσύ όμως ισχυρίζεσαι, ω Μέλητε, ότι ασχολούμενος με τέτοια διαφθείρω τους νέους;)

ὁπηνίκα (= όταν, την ώρα που, τη στιγμή που), χρονικός

Ῥέα παραγίνεται εἰς Κρήτην, ὁπηνίκα τὸν Δία ἐγκυμονοῦσα ἐτύγχανε
(= Η Ρέα φτάνει στην Κρήτη,
 όταν εγκυμονούσε το Δία)

ὁποσάκις (= όσες φορές), χρονικός

ὁποσάκις δ' ἐπεχείρησαν αἱρεῖσθαι τοὺς βελτίστους
(= όσες φορές προσπάθησαν να διαλέξουν τους καλύτερους)

ὀπόταν (ὁπότε + ἄν) (όταν), χρονικός

τις ἂν ὑμᾶς ἐξαπατήσαι ὥστε ἐμβαίνειν ὁπόταν νότος πνέῃ;
(= ποιος θα μπορούσε να σας εξαπατήσει ώστε να μπείτε στα πλοία
 όταν φυσάει βοριάς;)

ὁπότε (ὁ(π)πότε) (= γιατί), αιτιολογικός

Φεῦ <σου>, ὦ Ἑλλάς, ὁπότε οἱ νῦν τεθνηκότες ἱκανοὶ ἦσαν ζῶντες νικᾶν μαχόμενοι πάντας τοὺς βαρβάρους
(= Αλοίμονο, Ελλάδα, γιατί οι τωρινοί νεκροί, αν ζούσαν, μπορούσαν να νικήσουν πολεμώντας όλους τους βαρβάρους.)

ὁπότε (ὁ(π)πότε) (= όποτε), χρονικός

ἐπεὶ πολλοὶ μὲν τῶν ἄλλων Τρώων, ἀπώλλυντο, ὁπότε συμμίσγοιεν τοῖς Ἕλλησιν,
(=όταν πολλοί άλλοι Τρώες
  σκοτώνονταν όσες φορές συγκρούονταν με τους Έλληνες)

ὅπως (= για να), τελικός

ἔπεισε τὸν Ἀρχιμήδην ὅπως αὐτῷ μηχανήματα κατασκευάσῃ
(= έπεισε τον Αρχιμήδη να κατασκευάσει για χάρη του μηχανήματα)

ὁσάκις (= όσες φορές), χρονικός

τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἐὰν πίνητε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν
(= αυτό να κάνετε, όσες φορές πίνετε στη δική μου ανάμνηση)

ὅταν (= όταν), χρονικός

ὅταν δὲ τὸ τῆς ἱστορίας ἦθος ἀναλαμβάνῃ τις, ἐπιλαθέσθαι χρή πάντων τῶν τοιούτων
(=
 όταν, όμως, κάποιος υιοθετεί το χαρακτήρα του ιστορικού πρέπει να τα ξεχάσει όλα αυτά)

ὅτε (ὅ + τε) (= όταν), χρονικός

ἐγὼ ὑμῖν, ὅτε τοῖς Ἀθηναίοις ἐπολεμεῖτε, φίλος καὶ σύμμαχος ἐγενόμην
(= εγώ,
 όταν πολεμούσατε τους Αθηναίους, υπήρξα φίλος και σύμμαχός σας)

ὅτι (ὅ + τι) (= ότι), ειδικός

αἱ δὲ ὄχθαι αὗται ὁρᾷς ὅτι ὑπερύψηλοι καὶ κρημνώδεις εἰσίν αἵ αὐτῶν· (= και βλέπεις ότι οι όχθες είναι πολύ ψηλές και μερικές απ’ αυτές είναι απόκρημνες·)

ὅτι (ὅ + τι) (= διότι) (με ρ. ψυχικού πάθους), αιτιολογικός

ἀναθαρρήσειν τε δοκῶ τοὺς Πέρσας <ὡς> ἀξιομάχους Μακεδόσιν ὄντας, ὅτι οὐδὲν ἔπαθον ἐν τῷ παραυτίκα ἄξιον τοῦ σφῶν δέους.
(= και νομίζω ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος γιατί θα νομίσουν ότι είναι ικανοί να μάχονται με τους Μακεδόνες γιατί δεν έπαθαν τίποτα τη στιγμή αυτή αντάξιο του φόβου τους.

οὐδὲ = ούτε (οὐ + δὲ), συμπλεκτικός

Οὐ γὰρ δὴ οὕτω γε φρενοβλαβής ἦν Πρίαμος οὐδὲ οἱ ἄλλοι Τρῶες
(= Γιατί βέβαια δεν ήταν τόσο παράφρονας ο Πρίαμος ούτε οι άλλοι Τρώες)

οὐδ’ ἐὰν (= ούτε αν), παραχωρητικός

οὐδ' ἐὰν ἀντιβολῶσιν ὑμᾶς καὶ ἱκετεύωσιν, δικαίως ἂν αὐτοὺς ἐλεήσαιτε
(= ούτε κι αν
  σας παρακαλούν και σας ικετεύουν, δίκαια δε θα τους ελεήσετε)

οὐδ’ εἰ (= ούτε αν), παραχωρητικός

οὐδ’ εἴ με ἐκέλευες ταῦτα ποιεῖν, ἡδέως ἂν ταῦτα ἐποίουν
(= ούτε αν με διέταζες να κάνω αυτά, με ευχαρίστηση θα τα έκανα )

οὐκοῦν (οὐ + οὖν) (= λοιπόν), συμπερασματικός

Οὐκοῦν θαυμαστὸν καὶ τοῦτό σοι δοκεῖ εἶναι
(= Λοιπόν, σου φαίνεται ότι είναι και τούτο περίεργο)

οὔκουν (οὐ + οὖν) (επομένως, συνεπώς, άρα), συμπερασματικός

ὅταν πολεμούντων πόλις ἁλῷ, τῶν ἑλόντων εἶναι καὶ τὰ σώματα τῶν ἐν τῇ πόλει καὶ τὰ χρήματα. οὔκουν ἀδικίᾳ γε ἕξετε ὅ τι ἂν ἔχητε, ἀλλὰ φιλανθρωπίᾳ οὐκ ἀφαιρήσεσθε, ἤν τι ἐᾶτε ἔχειν αὐτούς.
(=όταν μια πόλη κυριευθεί μετά από αντίσταση, να ανήκουν στους νικητές και οι κάτοικοι και τα υπάρχοντά της.
 Επομένως δεν κατέχετε άδικα όσα τυχόν έχετε, αλλά από φιλανθρωπία δε θα τους αφαιρέσετε όσα θα τους επιτρέψετε να κρατήσουν.

οὐ μὴν ἀλλὰ (= αλλὰ όμως), αντιθετικός

οὐ μὴν ἀλλὰ ζητητέον μή ποτε τοῦτο μὲν συμβέβηκε,
(= Εν τούτοις πρέπει να εξετάσωμεν μήπως τούτο συμβαίνει κατά σύμπτωση)

οὖν (= λοιπόν), συμπερασματικός

Μέχρι μὲν οὖν τινος συνοδοιποροῦσι ἡμῖν παραθέοντες
(= Ως ένα σημείο, λοιπόν, μας συνοδεύουν τρέχοντας δίπλα μας)

οὔτε = ούτε (οὐ + τε), συμπλεκτικός

Ἦν δὲ ὁ δεσμὸς ἐκ φλοιοῦ κρανίας καὶ τούτου οὔτε τέλος οὔτε ἀρχὴ ἐφαίνετο
(= Ο δεσμός ήταν από φλούδα κρανιάς και αυτού δε φαινόταν ούτε τέλος ούτε αρχή)

πρὶν (= πριν, προτού), χρονικός

ὑποφθάσομεν γὰρ αὐτοί περάσαντες πρὶν ἐκείνους ἐς τάξιν καθίστασθαι
(= θα προλάβουμε να περάσουμε πριν εκείνοι να παραταχθούν για μάχη)

τε (= και), συμπλεκτικός

ἀναθαρρήσειν τε δοκῶ τοὺς Πέρσας <ὡς> ἀξιομάχους Μακεδόσιν ὄντας (=
και νομίζω ότι οι Πέρσες θα πάρουν θάρρος γιατί θα νομίσουν ότι είναι ικανοί να μάχονται με τους Μακεδόνες)

τοιγαροῦν (τοι + γὰρ + οὖν) (= γι' αυτό λοιπόν), συμπερασματικός

τοιγαροῦν ὁ ἀθετῶν οὐκ ἄνθρωπον ἀθετεῖ ἀλλὰ τὸν θεὸν 
(= γι' αυτό λοιπόν αυτός που αθετεί δεν αθετεί τον άνθρωπο αλλά το θεό)

τοιγάρτοι (= ώστε λοιπόν), συμπερασματικός

τοιγάρτοι διὰ ταῦτα πολλοὶ τὴν πατρίδα τὴν αὑτῶν ἀπολιπόντες φυγάδες γίγνονται
(= ώστε λοιπόν γι' αυτά πολλοί αφού εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, γίνονται φυγάδες)

τοίνυν (τοι + νῦν/νυν) (= λοιπόν), συμπερασματικός

Ὁ μὲν τοίνυν πόλεμος ἁπάντων ἡμᾶς τῶν εἰρημένων ἀποστέρηκεν
(= Ο πόλεμος λοιπόν, μας έχει στερήσει από όλα αυτά που έχουν λεχθεί)

ὡς (= επειδή), αιτιολογικός

λοιδοροῦσι τὰς ἑαυτῶν πατρίδας, ὡς φαύλως αὐτοῖς προσφερομένας
(= κακολογούν τις πατρίδες τους, επειδή κατά τη γνώμη τους τοὺς συμπεριφέρθηκαν άσχημα)

ὡς (= όταν), χρονικός

Ὡς δὲ Άλέξανδρος παρῆλθεν ἐς Γόρδιον, πόθος λαμβάνει αὐτὸν ἰδεῖν τὴν ἅμαξαν τὴν Γορδίου (= Όταν ο Αλέξανδρος έφτασε στο Γόρδιο, τον κατέλαβε πόθος να δει την άμαξα του Γορδίου)

ὡς (= ότι, πως), ειδικός

γραψεν ὡς δυνατόν ἐστι τῇ δοθείσῃ δυνάμει τὸ δοθὲν βάρος κινῆσαι
(= έγραψε ότι είναι δυνατό να κινήσουμε με μια ορισμένη δύναμη ένα οποιοδήποτε βάρος)

ὡς (= ώστε, με αποτέλεσμα), συμπερασματικός

νῦν οὕτω διάκειμαι ὑφ’ ὑμῶν ὡς οὐδὲ δεῖπνον ἔχω ἐν τῇ ἐμαυτοῦ χώρᾳ
(= τώρα εσείς μου συμπεριφέρεστε έτσι ώστε ούτε φαγητό δεν έχω στη χώρα μου,

ὡς (=για να, να), τελικός

ἀλλὰ καὶ βασιλέως ἀγαθοῦ τοῦτο ἔργον ἐνόμιζε, τὸ τοὺς ἀρχομένους ὡς πλεῖστα ἀγαθὰ ποιεῖν
(= αλλά πίστευε ότι καθήκον του καλού βασιλιά είναι
 να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερα καλά στους υπηκόους του)

ὥστε (ὡς + τε) (= ώστε, άρα, συνεπώς), συμπερασματικός

οὕτω γὰρ δυσκόλως πεφύκασίν τινες, ὥστε ἥδιον ἄν ἀκούοιεν εὐλογουμένων
(= γιατί τόσο μικρόψυχοι είναι μερικοί από τη φύση τους, ώστε με μεγαλύτερη ευχαρίστηση θα άκουγαν να επαινούνται εκείνοι)

 



ΠΗΓΕΣ:

http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2326/Syntaktiko-Archaias-Ellinikis-Glossas_A-B-G-Gymnasiou_html-apli/index_02_01_a.html

https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Theoria%20arxaia/syndesmoi.htm