Στο πλαίσιο της ανώτατης μορφής κοινωνίας, της πόλεως, ο άνθρωπος πραγματώνει τη φύση του: αναπτύσσει πολύμορφες σχέσεις με τους συμπολίτες του. Δεν πρόκειται, όμως, μόνο για τις σχέσεις που αναπτύσσει ένα ζώο με άλλα ζώα και με το περιβάλλον. Μπορεί και ο άνθρωπος να είναι ένα ζῷον (ένα ζωντανό ον), αλλά μόνο οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους είναι έλλογες σχέσεις: σημαίνονται με τη γλώσσα και αξιολογούνται λογικά. Αυτές οι έλλογες σχέσεις φανερώνουν την ανθρώπινη ουσία: είμαστε από τη φύση μας φτιαγμένοι έτσι που να ζούμε μαζί με άλλους ανθρώπους, μέσα σε κοινωνία.
Είναι, νομίζω, φανερό γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικὸν ζῷον περισσότερο απ’ ό,τι οι μέλισσες ή τα άλλα αγελαία ζώα: Όπως έχουμε ήδη πει πολλές φορές, η φύση δεν κάνει τίποτε δίχως λόγο και χωρίς αιτία. Ας προσέξουμε ύστερ’ απ’ αυτό ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που είναι εφοδιασμένο με την ικανότητα του λόγου. Η απλή φωνή δεν εκφράζει, ως γνωστόν, παρά μόνο τη λύπη και την ευχαρίστηση. γι’ αυτό και υπάρχει σε όλα τα ζώα. η φύση τούς έδωσε, πράγματι, όλη κι όλη αυτή την ικανότητα, να αντιλαμβάνονται το δυσάρεστο και το ευχάριστο και αυτά να τα κάνουν φανερά το ένα στο άλλο. του λόγου όμως ο προορισμός είναι να κάνει φανερό τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό και, άρα, τι είναι δίκαιο και τι άδικο. αυτό είναι, πράγματι, που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και όλα τα άλλα παρόμοια πράγματα ¯και, φυσικά, η συμμετοχή σε όλα αυτά είναι που κάνει την οικογένεια και την πόλη.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Μετάφραση 2:
Να ο λόγος για τον οποίο είναι ολοφάνερο πως ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό περισσότερο κι από τη μέλισσα κι από όλα τα άλλα που ζουν σε αγέλες. Γιατί, όπως είπαμε, η φύση δεν κάνει τίποτε στην τύχη. Και μόνος απ’ όλα τα ζώα ο άνθρωπος έχει έναρθρο λόγο. Και οι μεν άναρθρες κραυγές εκφράζουν τη λύπη και την ευχαρίστηση, και γι’ αυτό υπάρχουν στα άλλα ζώα. Η φύση τους δηλαδή τους επιτρέπει να αισθάνονται τη λύπη και την ευχαρίστηση και να γνωστοποιούν τα συναισθήματα αυτά το ένα στο άλλο. Αλλά ο έναρθρος λόγος δημιουργήθηκε για να εκφράζεται το συμφέρον και το βλαβερό, και φυσικά και το δίκαιο και το άδικο. Αυτό, πραγματικά, είναι το διακριτικό σημείο που κάμνει τον άνθρωπο να ξεχωρίζει απ’ όλα τα άλλα ζώα: μονάχα αυτός δηλ. αντιλαμβάνεται το καλό και το κακό, το δίκαιο και το άδικο και τις άλλες παρόμοιες αξίες. Η κοινή γνώση αυτών των αξιών συντείνει στη δημιουργία της οικογένειας και της πόλης.
(μετάφραση Β. Μοσκόβης)
Ερμηνευτικά Σχόλια:
οὐθὲν μάτην ἡ φύσις ποιεῖ: Η φύση δεν κάνει τίποτε χωρίς σκοπό· όλες οι φυσικές διεργασίες κάπου αποβλέπουν. Πρόκειται για φράση που επαναλαμβάνει ο Αριστοτέλης σε πολλές πραγματείες του. Υποστηρίζει ότι στη φύση τίποτε δεν γίνεται μάταια, τα πάντα εξυπηρετούν ορισμένη σκοπιμότητα, από την οποία και νοηματοδοτούνται: … εἰ μηθὲν μάτην ποιεῖ ἡ φύσις. Ἕνεκά του γὰρ πάντα ὑπάρχει τὰ φύσει, ἢ συμπτώματα ἔσται τῶν ἕνεκά του [: αν είναι αλήθεια ότι η φύση τίποτε δεν κάνει στην τύχη. Όλα, αλήθεια, τα φυσικά όντα υπάρχουν για κάποιο σκοπό, ή είναι τυχαία παραστρατήματα εκείνων που υπάρχουν για κάποιο σκοπό] (Περὶ ψυχῆς 434a31-32). Στην ανάπτυξή της η θεωρία αυτή ονομάστηκε αριστοτελική τελολογία. Προνομιακός χώρος της τελολογίας είναι η βιολογία. Σχεδόν όλα τα παραδείγματα που φέρνει ο φιλόσοφος αντλούνται από την έμβια φύση· γίνεται αναφορά στα σχήματα των δοντιών, που είναι όπως είναι για να εξυπηρετούν την πρόσληψη και επεξεργασία των τροφών, στις στοχευμένες ενέργειες μυρμηγκιών και μελισσών για την επιβίωση της κοινότητάς τους, στην ύπαρξη και λειτουργία των φύλλων χάριν των καρπών. Βασίζεται, λοιπόν, ο Αριστοτέλης στη βιολογία και επεκτείνει το τελολογικό ερμηνευτικό μοντέλο του και σε άλλα πεδία των φυσικών επιστημών.
λόγος: H λέξη λόγος χρησιμοποιείται συχνά για να δηλωθούν αξεχώριστες μεταξύ τους η λογική (ως ιδιαίτερο γνώρισμα του ανθρώπου και ως διανοητική δραστηριότητα) και η γλώσσα (ως σύστημα σημείων και ως συγκεκριμένη έκφραση). Στο συγκεκριμένο χωρίο ο λόγος αντιδιαστέλλεται προς την φωνήν, και, συνεπώς, έχει ενισχυμένη τη σημασία της γλώσσας (χωρίς να χάνεται βέβαια η σημασία της ανθρώπινης λογικής).
φωνή: ο ήχος που παράγεται από τον λάρυγγα, τις φωνητικές χορδές και τη στοματική κοιλότητα είτε των ανθρώπων είτε των ζώων. Βλ. Περὶ ψυχῆς 420b5-7: ἡ δὲ φωνὴ ψόφος [: ήχος] τίς ἐστιν ἐμψύχου· τῶν γὰρ ἀψύχων οὐθὲν φωνεῖ, ἀλλὰ καθ’ ὁμοιότητα λέγεται φωνεῖν, οἷον αὐλὸς καὶ λύρα. Η φωνὴ είναι άναρθρος ήχος, ενώ ο λόγος είναι έναρθρος (αρθρωμένος), απαρτισμένος δηλαδή από διακριτά στοιχεία, τα οποία μπορεί να έχουν το δικό τους νόημα. Ο έναρθρος λόγος παράγεται από σύνολα λέξεων (π.χ. προτάσεις), μεμονωμένες λέξεις (διακριτά στοιχεία του, με δικό τους νόημα), ενώ οι λέξεις από φθόγγους (διακριτούς ήχους χωρίς αυτόνομο νόημα).
ἀνθρώποις ἴδιον: Οι αριστοτελικοί ορισμοί αποτελούνται: α) από μία ή περισσότερες επάλληλες έννοιες γένους, εντάσσοντας έτσι την οριζόμενη έννοια σε μία ή περισσότερες ευρύτερες κατηγορίες, και β) από την ειδοποιό διαφορά, η οποία διακρίνει την οριζόμενη έννοια από άλλες ομοειδείς (αυτές που ανήκουν στο ίδιο γένος). Ο άνθρωπος είναι ζῷον (έννοια γένους) και έχει ως αποκλειστικά δικό του γνώρισμα (ἴδιον, ειδοποιός διαφορά) τον λόγον, δηλαδή τη λογική και γλώσσα.].
Ο γραμματισμός αποτελεί ένα σχετικά νέο όρο στο ελληνικό λεξιλόγιο και, ενώ περιλαμβάνει την έννοια του αλφαβητισμού, είναι ευρύτερος από αυτόν. Πρόκειται για μετάφραση του αγγλικού όρου literacy, που έχει επίσης αποδοθεί στην ελληνική γλώσσα ως εγγραμματοσύνη Ong1997 και ο οποίος δεν αναφέρεται απλά στην ικανότητα για ανάγνωση και γραφή. Η έννοια "γραμματισμός" αφορά τη δυνατότητα του ατόμου να λειτουργεί αποτελεσματικά σε διάφορα περιβάλλοντα και καταστάσεις επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας κείμενα γραπτού και προφορικού λόγου, καθώς επίσης μη γλωσσικά κείμενα (λ.χ. εικόνες, σχεδιαγράμματα, χάρτες κλπ.).
Το ερώτημα σχετικά με τις ικανότητες και τις δεξιότητες που πρέπει να έχουν αναπτύξει τα μέλη μιας κοινωνίας για να θεωρηθούν εγγράμματα -άτομα δηλαδή που έχουν κατακτήσει ένα "βασικό", έστω, επίπεδο γραμματισμού σύμφωνα με τις εκάστοτε κοινωνικές απαιτήσεις- δεν είναι διόλου απλό. Εξάλλου, η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να διαφέρει από κοινωνία σε κοινωνία και σίγουρα αλλάζει από τη μια ιστορική στιγμή στην άλλη, εφόσον συνεχώς αλλάζουν οι συνιστώσες της επικοινωνίας.
Είναι γεγονός πάντως ότι ο γραμματισμός αποτελεί βασικό κριτήριο για κοινωνική καταξίωση και ότι η έλλειψή του -και ειδικότερα ο αναλφαβητισμός- αποτελεί κριτήριο κοινωνικού στιγματισμού. Αυτό είναι βεβαίως φυσικό, αφού η ικανότητα για ανάγνωση και γραφή υπήρξε διαχρονικά στενά συνδεδεμένη με κοινωνικούς παράγοντες, όπως η κοινωνική τάξη και η οικονομική ευρωστία. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο πολιτικός αλλά και ο ευρύτερα κοινωνικός χαρακτήρας του γραμματισμού έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις, στον βαθμό που τίθενται πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα για τα είδη γραμματισμού που απαιτεί μια κοινωνία και προσφέρονται στους πολίτες από το εκπαιδευτικό σύστημα μιας χώρας.
Η ανάπτυξη κάποιου βαθμού γραμματισμού γίνεται με τρόπο φυσικό μέσα στο οικογενειακό και το κοινωνικό μας περιβάλλον, καθώς μαθαίνουμε τη μητρική μας γλώσσα και κατορθώνουμε να επικοινωνούμε με διαφορετικά πρόσωπα σε διάφορες κοινωνικές καταστάσεις μέσα από διάφορα είδη λόγου και τύπους κειμένων. Παράλληλα, όμως, είναι απαραίτητη και κάποιου τύπου συστηματική εκπαίδευση. Και όσο πιο πολύπλοκη γίνεται η επικοινωνία σε μια κοινωνία, όσο πιο πολύμορφα είναι τα κείμενα που παράγονται στο πλαίσιο της λειτουργίας των θεσμών της και όσο πιο ισχυρές γίνονται οι πιέσεις και οι απαιτήσεις στην αγορά εργασίας, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για την εκπαίδευση σε είδη γραμματισμού. Αυτός λοιπόν είναι και ο βασικός σκοπός του σχολείου, το οποίο καλείται να βοηθήσει τους νέους ανθρώπους να αναπτύξουν το επίπεδο και τα είδη γραμματισμού που απαιτεί η κοινωνία τους για το παρόν και το μέλλον. Καλείται δηλαδή να αναπτύξει τον κοινωνικό γραμματισμό. Παράλληλα, όμως, καλείται να αναπτύξει και τον σχολικό γραμματισμό, δηλαδή, τα είδη γραμματισμού που είναι απαραίτητα για να αποδώσουν επιτυχώς στα μαθήματα που περιλαμβάνει το πρόγραμμα σπουδών. Σχολικός γραμματισμός
Ο σχολικός γραμματισμός έχει παραδοσιακά συνδεθεί με τη διδασκαλία ανάγνωσης και γραφής, καθώς και με την ανάπτυξη γνωσιακών δεξιοτήτων όπως η καλλιέργεια της λογικής σκέψης, η κατανόηση γραμματικών κανόνων, η ικανότητα διαχείρισης αφηρημένων εννοιών και υποθετικών ερωτήσεων, η ανάπτυξη επικοινωνιακών και άλλων διανοητικών δεξιοτήτων.
Ένας αρκετά μεγάλος αριθμός μελετών έχει συνδέσει τη σχολική επιτυχία ή αποτυχία με το οικογενειακό και γενικά το στενό κοινωνικό περιβάλλον των μαθητών. Υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι τα παιδιά που προέρχονται από τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα χρησιμοποιούν έναν "περιορισμένο" κώδικα επικοινωνίας, με αποτέλεσμα να μην έχουν αναπτύξει τις γνώσεις και επικοινωνιακές δεξιότητες που απαιτεί ο σχολικός γραμματισμός, ο οποίος συστηματικά υιοθετεί έναν "επεξεργασμένο" κώδικα επικοινωνίας (Bernstein 1971-1975· Wells 1986· Cook-Gumpertz 1986· Dickinson 1994). Η σχολική εκπαίδευση συχνά δεν τα βοηθά να αναπτύξουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες αυτές και έτσι, όπως υποστηρίζουν αρκετοί μελετητές, το σχολικό σύστημα όχι μόνο δεν αμβλύνει τις κοινωνικές διαφορές μεταξύ παιδιών που προέρχονται από προνομιούχες και μη οικογένειες, αλλά συνιστά μέσο αναπαραγωγής τους. Το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός μαθητών από τα μη προνομιούχα κοινωνικοοικονομικά στρώματα απασχολείται μετά την αποφοίτηση στις λιγότερο καλοπληρωμένες δουλειές ενισχύει την άποψη ότι το σχολείο αναπαράγει τελικά την κοινωνική ιεραρχία.
Πρέπει βεβαίως να τονιστεί ότι η ίδια η μορφή του σχολικού γραμματισμού μεταβάλλεται, καθώς οι κοινωνικές ανάγκες αλλάζουν με γρήγορο ρυθμό. Για παράδειγμα, η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στη ζωή μας απαιτεί πλέον την ανάπτυξη δεξιοτήτων γραμματισμού στις νέες τεχνολογίες. Όπως επισημαίνουν οι Aronowitz & DiFazio (1994), η εισαγωγή των νέων αυτών μορφών γραμματισμού έχει επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην ίδια την κατανόηση του σχολικού γραμματισμού, όπως αυτή είχε προσεγγιστεί μέχρι πρόσφατα, καθώς και στις παραδοσιακές απόψεις για τις μορφές του. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, η διαρκώς αυξανόμενη χρήση προηγμένης τεχνολογίας απαιτεί εξειδικευμένες δεξιότητες γραμματισμού. Έχει παρατηρηθεί, ωστόσο, ότι η αυξανόμενη χρήση τεχνολογίας, η οποία συναντάται κυρίως σε προνομιούχα σχολεία -συχνά στις πιο εύπορες περιοχές-, οδηγεί συχνά στη μειωμένη ανάπτυξη δεξιοτήτων που παραδοσιακά σχετίζονταν με τον σχολικό γραμματισμό, σε σημείο ώστε αρκετοί σήμερα να μιλούν για κρίση του.
Δεν είναι όμως μόνο το σχολείο που χρειάζεται να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στη συνεχώς μεταβαλλόμενη κοινωνία μας. Οι δομές του καπιταλιστικού κόσμου μεταβάλλονται στη νέα περίοδο που διανύουμε και η πίεση για διαρκή προσαρμογή των ανθρώπων όλων των ηλικιών είναι γεγονός. Η διά βίου εκπαίδευση έχει αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα, τόσο στα πλαίσια νέων εκπαιδευτικών προγραμμάτων όσο και στα πλαίσια της καθημερινής μας ζωής, όπου απαιτούνται πολλές μορφές γραμματισμού.
Κοινωνικός γραμματισμός
Τα είδη κοινωνικού γραμματισμού που απαιτούνται από τα μέλη των σύγχρονων κοινωνιών για να είναι παραγωγικά στην ιδιωτική, την κοινωνική και την επαγγελματική τους ζωή αυξάνονται με πολύ γοργούς ρυθμούς, καθώς συνεχώς αυξάνονται οι ανάγκες για κατανόηση και παραγωγή διαφορετικών ειδών κειμένων. Η παραγωγή και κατανόηση διαφορετικών ειδών λόγου και κειμένων προϋποθέτει εξοικείωση με το συγκεκριμένο είδος κειμένων, με τους τρόπους γραφής τους και, γενικότερα, γνώση των τρόπων παραγωγής, διακίνησης αλλά και προσέγγισης αυτών των κειμένων. Συνεπάγεται ότι διαφορετικού είδους κείμενα απαιτούν για την κατανόησή τους τόσο διαφορετικές τεχνικές "ανάγνωσης" όσο και κατανόηση του συγκειμενικού τους πλαισίου· απαιτούν δηλαδή διαφορετικού είδους γραμματισμό, όπως άλλωστε και η παραγωγή διαφορετικού είδους μονοτροπικών ή πολυτροπικών κειμένων.
Η ανάγνωση, κατανόηση ή συγγραφή ενός κειμένου είναι αποτέλεσμα κοινωνικών και ιστορικών πρακτικών, που σχετίζονται με την πρόσβαση του ατόμου σε συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία μπορεί να συναντήσει συγκεκριμένου τύπου κείμενα. Στο πλαίσιο των κοινωνικών θεσμών, βάσει των οποίων λειτουργούν και επικοινωνούν οι άνθρωποι μεταξύ τους ανταποκρινόμενοι στα προσωπικά, κοινωνικά και επαγγελματικά τους ενδιαφέροντα και απαιτήσεις, τα μέλη μιας κοινωνίας "εκπαιδεύονται" σε κοινωνικές πρακτικές και έρχονται σε επαφή με διαφορετικά είδη κειμένων. Η γνώση αυτή ενεργοποιείται κατά την ανάγνωση ενός κειμένου και οδηγεί στην καλύτερη κατανόησή του. Μέσω του σχολείου, οι νέοι άνθρωποι έρχονται σε μια πρώτη επαφή με τους κοινωνικούς θεσμούς και τις μορφές γραμματισμού τους. Στη συνέχεια, η πρόσβασή τους σε συγκεκριμένα κοινωνικά περιβάλλοντα και οι εμπειρίες τους σε αυτά διαμορφώνουν την κοινωνική τους ταυτότητα που τους επιτρέπει την κατανόηση διαφόρων ειδών λόγου και κειμένων.
Κατά τον Freire (Freire & Macedo 1987), η ανάγνωση του κόσμου γύρω μας πάντα προηγείται της ανάγνωσης ενός κειμένου. Ο όρος ανάγνωση χρησιμοποιείται από τον Freire με ένα σημαντικό και πρωτότυπο τρόπο για να περιλάβει την "ερμηνεία" από πλευράς του αναγνώστη. Τονίζεται δηλαδή ο κριτικός χαρακτήρας της ανάγνωσης, ο ενεργητικός ρόλος του αναγνώστη αλλά και η προηγούμενη γνώση του κόσμου που φέρνει μαζί του ο αναγνώστης κατά την "ανάγνωση" ενός κειμένου.
Από την άλλη πλευρά, η συγγραφή ενός κειμένου προϋποθέτει την εκμάθηση ενός είδους "τεχνολογίας" με τη χρήση κάποιων υλικών (όπως χαρτί, μολύβι ή επεξεργαστή κειμένων), όμως σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί μια ουδέτερη διαδικασία μέσω της οποίας απλώς μεταβιβάζονται πληροφορίες. Αντιθέτως, όπως και η ανάγνωση, η συγγραφή ενός κειμένου είναι αποτέλεσμα μιας περίπλοκης κοινωνικής διαδικασίας, καθώς συνδέεται με διάφορες κοινωνικές πρακτικές, με τη γενικότερη κοινωνική δυναμική, τις διάφορες μορφές και δομές εξουσίας, την κοινωνική τάξη, το φύλο, την ταυτότητα κ.ά. (Hasan & Williams 1996· Gee 1996· Street 1995).
Μια τέτοια θεώρηση του γραμματισμού απέχει πολύ από την παραδοσιακή άποψη που τον θεωρεί απλώς ως γνωσιακή ικανότητα για ανάγνωση και γραφή. Επίσης, σε αντίθεση με την παραδοσιακή άποψη, υποστηρίζει την ύπαρξη ποικίλων μορφών γραμματισμού που σχετίζονται με διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα και τη διαμόρφωση κοινωνικών ταυτοτήτων. Για παράδειγμα, ο ακαδημαϊκός γραμματισμός αναφέρεται στις επικοινωνιακές δεξιότητες που απαιτείται να αναπτύξουν οι νέοι φοιτητές και φοιτήτριες ώστε να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις του πανεπιστημιακού χώρου και να ολοκληρώσουν με επιτυχία τις σπουδές τους. Συγκεκριμένα έχει αποδειχθεί ότι η εξοικείωση των φοιτητών με τον ακαδημαϊκό λόγο είναι στενά συνδεδεμένη με την επιτυχία τους στον ακαδημαϊκό χώρο (Chafe 1985· Tannen 1985· Ivanic· 1998). Ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης των νέων φοιτητών στον ακαδημαϊκό λόγο, για παράδειγμα, μπορεί να απαρτίζεται από ανάλυση διαφόρων κειμενικών ειδών που συναντά κανείς σε ακαδημαϊκά γραπτά ή προφορικά κείμενα και από διδασκαλία γλωσσικών επιλογών όπως η συστηματική χρήση μετοχών, δευτερευουσών προτάσεων και παθητικής φωνής, που χαρακτηρίζουν τον γραπτό ακαδημαϊκό λόγο (Halliday & Martin 1993).
Ένα άλλο παράδειγμα μορφής γραμματισμού σχετίζεται με τα νέα κειμενικά είδη που διαμορφώνονται με τη χρήση των νέων τεχνολογιών. Τα γραπτά μηνύματα μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, για παράδειγμα, αναθεωρούν τη διαφοροποίηση του "ολοκληρωμένου" γραπτού λόγου από τον "αποσπασματικό" προφορικό λόγο, καθώς τα κείμενα αυτά αντλούν στοιχεία και από τον προφορικό λόγο (Graddol & Goodman 1996).
Λειτουργικός και κριτικός γραμματισμός
Οι μελέτες στον χώρο του γραμματισμού συχνά διαφοροποιούνται στη βάση δύο διαφορετικών κατευθύνσεων μέσα από τις οποίες προσεγγίζεται αυτός. Η πρώτη είναι γνωστή ως λειτουργικός γραμματισμός και αναφέρεται στις δεξιότητες εκείνες που χρειάζεται να αναπτύξουν τα άτομα για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της σημερινής αγοράς εργασίας. Εδώ, ο γραμματισμός είναι μετρήσιμος και ποσοτικός. Σκοπός της εκπαίδευσης είναι η επίτευξη των κοινωνικών στόχων και η παροχή πρόσβασης σε συγκεκριμένα είδη γραμματισμού (βλ. και 5.3).
Η δεύτερη κατεύθυνση, αυτή του κριτικού γραμματισμούστοχεύει στην ευαισθητοποίηση των πολιτών στις λειτουργίες των κυρίαρχων μορφών γραμματισμού, καθώς και στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης απέναντί τους.Επισημαίνεται η ιδεολογική πλευρά των πρακτικών γραμματισμού και υποστηρίζεται ότι, όπως όλες οι χρήσεις της γλώσσας, έτσι και οι μορφές του γραμματισμού διαμορφώνουν αλλά και διαμορφώνονται μέσα από ιδεολογικές θέσεις συνδεδεμένες με μορφές κοινωνικής εξουσίας (βλ. και 5.3). Όπως και στην περίπτωση του λειτουργικού γραμματισμού, δίνεται και εδώ έμφαση στην επίτευξη κοινωνικών στόχων, οι οποίοι όμως δεν αντιμετωπίζονται ως δεδομένοι αλλά υπόκεινται σε κριτική ανάλυση ως μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
Γράφουν οι μαθητές Β΄
Λυκείου: Κωνσταντίνος Αλεξανδράτος, Νεφέλη Γιούλη, Ελένη Μυλωνά
Συντονίζει ο Φιλόλογος Δρ Πολύβιος Ν. Πρόδρομος
Ο σχολικός εκφοβισμός(schoolbullying)δεν είναι ένα
«παιδικό καβγαδάκι», αλλά ένα φαινόμενο που τραυματίζει σχέσεις, αυτοεκτίμηση
και το αίσθημα ασφάλειας μέσα στο σχολείο. Εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους:
λεκτικές προσβολές, απειλές, σωματική βία, κοινωνικό αποκλεισμό, διασπορά
φημών, ακόμη και διαδικτυακή παρενόχληση που συνεχίζεται μετά το κουδούνι. Όταν
τέτοιες συμπεριφορές επαναλαμβάνονται και υπάρχει ανισορροπία δύναμης, το θύμα
συχνά σιωπά από φόβο ή ντροπή, ενώ οι παρατηρητές συνηθίζουν το άδικο ως
«κανονικό». Οι συνέπειες μπορεί να είναι σοβαρές: άγχος, πτώση επίδοσης,
απομόνωση, ακόμη και αποστροφή για το σχολείο. Επηρεάζεται όμως και ο θύτης,
που μαθαίνει να λύνει διαφορές με επιβολή, καθώς και ολόκληρη η τάξη, όπου ο
φόβος αντικαθιστά τη συνεργασία. Επειδή είναι ένα ζήτημα που αφορά όλους/ες
τους/τις μαθητές/τριες, θα προσεγγίσουμε το φαινόμενο αυτό, αναδεικνύοντας τις
μορφές και τις συνέπειές του, καθώς και τους παράγοντες που το τροφοδοτούν.
Στόχος μας είναι να γίνει πιο κατανοητό γιατί εμφανίζεται, πώς επηρεάζει τη
σχολική ζωή και γιατί η αντιμετώπισή του αφορά ολόκληρη τη σχολική κοινότητα.
Αίτια σχολικού εκφοβισμού
Ένας από τους βασικούς παράγοντες
που διαμορφώνουν τη συμπεριφορά των νέων είναι η οικογένεια, καθώς αποτελεί τον πρώτο χώρο κοινωνικοποίησης. Εκεί
το παιδί μαθαίνει τι σημαίνουν όρια, σεβασμός, διάλογος και διαχείριση έντονων
συναισθημάτων. Όταν το οικογενειακό περιβάλλον είναι σταθερό, με ζεστασιά αλλά
και σαφή καθοδήγηση, αυξάνονται οι πιθανότητες να αναπτύξει αυτοέλεγχο,
ενσυναίσθηση και συναισθηματική ωριμότητα. Αντίθετα, όταν κυριαρχούν η ένταση,
η απαξίωση, η βία, η υπερβολική αυστηρότητα ή - στο άλλο άκρο - η πλήρης
απουσία ορίων, το παιδί μπορεί να δυσκολευτεί να διαχειριστεί θυμό, ανασφάλεια
και ματαίωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό το φορτίο μεταφέρεται στο σχολείο
ως επιθετικότητα προς πιο αδύναμους συμμαθητές, επειδή ο εκφοβισμός μοιάζει
–λανθασμένα– να δίνει αίσθηση δύναμης ή ελέγχου. Παράλληλα, τα παιδιά
παρατηρούν και μιμούνται τους ενήλικες: αν στο σπίτι βλέπουν ότι ο «ισχυρός»
επιβάλλεται με φωνές, προσβολές ή βία, είναι πιθανό να εσωτερικεύσουν αυτή τη
στάση ως αποδεκτό μοντέλο σχέσης. Η έλλειψη συναισθηματικής στήριξης και
σταθερότητας δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την ανάπτυξη ενσυναίσθησης, άρα και
την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τον πόνο του άλλου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η
οικογένεια είναι ο μοναδικός υπεύθυνος παράγοντας, ούτε ότι κάθε δυσκολία στο
σπίτι οδηγεί αναγκαστικά σε εκφοβισμό. Σημαίνει, όμως, ότι ο τρόπος ανατροφής
μπορεί να λειτουργήσει είτε προστατευτικά είτε επιβαρυντικά, αυξάνοντας ή μειώνοντας
την πιθανότητα εκδήλωσης βίαιων συμπεριφορών.
Το σχολείοαποτελεί επίσης καθοριστικό
παράγοντα, καθώς δεν είναι μόνο χώρος μάθησης, αλλά και πεδίο καθημερινής
συνύπαρξης. Σε ένα σχολικό περιβάλλον όπου υπάρχει εμπιστοσύνη, σαφείς κανόνες,
σταθερή και άμεση παρέμβαση, καθώς και συνεργασία εκπαιδευτικών - μαθητών, ο
εκφοβισμός δύσκολα εδραιώνεται.Όταν
όμως το σχολικό κλίμα αφήνει «γκρίζες ζώνες» - όταν δηλαδή δεν είναι σαφές τι
επιτρέπεται και τι όχι, όταν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά ή όταν η παρέμβαση
καθυστερεί - δημιουργείται χώρος για να
αναπτυχθούν συμπεριφορές υποτίμησης και επιβολής. Πολύ σημαντικός είναι ακόμη και
ο παράγοντας της σιωπής: όταν οι μαθητές δεν αισθάνονται ότι θα ακουστούν και
θα προστατευτούν, φοβούνται την έκθεση ή την επιδείνωση της κατάστασης και
διστάζουν να ζητήσουν βοήθεια, τότε ο θύτης ενθαρρύνεται από την αδράνεια, ενώ
οι παρατηρητές συνηθίζουν την αδικία ως «κανονικότητα». Επιπλέον, η κοινωνία
συνολικά επηρεάζει το σχολικό περιβάλλον. Προκαταλήψεις όπως ο ρατσισμός ή η
ομοφοβία, όταν παραμένουν ενεργές στην καθημερινότητα, είναι πιθανό να
μεταφέρονται και στις μαθητικές σχέσεις.
Τέλος, το διαδίκτυο έχει προσθέσει μια νέα και ιδιαίτερα σύνθετη διάσταση
στο φαινόμενο. Ο διαδικτυακός εκφοβισμός μπορεί να ξεκινήσει εκτός σχολείου και
να επηρεάσει άμεσα τη σχολική ζωή ή, αντίστροφα, να γεννηθεί μέσα στην τάξη και
να συνεχιστεί αδιάκοπα στο κινητό, στις εφαρμογές και στα κοινωνικά δίκτυα. Η
ένταση συχνά μεγαλώνει, επειδή η επίθεση δεν περιορίζεται σε έναν χώρο ή σε ένα
χρονικό πλαίσιο: μπορεί να επαναλαμβάνεται διαρκώς, να απευθύνεται σε μεγάλο
κοινό και να αφήνει ψηφιακά ίχνη που δύσκολα εξαφανίζονται. Η ανωνυμία και η
«ασφάλεια» της απόστασης πίσω από μια οθόνη ωθούν ορισμένους να υπερβούν όρια
που δεν θα περνούσαν σε μια πρόσωπο με πρόσωπο σχέση. Επιπλέον, η εύκολη
αναπαραγωγή και διάδοση ενός εξευτελισμού μετατρέπει τον πόνο του θύματος σε
δημόσιο θέαμα, ενισχύοντας τη ντροπή και την απομόνωσή του. Έτσι, η βία δεν
τελειώνει με το κουδούνι: μπορεί να ακολουθεί τον μαθητή στο σπίτι και στον
ελεύθερο χρόνο του, κάθε φορά που ανοίγει την οθόνη. Παράλληλα, η συνεχής
έκθεση των νέων σε πρότυπα βίας από το διαδίκτυο και τα μέσα ενημέρωσης μπορεί
να εξοικειώσει μέρος τους με την επιθετικότητα, παρουσιάζοντάς την ως
«κανονική» ή αναμενόμενη αντίδραση. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ορισμένοι
οδηγούνται στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η βία αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο
επιβολής ή επίλυσης διαφορών.
Συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού: θύμα, θύτης, παρατηρητής
Οι συνέπειες του σχολικού εκφοβισμού για το θύμα είναι πολύπλευρες και επηρεάζουν σοβαρά την σωματική, ψυχική και κοινωνική του ζωή. Το θύμα παρουσιάζει συχνά ψυχοσωματικά προβλήματα, όπως πονοκέφαλο, άγχος, διαταραχές ύπνου ή και διατροφής, που μπορεί να προκληθούν από την ανασφάλεια του για την εξωτερική του εμφάνιση, καθώς το άτομο αυτό έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση. Λόγω της χαμηλής αυτοεκτίμησης και της υποτίμησης του ίδιου του του εαυτού, είναι πιθανό να παρατηρηθούν αισθήματα μίσους και αποστροφής του θύματος για τον ίδιο, όντας επηρεασμένο από το περιβάλλον εκφοβισμού που επικρατεί, και είναι επιρρεπές σε αυτοτραυματισμούς και αυτοκτονικές τάσεις, καθώς επίσης νιώθει αποτυχημένο και ντροπιασμένο. Το θύμα εμφανίζει κατάθλιψη, φόβο και μπορεί να οδηγηθεί σε κοινωνική απομόνωση που προκύπτει από τη δυσκολία του να καλλιεργήσει ή να διατηρήσει φιλικές σχέσεις, και έτσι τελικά αισθάνεται μοναξιά και θλίψη. Παράλληλα, το θύμα του σχολικού εκφοβισμού χαρακτηρίζεται από μειωμένη συγκέντρωση και άρα χαμηλή σχολική επίδοση που έχει ως αποτέλεσμα την αρνητική στάση προς το σχολείο και την εγκατάλειψη αυτού.
Οι επιπτώσεις του σχολικού εκφοβισμού δεν αφορούν μόνο τα θύματα, αλλά είναι φανερές και στην ψυχοσύνθεση και στην ενήλικη ζωή του θύτη. Ο θύτης εμφανίζει αυξημένα επίπεδα στρες, καταθλιπτική διάθεση, ασταθή αυτοεκτίμηση και αντιδραστικότητα. Είναι συχνό φαινόμενο να υιοθετεί παραβατικές και παρορμητικές συμπεριφορές ενώ διακατέχεται από έλλειψη ενσυναίσθησης καθώς και από δυσκολία να μετριάσει την επιθετικότητά του και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και τους διαπληκτισμούς του με το διάλογο και καταφεύγει σε ξεσπάσματα βίας. Η εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών του συνδυάζεται με άλλες αντικοινωνικές και αποτελεί σημαντικό παράγοντα στιγματισμού του θύτη, κάτι που απωθεί τους συνομηλίκους του, αφού του αντιμετωπίζουν με φόβο και θεωρείται επιζήμιος για την υπόληψή τους, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δυσχέρειες στη σύναψη διαπροσωπικών σχέσεων, και αργότερα στην πρόσληψή του. Αυτή η κοινωνική περιθωριοποίηση προκαλεί αντιδραστικότητα στο θύτη και του ωθεί σε παρέες όπου αναπαράγονται παρόμοια μοτίβα, όπως η αδυναμία υπακοής στο νόμο και η κατάχρηση ουσιών, γεγονός που εκτείνει τη συμπεριφορά του ίδιου του θύτη. Επιπλέον, παρουσιάζει τάσεις παραιτήσεις από τις σχολικές υποχρεώσεις και φυγής από το σπίτι.
Ο σχολικός εκφοβισμός έχει σοβαρές και καθοριστικές συνέπειες, όχι μόνο για τους άμεσα εμπλεκόμενους, αλλά και για τους παρατηρητές του φαινομένου. Οι παρατηρητές, λόγω του κλίματος τρομοκρατίας που υπάρχει, φοβούνται ότι μπορεί να μπουν στο στόχαστρο των θυτών εάν αντιδράσουν και ενώ θέλουν να μιλήσουν για αυτά τα συμβάντα, νιώθουν ότι δεν μπορούν, καθώς οι θύτες τους προκαλούν αισθήματα άγχους, ανασφάλειας και απόγνωσης, που πολλές φορές οδηγούν στο να υποκύψουν σε καταχρήσεις και να δηλώσουν απροθυμία για τη φοίτηση στο σχολείο. Αισθάνονται ανίκανοι να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και τους άλλους ή να δράσουν πυροσβεστικά σε περιστατικά στα οποία είναι μάρτυρες, και έτσι χάνουν την πίστη στον εαυτό τους ενώ ταυτόχρονα συνηθίζουν να υιοθετούν μια αδιάφορη και παθητική στάση που θα τους ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή και που μπορεί να ενθαρρύνει τους δράστες. Αυτή η αδυναμία παρέμβασης και η υποταγή σε αυτούς που κατέχουν την εξουσία τους δημιουργεί ενοχές και σε πολλές περιπτώσεις οι θεατές ταυτίζονται έντονα με την κατάσταση θύματος, κάτι που έχει υψηλό κίνδυνο άγχους και παρανοϊκού ιδεασμού. Τέλος, υπάρχουν παρατηρητές που εμφανίζουν ψυχοσυναισθηματικές δυσκολίες, όπως η μύηση σε επιθετικές και παραβατικές συμπεριφορές και η άμβλυνση των ευαισθησιών τους.
Ο σχολικός εκφοβισμός, ο γνωστός σε όλους μας όρος «bullying» δεν είναι απλώς μια λέξη, αλλά μια πραγματικότητα που χρειάζεται έγκαιρη και ουσιαστική αντιμετώπιση, αφού επηρεάζει αρνητικά όλους όσους εμπλέκονται, άμεσα ή έμμεσα. Το κλίμα που δημιουργεί διαβρώνει τις αξίες του σχολείου και παρεμποδίζει την ανάπτυξη των παιδιών σε ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Στόχος είναι να περιοριστούν οι μελλοντικές εκδηλώσεις του φαινομένου, ώστε το σχολείο να αποτελεί χώρο ασφάλειας, σεβασμού και συνεργασίας και τα παιδιά να ζουν σχολικά χρόνια χωρίς φόβο και «σκιές» εκφοβισμού.
Πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του schoolbullying
Η οικογένεια
αποτελεί τον πρώτο και σημαντικότερο πυρήνα πρόληψης και αντιμετώπισης του
σχολικού εκφοβισμού, καθώς μέσα σε αυτήν διαμορφώνονται η αυτοεκτίμηση, η
συναισθηματική ανθεκτικότητα και ο τρόπος με τον οποίο το παιδί μαθαίνει να
σχετίζεται με τους άλλους. Οι γονείς οφείλουν να ενημερώνουν έγκαιρα το παιδί
για το τι είναι ο εκφοβισμός, να συζητούν συστηματικά μαζί του το ζήτημα και να
καλλιεργούν ένα κλίμα εμπιστοσύνης, ασφάλειας και άνευ όρων αποδοχής, ώστε να
νιώθει ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς φόβο ή ντροπή, είτε ως θύμα είτε ως μάρτυρας
είτε ακόμη και ως θύτης. Παράλληλα, χρειάζεται να παρατηρούν με ευαισθησία τις
αλλαγές στη συμπεριφορά του, να αναγνωρίζουν σημάδια ψυχικής δυσφορίας και να
παρεμβαίνουν με ψυχραιμία, σταθερότητα και ενσυναίσθηση. Αν το παιδί ασκεί
εκφοβισμό, οι γονείς οφείλουν να θέτουν σαφή όρια και συνέπειες, αλλά
ταυτόχρονα να του δίνουν ευκαιρίες επανόρθωσης, να το ενθαρρύνουν να ζητήσει
συγγνώμη και να καλλιεργήσει πιο υγιείς μορφές κοινωνικής συναναστροφής. Τέλος,
η αυτοκριτική των γονέων είναι απαραίτητη, καθώς το παιδί συχνά αναπαράγει
πρότυπα που βιώνει στο σπίτι· επομένως, η οικογένεια πρέπει να λειτουργεί ως
ζωντανό παράδειγμα σεβασμού, διαλόγου και αποδοχής, ενώ παράλληλα να
συνεργάζεται στενά με το σχολείο για την αποτελεσματικότερη διαχείριση του
προβλήματος.
Επιπλέον, το σχολείομπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην εξάλειψη του σχολικού εκφοβισμού, εφόσον
λειτουργεί ως μια δημοκρατική κοινότητα που προάγει τη συλλογικότητα, τη
συνεργασία, τον αλληλοσεβασμό και την κοινωνική ευαισθησία. Ένα σχολικό
περιβάλλον που στηρίζεται στην ισότητα, στην αποδοχή της διαφορετικότητας και
στην ειρηνική συνύπαρξη αποδυναμώνει τις συνθήκες μέσα στις οποίες
αναπτύσσονται η βία, η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και κάθε μορφή επιβολής. Για τον
λόγο αυτό, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται ξεκάθαροι κανόνες κατά του bullying
από την αρχή της σχολικής χρονιάς, με συνέπειες που ισχύουν για όλους
ανεξαιρέτως και με μηδενική ανοχή απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές. Παράλληλα,
το σχολείο οφείλει να οργανώνει προσεκτικά σχεδιασμένες παρεμβάσεις πρόληψης
και αντιμετώπισης, να ενισχύει τις κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες
των μαθητών, να προωθεί τις σχέσεις φιλίας, τη συμμετοχική μάθηση και τις
συνεργατικές δραστηριότητες, ώστε τα παιδιά να μάθουν να επικοινωνούν, να
επιλύουν ειρηνικά τις συγκρούσεις και να απορρίπτουν τον αποκλεισμό. Επιπλέον,
η ύπαρξη σαφούς εκπαιδευτικής πολιτικής, η επιμόρφωση του προσωπικού και η
ανταλλαγή καλών πρακτικών είναι βασικές προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας
θετικής σχολικής ατμόσφαιρας, μέσα στην οποία κανένα παιδί δεν θα αισθάνεται
απροστάτευτο ή αόρατο.
Ο εκπαιδευτικός
διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην πρόληψη και την αντιμετώπιση του σχολικού
εκφοβισμού, καθώς είναι το πρόσωπο που βρίσκεται καθημερινά δίπλα στους μαθητές
και επηρεάζει ουσιαστικά την κοινωνική και συναισθηματική τους ανάπτυξη. Ο
ρόλος του δεν περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων, αλλά επεκτείνεται στη
διαμόρφωση ενός ασφαλούς, υποστηρικτικού και συμπεριληπτικού κλίματος μέσα στην
τάξη, όπου κάθε παιδί νιώθει αποδεκτό και σεβαστό. Οφείλει να καλλιεργεί
σχέσεις εμπιστοσύνης με τους μαθητές, να ενθαρρύνει τη συνεργασία, να αποτρέπει
τον κοινωνικό αποκλεισμό και να διδάσκει έμπρακτα την ενσυναίσθηση, τον
αυτοέλεγχο και τη σωστή διαχείριση του θυμού. Όταν προκύπτουν περιστατικά
εκφοβισμού, χρειάζεται να παρεμβαίνει άμεσα, με διακριτικότητα αλλά και
αποφασιστικότητα, όχι μόνο επιβάλλοντας παιδαγωγικές συνέπειες, αλλά και
βοηθώντας τον θύτη να κατανοήσει τη σοβαρότητα της πράξης του και τα αίτια της
συμπεριφοράς του. Παράλληλα, οφείλει να ενημερώνει τους γονείς χωρίς επικριτική
διάθεση και να επιδιώκει κοινή γραμμή δράσης με την οικογένεια, ώστε η
αντιμετώπιση να είναι σταθερή και αποτελεσματική. Τέλος, η κατάλληλη επιμόρφωση
των εκπαιδευτικών και η συνεργασία τους με ψυχολόγους, κοινωνικές υπηρεσίες και
άλλους υποστηρικτικούς φορείς ενισχύουν σημαντικά την ικανότητα του σχολείου να
προλαμβάνει και να διαχειρίζεται με πληρότητα το φαινόμενο του εκφοβισμού.
Επίλογος
Ο σχολικός εκφοβισμός δεν είναι ένα
μεμονωμένο περιστατικό ούτε ένα «στάδιο» που απλώς περνά. Είναι ένα φαινόμενο
που αφήνει αποτύπωμα στους μαθητές, στο κλίμα της τάξης και στην ίδια την ιδέα
του σχολείου ως χώρου ασφάλειας. Από την ανάλυση των μορφών του - λεκτικών,
σωματικών, κοινωνικών και διαδικτυακών - φαίνεται ότι δεν αρκεί να
αναγνωρίζουμε το πρόβλημα∙ χρειάζεται συνέπεια στη στάση μας απέναντί του και
κοινή ευθύνη. Κανένα παιδί δεν πρέπει να συνηθίζει τον φόβο ως «κανονικότητα»,
ούτε να μαθαίνει ότι η σιωπή είναι η μόνη άμυνα. Το σχολείο, η οικογένεια και
οι ίδιοι οι μαθητές μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά όταν υπάρχουν
ξεκάθαροι κανόνες, εμπιστοσύνη, έγκαιρη παρέμβαση και ουσιαστική επικοινωνία.
Ιδιαίτερα σήμερα, που το διαδίκτυο μπορεί να παρατείνει και να πολλαπλασιάσει
την πίεση, η ενσυναίσθηση, η υπευθυνότητα και ο σεβασμός γίνονται ακόμη πιο
απαραίτητα. Τελικά, η αντιμετώπιση του εκφοβισμού δεν είναι μόνο θέμα
πειθαρχίας· είναι θέμα παιδείας. Είναι η επιλογή να χτίζουμε ένα σχολείο όπου η
δύναμη δεν μετριέται με την επιβολή, αλλά με τον χαρακτήρα, τη συνεργασία και
την αξιοπρέπεια.
Εισαγωγή: Ο Αριστοτέλης δηλώνει με τον όρο τέλος τον λόγο μιας σειράς ενεργειών ή την ολοκληρωμένη μορφή προς την πραγμάτωση της οποίας τείνει ένα ον. Έτσι, το τέλος λειτουργεί ως πρωθύστερο αίτιο και αρχή· δεν είναι αποτελείωμα αλλά τελείωση, η ορθή ολοκλήρωση μιας συγκεκριμένης διαδικασίας. Γι’ αυτό και το πραγματικό τέλος ενός όντος είναι να κατακτήσει το κορυφαίο για το ίδιο αγαθό και να ολοκληρώσει τη φύση του. Το πραγματικό τέλος μιας κοινωνίας είναι να εξασφαλίσει στα μέλη της την ευτυχία. Αυτό το πετυχαίνει η ανώτατη μορφή κοινωνίας, η πόλις.
Αφού βλέπουμε ότι κάθε πόλη είναι μια μορφή κοινωνίας και ότι κάθε κοινωνία έχει συσταθεί για την επίτευξη κάποιου αγαθού (διότι όλοι οι άνθρωποι πράττουν τα πάντα γι’ αυτό που τους φαίνεται αγαθό), είναι φανερό ότι όλες βέβαια οι κοινωνίες στοχεύουν σε κάποιο αγαθό, κατεξοχήν όμως στοχεύει στο κυριότερο από όλα τα αγαθά η κυριότερη όλων, αυτή που περικλείει μέσα της όλες τις άλλες. Αυτή είναι η ονομαζόμενη πόλη και κοινωνία πολιτική. [...] Η κοινωνία που αποτελείται από περισσότερες κώμες είναι ολοκληρωμένη πόλη, αφού έχει ήδη κατακτήσει την απόλυτη αυτάρκεια ¯για να ορίσουμε την ολοκληρωμένη πόλη με ένα μόνο λόγο . Δημιουργήθηκε για να διασφαλίσει τη ζωή, υπάρχει όμως πια για την καλή ζωή. Αυτός είναι και ο λόγος που όλες οι πόλεις είναι φυσικά δημιουργήματα, αφού ακριβώς και οι πρώτες κοινωνίες είναι φυσικά δημιουργήματα. Διότι η πόλη είναι η απώτατη ολοκλήρωση εκείνων, και η φύση είναι απώτατη ολοκλήρωση.
(Μετάφραση Β. Μπετσάκος)
Μετάφραση 2:
Επειδή βλέπουμε ότι κάθε πόλη αποτελεί μια μορφή κοινωνίας και ότι κάθε κοινωνία έχει συσταθεί αποσκοπώντας σε κάποιο αγαθό (διότι όλοι οι άνθρωποι ό,τι κάνουν το κάνουν για να κα τακτήσουν αυτό που τους φαίνεται αγαθό), είναι φανερό ότι όλες οι κοινωνίες αποσκοπούν βε βαίως σε κάποιο αγαθό, η κοινωνία όμως που είναι η πιο σημαντική απ’ όλες και που εμπεριέχει όλες τις άλλες είναι αυτή που κατεξοχήν επιδιώκει το αγαθό, και μάλιστα το πιο σημαντικό. Και αυτή είναι η καλούμενη πόλη και πολιτική κοινωνία. [...] Η πόλη δεν είναι λοιπόν τίποτε άλλο παρά η τέλεια κοινωνία που αποτελείται από περισσότερες κώμες και διαθέτει, μπορούμε να πούμε, τη μέγιστη δυνατή αυτάρκεια . Συγκροτήθηκε βεβαίως για την εξασφάλιση των αναγκαίων για τη ζωή προϋποθέσεων, όμως υπάρχει χάριν της ευδαιμονίας. Γι’ αυτό κάθε πόλη είναι μια φυσική πραγματικότητα, εφόσον αυτό ισχύει και για τις πρώτες μορφές κοινωνίας (ενν. την οικία και την κώμη). Διότι αυτή συνιστά γι’ αυτές τον σκοπό τους και η φύση είναι σκοπός.
(Μετάφραση Δ. Παπαδής)
Ερμηνευτικά Σχόλια:
πόλις: είναι η τελειότερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης. Περιλαμβάνει ατελέστερα κοινωνικά μορφώματα, όπως η οικογένεια, η φυλετική συγγένεια και σχέση, το χωριό, μια συντεχνία κ.ά. Η πόλις δεν είναι απλώς μια ανταλλακτική κοινωνία που διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της, αλλά εκείνη η οργανωμένη και αρθρωμένη κοινωνία που διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη όλων των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Ύψιστος σκοπός της ύπαρξής της είναι το κοινό αγαθό, η συλλογική και ατομική ευτυχία των μελών της.
ἀγαθόν: Το ἀγαθὸν για τον Αριστοτέλη δεν είναι ένα και μοναδικό· είναι κατά περίπτωση διαφορετικό. Άλλες ανάγκες έχει ένας υγιής άνθρωπος και άλλες ένας ασθενής· μια τροφή μπορεί να είναι καλή για ένα ζώο και βλαβερή για ένα άλλο. Επίσης, η έννοια του ἀγαθοῦ είναι πολυσήμαντη· αγαθό μπορεί είναι κάτι σύμφωνο με την αρετή αλλά και κάτι ωφέλιμο ή ευχάριστο. Το ἀγαθόν, ακόμη, μπορεί να είναι όντως αγαθό ή απλώς να εκλαμβάνεται ως τέτοιο. Οπωσδήποτε, το αριστοτελικό ἀγαθὸν δεν είναι μια καθολική και χωριστή από τον κόσμο ουσία, όπως φαίνεται να πίστευε ο Πλάτων. Το ἀγαθόν, σε όλες τις εκδοχές του, αποτελεί για τον άνθρωπο και την κοινωνία άμεσο ή απώτερο στόχο. Το τονίζει ο φιλόσοφος στις πρώτες του φράσεις στα Ἠθικὰ Νικομάχεια 1094a13: Πᾶσα τέχνη καὶ πᾶσα μέθοδος, ὁμοίως δὲ πρᾶξίς τε καὶ προαίρεσις, ἀγαθοῦ τινὸς ἐφίεσθαι δοκεῖ· διὸ καλῶς ἀπεφήναντο τἀγαθόν, οὗ πάντ’ ἐφίεται [: Κάθε τεχνική δεξιότητα και κάθε γνωστική δραστηριότητα, παρόμοια και κάθε πράξη και κάθε διαδικασία επιλογής και προτίμησης έχει για στόχο της –κατά την παραδοχή όλων– κάποιο αγαθό. Σωστά, επομένως, είπαν για το αγαθό πως είναι αυτό που αποτελεί τον στόχο όλων των πραγμάτων].
κώμη: μια μικρή κοινότητα ανθρώπων, π.χ. ένα χωριό. Η οἰκία και η κώμη αποτελούν ατελείς μορφές ανθρώπινης κοινωνίας, γιατί δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στα μέλη τους την πληρότητα των σχέσεων και την ολοκλήρωση της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου. Η οἰκία περιλαμβάνει, κατά τον Αριστοτέλη, μόνο τη συζυγική σχέση άνδραγυναίκας, τη σχέση πατέρατέκνων και τη σχέση δεσπότη δούλου. Η κώμη διευρύνει αυτόν τον κύκλο ικανοποιώντας κάποιες περαιτέρω ανάγκες, πρωταρχικά οικονομικές. Έτσι, οἰκία και κώμη διασφαλίζουν τη ζωή (ζῆν), δεν μπορούν όμως να παράσχουν την καλή ζωή (εὖ ζῆν), την αυτάρκεια δηλαδή και την ευτυχία. Αυτό, όπως είδαμε, είναι έργο της πόλεως.
εὖ ζῆν: Απαραίτητες προϋποθέσεις της καλής κοινωνικής ζωής ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1325b13 κ.ε.) απαριθμεί τις εξής: α) επάρκεια τροφής, β) ποικιλία τεχνών και τεχνιτών, γ) επαρκής οπλισμός, δ) οικονομική ευπορία, ε) θρησκευτικοί θεσμοί, στ) θεσμοί δικαιοσύνης. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό της πόλης θεωρείται από τον φιλόσοφο και το πιο σημαντικό.
αὐτάρκεια: Η αυτάρκεια αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της πόλεως και πρωταρχική επιδίωξή της. Με αυτήν δηλώνεται η επάρκεια των αγαθών που είναι απαραίτητα για την απόκτηση και διατήρηση της συλλογικής ευτυχίας (εὐδαιμονίας). Πρόκειται για αγαθά εξωτερικά (υλικά), σωματικά και ψυχικά. Η αυτάρκεια μιας πόλης εξαρτάται α) από τη γεωγραφική της θέση, ώστε να εξασφαλίζονται υλικά αγαθά, β) από το έμψυχο, ανθρώπινο δυναμικό που διασφαλίζει την άμυνα της πόληςκράτους και γ) από το σύστημα χρηστής διοίκησης και απονομής δικαιοσύνης, που εγγυάται την εσωτερική συνοχή της πόλης.
πᾶσα πόλις φύσει ἔστιν: Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, τόσο η κοινωνικότητα του ανθρώπου όσο και η σύσταση της πόλεως ανάγονται στη φύση, είναι φυσικά φαινόμενα. Δεν αποκλείεται η συγκεκριμένη διδασκαλία του φιλοσόφου να αποτελεί απάντηση σε ορισμένους σοφιστές που υποστήριζαν ότι οι πολιτικοί θεσμοί και οι νόμοι αποτελούν προϊόντα ανθρώπινα, κοινωνικές συμβάσεις που έρχονται σε σύγκρουση με τις φυσικές διεργασίες.
Στο ερώτημα πώς ορίζεται η μετρημένη στάση, με ποιο κριτήριο θα αποφασίσει ο άνθρωπος τα όρια του ηθικού μέτρου και του δέοντος, ο Αριστοτέλης απάντησε ότι δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος. Η μεσότητα είναι προσωπική υπόθεση· άλλη είναι η μεσότητα ανδρεία για εκείνον που εκ χαρακτήρος τείνει προς την έλλειψη δειλία και άλλη για εκείνον που τείνει προς την υπερβολή θράσος. Το υποκειμενικό μέσο δεν ισαπέχει από τα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, οπότε η εύρεσή του παραμένει ζητούμενο σε κάθε περίσταση· ζητούμενο που απαιτεί σταθερή προσήλωση και διανοητική εγρήγορση. Η αρετή, λοιπόν, ταυτίζεται με τη μεσότητα, αλλά δεν πρέπει την εκλάβουμε ως κάτι ουδέτερο και μετριοπαθές, χλιαρό και άχρωμο. Μπορεί να πραγματώνει το μέτρο ανάμεσα στα άκρα της υπερβολής και έλλειψης, αλλά ως στάση ζωής η αρετή είναι ἀκρότης, δυσεπίτευκτη κορύφωση ενός αγώνα που κρατάει ολόκληρη ζωή.
Παραδείγματος χάριν μπορεί κανείς να φοβηθεί ή να δείξει θάρρος, να επιθυμήσει, να οργισθεί ή να σπλαχνισθεί, γενικά να νιώσει ευχαρίστηση ή δυσαρέσκεια, και σε μεγαλύτερο και σε μικρότερο βαθμό, και ούτε το ένα ούτε το άλλο από τα δύο αυτά είναι καλό . Να τα αισθανθεί όμως όλα αυτά τη στιγμή που πρέπει, εν σχέσει με τα πράγματα που πρέπει, εν σχέσει με τους ανθρώπους που πρέπει, για τον λόγο που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, αυτό είναι, κατά κάποιον τρόπο, το μέσον και το άριστο ¯αυτό το δεύτερο έχει, βέβαια, άμεση σχέση με την αρετή. Όμοια και στις πράξεις υπάρχει υπερβολή, έλλειψη και το μέσον ¯η αρετή αναφέρεται στα πάθη και στις πράξεις: σ’ αυτά η υπερβολή αποτελεί λάθος και ψέγεται, το ίδιο και η έλλειψη, ενώ το μέσον επαινείται και είναι το ορθό . Φυσικά, τα δύο αυτά, ο έπαινος και η επιτυχία του ορθού, πάνε μαζί μαζί με την αρετή. Ένα είδος μεσότητας είναι λοιπόν η αρετή, έτσι που έχει για στόχο της το μέσον. [...] Η αρετή λοιπόν είναι μια έξη, που α) επιλέγεται ελεύθερα από το άτομο, β) βρίσκεται στο μέσον, στο μέσον όμως το «σε σχέση προς εμάς» . το μέσον αυτό καθορίζεται από τη λογική ¯πιο συγκεκριμένα, από τη λογική, πιστεύω, που καθορίζει ο φρόνιμος άνθρωπος . Είναι μεσότητα μεταξύ δύο κακιών, που η μία βρίσκεται από την πλευρά της υπερβολής και η άλλη από την πλευρά της έλλειψης . Και ακόμη με το νόημα ότι ορισμένες κακίες αποτελούν έλλειψη και άλλες πάλι υπερβολή σε σχέση με αυτό που πρέπει, είτε στα πάθη είτε στις πράξεις, ενώ η αρετή και βρίσκει και επιλέγει το μέσον.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Μετάφραση 2:
Λόγου χάριν τα συναισθήματα του φόβου, του θάρρους, του πόθου, της οργής, του οίκτου και εν γένει τα της ηδονής και της οδύνης, δυνατόν να μας θίγουν ή υπερβαλλόντως πολύ ή πάρα πολύ ολίγον, δηλαδή και εις τας δύο περιπτώσεις κακώς. Αλλ’ εάν δοκιμάσομεν τα συναισθήματα ταύτα εις μίαν κατάλληλον στιγμήν, δι’ ικανοποιητικούς λόγους, έναντι προσώπων, τα οποία τους αξίζουν και δι’ αξιοπρεπείς σκοπούς, θα μείνομεν εις μίαν αρίστην μεσότητα, εις το σημείον δε τούτο έγκειται η κυριοτέρα ιδιότης της αρετής. Κατά τον τρόπον τούτον ευρίσκομεν εις τας πράξεις υπερβολήν, έλλειψιν ή μεσότητα. Τοιουτοτρόπως λοιπόν η αρετή σχετίζεται προς τα πάθη και τας πράξεις. Είναι δε ως προς την αρετήν, η μεν υπερβολή ελάττωμα, η δε έλλειψις κατακρίνεται. Τουναντίον η μεσότης επαινείται και η έκβασίς της είναι διπλούν αποτέλεσμα, ίδιον της αρετής. Άρα η μεσότης τυγχάνει είδος τι αρετής, δεδομένου ότι ο υπό της αρετής επιδιωκόμενος σκοπός έγκειται εις την μεσότητα. [...] Όθεν η αρετή είναι έξις, αποκτωμένη διά της βουλήσεως . Έξις υφισταμένη ως προς ημάς κατά το μέτρον, το καθοριζόμενον υπό του λόγου, συμφώνως προς την συμπεριφοράν ενός φρονίμου ανθρώπου. Ευρίσκεται εις το μέσον μεταξύ δύο κακών ακροτήτων, εκ των οποίων η μία είναι η υπερβολή και η άλλη η έλλειψις. Ωσαύτως, ενώ εις τα πάθη και τας πράξεις, η κακία εμφιλοχωρεί εις το να ευρίσκεται κανείς άλλοτε μεν εντεύθεν, άλλοτε δε εκείθεν του πρέποντος, η αρετή ευρίσκει και υιοθετεί ορθόν τι μέτρον.
(μετάφραση Π. Λεκατσάς)
Ερμηνευτικά Σχόλια:
φοβηθῆναι, θαρρῆσαι, …, λυπηθῆναι: Ο Αριστοτέλης προτιμά εδώ να αναφερθεί στα πάθη μέσω απαρεμφάτων. Θέλει να τονίσει ότι στην περίπτωση της ηθικής δεν έχει τόσο σημασία το συναίσθημα που αναπτύσσει ο άνθρωπος στην ψυχή του, αλλά η έμπρακτη εκδήλωσή του. Η αρετή και η κακία κρίνονται πάντα στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.
ψόγος–ἔπαινος: Ο ἔπαινος και ο ψόγος [: επίκριση, αποδοκιμασία], που αποδίδονται από την κοινωνία στα μέλη της, αποτελούν το χαρακτηριστικότερο δείγμα του πολιτικού χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής. Οι καθιερωμένες αξίες της κοινωνίας αποτελούν ένα αντικειμενικό δεδομένο για τον εκάστοτε πολίτη. Εξισορροπείται έτσι ο προσωπικός υποκειμενικός χαρακτήρας της ηθικής.
προαίρεσις: Η λέξη προαίρεσις [: έλλογη προτίμηση] δεν δηλώνει μια άλογη και αδικαιολόγητη επιθυμία. Είναι δομικά συνδεμένη με τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου, τη σκέψη και την κρίση του. Αποτελεί επιλογή ανάμεσα στο καλό και το κακό και επιδίωξη του ενός ή του άλλου. Στο πλαίσιο της ηθικής διδασκαλίας του Αριστοτέλη ανατίθεται καθοριστικός ρόλος στην προαίρεση. Ο λόγος είναι ότι αποτελεί ελεύθερη και συνειδητή επιλογή του ενός ή του άλλου τρόπου ζωής, επιλογή που οδηγεί σε συγκεκριμένες αποφάσεις σε κάθε μία επιμέρους περίπτωση. Δίκαιος δεν είναι αυτός που τυχαίνει να κάνει κάποιες δίκαιες πράξεις, αλλά αυτός που συνειδητά επέλεξε τη δικαιοσύνη ως στάση ζωής και ακολουθεί στις επιμέρους επιλογές του την αντίστοιχη σταθερή πορεία. Για την προαίρεση στους Στωικούς, βλ. την 20ή Διδακτική Ενότητα (Κείμενο Αναφοράς 1).
μεσότης: Όπως είδαμε, ο άνθρωπος διαμορφώνει στο πεδίο της ηθικής ορισμένες ἕξεις, παγιωμένα γνωρίσματα του χαρακτήρα και της συμπεριφοράς του. Άλλες από αυτές αποτελούν υπερβολές και ελλείψεις, δηλαδή κακίες, και άλλες μεσότητες, δηλαδή αρετές. Στον ορισμό της αρετής ο Σταγειρίτης επισημαίνει ότι αρετή δεν αποτελεί μια αντικειμενική και υποχρεωτική για όλους εκδοχή της μεσότητας αλλά είναι η υποκειμενική και προσωπική αντίληψή της. Αυτή καθορίζεται από τον ορθό λόγο, όπως αυτός εκφράζεται από τον φρόνιμον πολίτη.
φρόνιμος: Ο άνθρωπος που διαθέτει φρόνηση αποτελεί συμβολικό ή και ένσαρκο ηθικό πρότυπο μέσα στην κοινωνία και με τις τεκμηριωμένες επιλογές του γίνεται ο γνώμονας (κανών) της ηθικής πολιτικής αρετής: Ἔτι δὲ τίς ἡμῖν κανὼν ἢ τίς ὅρος ἀκριβέστερος τῶν ἀγαθῶν πλὴν ὁ φρόνιμος; ὅσα γὰρ ἂν οὗτος ἕλοιτο κατὰ τὴν ἐπιστήμην αἱρούμενος, ταῦτ’ ἐστὶν ἀγαθὰ καὶ κακὰ δὲ τὰ ἐναντία τούτοις [: Κι άλλωστε ποιο κριτήριο θα ήταν πιο έγκυρο ή ποιος θα ήταν καλύτερος οδηγός μας για τα αγαθά από τον φρόνιμο, που όσα εκείνος θα όριζε, κρίνοντας με βάση την τέλεια γνώση του αγαθού, αυτά θα ήταν αγαθά, όπως τα αντίθετά τους φαύλα – Προτρεπτικός, 39.13, μετάφραση Λ. Μπενάκης]. Το κοινωνικό πρότυπο του φρονίμου είναι επίσης ένα σχετικά αντικειμενικό δεδομένο που μετριάζει τον προσωπικό υποκειμενικό χαρακτήρα της αριστοτελικής ηθικής.
Το πεδίο των ἕξεων και της ηθικής είναι οι πράξεις και τα πάθη των ανθρώπων μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Τα πάθη (η επιθυμία, η οργή, ο φόβος, το θάρρος, ο φθόνος, η χαρά, ο πόθος, το μίσος κ.ά.) είναι φυσιολογικά βιώματα της ψυχής, δεδομένα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Από μόνα τους τα περισσότερα πάθη δεν επιδέχονται ηθικούς προσδιορισμούς, δεν είναι εξαρχής ούτε καλά ούτε κακά. Συνεπώς, η αρετή δεν είναι ένα πάθος. Είναι, όμως, μια παγιωμένη στάση του ανθρώπου απέναντι στα πάθη: η αποφυγή της υπερβολής και της έλλειψης και η αναζήτηση του μέτρου στη βίωση των παθών. Πώς, όμως, ορίζεται αυτό το μέτρο;
Διαιρώντας κάτι που έχει για γνωρίσματά του τη συνέχεια και τη διαιρετότητα μπορούμε να έχουμε ή δύο άνισα μεταξύ τους μέρη (ένα μικρότερο και ένα μεγαλύτερο) ή δύο ίσα μέρη, και αυτό είτε σε σχέση προς το ίδιο το πράγμα είτε σε σχέση προς εμάς. Ίσο θα πει: κάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην υπερβολή και την έλλειψη. Όταν λέω «μέσον σε σχέση προς το πράγμα», εννοώ «αυτό που απέχει εξίσου από καθένα από τα δύο άκρα» . αυτό, φυσικά, είναι ένα, και το ίδιο για όλους . όταν, πάλι, λέω «μέσον σε σχέση προς εμάς», εννοώ «αυτό που δεν είναι ούτε πάρα πολύ ούτε πολύ λίγο», κάτι που, βέβαια, δεν είναι ούτε ένα ούτε το ίδιο για όλους. Παράδειγμα: Αν τα δέκα είναι πολλά και τα δύο λίγα, μέσον σε σχέση προς το πράγμα λέμε πως είναι το έξι, αφού αυτό υπερέχει και υπερέχεται κατά τον ίδιο αριθμό μονάδων. Αυτό βέβαια είναι το μέσον όπως το διδάσκει η αριθμητική. Το μέσον όμως το σε σχέση προς εμάς δεν θα το ορίσουμε έτσι . Γιατί αν για ένα άτομο είναι πολύ το να φάει δέκα «μερίδες» και λίγο το να φάει δύο, δεν θα πει πως ο προπονητής θα ορίσει έξι «μερίδες», γιατί και αυτή η ποσότητα μπορεί να είναι πολλή γι’ αυτόν που θα τη φάει ή λίγη: λίγη για έναν Μίλωνα, πολλή για τον αρχάριο στη γύμναση. Το ίδιο ισχύει και στο τρέξιμο ή την πάλη. Συμπέρασμα: Ο ειδήμονας αποφεύγει την υπερβολή ή την έλλειψη και ψάχνει να βρει το μέσον. Αυτό είναι η τελική του προτίμηση ¯φυσικά όχι το μέσον το σε σχέση προς το πράγμα, αλλά το σε σχέση προς εμάς.
(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)
Ερμηνευτικά Σχόλια:
συνεχὲς καὶ διαιρετόν: Ο Αριστοτέλης ορίζει το συνεχές ως αυτό που επιδέχεται διαίρεση επ’ άπειρον (Περὶ οὐρανοῦ 268a67). Η έννοια του συνεχούς αποτελεί κεντρικό θέμα της αριστοτελικής φυσικής. Στα συνεχή ανήκουν τόσο η κίνηση όσο και τα συνακόλουθά της, ο χώρος και ο χρόνος. Με σύγχρονη ορολογία θα λέγαμε ότι το συνεχές αποτελεί ένα πεδίο. Στην περίπτωση της ηθικής (και στο κείμενό μας) το συνεχές πεδίο είναι ένα πάθος. Η οργή και ο φόβος, π.χ., επιδέχονται διαβαθμίσεις ως προς την έντασή τους ή ως προς τη διάρκειά τους. Οι επιλογές που θα κάνει ο άνθρωπος στο πεδίο της οργής ή του φόβου τον χαρακτηρίζουν ηθικά.
κατὰ (αὐτό) τὸ πρᾶγμα–πρὸς ἡμᾶς: Με το συγκεκριμένο αντιθετικό δίπολο ο Αριστοτέλης εκφράζει τη διάκριση που κάνουμε σήμερα ανάμεσα στο αντικειμενικό και το υποκειμενικό (ακριβέστερα: ανάμεσα σε ένα δεδομένο υποχρεωτικό για όλους και την προσωπική επιλογή). Στο πεδίο της ηθικής, τονίζει ο φιλόσοφος, πολύ πιο σπουδαία είναι η προσωπική επιλογή που κατευθύνεται από τη γνώση και τη λογική: ἐν πᾶσι δὲ τὸ μέσον τὸ πρὸς ἡμᾶς βέλτιστον· τοῦτο γάρ ἐστιν ὡς ἡ ἐπιστήμη κελεύει καὶ ὁ λόγος (Ἠθικὰ Εὐδήμια 1220b2728).
ὑπερβολή, ἔλλειψις, μέσον: Ας θυμηθούμε καταρχάς το αρχαιοελληνικό γνωμικό: μέτρον ἄριστον. Ο Αριστοτέλης το αποδέχεται και τονίζει: Στο πεδίο των παθών και των πράξεων ο άνθρωπος κάνει επιλογές· μπορεί να ξεπεράσει το μέσον μέτρο (ὑπερβολή) ή να υστερήσει ως προς αυτό (ἔλλειψις). Για παράδειγμα, υπερβολή, έλλειψη και εύρεση του μέτρου μπορεί να υπάρξει στη διατροφή, την άσκηση, την εκδήλωση οργής, τη δαπάνη χρημάτων κ.ά. Στόχος του ενάρετου είναι σε κάθε περίπτωση το μέτρο, η επίτευξη της μεσότητος.