Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Η εποχή της δυσπιστίας

 Η εποχή της δυσπιστίας


16.04.2025

Δημήτρης Παπανικολάου


Στην επίμονη κοινωνική διαμαρτυρία για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, που εξελίσσεται σε μια εντυπωσιακή εθνική ενδοσκόπηση, δύο ήταν και παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά: η οργή για την κατάρρευση των υποδομών και η απουσία εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Από τη μια, η οργή για την τηλεδιοίκηση που ποτέ δεν λειτούργησε, η έρευνα για την κατάσταση των δικτύων, η απόγνωση για μια ευρωπαϊκή χώρα που αδυνατεί, στον 21ο αιώνα, να έχει ένα σύγχρονο τρένο το οποίο να συνδέει έστω τις δύο μεγαλύτερές της πόλεις. Και από την άλλη, η δυσπιστία για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, για την ανακριτική διαδικασία, για την πολιτική λογοδοσία, για το αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Η δυσπιστία αυτή πολλαπλασιάζεται αντί να μειώνεται: οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με το πόρισμα του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Σιδηροδρομικών και Αεροπορικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ) την τελευταία εβδομάδα αυτό επιβεβαιώνουν. Παρακολουθούμε μια ιστορία που φαίνεται όλο και πιο περίεργη, όλο και περισσότερο προβληματική και διαπλεκόμενη, με τις παλινωδίες και τελικώς την παραίτηση του αντιπροέδρου της επιτροπής να μεγεθύνουν αυτή την εντύπωση. Είναι ενδιαφέρον ότι και η παρέμβαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο: με βαθιά δυσπιστία για τα κίνητρά της. Η γενική αίσθηση είναι ότι, όπως και οι υποδομές, έτσι και οι θεσμοί: είναι σε αποσύνθεση.

Κάποιοι θα επέμεναν ίσως ότι αυτά τα δύο, υποδομές και θεσμοί, είναι όψεις της κοινωνικής οργάνωσης που δεν συνδέονται μεταξύ τους, ζητήματα, θα έλεγαν, διαφορετικής τάξης. Κι όμως, το βασικό πολιτικό επίδικο της κοινωνικής διαμαρτυρίας για τα Τέμπη είναι ότι η κατάρρευση των υποδομών και η απαξίωση των θεσμών συνδέονται, και μάλιστα οργανικά.

Μιλώντας για υποδομές κοινής ωφέλειας, το μυαλό πάει σε τεχνικές (δρόμοι, δίκτυα, λιμάνια, κτίρια), κοινωνικές (εκπαίδευση, περίθαλψη, πρόνοια, δημόσιοι χώροι), πιο συχνά στη σύνθεση των δύο. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε τις τελευταίες δεκαετίες καταλήξει να θεωρούμε φυσική την αποεπένδυση και την υπονόμευση τέτοιων υποδομών, καθώς και την αποσύνδεση της ιδέας της ανάπτυξης από την ανακατανεμητική λογική της δημόσιας πρόνοιας. Και ομοίως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μια σειρά θεσμών (νόμους, ρυθμίσεις, πολιτικές και διοικητικές δομές και, ναι, και τη Δικαιοσύνη) να τη σιγοντάρουν αυτή την υπονόμευση. Ετσι αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Πείθεσαι ότι είναι φυσικό να έχει το δημόσιο νοσοκομείο κομματικά διορισμένο διοικητή, ανέχεσαι να έχει έλλειψη σε είδη πρώτης ανάγκης, το βλέπεις φυσικό να εξουθενώνονται οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι σε αυτό ή να πάσχουν τα κτίριά του, σιγά-σιγά χάνεις την πίστη σου στο δημόσιο νοσοκομείο γενικώς. Και μετά σου λένε ότι φταις εσύ που, ταυτόχρονα, χάνεις και την εμπιστοσύνη σου στους πολιτικούς θεσμούς που το διοικούν, λες και η αντίδρασή σου είναι, ας πούμε, ψυχολογική. Εμ, δεν είναι. Ως αντίδραση εμπεριέχει μια πολύ προφανή, και πολύ πολιτική, λογική. Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτή η πολιτική λογική και η διεκδίκηση δεν αρθρώθηκαν νωρίτερα: δεν βγήκαμε δηλαδή και στους δρόμους επειδή διορίζονται κομματικά οι διοικητές των νοσοκομείων.

Αλλο παράδειγμα: Εχουμε δεχθεί με μια σχετική παθητικότητα να γίνονται οι Ανεξάρτητες Αρχές έρμαιο πολιτικής χειραγώγησης, να επιλέγονται ή να αλλάζουν τα μέλη τους με διαβλητούς τρόπους που πλέον ούτε καν παρακολουθούμε. Απλώς αυξάνουμε τη δυσπιστία για τις Ανεξάρτητες Αρχές συνολικά, έως την απόλυτη απαξίωσή τους. Η αντίδραση αυτή δεν είναι ψυχολογική, δεν είναι «ψεκασμένη», ενέχει πολιτική λογική και κρίση, όσο κι αν επίσης χαρακτηρίζεται και από μια σχετική παθητικότητα σε σχέση με τα προηγούμενα στάδια αυτής της αλυσίδας απαξίωσης. Παρόμοια παραδείγματα θα μπορούσα να βρω για την παιδεία, τις συγκοινωνίες, την ασφάλεια, την κατάσταση του δημόσιου χώρου, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ενημέρωση κ.ο.κ.

Οι θεσμοί λοιπόν πάσχουν εκτός των άλλων και γιατί συμμετέχουν σε μια πρωτοφανή τα τελευταία χρόνια διαμόρφωση κοινωνικής παθητικότητας, μιας μορφής καταστολή (και με τις δύο έννοιες της λέξης) του κοινωνικού σώματος. Συναινούν στη σχετικοποίηση της σημασίας του δημόσιου συμφέροντος και κάποτε διαπλέκονται στην ακύρωση της ίδιας της έννοιάς του. Στηρίζονται, και αυτοί, στην κοινωνική παθητικότητα. Πώς συντηρείται η κοινωνική παθητικότητα; Μα με την προώθηση με κάθε τρόπο ενός δόγματος «ασφάλειας», «νοικοκυροσύνης» και «κανονικότητας» που αναπαράγεται με απλοϊκά βιοπολιτικούς όρους: όσο είσαι μέσα στο μαντρί η ζωή σου είναι καθορισμένη και ασφαλής, η ζωή σου μετράει. Σε αντίθεση με όσες ζωές είναι απ’ έξω, στις βάρκες των προσφύγων, στους ανθρώπους χωρίς χαρτιά, στα κέντρα συγκέντρωσης, στις κατεστραμμένες πόλεις. Από εδώ η ασφαλής ζωή, ακόμα και υπό παρακολούθηση, από εκεί το «μην κοιτάς». Αν στην Ελλάδα έχει ξανά τιναχθεί στον αέρα αυτό το σχήμα τον τελευταίο καιρό, βεβαίως, είναι και γιατί το δυστύχημα στα Τέμπη έδειξε τόσο ξεκάθαρα ότι ακόμα και στα βασικά της αυτή η «ασφάλεια» δεν είναι παρά κενό γράμμα (σαν το παράταιρο τελευταίο Α στο αρκτικόλεξο ΕΟΔΑΣΑΑΜ), τρόπος χειραγώγησης μάλλον παρά πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο το σύνθημα «πάρε με όταν φτάσεις» ή το πόσο πολύ παρακολουθούμε τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Στα Τέμπη, με τρόπο τραγικό, τινάχθηκε το δόγμα της βιοπολιτικής ασφάλειας στο κέντρο της αναφοράς του, στον οίκο και την οικογένεια. Αίφνης τινάχθηκαν τα «ας το αφήσουμε πίσω μας», τα «μη δυσπιστείς», τα «μην κοιτάς» και «μην ασχολείσαι». Και ξαναρχίσαμε να κοιτάμε.


Ο κύριος Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών και εταίρος του κολεγίου St Cross στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/print/opinions/i-epoxi-tis-dyspistias

Η τέχνη θα πεθάνει μαζί μας!

Η τέχνη θα πεθάνει μαζί μας!

Οδυσσέας Ιωάννου

"Ξέρουμε πως δεν θα πάμε ποτέ στα αστέρια,

 αλλά αλίμονο αν τα χάσουμε και από τα μάτια μας."




Το γεγονός πως τις τελευταίες εβδομάδες το timeline μας – και όχι μόνο στην Ελλάδα – γέμισε με Adolescence αποδεικνύει πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε ακόμα τον κώδικα της τέχνης. Μπορεί να κυκλοφορούν εκατό βιβλία με το ίδιο θέμα, να οργανώνονται συνέδρια, να είναι ένας μόνιμος φόβος που περνάει σαν μοβ κορδέλα μπροστά από τα μάτια όλων των γονιών, αλλά η κουβέντα άνοιξε ύστερα από τέσσερα αριστουργηματικά μονοπλάνα.

Γιατί άραγε; Γιατί έπρεπε να το δούμε έτσι για να μας ενεργοποιήσει; Γιατί χρειάζονταν μερικές συγκλονιστικές ερμηνείες μιας χούφτας εγγλέζων ηθοποιών για να μιλήσουμε για τα παιδιά μας; Γιατί δεν ήταν αρκετή η πραγματικότητα; Γιατί κανένα άρθρο, καμία είδηση, κανένα ρεπορτάζ με πραγματικούς ήρωες δεν θα μπορούσε ποτέ να ευαισθητοποιήσει τόσο; Η απάντηση είναι η τέχνη. Όσο και να έχει λοιδορηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, όσο κι αν έχει απαξιωθεί, συκοφαντηθεί από τους «ρεαλιστές», όσο κι αν τη θεωρούν κάτι δευτερεύον για να περνάει ευχάριστα (;) η ώρα μας, ο κώδικας της τέχνης γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και αν πεθάνει θα πεθάνει μαζί του.

Είναι για τον ίδιο λόγο που ένα έργο στην Εθνική Πινακοθήκη μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη αντίδραση από οποιαδήποτε δήλωση, από οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση. Για τον ίδιο λόγο που μας συγκινεί ένα ερωτικό τραγούδι, που κάποιος πεθαίνει από έρωτα σε μία εποχή που δεν πεθαίνουμε πια από έρωτα. Για τον ίδιο λόγο που μας γοητεύει η ιστορία κάποιου που δίνει τη ζωή του για έναν καλύτερο κόσμο, σε εποχές που η γενναιότητα και ο ηρωισμός είναι απλώς κολλήματα ορισμένων «losers» που ψάχνουν νόημα στη ζωή τους ή θέλουν απλά να τραβήξουν την προσοχή και να στρέψουν τα φώτα πάνω στο υπερεγώ τους.

Η τέχνη εμπεριέχει στο κύτταρό της την υπερβολή, αλλά όχι το ψέμα, εκεί υπάρχει μία παρεξήγηση. Ακόμη και όσοι ακολούθησαν τον τρόπο του απόλυτου ρεαλισμού, δίχως συμβολισμούς, χωρίς ποιητικές αποστροφές και αποτύπωσαν κόσμο, αισθήματα και ιδέες μέσα από το πεντακάθαρο πρίσμα της πραγματικότητας, δεν κατάφεραν να αποφύγουν την υπερβολή για να μιλήσουν. Την υπερβολή του παραδείγματος, την υπερβολή της επιμερισμένης εικόνας, την υπερβολή της εκβίασης του συναισθήματος. Είναι αδύνατον να τα αποφύγεις αυτά στην τέχνη. Πώς θα γίνει να συγκινήσεις αν δεν πειράξεις λίγο τις παραμέτρους και δεν αμφισβητήσεις τις ευθείες γραμμές που ενώνουν την παρατήρηση με το συμπέρασμα;

Δεν ξέρω αν η τέχνη παρουσιάζει τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι – νομίζω πως όχι, η ζωή όπως τη ζούμε είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε εναλλακτική –, όμως είναι ο υπέροχος, μη κανονικός κόσμος, σε μία κανονικότητα που δεν αντέχεται εύκολα. Είναι η δυνατότητα της εναλλακτικής, ανεξάρτητα αν αυτή θα πραγματωθεί ποτέ. Η τέχνη, όπως και το όνειρο, δεν ορίζουν τόπο, αλλά διαδρομή. Ξέρουμε πως δεν θα πάμε ποτέ στα αστέρια αλλά αλίμονο αν τα χάσουμε και από τα μάτια μας.

Τελικά χρειαζόμασταν το «Adolescence», όχι για να τρομάξουμε, ούτε για να νιώσουμε περισσότερο τα εφηβάκια μας, αλλά για να σταματήσουμε για λίγο την τρελή μας κούρσα της καθημερινότητας και να μας παρατηρήσουμε απ’ έξω.