Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα φοιτητών φιλολογίας & συναδέλφων φιλολόγων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα φοιτητών φιλολογίας & συναδέλφων φιλολόγων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο νέος ως κριτικός αναγνώστης στην εποχή της πληροφορίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης!

Ο νέος ως κριτικός αναγνώστης στην εποχή της πληροφορίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος MA, PhD, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη




Στη σύγχρονη εποχή, οι νέοι ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον αδιάκοπης και ταχύτατης ροής πληροφοριών. Ειδήσεις, αναρτήσεις, εικόνες, βίντεο, σχόλια και απόψεις διακινούνται καθημερινά σε πολλαπλές ψηφιακές πλατφόρμες, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο πληροφοριακό τοπίο. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν διευρύνει σημαντικά την πρόσβαση στη γνώση, ταυτόχρονα όμως έχουν καταστήσει δυσκολότερη τη διάκριση ανάμεσα στην αξιόπιστη και την παραπλανητική πληροφορία, στο τεκμηριωμένο και το ατεκμηρίωτο, στο ουσιώδες και το επουσιώδες. Ιδιαίτερα σήμερα, με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής και διάδοσης ψηφιακού περιεχομένου, η κριτική αξιολόγηση της προέλευσης, της εγκυρότητας, της σκοπιμότητας και της αξιοπιστίας κάθε μηνύματος καθίσταται αναγκαία δεξιότητα. Επομένως, η ικανότητα των νέων να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση, να ελέγχουν τις πηγές και να προσεγγίζουν το περιεχόμενο με κριτική επίγνωση αναδεικνύεται σε κεντρική πρόκληση της εποχής.

Από τον αναγνώστη στον κριτικό αναγνώστη

Μέσα σε αυτό το σύνθετο πληροφοριακό περιβάλλον, ο νέος δεν αρκεί να λειτουργεί ως απλός αναγνώστης· χρειάζεται να διαμορφωθεί ως κριτικός αναγνώστης. Ο κριτικός αναγνώστης δεν περιορίζεται στην κατανόηση του περιεχομένου ενός κειμένου, αλλά διερευνά την προέλευσή του, τις προθέσεις και τα μέσα πειθούς του, καθώς και το κοινωνικό ή ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται. Αναλύει, αξιολογεί και διασταυρώνει τις πληροφορίες, αναγνωρίζει πιθανές προκαταλήψεις, σκοπιμότητες ή τεχνικές πειθούς και διαμορφώνει τεκμηριωμένη άποψη, στηριγμένη σε αξιόπιστα στοιχεία και λογικά επιχειρήματα.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, όπου κείμενα, εικόνες, ήχοι και βίντεο μπορούν να παραχθούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο και να εμφανίζονται απολύτως πειστικά, χωρίς απαραίτητα να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η άρτια μορφή ή η τεχνική αρτιότητα μιας πληροφορίας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αλήθειας. Σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου τα δεδομένα παράγονται και διακινούνται αδιάκοπα, η ικανότητα του νέου να διακρίνει την ουσιαστική γνώση από την παραπληροφόρηση αποτελεί βασική προϋπόθεση πνευματικής αυτονομίας και υπεύθυνης συμμετοχής στον δημόσιο χώρο.

Τι είναι η κριτική ανάγνωση

Η συγκρότηση του κριτικού αναγνώστη προϋποθέτει την ανάπτυξη της κριτικής ανάγνωσης, θεμελιώδους δεξιότητας στο σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον. Η κριτική ανάγνωση δεν ταυτίζεται με μια εκ προοιμίου απορριπτική στάση απέναντι στο κείμενο, αλλά συνιστά συστηματική, τεκμηριωμένη και αναστοχαστική διερεύνηση του νοήματος και της αξιοπιστίας του. Ο αναγνώστης εξετάζει τη λογική συνοχή του λόγου, την εγκυρότητα των επιχειρημάτων και των τεκμηρίων, τις προθέσεις του πομπού και το κοινωνικό, ιστορικό και επικοινωνιακό πλαίσιο παραγωγής του κειμένου· παράλληλα, αξιολογεί την ποιότητα των πηγών, εντοπίζει προκαταλήψεις, λογικές πλάνες και τεχνικές πειθούς και διασταυρώνει τις πληροφορίες - πρακτική που η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει ως «πλάγια ανάγνωση» (lateral reading). Μέσα από τη διεργασία αυτή καλλιεργούνται οι δεξιότητες της κριτικής πρόσληψης, της ερμηνείας, της αξιολόγησης και της τεκμηριωμένης κρίσης, οι οποίες συγκροτούν τον αναγνώστη ως ενεργό και υπεύθυνο πολίτη, ικανό να θεμελιώνει τις απόψεις του με επιχειρήματα και να μετέχει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η κριτική ανάγνωση θωρακίζει τον νέο απέναντι στις ίδιες του τις προκαταλήψεις. Δεδομένου ότι τείνουμε να αποδεχόμαστε ευκολότερα όσα επιβεβαιώνουν τις διαμορφωμένες αντιλήψεις μας και να αντιμετωπίζουμε με δυσπιστία όσα τις αμφισβητούν, ο κριτικός αναγνώστης μαθαίνει να αναγνωρίζει αυτή τη μεροληψία και να επανεξετάζει τη θέση του όταν τα στοιχεία οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Κριτική ανάγνωση, ενεργητική ανάγνωση και κριτική σκέψη

Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία η διάκριση της κριτικής από την ενεργητική ανάγνωση - δύο έννοιες που συχνά συγχέονται, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται. Η ενεργητική ανάγνωση αφορά τη συνειδητή κατανόηση και οργάνωση του περιεχομένου (υπογράμμιση, σημειώσεις, σύνοψη, απόδοση του νοήματος). Η κριτική ανάγνωση αποτελεί μορφή ενεργητικής ανάγνωσης, χωρίς ωστόσο να ισχύει το αντίστροφο: είναι δυνατόν κανείς να διαβάζει ενεργητικά - υπογραμμίζοντας και σχολιάζοντας - χωρίς να διαβάζει κριτικά, δηλαδή χωρίς να ελέγχει την αξιοπιστία των πηγών, τη συνοχή των επιχειρημάτων ή τις ενδεχόμενες μεροληψίες. Το διακριτικό γνώρισμα της κριτικής ανάγνωσης είναι ένα πρόσθετο επίπεδο διερεύνησης, που μετατοπίζει το ερώτημα από το τι λέγεται στο πώς, στο γιατί, από ποια θέση και με ποια τεκμηρίωση διατυπώνεται.

Η μετάβαση από την ενεργητική στην κριτική ανάγνωση συναρτάται άμεσα με την κριτική σκέψη, με την οποία βρίσκεται σε σχέση αλληλεξάρτησης. Η κριτική σκέψη συνιστά το ευρύτερο γνωστικό και αναστοχαστικό πλαίσιο - την ικανότητα εξέτασης ιδεών, πληροφοριών και επιχειρημάτων με ορθολογικό, ανεξάρτητο και τεκμηριωμένο τρόπο πριν από τη διατύπωση κρίσης - ενώ η κριτική ανάγνωση αποτελεί την εφαρμογή και ενεργοποίησή της κατά την πρόσληψη και ερμηνεία του γραπτού, ψηφιακού ή πολυτροπικού λόγου. Η σχέση είναι, συνεπώς, αμφίδρομη: η κριτική ανάγνωση προϋποθέτει την κριτική σκέψη και ταυτόχρονα συμβάλλει στην καλλιέργειά της.

Ο Γραμματισμός στα Μέσα και στην Πληροφορία και ο κριτικός αναγνώστης

Η κριτική ανάγνωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα ικανοτήτων που η σύγχρονη βιβλιογραφία αποδίδει με τον όρο Γραμματισμός στα Μέσα και στην Πληροφορία (Media and Information Literacy). Πρόκειται για σύνθετη έννοια, την οποία η UNESCO εισηγήθηκε το 2007, συνενώνοντας τον γραμματισμό στην πληροφορία, τον γραμματισμό στα Μέσα και τον ψηφιακό-τεχνολογικό γραμματισμό, ενώ ολοένα και περισσότερο ενσωματώνει και τον γραμματισμό στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ορίζεται ως το σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων που επιτρέπουν στο άτομο να αναζητά, να αναλύει, να αξιολογεί κριτικά, να χρησιμοποιεί και να δημιουργεί πληροφοριακό και επικοινωνιακό περιεχόμενο με υπεύθυνο, δεοντολογικό και τεκμηριωμένο τρόπο. Ως πλαίσιο, ο γραμματισμός αυτός προϋποθέτει και συγχρόνως καλλιεργεί συστηματικά την κριτική σκέψη, η οποία λειτουργεί ως το ευρύτερο γνωστικό του υπόβαθρο.

Μέσα από αυτό το πλαίσιο ο κριτικός αναγνώστης αποκτά τα εργαλεία για να προσεγγίζει τα κείμενα όχι ως ουδέτερες ή αυτονόητες αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, αλλά ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών συνθηκών. Έτσι εξοπλισμένος, αξιολογεί την αξιοπιστία των πηγών, αναγνωρίζει στερεότυπα, λογικές πλάνες και τεχνικές χειραγώγησης και διακρίνει την έγκυρη πληροφόρηση τόσο από τη σκόπιμη παραπληροφόρηση όσο και από την ακούσια εσφαλμένη πληροφόρηση, διαμορφώνοντας εμπεριστατωμένες κρίσεις. Στο σύγχρονο περιβάλλον, η ικανότητα αυτή επεκτείνεται και στην κριτική αξιολόγηση περιεχομένου που παράγεται από συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού

Ο ρόλος του σχολείου στην καλλιέργεια του κριτικού αναγνώστη είναι καθοριστικός, καθώς η κριτική ανάγνωση δεν αποτελεί αυτονόητη συνέπεια της συχνής επαφής με τα κείμενα, αλλά προϋποθέτει συστηματική παιδαγωγική παρέμβαση και μεθοδική άσκηση σε ποικίλα είδη λόγου - έντυπα, ψηφιακά και πολυτροπικά. Στο σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον, όπου οι μαθητές έρχονται καθημερινά σε επαφή με ειδήσεις, άρθρα γνώμης, επιστημονικά και λογοτεχνικά κείμενα, ψηφιακές αναρτήσεις, εικόνες και οπτικοακουστικό υλικό, η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων ή στην αναπαραγωγή πληροφοριών. Οφείλει, αντιθέτως, να καλλιεργεί την ικανότητα κατανόησης, ερμηνείας, αξιολόγησης και τεκμηριωμένης αμφισβήτησης των μηνυμάτων που παράγονται και διακινούνται στον δημόσιο και ψηφιακό χώρο. Αυτό επιτυγχάνεται όταν το σχολείο λειτουργεί ως πολυφωνική και δημοκρατική κοινότητα μάθησης, όπου εκπαιδευτικός και μαθητές συνοικοδομούν τη γνώση μέσα από διάλογο και τεκμηριωμένη σκέψη. Έτσι, οι μαθητές μαθαίνουν να προσεγγίζουν κριτικά τα κείμενα ως κοινωνικά και ιδεολογικά προσδιορισμένες κατασκευές, αναπτύσσοντας κριτικό γραμματισμό και δημοκρατική συνείδηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολαβητικό και καθοδηγητικό, χωρίς να περιορίζεται στην παροχή έτοιμων απαντήσεων. Βασική του αποστολή είναι να ενθαρρύνει τους μαθητές να θέτουν τα ουσιώδη ερωτήματα απέναντι στα κείμενα - ποιος μιλά, με ποιον σκοπό, με ποια τεκμήρια και από ποια θέση. Μέσα από τέτοιες πρακτικές, οι μαθητές ασκούνται στον εντοπισμό της κεντρικής ιδέας, στη διάκριση ουσιωδών και δευτερευουσών πληροφοριών, στον διαχωρισμό γεγονότος και άποψης, στην αναγνώριση πιθανής μεροληψίας και στην αξιολόγηση της εγκυρότητας των επιχειρημάτων. Παράλληλα, εξοικειώνονται με τη σύγκριση διαφορετικών πηγών, τον έλεγχο της προέλευσης των πληροφοριών, την προσεκτική ανάλυση της γλώσσας και την αναγνώριση των τρόπων με τους οποίους ένα κείμενο μπορεί να επιδιώκει όχι μόνο να ενημερώσει, αλλά και να επηρεάσει συναισθηματικά, ιδεολογικά ή αξιολογικά τον αποδέκτη του. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το σχολείο υπερβαίνει τον ρόλο του ως χώρου απλής μετάδοσης γνώσεων και αναδεικνύεται σε πεδίο καλλιέργειας της σκέψης, του διαλόγου και της τεκμηριωμένης κρίσης.

Επίλογος

Ο κριτικός αναγνώστης είναι, τελικά, ένας πιο ελεύθερος και ώριμος άνθρωπος. Δεν χειραγωγείται εύκολα από φήμες, εντυπωσιακούς τίτλους, ψεύτικες ειδήσεις ή φανατικές φωνές. Μπορεί να ακούει διαφορετικές απόψεις χωρίς να παρασύρεται, να διαφωνεί χωρίς να φανατίζεται και να διαμορφώνει προσωπική θέση με βάση τη λογική και τα δεδομένα. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη αλλά η αλήθεια συχνά δυσδιάκριτη, η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στο να γνωρίζει κανείς πολλά. Βρίσκεται στο να μπορεί να κρίνει σωστά όσα γνωρίζει.

 

 Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος MA, PhD, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη





Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Η Έκθεση ως πράξη σκέψης και όχι ως τεχνική

Η Έκθεση ως πράξη σκέψης και όχι ως τεχνική




Η Έκθεση δεν είναι απλώς τεχνική


Στη σχολική και φροντιστηριακή πραγματικότητα, η Έκθεση συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο τεχνικών: πρόλογοι, συνδετικές λέξεις, έτοιμες εκφράσεις, «ασφαλή» επιχειρήματα. Ο μαθητής μαθαίνει πώς να γράφει, αλλά σπάνια καλείται να αναρωτηθεί τι σκέφτεται πραγματικά. Κι όμως, η Έκθεση —ιδίως στις Πανελλήνιες— δεν είναι πρωτίστως τεχνική άσκηση· είναι πράξη σκέψης.

Η παγίδα της φόρμας


Η υπερβολική έμφαση στη φόρμα δημιουργεί την ψευδαίσθηση της επάρκειας. Ένα γραπτό μπορεί να είναι δομικά άψογο, γλωσσικά φροντισμένο και παρ’ όλα αυτά να παραμένει ρηχό. Ο λόγος είναι απλός: η σκέψη δεν προηγείται, αλλά υποκαθίσταται από μηχανισμούς. Ο μαθητής δεν επιχειρεί να επεξεργαστεί το θέμα· προσπαθεί να το «χωρέσει» σε προκατασκευασμένα σχήματα.

Τι αξιολογεί ο διορθωτής


Η Έκθεση αξιολογεί κάτι βαθύτερο: την ικανότητα του μαθητή να κατανοεί ένα ζήτημα, να το ερμηνεύει, να ιεραρχεί ιδέες και να τις συνδέει με λογική συνέπεια. Η σκέψη δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο του γραπτού· είναι ο πυρήνας του. Χωρίς αυτήν, η τεχνική μοιάζει με καλοχτισμένο κέλυφος χωρίς περιεχόμενο.

Ιδιαίτερα στις Πανελλήνιες, ο διορθωτής δεν αναζητά εντυπωσιακές λέξεις ή «ώριμο» ύφος που συχνά δεν αντιστοιχεί στην ηλικία του μαθητή. Αναζητά σαφήνεια, νοηματική ακρίβεια και ουσιαστική ανταπόκριση στο ζητούμενο. Ένα απλό, καθαρό επιχείρημα που προκύπτει από σκέψη αξίζει περισσότερο από μια περίτεχνη, αλλά κενή παράγραφο.


Τεχνική που υπηρετεί τη σκέψη


Αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνική είναι άχρηστη. Αντιθέτως, είναι απαραίτητο εργαλείο. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η τεχνική διδάσκεται αποκομμένη από τη σκέψη, όταν γίνεται αυτοσκοπός. Η σωστή σειρά είναι αντίστροφη: πρώτα σκέφτομαι, μετά οργανώνω, έπειτα εκφράζω. Η τεχνική οφείλει να υπηρετεί τη σκέψη — όχι να την αντικαθιστά.

Ο ρόλος του φιλολόγου


Ο ρόλος του φιλολόγου δεν είναι απλώς να διδάξει «πώς γράφεται» μια Έκθεση, αλλά να καλλιεργήσει τη συνήθεια του στοχασμού. Να μάθει τον μαθητή να ρωτά: τι ακριβώς μου ζητείται; τι πιστεύω εγώ γι’ αυτό; γιατί; Όταν αυτά απαντηθούν, η δομή και η γλώσσα βρίσκουν σχεδόν φυσικά τη θέση τους.

Συμπέρασμα


Ίσως, τελικά, η μεγαλύτερη πρόκληση στη διδασκαλία της Έκθεσης είναι να αποδεχθούμε ότι δεν είναι απλώς εξεταστικό μάθημα. Είναι ένας τρόπος να οργανώνει κανείς τη σκέψη του και να τη μετατρέπει σε λόγο. Κι αυτό είναι δεξιότητα που ξεπερνά κατά πολύ τις Πανελλήνιες.



Πέννυ Γρίβα, M.Ed.
Φιλόλογος – Συγγραφέας
Ειδίκευση: Πανελλήνιες | International Baccalaureate (IB)





Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Ελέφαντας στο δωμάτιο

Ελέφαντας στο δωμάτιο[1]



Τα συνεχή και επαναλαμβανόμενα περιστατικά έξαρσης της βίας μεταξύ εφήβων, που βλέπουν το φως της δημοσιότητας όλο και πιο έντονα το τελευταίο διάστημα, φέρνουν στο προσκήνιο ένα διαχρονικό και εξαιρετικά ανησυχητικό φαινόμενο: την εφηβική και σχολική βία. Η εικόνα ενός «νταή» που επιδεικνύει με υπερηφάνεια τα χέρια του μετά την επίθεση σε συμμαθητή του, σαν να πρόκειται για κάποιο κατόρθωμα, αποτυπώνει το πόσο βαθιά έχει ριζώσει η κουλτούρα της βίας και της ατιμωρησίας στην κοινωνία μας, καθώς και την αποτυχία μας να προλάβουμε και να διαχειριστούμε τέτοια φαινόμενα. Η εφηβική και σχολική βία αποτελεί σύμπτωμα μιας βαθύτερης κοινωνικής παθογένειας. Και πρωτίστως, είναι ο καθρέφτης της οικογένειας, της παιδείας, των αξιών που καλλιεργούμε και των «αξιών» που ανεχόμαστε.

Η εφηβική βία συχνά αντλεί τη δυναμική της από την οικογένεια, η οποία αποτελεί το θεμέλιο της διαμόρφωσης της προσωπικότητας του παιδιού. Όταν η βίαιη συμπεριφορά παραβλέπεται ή ακόμα και δικαιολογείται, και όταν τα όρια είναι ασαφή ή ανύπαρκτα, δημιουργείται ένα περιβάλλον που ευνοεί την ανάπτυξη επιθετικών συμπεριφορών. Ένα παιδί που μεγαλώνει σε περιβάλλον όπου η επιθετικότητα γίνεται ανεκτή, ως έφηβος υιοθετεί τη βία ως φυσιολογική αντίδραση και τη μεταφέρει στο σχολικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Έτσι, η βία μετατρέπεται σε εργαλείο κυριαρχίας ή αυτοεπιβεβαίωσης, με σοβαρές συνέπειες τόσο για τον ίδιο όσο και για το κοινωνικό σύνολο. Οι γονείς, συνεπώς, κρίνονται συνυπεύθυνοι για τις πράξεις των παιδιών τους.

Η δυσλειτουργική σχέση των γονιών με τα παιδιά τους όχι μόνο υπονομεύει το ρόλο της οικογένειας, αλλά μεταθέτει άδικα το βάρος στους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται να καλύψουν κενά που δεν μπορούν να καλυφθούν μόνο μέσα από την εκπαίδευση. Η πραγματικότητα αυτή γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν οι γονείς, αντί να συνεργάζονται με το σχολείο για την αντιμετώπιση προβλημάτων που δημιουργούν τα παιδιά τους, υιοθετούν μια επιθετική ή αμυντική στάση. Συχνά, κατηγορούν τους εκπαιδευτικούς για οποιαδήποτε αρνητική συμπεριφορά των παιδιών τους, αποφεύγοντας να αναγνωρίσουν τη δική τους ευθύνη. Το σχολείο όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει τον ρόλο της οικογένειας. Οφείλει βέβαια να λειτουργήσει ως ασπίδα για τα θύματα και να αντιμετωπίσει τους δράστες με αποφασιστικότητα. Για το λόγο αυτό, έχει ευθύνη όταν συγκαλύπτει ή ανέχεται τις βίαιες συμπεριφορές. Η ανοχή στη βία, ακόμη και με τη μορφή της αδράνειας, ενισχύει τη δράση των «νταήδων», που δρουν ανενόχλητοι, συχνά επωφελούμενοι από την έλλειψη σοβαρών συνεπειών.

Καταλυτικός, κατά τη γνώμη μας, είναι και ο ρόλος της κοινωνίας στο σύνολό της για την αυξανόμενη, εντός και εκτός σχολείου, ανήλικη βία. Ζούμε σε μια εποχή όπου η ατιμωρησία και η χαλαρότητα έχουν κανονικοποιηθεί. Σε μια κοινωνία όπου δεν καλλιεργούνται αξίες όπως η ενσυναίσθηση, η συνεργασία και ο σεβασμός, που οι κανόνες συχνά παραβιάζονται χωρίς συνέπειες και η ατιμωρησία θεωρείται δεδομένη, με αποτέλεσμα οι έφηβοι να υιοθετούν μια στρεβλή αίσθηση δύναμης και δικαιωμάτων. «Διδάσκονται» ότι η δύναμη του ισχυρού επιτρέπει την παραβίαση των νόμων και των δικαιωμάτων των άλλων. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνία διαμορφώνει ένα περιβάλλον που λειτουργεί ως υπέδαφος για την ανάπτυξη της εφηβικής βίας και παραβατικότητας. Όταν οι ενήλικες δεν δίνουν το σωστό παράδειγμα, πώς να περιμένουμε από τους έφηβους να συμπεριφέρονται διαφορετικά; Πώς να τους πείσουμε να σεβαστούν τους άλλους; Αντίθετα, τους προσφέρουμε έναν επικίνδυνο οδηγό: οι κανόνες υπάρχουν μόνο για να παραβιάζονται. Βλέποντας λοιπόν πως οι κανόνες παραβιάζονται καθημερινά χωρίς συνέπειες, θεωρούν πως και αυτοί έχουν το δικαίωμα να κάνουν το ίδιο. Έτσι, η βία ενσωματώνεται στην καθημερινότητά τους, ενισχυμένη από την αίσθηση ότι κανείς δεν θα τους αποτρέψει ή θα τους τιμωρήσει. Οι ανήλικοι βλέπουν, μιμούνται, εξοικειώνονται.

Η βία έχει πολλά πρόσωπα· δεν είναι μόνο οι γροθιές και οι κλωτσιές. Είναι και το βλέμμα της περιφρόνησης, η περιθωριοποίηση του διαφορετικού, η καταπάτηση των δικαιωμάτων του άλλου. Είναι κάθε πράξη ή παράλειψη που υπονομεύει τον σεβασμό και την ισότητα στις ανθρώπινες σχέσεις. Η βία των ανηλίκων είναι ένας καθρέφτης που αντικατοπτρίζει τις ελλείψεις μας ως κοινωνία. Η καλλιέργεια μιας κουλτούρας σεβασμού, δικαιοσύνης και συνεργασίας δεν είναι απλώς ανάγκη· είναι καθήκον. Είναι ευθύνη όλων μας να μπορέσουμε να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά θα μεγαλώσουν με τις απαραίτητες αξίες και δεξιότητες για να γίνουν υπεύθυνοι και ολοκληρωμένοι πολίτες.

 Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος MAPhD, Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, 

Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη

 


 



[1]  «Ελέφαντας στο δωμάτιο» είναι μια έκφραση που περιγράφει την παρουσία ενός μεγάλου προβλήματος ή ζητήματος, το οποίο, παρόλο που όλοι γνωρίζουν ότι υπάρχει, επιλέγουν να αγνοήσουν, αποφεύγοντας να το αναγνωρίσουν ή να το αντιμετωπίσουν.

 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

«Αξιοποιώντας δημιουργικά» !

 «Αξιοποιώντας δημιουργικά» 



Κυριακή σήμερα. Ευκαιρία για μια χαλαρή φιλολογική κουβεντούλα.

Τι σημαίνει η στερεότυπα επαναλαμβανόμενη στην εκφώνηση του Θέματος Δ των Πανελλαδικών Εξετάσεων φράση «Αξιοποιώντας δημιουργικά…»; 

Η διατύπωση «Αξιοποιώντας δημιουργικά» – όχι δυνητικά: μπορείτε να αξιοποιήσετε – δηλώνει ότι η αξιοποίηση είναι δεσμευτική. 

Τι σημαίνει «αξιοποιώ» και κυρίως τι σημαίνει «δημιουργικά», καθώς το βάρος του νοήματος στη φράση αυτή δεν πέφτει τόσο στη μετοχή, όσο στο επίρρημα;

Γενικά, αξιοποιώ σημαίνει χρησιμοποιώ με κατάλληλο τρόπο τις δυνατότητες που προσφέρει κάτι, ώστε να προκύψει θετικό αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση αξιοποιώ τα Κείμενα Αναφοράς σημαίνει επιλέγω και παίρνω ή εμπνέομαι (ωθούμαι να σκεφτώ) από αυτά στοιχεία (πληροφορίες, ιδέες, θέση/-σεις και επιχειρήματα) που είναι κατάλληλα για σύνταξη του κειμένου στο οποίο αναπτύσσονται τα Ζητούμενα του Θέματος Δ. Με τη διαφορά ότι δεν πρόκειται για αξιοποίηση με κάθε τρόπο, για αντιγραφή, για αυτούσια (copy paste) μεταφορά στοιχείων από τα Κείμενα Αναφοράς στο γραπτό του διαγωνιζόμενου, αλλά για δημιουργία, «δημιουργικά».

Δημιουργική αξιοποίηση στοιχείων των Κειμένων Αναφοράς μπορεί να γίνεται και για τα τρία πεδία που αξιολογούνται και βαθμολογούνται: στο περιεχόμενο, στην έκφραση και στη δομή.

Στο περιεχόμενο δημιουργική αξιοποίηση δε σημαίνει αναπαραγωγή πληροφοριών, ιδεών, θέσεων και επιχειρημάτων και μάλιστα με συχνή αναφορά στον συγγραφέα του Κειμένου Αναφοράς από το οποίο προέρχονται τα στοιχεία που αξιοποιούνται. Σαν να πρόκειται για πληροφοριακή περίληψή του (ή και για «plagiarism»!). «Δημιουργικά» δε σημαίνει αντιγραφή και παράθεση πληροφοριών από τα Κείμενα Αναφοράς χωρίς ή με συρραφή ούτε είναι προσωπική δημιουργία η συνεχής επίκληση κάποιου άλλου και όσων αυτός υποστηρίζει!

Δεν εξετάζεται η δεξιότητα του διαγωνιζόμενου στην αντιγραφή, αλλά στη δημιουργία. Και δημιουργία στην αξιοποίηση περιεχομένου από τα Κείμενα Αναφοράς σημαίνει επιλογή, ανάλυση, προσθήκη, ανάπτυξη, επέκταση, συμπλήρωση, ανάπλαση, τεκμηρίωση των στοιχείων που αξιοποιούνται, χωρίς, βέβαια, παρέκβαση, αλλά στο πλαίσιο που ορίζεται από το θέμα, ή και διαφωνία με αυτά. Ακόμα κι αν χρειαστεί να «τουμπάρει», να αναποδογυρίσει ο διαγωνιζόμενος μέρος ή όλο το Κείμενο Αναφοράς και να το διαβάσει με διαφορετική ανάγνωση, εφόσον αυτή κινητοποιεί τη σκέψη του και του δίνει τα ερεθίσματα και το υλικό που χρειάζεται για την παραγωγή λόγου. Για παράδειγμα, να αξιοποιήσει αίτια για κάποιο πρόβλημα που υπάρχουν σε Κείμενο Αναφοράς, για να διατυπώσει προτάσεις για την αντιμετώπισή του, εφόσον, βέβαια, αυτές ζητούνται.

Στην έκφραση και στο ύφος δεν είναι δημιουργική αξιοποίηση η μίμηση, η προσπάθεια δηλαδή ενός εφήβου να μιμηθεί την έκφραση και το ύφος ενός συγγραφέα, ώριμου κατά κανόνα, τα οποία ακυρώνουν τη φυσικότητα της προσωπικής του έκφρασης.

Εξάλλου, το πιο πιθανό είναι ο τύπος του κειμένου που ζητείται να γράψει ο μαθητής (άρθρο, ομιλία ή επιστολή) να είναι διαφορετικός από τον τύπο των Κειμένων Αναφοράς. Για παράδειγμα, μπορεί το Κείμενο 1 να είναι επιστημονικό, το Κείμενο 2 δοκίμιο, και το Κείμενο 3 είναι λογοτεχνικό. Ο μαθητής καλείται να αξιοποιήσει στοιχεία που προέρχονται από κείμενα διαφορετικού τύπου με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που έχει καθένα από αυτά: από κείμενο επιστημονικού, από κείμενο δοκιμιακού λόγου, ακόμα και από το λογοτεχνικό κείμενο, αν αυτό αναφέρεται στο ίδιο με τα μη λογοτεχνικά Κείμενα θέμα και προσφέρεται για αξιοποίηση (Θέμα Πανελλαδικών 2023).

 Σε τέτοια περίπτωση ακόμα και η χρήση λέξεων των διαφορετικού τύπου Κειμένων Αναφοράς ενδέχεται να μην ενδείκνυται λόγω διαφοράς στο ύφος. Για παράδειγμα, η αυτούσια μεταφορά εκφραστικών μέσων-γλωσσικών επιλογών (λόγιων λέξεων, εκτεταμένων ονοματικών συνόλων, σύνθετων συντακτικών δομών) από κείμενα επιστημονικού και δοκιμιακού λόγου σε ομιλία.

Τι σημαίνει, λοιπόν, στην περίπτωση αυτή «δημιουργικά»; Δημιουργικά σημαίνει μετασχηματισμός και δημιουργία ενός νέου, διαφορετικού κειμένου με διαφορετικά εκφραστικά μέσα και διαφορετικό ύφος.

Σημαίνει μεταγραφή στοιχείων του Κειμένου Αναφοράς ανάλογα με τον τύπο του κειμένου που ζητείται να γράψει ο διαγωνιζόμενος, ανάλογα με το σε ποιον και για ποιο σκοπό απευθύνεται. Σημαίνει, για παράδειγμα, να αλλάξει το ρηματικό πρόσωπο, την τροπικότητα, π.χ. από επιστημική σε δεοντική, από βεβαιότητα σε υποχρέωση, ή/και ό,τι άλλο χρειάζεται. Σύμφωνα πάντα με ό,τι και όπως δίνεται και ζητείται από το Θέμα.

Στη δομή δημιουργική αξιοποίηση σημαίνει, πρωτίστως, την ένταξη των στοιχείων που αξιοποιούνται ως οργανικών μελών, με ενότητα, αλληλουχία (συνεκτικότητα) και συνοχή, στο σώμα του νέου κειμένου. Αν και τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί, δε μιλάμε για εξ ολοκλήρου αξιοποίηση της δομής Κειμένου Αναφοράς, παρά για επιμέρους, ενδεχομένως, δομικών στοιχείων του, π.χ. του τρόπου/-ων ανάπτυξης κάποιας παραγράφου. Σημαίνει τη σύνθεση, τη δόμηση και κατασκευή ενός άλλου κειμένου με συγκεκριμένη και σαφή συλλογιστική πορεία και την ένταξη σε αυτή των στοιχείων που αξιοποιούνται. 

Έτσι, ως αποτέλεσμα γνώσης και κριτικής σκέψης, δημιουργείται – και αξιολογείται – το νέο κείμενο.

Η σύνθεση και η παραγωγή νέων κειμένων ως δημιουργική διαδικασία με την αξιοποίηση στοιχείων από άλλα κείμενα δεν είναι κάτι καινούργιο. Είναι πολύ σημαντικό να μάθουν οι μαθητές να δημιουργούν κείμενα και να εκφράζονται με προσωπικό τρόπο αξιοποιώντας, όχι αντιγράφοντας, τρόπους σκέψης και πληροφορίες. Και ας κάνουν και λάθη (ποιος δημιουργός δεν κάνει;). Ειδικά, με τις τρέχουσες εξελίξεις στις νέες τεχνολογίες, με το ChatGPT να έχει εισβάλει ορμητικά στην παραγωγή λόγου και με την τυποποίηση που αυτό φέρνει, έρχεται η εποχή κατά την οποία το λάθος θα εκτιμάται ως τεκμήριο αυθεντικά προσωπικού πρωτότυπου λόγου! 


Σπυρίδων Κ. Κούτρας
Αθήνα


Όμορφη – και φιλολογικά – Κυριακή!


https://peistikoslogos.blogspot.com/







Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Η φαντασία ως καταφύγιο και δύναμη δημιουργική

Η φαντασία ως καταφύγιο και δύναμη δημιουργική

Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη


Φυσικά και ονειρεύομαι.
Ζει κανείς μόνο μ’ ένα ξερό μισθό;
(Κική Δημουλά)

Στην πορεία του ανθρώπου μέσα στον χρόνο, η φαντασία έχει αναδειχθεί σε μία από τις σημαντικότερες πνευματικές λειτουργίες. Δεν περιορίζεται στη λειτουργία της φυγής από την πραγματικότητα, αλλά αποτελεί και έναν μηχανισμό νοητικής ελευθερίας, που προσφέρει καταφύγιο σε περιόδους αβεβαιότητας και όταν η πραγματικότητα γίνεται ασφυκτική ή σκληρή. Παράλληλα, αποτελεί τη βασική προϋπόθεση κάθε δημιουργικής έκφρασης και καινοτομίας. Μέσα από τη φαντασία, ο άνθρωπος όχι μόνο επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του, αλλά και προτείνει νέους τρόπους θέασης και μετασχηματισμού του κόσμου.

Η φαντασία ως καταφύγιο αναδεικνύεται κυρίως σε περιόδους κρίσης, συναισθηματικής πίεσης ή κοινωνικού περιορισμού. Ιδίως για τα παιδιά και τους νέους, αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο μπορούν να αποδράσουν από απαιτήσεις, συγκρούσεις ή απογοητεύσεις που δεν μπορούν να διαχειριστούν άμεσα. Σε αυτό το πλαίσιο, η φαντασία προσφέρει έναν εναλλακτικό κόσμο, στον οποίο το άτομο νιώθει ελεύθερο να εκφραστεί, να επινοήσει, να διορθώσει ή να ανασυνθέσει την πραγματικότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες του. Η ανάγκη για φανταστική καταφυγή δεν υποδηλώνει αδυναμία, αλλά ευφυή προσαρμογή: είναι μια ψυχική στρατηγική που προστατεύει την εσωτερική ισορροπία, χωρίς να αποκλείει τελικά τη δυνατότητα επανασύνδεσης με την πραγματικότητα.

Ωστόσο, η φαντασία δεν περιορίζεται στο ρόλο του καταφυγίου. Είναι, κατά βάση, μια δημιουργική δύναμη, μια ικανότητα παραγωγής ιδεών, συμβόλων, μορφών και νοήματος. Η φαντασία αποτελεί κινητήρια δύναμη για την επιστημονική και πνευματική πρόοδο. Ανοίγει την πόρτα σε νέα ερωτήματα, οδηγώντας στην απόκτηση γνώσεων που ήταν προηγουμένως άγνωστες. Κάθε σημαντική πολιτισμική, επιστημονική ή καλλιτεχνική πρόοδος στηρίχθηκε στη δυνατότητα κάποιου να φανταστεί αυτό που δεν υπήρχε, να συνθέσει το απροσδόκητο, να προβάλει μια νέα προοπτική πάνω στο ήδη γνωστό. Η φαντασία, ως τέτοια, είναι προϋπόθεση της καινοτομίας, της επινόησης, της εναλλακτικής σκέψης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν αντιτίθεται στη λογική, αλλά συνεργάζεται μαζί της, ενισχύοντας την ευρηματικότητα και την ευελιξία της σκέψης.

Ιδιαίτερα στους νέους, η δημιουργική πλευρά της φαντασίας λειτουργεί ως εργαλείο αυτογνωσίας και έκφρασης. Μέσω της τέχνης, της γραφής, της μουσικής, του θεάτρου ή ακόμη και της δημιουργικής αξιοποίησης της τεχνολογίας, οι νέοι βρίσκουν τρόπους να αρθρώσουν τη φωνή τους, να επικοινωνήσουν τις ανησυχίες τους, να δημιουργήσουν, να πειραματιστούν και να εκφραστούν. Σε έναν κόσμο που συχνά επιβάλλει έτοιμα πρότυπα και αφήνει ελάχιστο χώρο για στοχασμό, η ικανότητα των νέων να φαντάζονται εικόνες, σενάρια και εναλλακτικές δυνατότητες ζωής λειτουργεί ως αντίβαρο στην παθητική συμμόρφωση. Όταν το σχολείο, η οικογένεια και η κοινωνία γενικότερα ενθαρρύνουν αυτή τη δημιουργική διάσταση της φαντασίας, δεν τους προσφέρουν απλώς έναν τρόπο διαφυγής από τις δυσκολίες. Τους δίνουν τη δυνατότητα να σκέφτονται διαφορετικά, να ονειρεύονται έναν καλύτερο κόσμο και να προσπαθούν να τον αλλάξουν. Η φαντασία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν λειτουργεί ως φυγή από την πραγματικότητα, αλλά ως μέσο ενίσχυσης των εσωτερικών τους δυνάμεων, όπως η κριτική σκέψη, η αυτογνωσία, η δημιουργικότητα και η συναισθηματική ανθεκτικότητα. Δεξιότητες που τους επιτρέπουν να κατανοούν βαθύτερα τον κόσμο γύρω τους, να αναγνωρίζουν τις αντιφάσεις του και να διαμορφώνουν έναν δικό τους, πιο ουσιαστικό και ανθρώπινο τρόπο ζωής.



 


Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Ο φόβος ως εμπόδιο στη διαμόρφωση της νεανικής ταυτότητας

Ο φόβος ως εμπόδιο στη διαμόρφωση 

της νεανικής ταυτότητας


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, 

Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη




Η ζωή μας μόνο απαλλαγμένη από το φόβο δεν είναι , στο δε ρευστό μοντέρνο τοπίο, στο οποίο είναι υποχρεωμένη να διεξάγεται αυτή, το μόνο που δεν λείπει είναι οι κίνδυνοι και οι απειλές. Ολόκληρη η ζωή είναι τώρα ένας μακρύς, και μάλλον ανώφελος αγώνας, ενάντια στον δυνάμει παραλυτικό αντίκτυπο φόβων κι ενάντια στους πραγματικούς ή υποθετικούς κινδύνους που μας κάνουν να φοβόμαστε, επισημαίνει ο Zygmunt Bauman. Ιδίως όμως για τους νέους, αυτή η ατμόσφαιρα διάχυτης ανασφάλειας διαπερνά την καθημερινότητά τους και τη σχέση τους με τον εαυτό τους και τους άλλους. Πίσω από τα χαμόγελα των φωτογραφιών και την εικόνα αυτοπεποίθησης που συχνά προβάλλεται προς τα έξω από αυτούς, κρύβονται βαθύτερες αγωνίες: φόβος για το μέλλον, φόβος της αποτυχίας, της απόρριψης, της αδικίας, αλλά και φόβος ανάληψης ευθύνης ή ακόμη και της ίδιας της αλλαγής. Δεν πρόκειται για μια “φοβισμένη γενιά”, αλλά για μια γενιά που μεγαλώνει μέσα σε έναν κόσμο ρευστότητας, συνεχών μεταβολών και συχνά αντιφατικών προσδοκιών.

Ένας από τους σημαντικότερους φόβους που βιώνουν οι νέοι σήμερα είναι ο φόβος της αποτυχίας. Σε μια κοινωνία που αξιολογεί τους ανθρώπους με βάση βαθμούς, τίτλους, «δεξιότητες» και κοινωνικά επιτεύγματα, η αποτυχία δεν αντιμετωπίζεται ως φυσικό και απαραίτητο στάδιο της μάθησης, αλλά ως ένδειξη ανικανότητας ή αποτυχίας. Έτσι, για έναν νέο, η αποτυχία στις εξετάσεις, η αδυναμία εύρεσης μιας δουλειάς «αντάξιας» των σπουδών του ή η μη αναγνώριση της προσπάθειάς του μπορεί να αποτελέσουν αιτίες άγχους και εσωτερικής πίεσης. Αντί να λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη, αυτός ο φόβος συχνά παραλύει. Ο νέος αποφεύγει να δοκιμάσει κάτι δύσκολο, διστάζει να ρισκάρει ή να αλλάξει πορεία όταν διαπιστώνει ότι μια επιλογή δεν τον εκφράζει πραγματικά. Καταλήγει, έτσι, να συμβιβάζεται με ασφαλείς αλλά αδιάφορες λύσεις, φοβούμενος το ενδεχόμενο της αποτυχίας περισσότερο από την απουσία προσωπικής ικανοποίησης. Στην πράξη, ο φόβος αυτός ακυρώνει ταλέντα, καταπνίγει την πρωτοβουλία και αναστέλλει τη δημιουργικότητα που είναι απαραίτητη για την προσωπική του εξέλιξη.

Ακόμη ένας βασικός φόβος που επηρεάζει καθοριστικά τη ζωή των νέων είναι εκείνος της απόρριψης και της κοινωνικής απομόνωσης. Η ανθρώπινη ανάγκη για αποδοχή και ένταξη σε μια κοινωνική ομάδα είναι ιδιαίτερα έντονη στη σύγχρονη εποχή, κυρίως υπό την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σήμερα, η κοινωνική αποδοχή συχνά μετριέται με τον αριθμό των "likes", των ακολούθων και της ψηφιακής προβολής, γεγονός που μετατοπίζει την ανάγκη του ανήκειν από το πραγματικό στο εικονικό περιβάλλον. Πολλοί νέοι αποφεύγουν να δείξουν τον αληθινό τους εαυτό ή να εκφράσουν ελεύθερα τις απόψεις και τις επιθυμίες τους, επειδή φοβούνται την απόρριψη ή την αρνητική κριτική. Συχνά υιοθετούν συμπεριφορές που δεν τους αντιπροσωπεύουν, προσπαθώντας να συμβαδίσουν με τα κοινωνικά πρότυπα και να μην ξεχωρίσουν αρνητικά. Έτσι, σταδιακά χάνουν την αίσθηση της μοναδικότητάς τους και περιορίζουν τη δυνατότητά τους να αναπτυχθούν ως προσωπικότητες. Ο φόβος αυτός οδηγεί σε σιωπή, σε μίμηση και, τελικά, σε απομάκρυνση από τον πραγματικό τους εαυτό, καθώς η ζωή τους αρχίζει να καθορίζεται περισσότερο από τις προσδοκίες των άλλων παρά από τις δικές τους ανάγκες και αξίες.

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στον φόβο του μέλλοντος, έναν φόβο που τα τελευταία χρόνια εντείνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς. Οι οικονομικές κρίσεις, η υψηλή ανεργία, η αβεβαιότητα γύρω από το επαγγελματικό μέλλον, αλλά και οι παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, διαμορφώνουν ένα σκηνικό αστάθειας και απειλής. Σε αυτό το πλαίσιο, πολλοί νέοι νιώθουν πως το μέλλον τους διαγράφεται σκοτεινό και αβέβαιο, γεγονός που ενισχύει το αίσθημα του αδιεξόδου και αποθαρρύνει κάθε μορφή μακροπρόθεσμου σχεδιασμού. Όταν το μέλλον φαντάζει επισφαλές και απρόβλεπτο, υπονομεύεται κάθε διάθεση για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ή επένδυση σε σπουδές, καριέρα και προσωπική ανάπτυξη. Όπως σημειώνει και ο David Altheide, δεν είναι ο φόβος καθαυτός που κυριαρχεί, αλλά η επιρροή του στη ζωή των ανθρώπων. Οι νέοι, παγιδευμένοι στην προσμονή του «χειρότερου», συχνά παραιτούνται από τη δράση και αποφεύγουν να πάρουν πρωτοβουλίες, αφού νιώθουν πως τίποτα δεν εξαρτάται πραγματικά από τις προσπάθειές τους.

Τα μέσα ενημέρωσης συμβάλλουν καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός διάχυτου φόβου, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές. Μέσα από την υπερβολική και συστηματικά αρνητική παρουσίαση της επικαιρότητας - όπως εγκλήματα, πολέμοι, φυσικές καταστροφές και οικονομική αστάθεια - καλλιεργείται η εικόνα ενός κόσμου εχθρικού και απειλητικού. Η διαρκής προβολή απροσδιόριστων αλλά επίμονων κινδύνων δημιουργεί ένα κλίμα γενικευμένης ανασφάλειας, που κάνει τους νέους να βλέπουν τον κόσμο σαν ένα επικίνδυνο και εχθρικό μέρος, γεμάτο απειλές. Όπως γράφει και ο Σπύρος Μανουσέλης «Πρόκειται για πολύ προσεκτικά επιλεγμένες και επιμελώς διογκωμένες ειδήσεις που απώτερος στόχος τους είναι, όχι τόσο να μας ενημερώσουν, αλλά, ενισχύοντας τα εγγενή μας αισθήματα φόβου και ανασφάλειας, να μας παγιδεύσουν σε μια κατάσταση μόνιμης και χωρίς διέξοδο απειλής. Αυτές οι εικόνες ανείπωτης βίας εισβάλλουν καθημερινά, εγκαθίστανται στο μυαλό μας και επηρεάζουν παραλυτικά τη σκέψη μας.»

Ένας από τους φόβους που αθόρυβα περιορίζουν τη δράση των νέων είναι ο φόβος της ευθύνης. Αν και η νεότητα αποτελεί την κατεξοχήν περίοδο διαμόρφωσης ταυτότητας, ανάληψης ρόλων και λήψης αποφάσεων, πολλοί νέοι νιώθουν έντονη ανασφάλεια απέναντι σε κοινωνικές και επαγγελματικές απαιτήσεις. Η πιθανότητα να κριθούν αυστηρά, να αποτύχουν ή να εκτεθούν μέσα από ηγετικούς ή ενεργούς ρόλους τούς οδηγεί συχνά στην αποστασιοποίηση και την αδράνεια. Όταν το κοινωνικό περιβάλλον καλλιεργεί το αίσθημα ανεπάρκειας και αποτυγχάνει να ενδυναμώσει την αυτοεκτίμησή τους, οι νέοι διστάζουν να συμμετάσχουν σε δράσεις που απαιτούν υπευθυνότητα – είτε πρόκειται για επαγγελματικές πρωτοβουλίες, είτε για συλλογικές προσπάθειες, είτε ακόμη και για τη σύναψη ουσιαστικών προσωπικών σχέσεων. Το τίμημα είναι διπλό: αφενός, αναστέλλεται η προσωπική τους ωρίμανση και αφετέρου, περιορίζεται η δυνατότητά τους να διαμορφώσουν ενεργά το κοινωνικό τους περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας γενιάς που εμφανίζεται συχνά επιφυλακτική, παθητική και εξαρτημένη.

Αξιοσημείωτος είναι και ο φόβος της αδικίας. Πολλοί νέοι αισθάνονται ότι η κοινωνία είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο ώστε να προνοεί για τους «έχοντες» και να αγνοεί ή να περιθωριοποιεί όσους προσπαθούν να αναδειχθούν μέσα από τον μόχθο τους. Η αντίληψη ότι η αξιοκρατία είναι προσχηματική και ότι «το σύστημα» ευνοεί μόνο όσους έχουν ήδη πρόσβαση σε πόρους, δικτύωση ή προνόμια, οδηγεί τους νέους σε αποξένωση από θεσμούς όπως η εκπαίδευση και η πολιτική, καθώς και από βασικούς μηχανισμούς κοινωνικής ένταξης, όπως η αγορά εργασίας, που συνδυάζει βιοπορισμό, αναγνώριση και κοινωνική καταξίωση. Όταν οι ευκαιρίες εμφανίζονται άνισα κατανεμημένες, εντείνεται το αίσθημα αποκλεισμού και απογοήτευσης.

Τέλος, ίσως ο πιο ύπουλος από όλους τους φόβους τους είναι αυτός της αδυναμίας αλλαγής. Όταν ένας νέος άνθρωπος πειστεί ότι «τίποτα δεν αλλάζει» και ότι «δεν έχει νόημα να προσπαθήσει», τότε σταδιακά υποχωρεί κάθε εσωτερικό του κίνητρο. Αυτός ο εσωτερικευμένος φόβος - που δεν έχει πρόσωπο αλλά είναι διαρκώς παρών - οδηγεί στην απάθεια, στη ματαίωση και, τελικά, στην παραίτηση.

«Είναι λάθος να νομίζομε ότι φόβος και δειλία πηγαίνουν πάντοτε μαζί, ότι δηλαδή μόνο οι από ιδιοσυστασία δειλοί φοβούνται. Το φόβο γνωρίζουν, από το φόβο υποφέρουν ακόμα και οι γενναίοι. Οι μαρτυρίες που έχομε από εξομολογήσεις και απομνημονεύματα ποντοπόρων, πολεμιστών, εξερευνητών, τολμηρών γενικά ανθρώπων που έχουν καταπλήξει με τα κατορθώματά τους, επιβεβαιώνουν αυτή την αλήθεια», υποστηρίζει ο Ε. Παπανούτσος. Για τους νέους, το κρίσιμο διακύβευμα είναι αν θα επιτρέψουν στους φόβους να καθορίσουν τα όρια της ζωής τους ή αν, κατανοώντας τους, θα τους μετατρέψουν σε αφετηρία ευθύνης, κριτικής σκέψης και συλλογικής δράσης. Αν θέλουμε πραγματικά μια γενιά που να μην παραιτείται, αλλά να διεκδικεί, να δημιουργεί και να μετασχηματίζει την πραγματικότητα, οφείλουμε να σταθούμε δίπλα στους νέους όχι ως κριτές, αλλά ως συνοδοιπόροι. Να τους ενθαρρύνουμε να μετατρέψουν τον φόβο σε αφετηρία ευθύνης, σε κίνητρο αυτογνωσίας και σε δύναμη αλλαγής - τόσο για τη δική τους ζωή, όσο και για το κοινό μας μέλλον.


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, 

Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη


https://www.facebook.com/profile.php?id=100007033418209



Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

«Αν ζεις, πάτησε το κουμπί!»

«Αν ζεις, πάτησε το κουμπί!»



Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, 

MA,PhD, Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας, 

Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη


στα βαθιά της γεράματα τώρα/ένα πράγμα μονάχα τη νοιάζει/να σημειωθεί στο απουσιολόγιο/ κανονικά όταν λείψει/μην τυχόν κι ο απουσιολόγος/ κάνει τα στραβά μάτια/ και προπάντων μην τυχόν/και δεν αντιληφθεί την απουσία της

(Στάθης Κουτσούνης, Απουσιολόγιο(απόσπασμα), από την ποιητική συλλογή: Στου κανενός τη χώρα, Μεταίχμιο 2020)


Η μοναξιά, η αποξένωση και οι απρόσωπες σχέσεις αποτελούν τρεις αλληλένδετες όψεις μιας ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας, η οποία εντείνεται στις σύγχρονες αστικές κοινωνίες. Η μοναξιά, η αποξένωση και οι απρόσωπες επαφές δεν εμφανίζονται μόνο σε περιόδους κρίσης ή σε «ευάλωτες» ομάδες, αλλά ολοένα και περισσότερο ως σταθερά χαρακτηριστικά ενός τρόπου ζωής που οργανώνεται γύρω από την ταχύτητα, την πίεση, την αβεβαιότητα και την αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών.

Και ενώ είμαστε τεχνικά «συνδεδεμένοι» όσο ποτέ, υπαρξιακά είμαστε ολοένα και πιο μόνοι. Η μοναξιά δεν είναι απλώς η απουσία ανθρώπων γύρω μας· είναι η αίσθηση ότι δεν μας βλέπει κανείς ουσιαστικά, ότι η παρουσία μας δεν αφήνει ίχνος και ότι η απουσία μας μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Η αποξένωση, από την άλλη, είναι η κοινωνική μορφή αυτής της μοναξιάς: ένα βίωμα απομάκρυνσης από την κοινότητα, από τις σχέσεις που δημιουργούν νόημα, από τα δίκτυα εμπιστοσύνης που κάποτε λειτουργούσαν σαν άτυπο «δίχτυ ασφαλείας». Και οι απρόσωπες σχέσεις - οι σχέσεις που εξαντλούνται στη χρησιμότητα, στα σύντομα μηνύματα και στις αόριστες υποσχέσεις επαφής τού «θα μιλήσουμε κάποια στιγμή» - είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μεγαλώνει αυτή η αποξένωση.

Μέσα σε αυτή τη νέα κοινωνική κανονικότητα, εμφανίστηκε στην Κίνα μια εφαρμογή με έναν τίτλο που ξαφνιάζει: «Are You Dead?» (γνωστής και ως «Si le ma / Sileme» ή «Demumu1»). Η λειτουργία της είναι απλή: ζητά από τον χρήστη να δηλώνει, κάθε μέρα, ότι είναι καλά. Αν δεν το κάνει για δύο ημέρες, τότε ειδοποιείται ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης. Ανταποκρίνεται σε μια πολύ συγκεκριμένη ανάγκη: την ελάχιστη, πρακτική εξασφάλιση ότι ένα άτομο που ζει μόνο του δεν θα μείνει αβοήθητο για ημέρες χωρίς να το αντιληφθεί κανείς. Όμως το πραγματικό βάρος της εφαρμογής δεν βρίσκεται στην καινοτομία της. Βρίσκεται στο γεγονός ότι έγινε αναγκαία. Ότι σε μια εποχή υψηλών ρυθμών ανάπτυξης, έντονης αστικοποίησης και διαρκούς ψηφιακής συνδεσιμότητας, χρειάστηκε να επινοηθεί ένας ψηφιακός μηχανισμός για να διαπιστώνεται το αυτονόητο: ότι κάποιος είναι ζωντανός.

Σε ένα κοινωνικό περιβάλλον όπου οι άνθρωποι ζουν μόνοι σε μικρά διαμερίσματα, εργάζονται πολλές ώρες, μετακινούνται συνεχώς και δεν έχουν σταθερούς δεσμούς γειτονιάς ή κοινότητας, η καθημερινή ανθρώπινη παρατήρηση - «δεν τον είδα σήμερα», «δεν άνοιξε τα παντζούρια», «δεν φάνηκε στη δουλειά» - έχει αντικατασταθεί από την τεχνολογική επιβεβαίωση ζωής. Η γειτονιά, που κάποτε λειτουργούσε σαν οργανισμός, μετατρέπεται σε άθροισμα μοναχικών μονάδων· άνθρωποι συνυπάρχουν χωρίς να συναντιούνται πραγματικά.

Ο Putnam (2000) έχει περιγράψει τη μακροχρόνια κάμψη της συμμετοχής σε κοινότητες και μορφές συλλογικής ζωής, με αποτέλεσμα λιγότερες σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης και αμοιβαίας βοήθειας. Όσο μειώνονται οι άτυπες κοινωνικές δομές (γειτονιά, σωματεία, κοινές δραστηριότητες), τόσο αυξάνεται η ανάγκη για εναλλακτικούς μηχανισμούς υποστήριξης, ακόμη και αν αυτοί έχουν τεχνικό χαρακτήρα.

Πρόσφατα, η Amy Hawkins σε άρθρο της στον The Guardian2, καταγράφει την άποψη της Zhao Lu, θεραπεύτριας ψυχικής υγείας στη Σιάν - μια πόλη περίπου 13 εκατομμυρίων κατοίκων - η οποία τονίζει ότι το αίσθημα μοναξιάς έχει πλέον γενικευτεί και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε παντρεμένους, χωρισμένους ή ελεύθερους και υποστηρίζει ότι η εφαρμογή «Are You Dead?» μπορεί να έχει έναν ελάχιστο αλλά ουσιαστικό ρόλο, επειδή μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη όταν κάποιος είναι μόνος ή απομονωμένος, και αυτό το γρήγορο πάτημα κουμπιού τον συνδέει, έστω στοιχειωδώς, με έναν άνθρωπο. Στο ίδιο άρθρο, ο George Hu, κλινικός ψυχολόγος και πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Ψυχικής Υγείας της Σαγκάης, υποστηρίζει ότι στην Κίνα, τα φαινόμενα μοναξιάς και απομόνωσης φαίνεται να εκδηλώνονται με ιδιαίτερη ένταση, καθώς συνυπάρχουν ο έντονος ανταγωνισμός, η μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα και η διαρκής πίεση της καθημερινότητας και πως, δεν πρόκειται μόνο για απομόνωση, αλλά και για αυξημένο άγχος, στρες και αίσθηση αδιεξόδου, κάνοντας ειδική αναφορά στην εργασιακή κουλτούρα «996», όπου πολλοί εργαζόμενοι απασχολούνται από τις 9 το πρωί έως τις 9 το βράδυ, 6 μέρες τη βδομάδα. Η πίεση αυτή, υποστηρίζει ο Hu, εντείνεται ακόμη περισσότερο όταν το υψηλό κόστος ζωής καθιστά αβέβαιο ότι η εξαντλητική εργασία θα οδηγήσει στα «ορόσημα» που παλαιότερα θεωρούνταν δεδομένα, όπως η απόκτηση κατοικίας ή αυτοκινήτου. Και εκεί ακριβώς εμφανίζεται αυτό που η Yang (Hawkins, A.,2026) αποκαλεί «οικονομία της μοναξιάς»: η ανάπτυξη υπηρεσιών που απαντούν στην ανάγκη συντροφικότητας.

Η απομόνωση στις μεγάλες και ανώνυμες πόλεις όμως, δεν είναι αποκλειστικά κινεζικό φαινόμενο. Ακόμη κι αν κάποιος δεν ζει στην Κίνα, το συναίσθημα που περιγράφεται είναι παγκόσμιο, γιατί αφορά τον φόβο της απομόνωσης και την ανάγκη να υπάρχει έστω ένας άνθρωπος διαθέσιμος σε μια κρίσιμη στιγμή. Η αύξηση της μοναχικής διαβίωσης, η εργασιακή εξάντληση, η κοινωνική ανασφάλεια, η υποχώρηση της κοινότητας και η μετατροπή των σχέσεων σε σύντομες, χρηστικές ανταλλαγές, άλλωστε, δεν αποτελούν τοπικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμια τάση. Και αυτή η ψηφιακή εφαρμογή, παρά την απλότητά της, φέρνει στο φως μια βαθύτερη αλήθεια. Την αποδυνάμωση των κοινωνικών δεσμών. Στις μέρες μας, πολλοί δεσμοί έχουν μορφή «σύνδεσης χωρίς εγγύηση»: ακολουθούμε ανθρώπους, ανταλλάσσουμε αντιδράσεις, στέλνουμε emojis, αλλά σπάνια διαθέτουμε το χρόνο και τη διάθεση να σταθούμε δίπλα στον άλλον με ειλικρίνεια, ανθρωπιά και συνέπεια. Η επικοινωνία περιορίζεται συχνά στα απολύτως αναγκαία, σε σύντομα και διεκπεραιωτικά μηνύματα, ενώ η φροντίδα - που απαιτεί διάρκεια - υποχωρεί. Σε αυτό το τοπίο, η εφαρμογή «Are You Dead?» μοιάζει να λέει: «αφού δεν υπάρχει καθημερινή σχέση, ας υπάρχει τουλάχιστον καθημερινό σήμα». Όμως, αυτό ακριβώς είναι και το τραγικό της μήνυμα: ότι η συναισθηματική και κοινωνική σύνδεση έχει αντικατασταθεί από ένα πρωτόκολλο ειδοποίησης. Δεν χρειάζεται να σε νοιάζεται κάποιος αρκετά ώστε να σε αναζητήσει από μόνος του· αρκεί να λάβει ένα αυτοματοποιημένο email ή alert.

Κι όμως, η εικόνα δεν είναι μονοσήμαντα απαισιόδοξη. Η ύπαρξη του «Are You Dead?» μπορεί να διαβαστεί και αλλιώς· ως μια προσπάθεια να ξαναχτιστεί, έστω ελάχιστα, μια μορφή κοινωνικής ασφάλειας μέσα σε έναν αποδιαρθρωμένο κόσμο. Δεν αντικαθιστά τη σχέση, αλλά μπορεί να λειτουργήσει σαν υπενθύμιση ότι χρειάζεται ένας άνθρωπος να έχει έναν άνθρωπο. Έστω έναν.

Η επιλογή να ζει κανείς μόνος δεν σημαίνει απαραίτητα κοινωνική απομόνωση· ωστόσο, όταν η καθημερινότητα οργανώνεται χωρίς σταθερά δίκτυα υποστήριξης, ακόμη και μια συνηθισμένη δυσκολία (ένα ατύχημα στο σπίτι ή μια αιφνίδια ασθένεια) μπορεί να αποκτήσει αυξημένο κίνδυνο, επειδή δεν υπάρχει άμεσος κοινωνικός μηχανισμός έγκαιρης παρέμβασης. Σε αυτό ακριβώς στοχεύει η εφαρμογή. Δεν επιχειρεί να δημιουργήσει σχέση, αλλά να μειώσει την πιθανότητα να περάσει απαρατήρητη μια κρίσιμη κατάσταση.

Και η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο ψηφιακή. Η τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει, αλλά η ανθρώπινη ζωή δεν αντέχει να γίνει διαδικασία check-in. Αν το «Are You Dead?» μας αφήνει ένα μάθημα, είναι ότι η μεγαλύτερη ανάγκη της εποχής δεν είναι η σύνδεση των συσκευών, αλλά η επανένωση των ανθρώπων: με κοινότητες, με καθημερινές επαφές, με σχέσεις που έχουν όνομα, χρόνο και συνέχεια. Γιατί το αντίθετο του «είσαι νεκρός;» δεν είναι απλώς «είμαι ζωντανός». Είναι «είμαι παρών - και κάποιος το γνωρίζει». Αν αξιοποιηθεί σωστά, η εφαρμογή μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα - μια ελάχιστη γραμμή υποστήριξης που συμπληρώνει (δεν αντικαθιστά) τις ανθρώπινες σχέσεις, τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις κοινότητες. Αν αξιοποιηθεί λάθος, μπορεί να γίνει άλλο ένα βήμα προς μια κανονικοποίηση της επιτήρησης και μια τεχνολογική «ιδιωτικοποίηση» της φροντίδας.




1 Η κατάληξη -mumu χρησιμοποιείται κυρίως στη σύγχρονη κινεζική διαδικτυακή και νεανική κουλτούρα ως χαϊδευτικό, «γλυκό» ή παιχνιδιάρικο μορφολογικό στοιχείο, για να δώσει σε ονόματα ή έννοιες πιο οικείο, «χαριτωμένο» και ήπιο τόνο, μειώνοντας την αίσθηση απειλής και κάνοντας το περιεχόμενο συναισθηματικά πιο εύπεπτο. Στο Demumu, η χρήση της δεν είναι τυχαία. Επιχειρεί να αμβλύνει το φορτίο που φέρει η έννοια του θανάτου, καθιστώντας την ονομασία λιγότερο αποτρεπτική και κοινωνικά πιο αποδεκτή και παράλληλα πιο εύχρηστη ως εμπορική ονομασία.

2 Hawkins, A. (2026). Afraid of dying alone? How a Chinese app exposed single people’s deepest, darkest fears. The Guardian, 20 January 2026.





Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

«Six – seveeeeen/ 6-7»: Η «Λέξη της Χρονιάς» για το 2025

«Six – seveeeeen/ 6-7»: 

Η «Λέξη της Χρονιάς» για το 2025

Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος,  Φιλόλογος MA, PhD, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη

Κάθε χρόνο, το Dictionary.com παρουσιάζει τη «Λέξη της Χρονιάς» μαζί με μια βραχεία λίστα υποψηφίων, οι οποίες αποτυπώνουν αντιπροσωπευτικές τάσεις στη χρήση της γλώσσας και στον πολιτισμό της εποχής. Με τον τρόπο αυτό, οι λέξεις αυτές λειτουργούν ως γλωσσικά τεκμήρια της εποχής, αντανακλώντας κοινωνικές τάσεις και γεγονότα που καθόρισαν τη χρονιά. Για το 2025, η φράση «six-seven» ή «6-7» αναδείχθηκε ως «Λέξη της Χρονιάς». «Ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του 6 7 είναι ότι δεν ορίζεται. Είναι ανούσιο, πανταχού παρόν και παράλογο. Με άλλα λόγια, έχει όλα τα γνωρίσματα του brainrot», επισημαίνει το Dictionary.com.  Σύμφωνα με την ίδια πηγή, η επιλογή αυτή προέκυψε έπειτα από ανάλυση εκτενών συνόλων δεδομένων - όπως ειδησεογραφικοί τίτλοι, τάσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αποτελέσματα μηχανών αναζήτησης - με στόχο τον εντοπισμό λέξεων που επηρέασαν τον δημόσιο λόγο, τόσο στο διαδίκτυο όσο και στην καθημερινή επικοινωνία.

Η αρχική εμφάνιση του «6–7» αποδίδεται στο τραγούδι Doot Doot (6 7) του ράπερ Skrilla (2024). Σε αυτό το μουσικό κομμάτι, οι αριθμοί 6 και 7 εμφανίζονται χωρίς κάποιο φανερό σημασιολογικό φορτίο -  τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που θα το περιμέναμε σε μια παραδοσιακή πρόταση ή έκφραση. Λειτουργούν περισσότερο ως ηχητικό σήμα, ένα σύντομο απόσπασμα («snippet») που τραβά την προσοχή και εντυπώνεται εύκολα στη μνήμη. Η σύνδεσή του με τον NBA playmaker LaMelo Ball λειτούργησε ως καθοριστικός παράγοντας ενίσχυσης της αναγνωρισιμότητάς του. Σε πλατφόρμες όπως το TikTok και το Instagram, το «6–7» άρχισε να εμφανίζεται ως soundtrack σε βίντεο των λεγόμενων “basketball edits”, κυρίως σε στιγμιότυπα με τον ίδιο, ο οποίος έχει ύψος 6 πόδια και 7 ίντσες. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι το «6–7» γεννήθηκε/διαδόθηκε στο διαδίκτυο (TikTok, edits, trends), η χρήση του τελικά γίνεται κυρίως εκτός διαδικτύου, δηλαδή στην καθημερινή, προφορική επικοινωνία.

Το «six-seven» έχει πλέον ενσωματωθεί στη γλώσσα της Gen Alpha, κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον μέσω του οποίου οι millennials υιοθέτησαν εκφράσεις όπως «LOL» και «YOLO». Η φράση «six-seven», που χρησιμοποιείται από παιδιά και εφήβους συχνά με ανοδικό επιτονισμό (uptalk) - στοιχείο που ενισχύει τον επιτελεστικό και παιγνιώδη χαρακτήρα της - συνοδεύεται από μια χαρακτηριστική χειρονομία: οι παλάμες στρέφονται προς τα πάνω και κινούνται εναλλάξ πάνω–κάτω, σαν ζυγαριά.  Η γλωσσική εκφορά και οι σωματικές κινήσεις λειτουργούν ως ένα, αδιάσπαστο σύνολο που συμβάλλει από κοινού στην παραγωγή νοήματος· υπό την έννοια αυτή μιλάμε για ενσώματη γλώσσα (embodied language) και, ευρύτερα, ενσώματο γραμματισμό (embodied literacy).

Η ταχύτητα με την οποία διαδίδεται, το πώς εμφανίζεται παντού σχεδόν ταυτόχρονα, δείχνει πόσο εύκολα οι πλατφόρμες μετατρέπουν ένα στιγμιαίο αστείο σε μαζική συμπεριφορά. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί εντύπωση ότι η φράση απέκτησε και εμπορική αξιοποίηση. Στις 6 και 7 Νοεμβρίου, από τις 6 έως τις 7 μ.μ., τα McDonald’s στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μοίραζαν πακέτα «six-seven» nuggets: μια συσκευασία που φαινόταν εξάδα, αλλά περιείχε 7 τεμάχια. Η καμπάνια εκμεταλλεύτηκε τη μαζική αναγνωρισιμότητα της φράσης, μετατρέποντάς την από σύνθημα σε διαφημιστικό τρικ.  Από την άλλη,  έχει κατακλύσει τον νεανικό λόγο με μια ένταση ασυνήθιστη, ενώ, την ίδια στιγμή, αντιστέκεται πεισματικά στη σταθερή σημασιοδότηση. Μπορεί να σημαίνει «έτσι κι έτσι» «ίσως έτσι, ίσως αλλιώς» ή και απολύτως τίποτα. Η αξία της, όμως, δεν βρίσκεται στο νοηματικό της περιεχόμενο, αλλά στο ότι δημιουργεί σύνδεση, ενεργοποιεί αμοιβαία αναγνώριση και σηματοδοτεί ένταξη σε μια κοινότητα, ιδιαίτερα σε νεανικά περιβάλλοντα. Ο Malinowski (1923), στο δοκίμιό του «Το πρόβλημα του νοήματος στις πρωτόγονες γλώσσες», υποστήριξε ότι, σε συνθήκες κοινωνικής συνύπαρξης μεγάλο μέρος της ομιλίας των ανθρώπων δεν στοχεύει ουσιαστικά στη μετάδοση πληροφορίας. Αναφορές στην υγεία, σχόλια για τον καιρό ή διαπιστώσεις αυτονόητων πραγμάτων - λόγος «για το τίποτα» -  δεν ανταλλάσσονται για να ενημερώσουν ή να εκφράσουν μια σκέψη, αλλά λειτουργούν ως μέσα δημιουργίας και ενίσχυσης κοινωνικών δεσμών και διατήρησης της συντροφικότητας. Χαρακτήρισε δε, αυτού του τύπου τις εκφράσεις ως εκδηλώσεις «φατικής» επικοινωνίας (phatic communication), δηλαδή επικοινωνίας που λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός κοινωνικής σύνδεσης. Αν μεταφέρουμε αυτή τη λογική στο «6-7», βλέπουμε ότι λειτουργεί ως νεανικός φατικός κώδικας ενισχυμένος από επιτέλεση: με μια φράση/δύο αριθμούς και μια χειρονομία, συγκροτεί μια αίσθηση κοινότητας τη δεδομένη στιγμή. Το «6–7», λοιπόν, μάς θυμίζει ότι η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο μετάδοσης περιεχομένου, αλλά λειτουργεί και ως μηχανισμός συγκρότησης συλλογικής ταυτότητας, εντάσσοντας τους συμμετέχοντες σε ένα κοινό «εμείς». Μας δείχνει ότι, η επικοινωνία δεν είναι μόνο πληροφορία· είναι τελετουργία, παιχνίδι, συμμετοχή. Και υπό αυτό το πρίσμα, το «six-seven» παύει να εκλαμβάνεται ως απλό «brain rot».

Το «6-7» δεν «λέγεται» απλώς: επιτελείται. Η δύναμή του δεν είναι λεκτική, αλλά κοινωνική και επιτελεστική.  Δεν αρκεί, λοιπόν, να «γνωρίζει» κανείς τη φράση· χρειάζεται να την αποδώσει σωστά, με τον κατάλληλο τόνο και τη σωστή χειρονομία. Η επιτυχία της επιτέλεσης είναι αυτή που εξασφαλίζει τη συμμετοχή στο επικοινωνιακό «παιχνίδι». Και εδώ αναδεικνύεται καθαρά ο μηχανισμός in-group/out-group: όποιος το κατανοεί (ή, έστω, μπορεί πειστικά να προσποιηθεί ότι το κατανοεί) αναγνωρίζεται ως «εντός», ενώ όποιος δεν διαθέτει τον σχετικό κώδικα παραμένει «εκτός». Εκφράσεις όπως το «6-7» λειτουργούν ως γλωσσικοί δείκτες γενεακής διαφοροποίησης, επιτρέποντας στους νέους να σηματοδοτήσουν την αποστασιοποίησή τους από τις παλαιότερες γενιές, ενώ ταυτόχρονα ενισχύουν την αίσθηση συλλογικής ταυτότητας και αλληλεγγύης εντός της ίδιας γενεακής κοινότητας. Η έντονη απορία ή ακόμη και η ενόχληση των ενηλίκων δεν συνιστά απλώς μια «παρεξήγηση»· συχνά αντανακλά τη σύγκρουση ανάμεσα σε μια κανονιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η γλώσσα οφείλει να υπηρετεί σαφές νόημα, και στην περιγραφική προσέγγιση που ερμηνεύει τις πραγματικές χρήσεις της γλώσσας και τις κοινωνικές λειτουργίες που πραγματώνουν οι συμμετέχοντες σε συγκεκριμένες επικοινωνιακές περιστάσεις.

Τέλος, υπάρχει και μια ψυχολογική πλευρά που κάνει το «6-7» ιδιαίτερα ελκυστικό. Τα παιδιά και οι έφηβοι σήμερα ζουν μέσα σε υπερπληθώρα ερεθισμάτων, απαιτήσεων και αξιολογήσεων. Καλούνται να εξηγούν, να αιτιολογούν, να αποδίδουν, να «δικαιολογούν» συνεχώς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μια φράση που δεν απαιτεί εξήγηση λειτουργεί σαν ανάσα· μια μικρή «σπατάλη»  λόγου που γίνεται παιχνίδι, μια μικρή «ανταρσία», μια στιγμιαία απόδραση από την υποχρέωση της σοβαρότητας. Η χαρά του «άχρηστου» - του λόγου που δεν υπηρετεί στόχο - αποκτά πραγματική αξία ακριβώς επειδή αντιστέκεται στο διαρκές «πρέπει». Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι τέτοιες εκφράσεις ανθίζουν σε χώρους ρουτίνας και κόπωσης, όπως η σχολική αίθουσα στο τέλος της ημέρας. 

Κατά την γνώμη μας, το «six-seven» δεν χρειάζεται να αντιμετωπιστεί ως γρίφος που «ζητά λύση». Είναι, μάλλον, ένα παράδειγμα του πώς η ψηφιακή εποχή παράγει φράσεις που επιβιώνουν όχι επειδή μεταφέρουν περιεχόμενο, αλλά επειδή οργανώνουν σχέσεις.  Ένα σύνθημα που μπορεί να μην σημαίνει τίποτα, αλλά κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο·  συνδέει, εντάσσει, συγχρονίζει το «εμείς» της στιγμής. Μια στιγμιαία εκτόνωση, ένα μικρό τελετουργικό ομάδας. Και αυτό, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, είναι συχνά πιο ισχυρό από οποιονδήποτε ορισμό.

Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος MA,PhD
Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας
Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη

Πηγή:



Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

Νέο Κριτήριο Προσομοίωσης από τον εκλεκτό συνάδελφο κ. Πολύβιο Πρόδρομο!



 👉Ένα κριτήριο τόσο ξεχωριστό, τόσο ευαίσθητο, τόσο ιδιαίτερο, τόσο "φρέσκο"που το αγάπησα αμέσως, με την πρώτη κιόλας ανάγνωση και θέλησα αυτοστιγμεί να το κοινοποιήσω σε όλους σας! Συγχαρητήρια στον εξαιρετικό και πολυγραφότατο συνάδελφο κ. Πολύβιο Πρόδρομο για την τόσο προσεγμένη του δουλειά και την μοναδική οπτική του στα πράγματα! Σας ευχαριστούμε πολύ! Να είστε καλά! 😊


Κριτήριο Προσομοίωσης στη Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία!
Προετοιμασία για τις Πανελλαδικές εξετάσεις!


Θέμα: "Το γράψιμο με το χέρι!"


Κείμενο 1

"Το γράψιμο με το χέρι χάνεται και μαζί του ο γραφικός χαρακτήρας μας"


Το πιο κάτω (συντομευμένο και διασκευασμένο) άρθρο δημοσιεύθηκε στο lifo.gr και γράφτηκε από την The LiFO team με στοιχεία από The Guardian, στις 12.2.25.

Ο γραφικός χαρακτήρας εξαφανίζεται. Στις ΗΠΑ δεν απαιτείται πλέον από τους μαθητές κανένα στοιχείο καλλιγραφίας και το ίδιο ισχύει και στο εκπαιδευτικό σύστημα πολλών ευρωπαϊκών χωρών ενώ μια πρόσφατη έρευνα υποστήριζε ότι πάνω από το 33% των μαθητών δυσκολεύονται να επιτύχουν επάρκεια στη βασική γραφή, στην ικανότητα δηλαδή να γράφουν με στοιχειωδώς ευανάγνωστο τρόπο τα γράμματα του αλφαβήτου (τόσο σε κεφαλαία όσο και σε πεζά γράμματα).

Αλλά οι μαθητές δεν είναι οι μόνοι που δεν μπορούν πλέον να γράψουν ή να διαβάσουν το γράψιμο με το χέρι. Όλο και λιγότεροι από εμάς βάζουμε το στυλό στο χαρτί για να καταγράψουμε τις σκέψεις μας, να αλληλογραφήσουμε με τους φίλους μας ή ακόμη και για να γράψουμε μια λίστα με ψώνια. Με το ζόρι μπορούμε να γράψουμε –δυσανάγνωστα– το όνομά μας, αλλά κι αυτή ακόμα η δεξιότητα ατροφεί καθώς βασιζόμαστε αποκλειστικά στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή ή του smartphone.

Τι σημαίνει το να ζούμε χωρίς γράψιμο με το χέρι, χωρίς γραφικό χαρακτήρα; Η δεξιότητα αυτή έχει υποβαθμιστεί σταδιακά και πολλοί από εμάς δεν αντιλαμβανόμαστε την απώλειά της μέχρι να μας ζητηθεί να γράψουμε κάτι σ’ ένα χαρτί. Κάποιοι εξακολουθούν να το κάνουν σε ειδικές περιστάσεις (μια συλλυπητήρια επιστολή ίσως ή μια περίτεχνα καλλιγραφημένη πρόσκληση γάμου) ή στις σπάνιες περιπτώσεις που γράφουν μια επιταγή, αλλά εκτός από τους δασκάλους, λίγοι άνθρωποι επιμένουν στη διατήρηση της γραφής στο χέρι στην καθημερινή ζωή.

Χάνουμε όμως κάτι βαθύ όταν εξαφανίζεται ο γραφικός χαρακτήρας. Χάνουμε γνωστικές δεξιότητες και χάνουμε επίσης την ευχαρίστηση της χρήσης των χεριών μας και ενός εργαλείου γραφής σε μια διαδικασία που επί χιλιάδες χρόνια επέτρεπε στους ανθρώπους να κάνουν τις σκέψεις τους ορατές ο ένας στον άλλο. Χάνουμε την αισθητηριακή εμπειρία του μελανιού και του χαρτιού και την οπτική απόλαυση της χειρόγραφης λέξης. Χάνουμε την ικανότητα να διαβάζουμε τα λόγια των νεκρών.

Πλέον είναι πολύ πιο πιθανό να χρησιμοποιήσουμε τα χέρια μας για να πληκτρολογήσουμε ή να «σαρώσουμε» παρά για οτιδήποτε άλλο. Επικοινωνούμε περισσότερο αλλά με λιγότερη σωματική προσπάθεια, ξεχνώντας την τεράστια εξελικτική ιστορία που μας προσάρμοσε στη σωματική έκφραση ως μέσο κατανόησης του κόσμου μας. Αλλά η σαφήνεια του γραφικού χαρακτήρα δεν είναι απλώς ένα βοήθημα για την επικοινωνία.

Με κάποιο σημαντικό τρόπο, το γράψιμο με το χέρι, σε αντίθεση με την ανίχνευση ενός γράμματος στο πληκτρολόγιο ή τη δακτυλογράφησή του, προετοιμάζει τον εγκέφαλο για την εκμάθηση της ανάγνωσης. Με άλλα λόγια, συγκρατούμε καλύτερα τις πληροφορίες όταν γράφουμε με το χέρι, επειδή ο πιο αργός ρυθμός της γραφής μας αναγκάζει να συνοψίζουμε καθώς γράφουμε, σε αντίθεση με τη μεγαλύτερη ταχύτητα της στεγνής καταγραφής σε ένα πληκτρολόγιο. […]

Η επιλογή των εργαλείων μας και ο τρόπος που τα χρησιμοποιούμε διευκολύνουν όχι μόνο τις λειτουργίες του χεριού αλλά και του μυαλού. Οι ενσώματες εμπειρίες μας διαμορφώνουν όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε να κάνουμε τις καθημερινές ασχολίες, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε τον κόσμο γύρω μας. Κάποιες από τις συνήθειες που εξαφανίζονται, όπως η γραφή με το χέρι και το σχέδιο, μπορεί να μη φαίνονται σημαντικές.

Πρόκειται για ταπεινές δεξιότητες των οποίων τα οφέλη βιώνονται ιδιωτικά, δεν μπορούν εύκολα να αποτιμηθούν σε χρήμα (εκτός από την σπάνια περίπτωση που είναι κανείς επαγγελματίας καλλιγράφος) και η χρήση τους στην καθημερινή ζωή δεν έχει πλέον νόημα για έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων. Ωστόσο, η αθόρυβη εξαφάνιση της γραφής με το χέρι από τη ζωή μας, δείχνει πώς ακριβώς συμβαίνει η εξαφάνιση μιας ολόκληρης εμπειρίας. Οι εμπειρίες σβήνουν σταδιακά και συχνά ανεπαίσθητα, και εκλογικεύουμε την απαξίωσή τους όχι ως απώλεια, αλλά ως άλλο ένα σημάδι προόδου και ανάπτυξης. Όταν σβήνει μια τέτοια δεξιότητα, σβήνει μαζί της και μια ανθρώπινη εμπειρία που απλώνεται σε χιλιετίες.

Κείμενο 2
"Όσα χάνονται μαζί με τον ταχυδρόμο"


Άρθρο (συντομευμένο και διασκευασμένο) της Μαρίας Δεδούση που δημοσιεύθηκε στο διαδικτυακό Protagon.gr (1.12.25).

Όταν ξεκινήσαμε, πριν από περίπου έναν μήνα, να βάφουμε την πολυκατοικία στην οποία μένω, το πρώτο που ξηλώθηκε ήταν το γραμματοκιβώτιο. Στη θέση του παραμένει έως σήμερα μια τρύπα, αλλά το πλέον εντυπωσιακό είναι ότι το ίδιο το κουτί δεν έχει λείψει σε κανέναν· ούτε σε εμάς τους ενοίκους ούτε στον ταχυδρόμο. Τις πολύ σπάνιες φορές που έχει κάτι να αφήσει, το περνάει κάτω από την πόρτα. Ούτε οι λογαριασμοί δεν καταδέχονται πια να έρθουν με το ταχυδρομείο, κι έτσι έχει χαθεί εκείνη η συνήθεια να ανοίγεις σιγά σιγά τον φάκελο για να μη δεις απότομα το ποσό.

Τις ημέρες των εορτών τα ταχυδρομεία είχαν πάντα την τιμητική τους· έπρεπε να φροντίσεις «εγκαίρως» (από τον Αύγουστο) να στείλεις τη χριστουγεννιάτικη κάρτα σου, προκειμένου να μη φτάσει το Πάσχα. Σήμερα, αν δεν είσαι τέως βασιλιάς, ένας «ανθρώπινος» βουλευτής ή οδοντίατρος, εξαιρετικά δύσκολα θα μπεις στη διαδικασία να στείλεις κάρτα.

Ένας βασικός λόγος είναι ότι για να στείλεις κάρτα πρέπει να τη γράψεις πρώτα. Και οι περισσότεροι από εμάς, ακόμη και αν υποτίθεται ότι το γράψιμο είναι η δουλειά μας, έχουμε ξεχάσει πώς να το κάνουμε. Το γράψιμο με το χέρι είναι μια δεξιότητα που ταχύτατα χάνεται· για τους νεότερους δεν το συζητώ καν, τους λες «γράψε» και ψάχνουν αυτομάτως το τηλέφωνό τους.[…]

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτε το παράξενο σε όλα αυτά. Λέγεται πρόοδος. Σε πολύ λίγα χρόνια ούτε να πληκτρολογούμε θα ξέρουμε, καθώς όλο και περισσότερο η Τεχνητή Νοημοσύνη σού επιτρέπει να μιλάς απλώς στο μηχάνημα και αυτό να γράφει. Μετά δεν θα χρειάζεται καν να μιλάμε, η ΤΝ θα διαβάζει τη σκέψη μας. Αυτό το τελευταίο δεν είναι απαραίτητα κακό: μιλάμε υπερβολικά πολύ οι άνθρωποι, χωρίς πάντοτε καλό αποτέλεσμα. […]

Το μεγάλο πρόβλημα με τις ψηφιακές επικοινωνίες και δραστηριότητες δεν είναι η αποξένωση, αλλά το γεγονός ότι γινόμαστε όλο και πιο εξαρτημένοι από την τεχνολογία, παραιτούμενοι των φυσικών μας δεξιοτήτων. Και αν, παρ’ ελπίδα, σου «πέσει» το ρεύμα και το ίντερνετ, δεν μπορείς να γράψεις ούτε «Βοήθεια!» σε ένα πανί να το κρεμάσεις απ’ έξω. Ούτε ν’ ανάψεις φωτιά μπορείς, ούτε να φτιάξεις ένα ψευτοφαΐ, ούτε τίποτα. Είσαι τεχνητά ανήμπορος. Η παροχή, δε, του ρεύματος και του ίντερνετ δεν είναι κάτι απόλυτα εγγυημένο σε κάθε συνθήκη.

Θα πείτε ότι με αυτή τη λογική θα έπρεπε να ξέρουμε να κυνηγάμε και το φαΐ μας με τόξα και βέλη. Ας μη φτάνουμε σε υπερβολές, αν και έτσι όπως πάνε τα πράγματα ίσως δεν είναι και τόσο κακή ιδέα. Φανταστείτε, όμως, έναν κόσμο όπου ούτε γράφουμε, ούτε διαβάζουμε (μας κάνει περιλήψεις η ΤΝ), ούτε επικοινωνούμε με φυσικό τρόπο, ούτε τίποτε, και ξαφνικά ένα πρωί η Siri και η Alexa σιωπούν οριστικά. Και μαζί τους όλο το σύστημα.

Κείμενο 3
"Γράμμα"


Το πιο κάτω ποίημα της Κικής Δημουλά περιλαμβάνεται στην ποιητική της συλλογή ««Έρεβος», εκδ. Στιγμή, 1990 (Β΄ έκδοση)

Ο ταχυδρόμος,
σέρνοντας στα βήματά του την ελπίδα μου
μου ’φερε και σήμερα ένα φάκελο
με τη σιωπή σου.
Το όνομά μου γραμμένο απ᾿ έξω με λήθη.
Η διεύθυνσή μου ένας ανύπαρκτος δρόμος.
Όμως ο ταχυδρόμος
τον βρήκε αποσυρμένο στη μορφή μου,
κοιτώντας τα παράθυρα που έσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τα χέρια μου
που έπλαθαν κιόλας μια απάντηση.
Θα τον ανοίξω με την καρτερία μου
και θα ξεσηκώσω με τη μελαγχολία μου
τ᾿ άγραφά σου.
Κι αύριο θα σου απαντήσω
στέλνοντάς σου μια φωτογραφία μου.
Στο πέτο θα έχω σπασμένα τριφύλλια,
στο στήθος σκαμμένο
το μενταγιόν της συντριβής.
Και στ᾿ αυτιά μου θα κρεμάσω -συλλογίσου-
τη σιωπή σου.

ΘΕΜΑΤΑ

Α1. Στο Κείμενο 1 τίθεται το ερώτημα: «Τι σημαίνει το να ζούμε χωρίς γράψιμο με το χέρι, χωρίς γραφικό χαρακτήρα;». Να αποδώσετε συνοπτικά σε ένα κείμενο 70–80 λέξεων την απάντηση που δίνουν οι συντάκτες του Κειμένου 1 στο ερώτημα αυτό.
Μονάδες 20

Β1. Να επαληθεύσετε ή να διαψεύσετε, με βάση τα Κείμενα 1 και 2, τις παρακάτω περιόδους λόγου, γράφοντας στο απαντητικό σας φύλλο, δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί σε κάθε περίοδο, τη λέξη Σωστό ή Λάθος (χωρίς αναφορά σε χωρία του κειμένου):
1. Το ρητορικό ερώτημα στην τρίτη παράγραφο του Κειμένου 1 λειτουργεί ως μέσο πειθούς.
2. Η αναφορά στην «ικανότητα να διαβάζουμε τα λόγια των νεκρών» (Κείμενο 1), δηλώνει ότι η απώλεια της χειρόγραφης γραφής μπορεί να δυσκολέψει την πρόσβαση σε κείμενα του παρελθόντος.
3. Το Κείμενο 1, υποστηρίζει ότι η χειρόγραφη γραφή είναι χρήσιμη κυρίως σε «επίσημες» περιστάσεις και γι’ αυτό αρκεί να διατηρείται μόνο εκεί.
4. Στο Κείμενο 2 η λέξη «παραιτούμενοι» (5η παράγραφος) θα μπορούσε να αντικατασταθεί από τη λέξη «απορρίπτοντας» χωρίς να αλλοιωθεί το νόημα.
5. Στο Κείμενο 2, η «πρόοδος» παρουσιάζεται με ουδέτερο τρόπο και αντιμετωπίζεται ως καθαρά θετική εξέλιξη χωρίς επιφυλάξεις.

Μονάδες 15

Β2.α. Ποια είναι η πρόθεση των συντακτών στην 7η παράγραφο του Κειμένου 1 «Η επιλογή των εργαλείων μας … μπορεί να μη φαίνονται σημαντικές.» και πώς το κειμενικό σχήμα με το οποίο επιλέγουν να την αναπτύξουν, εξυπηρετεί την πρόθεσή τους αυτή;
β. Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σας, ο σκοπός/πρόθεση της αρθρογράφου στο Κείμενο 2; Να αναφέρετε δύο (2) λεξικογραμματικές επιλογές, με τις οποίες διαμορφώνεται το ύφος του κειμένου, ώστε να υπηρετεί τον σκοπό αυτό, εξηγώντας σύντομα τη λειτουργία καθενός από αυτά.
Μονάδες 10

Β3. Να εντοπίσετε ένα κοινό στοιχείο στις απόψεις που διατυπώνονται στα χωρία: «Αλλά οι μαθητές δεν είναι οι μόνοι … στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή ή του smartphone.» (Κείμενο 1) και «Ένας βασικός λόγος είναι … ψάχνουν αυτομάτως το τηλέφωνό τους.» (Κείμενο 2) (70-80 λέξεις)
Μονάδες 10

ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΘΕΩΡΙΑΣ (ΘΕΜΑ Β)

1. Το ύφος του Κειμένου 1 χαρακτηρίζεται ως τυπικό / σοβαρό. Να εντοπίσετε δύο (2) στοιχεία του λόγου που επιβεβαιώνουν τον χαρακτηρισμό αυτό και να αιτιολογήσετε τις επιλογές σας παραθέτοντας και τα αντίστοιχα χωρία.
2. Να βρείτε δύο σημεία του Κειμένου 2 όπου ο λόγος είναι ειρωνικός και να δικαιολογήσετε αυτή την επιλογή λαμβάνοντας υπόψη το θέμα και την πρόθεση της συντάκτριας.
3. Να δικαιολογήσετε την επανάληψη της λέξης «χάνουμε» στην 4η παράγραφο του Κειμένου 1, σε σχέση με το θέμα του και την πρόθεση των συγγραφέων.
4. Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο λειτουργικός ρόλος του ερωτήματος στην αρχή της 3ης παραγράφου του Κειμένου 1: «Τι σημαίνει το να ζούμε χωρίς γράψιμο με το χέρι, χωρίς γραφικό χαρακτήρα;;» ως προς τη δομή του κειμένου και ως προς το επικοινωνιακό αποτέλεσμα;


Γ1. Γιατί εμφανίζεται μελαγχολικό και πληγωμένο το ποιητικό υποκείμενο (Κείμενο 3) και πώς εκδηλώνει αυτό το συναίσθημα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας αξιοποιώντας τρεις (3) διαφορετικούς κειμενικούς δείκτες. Πώς κρίνετε τη στάση του ποιητικού υποκειμένου, που παρότι πληγώνεται συνεχίζει να ελπίζει; (150-200 λέξεις)
Μονάδες 15

Δ1. Με βάση τη δική σας εμπειρία από τα σχολικά σας χρόνια, πόσο αποτελεσματικό και χρήσιμο για εσάς ήταν το γράψιμο με το χέρι; Στην καθημερινότητά σου, πώς επιλέγεις να γράφεις, στο χέρι ή στο κινητό/υπολογιστή, και γιατί; Υποθέστε ότι γράφετε ένα κείμενο για τη σχολική ιστοσελίδα. Μπορείτε να αξιοποιήσετε στοιχεία των Κειμένων 1 και 2. (350-400 περίπου λέξεις).
Μονάδες 30


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος MA,PhD
Καθηγητής Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας
Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη