Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026

Ο νέος ως κριτικός αναγνώστης στην εποχή της πληροφορίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης!

Ο νέος ως κριτικός αναγνώστης στην εποχή της πληροφορίας και της Τεχνητής Νοημοσύνης


Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος MA, PhD, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη




Στη σύγχρονη εποχή, οι νέοι ζουν μέσα σε ένα περιβάλλον αδιάκοπης και ταχύτατης ροής πληροφοριών. Ειδήσεις, αναρτήσεις, εικόνες, βίντεο, σχόλια και απόψεις διακινούνται καθημερινά σε πολλαπλές ψηφιακές πλατφόρμες, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο πληροφοριακό τοπίο. Το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν διευρύνει σημαντικά την πρόσβαση στη γνώση, ταυτόχρονα όμως έχουν καταστήσει δυσκολότερη τη διάκριση ανάμεσα στην αξιόπιστη και την παραπλανητική πληροφορία, στο τεκμηριωμένο και το ατεκμηρίωτο, στο ουσιώδες και το επουσιώδες. Ιδιαίτερα σήμερα, με την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και τη δυνατότητα μαζικής παραγωγής και διάδοσης ψηφιακού περιεχομένου, η κριτική αξιολόγηση της προέλευσης, της εγκυρότητας, της σκοπιμότητας και της αξιοπιστίας κάθε μηνύματος καθίσταται αναγκαία δεξιότητα. Επομένως, η ικανότητα των νέων να αναγνωρίζουν την παραπληροφόρηση, να ελέγχουν τις πηγές και να προσεγγίζουν το περιεχόμενο με κριτική επίγνωση αναδεικνύεται σε κεντρική πρόκληση της εποχής.

Από τον αναγνώστη στον κριτικό αναγνώστη

Μέσα σε αυτό το σύνθετο πληροφοριακό περιβάλλον, ο νέος δεν αρκεί να λειτουργεί ως απλός αναγνώστης· χρειάζεται να διαμορφωθεί ως κριτικός αναγνώστης. Ο κριτικός αναγνώστης δεν περιορίζεται στην κατανόηση του περιεχομένου ενός κειμένου, αλλά διερευνά την προέλευσή του, τις προθέσεις και τα μέσα πειθούς του, καθώς και το κοινωνικό ή ιδεολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγεται. Αναλύει, αξιολογεί και διασταυρώνει τις πληροφορίες, αναγνωρίζει πιθανές προκαταλήψεις, σκοπιμότητες ή τεχνικές πειθούς και διαμορφώνει τεκμηριωμένη άποψη, στηριγμένη σε αξιόπιστα στοιχεία και λογικά επιχειρήματα.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, όπου κείμενα, εικόνες, ήχοι και βίντεο μπορούν να παραχθούν μέσα σε ελάχιστο χρόνο και να εμφανίζονται απολύτως πειστικά, χωρίς απαραίτητα να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η άρτια μορφή ή η τεχνική αρτιότητα μιας πληροφορίας δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αλήθειας. Σε έναν ψηφιακό κόσμο όπου τα δεδομένα παράγονται και διακινούνται αδιάκοπα, η ικανότητα του νέου να διακρίνει την ουσιαστική γνώση από την παραπληροφόρηση αποτελεί βασική προϋπόθεση πνευματικής αυτονομίας και υπεύθυνης συμμετοχής στον δημόσιο χώρο.

Τι είναι η κριτική ανάγνωση

Η συγκρότηση του κριτικού αναγνώστη προϋποθέτει την ανάπτυξη της κριτικής ανάγνωσης, θεμελιώδους δεξιότητας στο σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον. Η κριτική ανάγνωση δεν ταυτίζεται με μια εκ προοιμίου απορριπτική στάση απέναντι στο κείμενο, αλλά συνιστά συστηματική, τεκμηριωμένη και αναστοχαστική διερεύνηση του νοήματος και της αξιοπιστίας του. Ο αναγνώστης εξετάζει τη λογική συνοχή του λόγου, την εγκυρότητα των επιχειρημάτων και των τεκμηρίων, τις προθέσεις του πομπού και το κοινωνικό, ιστορικό και επικοινωνιακό πλαίσιο παραγωγής του κειμένου· παράλληλα, αξιολογεί την ποιότητα των πηγών, εντοπίζει προκαταλήψεις, λογικές πλάνες και τεχνικές πειθούς και διασταυρώνει τις πληροφορίες - πρακτική που η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει ως «πλάγια ανάγνωση» (lateral reading). Μέσα από τη διεργασία αυτή καλλιεργούνται οι δεξιότητες της κριτικής πρόσληψης, της ερμηνείας, της αξιολόγησης και της τεκμηριωμένης κρίσης, οι οποίες συγκροτούν τον αναγνώστη ως ενεργό και υπεύθυνο πολίτη, ικανό να θεμελιώνει τις απόψεις του με επιχειρήματα και να μετέχει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η κριτική ανάγνωση θωρακίζει τον νέο απέναντι στις ίδιες του τις προκαταλήψεις. Δεδομένου ότι τείνουμε να αποδεχόμαστε ευκολότερα όσα επιβεβαιώνουν τις διαμορφωμένες αντιλήψεις μας και να αντιμετωπίζουμε με δυσπιστία όσα τις αμφισβητούν, ο κριτικός αναγνώστης μαθαίνει να αναγνωρίζει αυτή τη μεροληψία και να επανεξετάζει τη θέση του όταν τα στοιχεία οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

Κριτική ανάγνωση, ενεργητική ανάγνωση και κριτική σκέψη

Στο σημείο αυτό κρίνεται αναγκαία η διάκριση της κριτικής από την ενεργητική ανάγνωση - δύο έννοιες που συχνά συγχέονται, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται. Η ενεργητική ανάγνωση αφορά τη συνειδητή κατανόηση και οργάνωση του περιεχομένου (υπογράμμιση, σημειώσεις, σύνοψη, απόδοση του νοήματος). Η κριτική ανάγνωση αποτελεί μορφή ενεργητικής ανάγνωσης, χωρίς ωστόσο να ισχύει το αντίστροφο: είναι δυνατόν κανείς να διαβάζει ενεργητικά - υπογραμμίζοντας και σχολιάζοντας - χωρίς να διαβάζει κριτικά, δηλαδή χωρίς να ελέγχει την αξιοπιστία των πηγών, τη συνοχή των επιχειρημάτων ή τις ενδεχόμενες μεροληψίες. Το διακριτικό γνώρισμα της κριτικής ανάγνωσης είναι ένα πρόσθετο επίπεδο διερεύνησης, που μετατοπίζει το ερώτημα από το τι λέγεται στο πώς, στο γιατί, από ποια θέση και με ποια τεκμηρίωση διατυπώνεται.

Η μετάβαση από την ενεργητική στην κριτική ανάγνωση συναρτάται άμεσα με την κριτική σκέψη, με την οποία βρίσκεται σε σχέση αλληλεξάρτησης. Η κριτική σκέψη συνιστά το ευρύτερο γνωστικό και αναστοχαστικό πλαίσιο - την ικανότητα εξέτασης ιδεών, πληροφοριών και επιχειρημάτων με ορθολογικό, ανεξάρτητο και τεκμηριωμένο τρόπο πριν από τη διατύπωση κρίσης - ενώ η κριτική ανάγνωση αποτελεί την εφαρμογή και ενεργοποίησή της κατά την πρόσληψη και ερμηνεία του γραπτού, ψηφιακού ή πολυτροπικού λόγου. Η σχέση είναι, συνεπώς, αμφίδρομη: η κριτική ανάγνωση προϋποθέτει την κριτική σκέψη και ταυτόχρονα συμβάλλει στην καλλιέργειά της.

Ο Γραμματισμός στα Μέσα και στην Πληροφορία και ο κριτικός αναγνώστης

Η κριτική ανάγνωση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σύστημα ικανοτήτων που η σύγχρονη βιβλιογραφία αποδίδει με τον όρο Γραμματισμός στα Μέσα και στην Πληροφορία (Media and Information Literacy). Πρόκειται για σύνθετη έννοια, την οποία η UNESCO εισηγήθηκε το 2007, συνενώνοντας τον γραμματισμό στην πληροφορία, τον γραμματισμό στα Μέσα και τον ψηφιακό-τεχνολογικό γραμματισμό, ενώ ολοένα και περισσότερο ενσωματώνει και τον γραμματισμό στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Ορίζεται ως το σύνολο γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων που επιτρέπουν στο άτομο να αναζητά, να αναλύει, να αξιολογεί κριτικά, να χρησιμοποιεί και να δημιουργεί πληροφοριακό και επικοινωνιακό περιεχόμενο με υπεύθυνο, δεοντολογικό και τεκμηριωμένο τρόπο. Ως πλαίσιο, ο γραμματισμός αυτός προϋποθέτει και συγχρόνως καλλιεργεί συστηματικά την κριτική σκέψη, η οποία λειτουργεί ως το ευρύτερο γνωστικό του υπόβαθρο.

Μέσα από αυτό το πλαίσιο ο κριτικός αναγνώστης αποκτά τα εργαλεία για να προσεγγίζει τα κείμενα όχι ως ουδέτερες ή αυτονόητες αναπαραστάσεις της πραγματικότητας, αλλά ως προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτισμικών, πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών συνθηκών. Έτσι εξοπλισμένος, αξιολογεί την αξιοπιστία των πηγών, αναγνωρίζει στερεότυπα, λογικές πλάνες και τεχνικές χειραγώγησης και διακρίνει την έγκυρη πληροφόρηση τόσο από τη σκόπιμη παραπληροφόρηση όσο και από την ακούσια εσφαλμένη πληροφόρηση, διαμορφώνοντας εμπεριστατωμένες κρίσεις. Στο σύγχρονο περιβάλλον, η ικανότητα αυτή επεκτείνεται και στην κριτική αξιολόγηση περιεχομένου που παράγεται από συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης.

Ο ρόλος του σχολείου και του εκπαιδευτικού

Ο ρόλος του σχολείου στην καλλιέργεια του κριτικού αναγνώστη είναι καθοριστικός, καθώς η κριτική ανάγνωση δεν αποτελεί αυτονόητη συνέπεια της συχνής επαφής με τα κείμενα, αλλά προϋποθέτει συστηματική παιδαγωγική παρέμβαση και μεθοδική άσκηση σε ποικίλα είδη λόγου - έντυπα, ψηφιακά και πολυτροπικά. Στο σύγχρονο πληροφοριακό περιβάλλον, όπου οι μαθητές έρχονται καθημερινά σε επαφή με ειδήσεις, άρθρα γνώμης, επιστημονικά και λογοτεχνικά κείμενα, ψηφιακές αναρτήσεις, εικόνες και οπτικοακουστικό υλικό, η εκπαιδευτική διαδικασία δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων ή στην αναπαραγωγή πληροφοριών. Οφείλει, αντιθέτως, να καλλιεργεί την ικανότητα κατανόησης, ερμηνείας, αξιολόγησης και τεκμηριωμένης αμφισβήτησης των μηνυμάτων που παράγονται και διακινούνται στον δημόσιο και ψηφιακό χώρο. Αυτό επιτυγχάνεται όταν το σχολείο λειτουργεί ως πολυφωνική και δημοκρατική κοινότητα μάθησης, όπου εκπαιδευτικός και μαθητές συνοικοδομούν τη γνώση μέσα από διάλογο και τεκμηριωμένη σκέψη. Έτσι, οι μαθητές μαθαίνουν να προσεγγίζουν κριτικά τα κείμενα ως κοινωνικά και ιδεολογικά προσδιορισμένες κατασκευές, αναπτύσσοντας κριτικό γραμματισμό και δημοκρατική συνείδηση.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο εκπαιδευτικός αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολαβητικό και καθοδηγητικό, χωρίς να περιορίζεται στην παροχή έτοιμων απαντήσεων. Βασική του αποστολή είναι να ενθαρρύνει τους μαθητές να θέτουν τα ουσιώδη ερωτήματα απέναντι στα κείμενα - ποιος μιλά, με ποιον σκοπό, με ποια τεκμήρια και από ποια θέση. Μέσα από τέτοιες πρακτικές, οι μαθητές ασκούνται στον εντοπισμό της κεντρικής ιδέας, στη διάκριση ουσιωδών και δευτερευουσών πληροφοριών, στον διαχωρισμό γεγονότος και άποψης, στην αναγνώριση πιθανής μεροληψίας και στην αξιολόγηση της εγκυρότητας των επιχειρημάτων. Παράλληλα, εξοικειώνονται με τη σύγκριση διαφορετικών πηγών, τον έλεγχο της προέλευσης των πληροφοριών, την προσεκτική ανάλυση της γλώσσας και την αναγνώριση των τρόπων με τους οποίους ένα κείμενο μπορεί να επιδιώκει όχι μόνο να ενημερώσει, αλλά και να επηρεάσει συναισθηματικά, ιδεολογικά ή αξιολογικά τον αποδέκτη του. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το σχολείο υπερβαίνει τον ρόλο του ως χώρου απλής μετάδοσης γνώσεων και αναδεικνύεται σε πεδίο καλλιέργειας της σκέψης, του διαλόγου και της τεκμηριωμένης κρίσης.

Επίλογος

Ο κριτικός αναγνώστης είναι, τελικά, ένας πιο ελεύθερος και ώριμος άνθρωπος. Δεν χειραγωγείται εύκολα από φήμες, εντυπωσιακούς τίτλους, ψεύτικες ειδήσεις ή φανατικές φωνές. Μπορεί να ακούει διαφορετικές απόψεις χωρίς να παρασύρεται, να διαφωνεί χωρίς να φανατίζεται και να διαμορφώνει προσωπική θέση με βάση τη λογική και τα δεδομένα. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άφθονη αλλά η αλήθεια συχνά δυσδιάκριτη, η πραγματική δύναμη δεν βρίσκεται στο να γνωρίζει κανείς πολλά. Βρίσκεται στο να μπορεί να κρίνει σωστά όσα γνωρίζει.

 

 Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος, Φιλόλογος MA, PhD, Συγγραφέας των εκδόσεων Πατάκη





Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Αδίδακτο Κείμενο, Λυσίας, «Κατά Ἀλκιβιάδου» Α 10-12




 Λυσίου, «Κατὰ  Ἀλκιβιάδου»

 Α 10-12

Εισαγωγή:

Στον «Κατὰ Ἀλκιβιάδου λιποταξίου» λόγο του Λυσία, ο Αλκιβιάδης, γιος του ομώνυμου πολιτικού των Αθηναίων, κατηγορείται από τον Αρχεστρατίδη για λιποταξία και δειλία. Συγκεκριμένα, κατά την εκστρατεία τους (395 π. Χ.) στην Αλίαρτο για να βοηθήσουν τους Θηβαίους που απειλούνταν από τους Σπαρτιάτες, ο Αλκιβιάδης, ενώ είχε καταταγεί στο πεζικό, φοβούμενος την έκβαση μιας πιθανής αναμέτρησής του με σπαρτιάτη οπλίτη, παρουσιάστηκε αυθαίρετα στο ιππικό, χωρίς μάλιστα να έχει προηγουμένως υποβληθεί στην προβλεπόμενη δοκιμασία. Στο απόσπασμα της δευτερολογίας ο ρήτορας ανασκευάζει τα επιχειρήματα των συνηγόρων αποδεικνύοντας έτσι την ενοχή του Αλκιβιάδη. Το αποτέλεσμα όμως της δίκης μας είναι άγνωστο.

Το Κείμενο:

Ἀλκιβιάδης δ᾽ ἐτόλμησεν ἀναβῆναι, οὔτε εὔνους ὢν τῷ πλήθει, οὔτε πρότερον ἱππεύσας, οὔτε νῦν ἐπιστάμενος, οὔτε ὑφ᾽ ὑμῶν δοκιμασθείς, ὡς οὐκ ἐξεσόμενον τῇ πόλει δίκην παρὰ τῶν ἀδικούντων λαμβάνειν. Ἐνθυμηθῆναι δὲ χρὴ ὅτι, εἰ ἐξέσται ὅτι ἄν τις βούληται ποιεῖν οὐδὲν ὄφελος (ἔσται )νόμους κεῖσθαι ἢ ὑμᾶς συλλέγεσθαι ἢ στρατηγοὺς αἱρεῖσθαι. Θαυμάζω δέ, ὦ ἄνδρες δικασταί, εἴ τις ἀξιοῖ, ἐὰν μέν τις προσιόντων τῶν πολεμίων τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος τῆς δευτέρας γένηται, τούτου μὲν δειλίαν καταψηφίζεσθαι, ἐὰν δέ τις ἐν τοῖς ὁπλίταις τεταγμένος ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ, τούτῳ συγγνώμην ἔχειν. Καὶ μὲν δή, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἡγοῦμαι δικάζειν ὑμᾶς οὐ μόνον τῶν ἐξαμαρτανόντων ἕνεκα, ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε.


Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

Ο Αλκιβιάδης, όμως, τόλμησε να καταταγεί στο ιππικό, ενώ δεν ήταν φιλικά προσκείμενος προς τον λαό, ούτε είχε προηγουμένως υπηρετήσει στο ιππικό, ούτε είναι εξασκημένος (να ιππεύει) μέχρι τώρα (ή: ούτε ακόμα και τώρα γνωρίζει σε βάθος την τεχνική της ιππομαχίας) και ούτε είχε εξεταστεί από εσάς, γιατί κατά την γνώμη του, δεν θα είναι δυνατόν η πόλη να τιμωρήσει εκείνους που αδικούν (ή: τους παραβάτες). Πρέπει δε να λάβετε υπόψη ότι, αν θα έχει το δικαίωμα να κάνει ο καθένας ό,τι τυχόν θέλει, θα είναι περιττό να θεσπίζονται νόμοι ή εσείς να συγκεντρώνεστε ή να εκλέγετε στρατηγούς. Απορώ όμως, κύριοι δικαστές, που ένας πολίτης έχει την αξίωση, εάν κάποιος, την ώρα που πλησιάζουν οι εχθροί, ενώ έχει παραταχθεί (τοποθετηθεί) στην πρώτη γραμμή, βρεθεί στη δεύτερη, να τον καταδικάζετε για δειλία, αν όμως κάποιος ενώ έχει καταταγεί στο πεζικό εμφανιστεί στο ιππικό, να τον συγχωρείτε. Ασφαλώς, κύριοι δικαστές, νομίζω ότι δικάζετε όχι μόνο για να τιμωρήσετε αυτούς που αδικούν (παρανομούν), αλλά για να κάνετε περισσότερο συνετούς και τους άλλους απείθαρχους πολίτες.

Λεξιλόγιο:

«Ἀλκιβιάδης δ᾽ ἐτόλμησεν ἀναβῆναι»:
ἀναβῆναι = να ανέβει σε άλογο, να ιππεύσει, να καταταγεί στο ιππικό
τολμῶ ἀναβαίνειν = έχω το θράσος να καταταγώ στο ιππικό

«οὔτε εὔνους ὢν τῷ πλήθει»:
εὔνους τῷ πλήθει = ευνοϊκά διακείμενος προς τον λαό, φιλικά προσκείμενος προς τον λαό (τους δημοκρατικούς), τρέφω συμπάθεια προς τον λαό

«οὔτε νῦν ἐπιστάμενος»:
ἐπιστάμενος = γνωρίζει καλά (την τεχνική της ιππομαχίας), είναι εξασκημένος (να ιππεύει)

«δίκην παρὰ τῶν ἀδικούντων λαμβάνειν»:
δίκην λαμβάνω παρά τινος = τιμωρώ κάποιον, επιβάλλω ποινή σε κάποιον
δίκην δίδωμί τινι = τιμωρούμαι από κάποιον

«νόμους κεῖσθαι»: αναφέρεται στους νόμους για τους στρατεύσιμους.
νόμος κεῖται (ως παθητικό του «τίθημι νόμον») = έχει τεθεί νόμος, έχει οριστεί, έχει θεσπιστεί νόμος, υφίσταται νομικό πλαίσιο για κάτι

«ἢ ὑμᾶς συλλέγεσθαι»:
συλλέγομαι = συγκεντρώνομαι, συνέρχομαι· εδώ αναφέρεται στη συγκέντρωση πολιτών πριν την εκστρατεία, στην επιστράτευση

«Θαυμάζω δὲ»:
θαυμάζω, εἰ (αιτιολογική πρόταση) = απορώ που, παραξενεύομαι επειδή
θαυμάζω εἰ (πλάγια ερωτηματική πρόταση) = απορώ / παραξενεύομαι πώς

«καταψηφίζεσθαι τούτου δειλίαν» = να καταδικάζετε αυτόν για δειλία (η αιτιατική πτώση ανάγει το αδίκημα σε αιτία της καταδίκης)
καταψηφίζομαί τινος θάνατον = καταδικάζω κάποιον σε θάνατο (η αιτιατική πτώση δηλώνει την ποινή)
Στα δικαστικά ρήματα (αἰτιῶμαι, γράφομαι, δικάζω, διώκω, καταγιγνώσκω, καταψηφίζομαι, κατηγορῶ, κρίνω, τιμωροῦμαι) συνήθως η γενική είναι της αιτίας ή του εγκλήματος ή της ποινής και η αιτιατική το αντικείμενο.
π.χ. Ὁ Μέλητος ἐγράψατό με ἀσεβείας.

«ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ»:
ἀναφαίνομαι = εμφανίζομαι· εδώ η πρόθεση «ἀνὰ» δηλώνει το ξαφνικό, το αναπάντεχο, την έκπληξη από το απρόσμενο της πράξης ως αποτελέσματος δειλίας ή θρασύτητας.

«συγγνώμην ἔχω (τινὶ)» = συγχωρώ

«Καὶ μὲν δὴ»
= ασφαλώς, και βέβαια

«οὐ μόνον …ἕνεκα… ἀλλ᾽ ἵνα καὶ…»:
παρατακτική σύνδεση των δύο μερών με το ζεύγος «οὐ μόνον… ἀλλὰ καὶ...». Επιδοτική καταφατική σύνδεση, καθώς το δεύτερο μέρος από τα συμπλεκόμενα προβάλλεται ως πιο σημαντικό από το πρώτο.

«ἀλλ᾽ ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε»:
οι «ἀκοσμοῦντες», είναι οι πολίτες που παρουσιάζουν παραβατική συμπεριφορά, αυτοί που παρεκκλίνουν από τα επιτρεπτά όρια κοινωνικής συμπεριφοράς, ενώ οι «σωφρονέστεροι» είναι οι «καθώς πρέπει», οι πειθαρχημένοι, οι φρόνιμοι πολίτες.

«ἵνα σωφρονεστέρους ποιῆτε» = για να να τους καταστήσετε περισσότερο συνετούς.



ΟΙ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ:

«ὅτι, …οὐδὲν ὄφελος (ἔσται) νόμους κεῖσθαι ἢ ὑμᾶς συλλέγεσθαι ἢ στρατηγοὺς αἱρεῖσθαι»:
δευτερεύουσα ονοματική ειδική πρόταση. Εισάγεται με τον ειδικό σύνδεσμο ὅτι, γιατί δηλώνει γνώμη αντικειμενική, εκφέρεται με οριστική μέλλοντα(«ἔσται»), γιατί δηλώνει το πραγματικό στο μέλλον και λειτουργεί ως αντικείμενο στο απαρέμφατο «ἐνθυμηθῆναι».


«εἰ ἐξέσται ποιεῖν»:
δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση. Εισάγεται με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ και εκφέρεται με οριστική μέλλοντα Με απόδοση την οριστική μέλλοντα της απρόσωπης έκφρασης της δευτερεύουσας ειδικής πρότασης «ὄφελος ἔσται» σχηματίζει εξαρτημένο υποθετικό λόγο του πραγματικού. [εἰ ἐξέσται – οὐδὲν ὄφελος ἔσται].

Υπόθεση: εἰ ἐξέσται (εἰ + οριστική μέλλοντα)
Απόδοση: οὐδὲν ὄφελος (ἔσται) (οριστική μέλλοντα)


«ὅ τι ἄν τις βούληται»:
δευτερεύουσα αναφορική υποθετική πρόταση. Εισάγεται με την αναφορική αντωνυμία ὅ τι, εκφέρεται με υποτακτική «βούληται» + ἂν (αοριστολογικό), και λειτουργεί ως αντικείμενο στο απαρέμφατο «ποιεῖν».
Αποτελεί την υπόθεση εξαρτημένου υποθετικού λόγου που δηλώνει το προσδοκώμενο.
Η απόδοση βρίσκεται στο εξαρτημένο, από το απρόσωπο ρήμα «ἐξέσται», τελικό απαρέμφατο «ποιεῖν» της υποθετικής πρότασης.

Υπόθεση: ἄν τις βούληται (ἂν + υποτακτική)
Απόδοση: (ἐξέσται) ποιεῖν (εξαρτημένο τελικό απαρέμφατο - μελλοντική έκφραση: ποιείτω)


«εἴ τις ἀξιοῖ τούτου μὲν δειλίαν καταψηφίζεσθαι»:
δευτερεύουσα επιρρηματική αιτιολογική πρόταση. Εισάγεται με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ, γιατί δηλώνει υποθετική αιτιολογία. Eκφέρεται με οριστική ενεστώτα(«ἀξιοῖ») γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρόν. Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του υποθετικού αιτίου, στο ρήμα της κύριας πρότασης «θαυμάζω».


«ἐὰν μέν τις προσιόντων τῶν πολεμίων τῆς πρώτης τάξεως τεταγμένος τῆς δευτέρας γένηται»:
δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση. Εισάγεται με τον υποθετικό σύνδεσμο ἐὰν και εκφέρεται με υποτακτική «γένηται» Αποτελεί την υπόθεση εξαρτημένου υποθετικού λόγου που δηλώνει το προσδοκώμενο.

Η απόδοση βρίσκεται στο εξαρτημένο από το ρήμα «ἀξιοῖ» τελικό απαρέμφατο «καταψηφίζεσθαι», της δευτερεύουσας αιτιολογικής πρότασης υποθετικής αιτιολογίας.

Υπόθεση: ἐάν τις γένηται (ἐὰν + υποτακτική)
Απόδοση: (ἀξιοῖ) καταψηφίζεσθαι (μελλοντική έκφραση, εξαρτημένο τελικό απαρέμφατο: καταψηφίζεσθε. Για τη δήλωση όμως μιας ηπιότερου τόνου επιθυμίας θεωρείται ενδεδειγμένη η χρήση της υποτακτικής: καταψηφίζησθε.)


«ἐὰν δέ τις ἐν τοῖς ὁπλίταις τεταγμένος ἐν τοῖς ἱππεῦσιν ἀναφανῇ»:
δευτερεύουσα επιρρηματική υποθετική πρόταση. Εισάγεται με τον υποθετικό σύνδεσμο ἐάν και εκφέρεται με υποτακτική. Με απόδοση στο εξαρτημένο από το ρήμα «ἀξιοῖ» τελικό απαρέμφατο «συγγνώμην ἔχειν», της δευτερεύουσας αιτιολογικής πρότασης υποθετικής αιτιολογίας, σχηματίζει εξαρτημένο υποθετικό λόγο του προσδοκώμενου.

Υπόθεση: ἐάν τις ἀναφανῇ (ἐὰν + υποτακτική)
Απόδοση: (ἀξιοῖ) συγγνώμην ἔχειν (μελλοντική έκφραση, εξαρτημένο τελικό απαρέμφατο: συγγνώμην ἔχετε. Για τη δήλωση όμως μιας ηπιότερου τόνου επιθυμίας θεωρείται ενδεδειγμένη η χρήση της υποτακτικής: συγγνώμην ἔχητε.)


«(εἴ τις ἀξιοῖ) τούτῳ συγγνώμην ἔχειν»:
δευτερεύουσα επιρρηματική αιτιολογική πρόταση. Εισάγεται με τον υποθετικό σύνδεσμο εἰ γιατί δηλώνει υποθετική αιτιολογία. Εκφέρεται με οριστική ενεστώτα(«ἀξιοῖ») γιατί δηλώνει το πραγματικό στο παρόν. Λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του υποθετικού αιτίου, στο ρήμα της κύριας πρότασης «θαυμάζω».


«ἵνα καὶ τοὺς ἄλλους τῶν ἀκοσμούντων σωφρονεστέρους ποιῆτε»:
δευτερεύουσα επιρρηματική τελική πρόταση. Εισάγεται με τον τελικό σύνδεσμο ἵνα, εκφέρεται με υποτακτική («ποιῆτε»), διότι δηλώνει σκοπό προσδοκώμενο με βεβαιότητα και λειτουργεί ως επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο ρήμα της κύριας πρότασης («ἡγοῦμαι»).



Συντακτικές Παρατηρήσεις:








Γραμματικές Παρατηρήσεις:













Online Μαθήματα:


314, 327, 352, 353









Πηγές:

https://www.study4exams.gr/anc_greek/course/view.php?id=45#3