Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

Ενότητα 12η - Διδαγμένο

 ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΥΛΙΚΟΥ - Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 12η

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Ἠθικὰ Νικομάχεια Β1, 1-4, 1103a14 - b2

Η ηθική αρετή 

Εισαγωγή:
Η ψυχή για τον Αριστοτέλη είναι άρρηκτα δεμένη με το σώμα και περιλαμβάνει ακόμη και δυνατότητες και λειτουργίες που σήμερα θα θεωρούνταν αποκλειστικά σωματικές. Η ανθρώπινη ψυχή είναι η ζωτική ενέργεια μέσα στον άνθρωπο. Ο φιλόσοφος διακρίνει καταρχάς δύο τμήματα σ’ αυτήν: το λογικό (περιλαμβάνει νοητικές λειτουργίες, όπως η γνώση, η κρίση, η φαντασία κ.ά.) και το άλογο (περιλαμβάνει βιολογικές λειτουργίες και επιθυμίες, όπως η επιθυμία για τροφή, η αναπαραγωγική λειτουργία, καθώς και συναισθήματα, ορμές, τάσεις, διαθέσεις κ.λπ.). Στον βαθμό που ορισμένες λειτουργίες του αλόγου μέρους μπορούν να ελέγχονται από το λογικό, τα δύο τμήματα τέμνονται, και οριοθετείται ένα τρίτο μέρος, το ἄλογον πλὴν μετέχον λόγου. Το λογικό μέρος της ψυχής έχει τις δικές του αρετές, τις διανοητικές, ενώ το μετέχον λόγου τις ηθικές.

Κείμενο:

Διττῆς δὴ τῆς ἀρετῆς οὔσης, τῆς μὲν διανοητικῆς τῆς δὲ ἠθικῆς, ἡ μὲν διανοητικὴ τὸ πλεῖον ἐκ διδασκαλίας ἔχει καὶ τὴν γένεσιν καὶ τὴν αὔξησιν, διόπερ ἐμπειρίας δεῖται καὶ χρόνου, ἡ δ’ ἠθικὴ ἐξ ἔθους περιγίνεται, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔσχηκε μικρὸν παρεκκλῖνον ἀπὸ τοῦ ἔθους. Ἐξ οὗ καὶ δῆλον ὅτι οὐδεμία τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν φύσει ἡμῖν ἐγγίνεται· οὐθὲν γὰρ τῶν φύσει ὄντων ἄλλως ἐθίζεται, οἷον ὁ λίθος φύσει κάτω φερόμενος οὐκ ἂν ἐθισθείη ἄνω φέρεσθαι, οὐδ’ ἂν μυριάκις αὐτὸν ἐθίζῃ τις ἄνω ῥιπτῶν, οὐδὲ τὸ πῦρ κάτω, οὐδ’ ἄλλο οὐ δὲν τῶν ἄλλως πεφυκότων ἄλλως ἂν ἐθισθείη. Οὔτ’ ἄρα φύσει οὔτε παρὰ φύσιν ἐγγίνονται αἱ ἀρεταί, ἀλλὰ πεφυκόσι μὲν ἡμῖν δέξασθαι αὐτάς, τελειουμένοις δὲ διὰ τοῦ ἔθους. Ἔτι ὅσα μὲν φύσει ἡμῖν παραγίνεται, τὰς δυ νάμεις τούτων πρότερον κομιζόμεθα, ὕστερον δὲ τὰς ἐνεργείας ἀποδίδομεν (ὅπερ ἐπὶ τῶν αἰσθήσεων δῆλον· οὐ γὰρ ἐκ τοῦ πολλάκις ἰδεῖν ἢ πολλάκις ἀκοῦσαι τὰς αἰσθήσεις ἐλάβομεν, ἀλλ’ ἀνάπαλιν ἔχοντες ἐχρησάμεθα, οὐ χρησάμενοι ἔσχομεν)· τὰς δ’ ἀρετὰς λαμβάνομεν ἐνεργήσαντες πρότερον, ὥσπερ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων τεχνῶν· ἃ γὰρ δεῖ μαθόντας ποιεῖν, ταῦτα ποιοῦντες μανθάνομεν, οἷον οἰκοδομοῦντες οἰκοδό μοι γίνονται καὶ κιθαρίζοντες κιθαρισταί· οὕτω δὴ καὶ τὰ μὲν δίκαια πράττοντες δί καιοι γινόμεθα, τὰ δὲ σώφρονα σώφρονες, τὰ δ’ ἀνδρεῖα ἀνδρεῖοι.

Μετάφραση:

Δύο είναι, όπως είδαμε, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική. Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της κατά κύριο λόγο στη διδασκαλία (γι' αυτό και εκείνο που χρειάζεται γι’ αυτήν είναι η πείρα και ο χρόνος), ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος). Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ φύσεως. Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από τη φύση να πηγαίνει προς τα κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και ξαναπετώντας την προς τα πάνω. Ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα κάτω. Γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να συμπερι φέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα μας εκ φύσεως ¯ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή τους μέσα μας: η φύση μάς έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι όμως σ’ αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους. Επίσης: Για καθετί που το έχουμε από τη φύση, πρώτα έχουμε τη δυνατότητά του να ενεργήσει . στην ενέργεια την ίδια φτάνουμε ύστερα (το πράγμα γίνεται φανερό στις αισθήσεις μας . πραγματικά, τις αισθήσεις της όρασης ή της ακοής δεν τις αποκτήσαμε έχοντας δει ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, αλλά αντίθετα: έχοντάς τες τις χρησιμοποιήσαμε . Δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση) . Τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη ¯όπως ακριβώς γίνεται και στις άλλες τέχνες . Τα πράγματα δηλαδή που πρέπει πρώτα να τα μάθουμε προτού αρχίσουμε να τα κάνουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα . π.χ. οικοδόμοι γίνονται χτί ζοντας σπίτια, κιθαριστές παίζοντας κιθάρα . Με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις. 

(μετάφραση Δ. Λυπουρλής)


Ερμηνευτικά Σχόλια:

διανοητικαὶ ἀρεταί: οι λειτουργίες και ικανότητες της διανοίας, του ανθρώπινου μυαλού. Αποβλέπουν στην αλήθεια. Παραδείγματα διανοητικών αρετών που αναφέρει ο Αριστοτέλης: σοφία, σύνεσις, φρόνησις. Η σοφία δηλώνει την απόκτηση ολοκληρωμένης γνώσης επιστημονικής ή τεχνικής. Η σύνεσις είναι η κριτική δύναμη, η δυνατότητα αξιολόγησης, αποτίμησης, σύγκρισης. Η φρόνησις είναι η ικανότητα λήψης αποφάσεων σε ζητήματα της καθημερινής ζωής και επιλογής της μίας ή της άλλης πράξης. Κυρίως με τη φρόνηση το λογικό μέρος της ψυχής καθοδηγεί το μετέχον λόγου μέρος της, δηλαδή τις επιθυμίες, τις ορμές και τον τρόπο εκδήλωσης των συναισθημάτων. 

ἠθικαὶ ἀρεταί: οι λειτουργίες και ικανότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης, της δυνατότητας του ανθρώπου να κατανοεί και να ρυθμίζει με σταθερό τρόπο τις συναισθηματικές του εκδηλώσεις, τη συμπεριφορά του στο πλαίσιο των σχέσεων μέσα στην οργανωμένη κοινωνία. Οι ηθικές αρετές λειτουργούν για το καλό του φορέα τους και της κοινωνίας. Αποβλέπουν στην ευτυχία, ατομική και συλλογική. Αντίθετές τους είναι οι κακίες. Παραδείγματα ηθικών αρετών που αναφέρει ο Αριστοτέλης: ἀνδρεία, πραότης, σωφροσύνη, ἐλευθεριότης, μεγαλοψυχία κ.ά. (να αναζητήσετε στο λεξικό σας την ακριβή σημασία των όρων). 

ἔθος: η συνήθεια. O Αριστοτέλης διακρίνει το ἔθος (τις διαμορφωμένες κοινωνικές συμπεριφορές και πρακτικές ενός ανθρώπου) από την φύσιν (τις δεδομένες βιολογικές/φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου είδους). Το θος συνδέεται γενετικά με την επανάληψη ομοίων ενεργειών: ἔθει δὲ ὅσα διὰ τὸ πολλάκις πεποιηκέναι ποιοῦσιν (Ρητορική 1369b67). Στη διαμόρφωση του ἔθους έχει μεγάλη σημασία η νεανική ηλικία, όπως θα δούμε στην επόμενη Διδακτική Ενότητα. 

φύσει–παρά φύσιν: Η τυποποιημένη δοτική φύσει δηλώνει συμφωνία ή αιτία (συνώνυμη η έκφραση κατὰ φύσιν). Σύμφωνο με τη φύση ή οφειλόμενο σε αυτήν είναι ό,τι γίνεται πάντα (ή σχεδόν πάντα) με τον ίδιο τρόπο και αφορά μια μεγάλη ομάδα ομοειδών όντων ή φαινομένων: πάντα τὰ φύσει ἢ αἰεὶ οὕτω γί γνεται ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ (Φυσικά 198b3536). Παρὰ φύσιν είναι οποιαδήποτε διεργασία, λειτουργία ή κίνηση παραβιάζει τη φυσική νομοτέλεια (την ομοιότροπη ή σχεδόν ομοιότροπη επανάληψη λειτουργιών και φαινομένων). Γι’ αυτό και το παρὰ φύσιν προϋποθέτει συχνά τον εξαναγκασμό, τη βία ή την ανθρώπινη από πειρα να αναιρεθεί η φυσική τάξη. 

λίθος φύσει κάτω φερόμενος: Σύμφωνα με τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, η φυσική κίνηση των σωμάτων στον επίγειο και υποσελήνιο χώρο είναι πάντοτε ευθύγραμμη και συνδέεται με το βάρος τους· τα φύσει βαριά σώματα κινούνται προς το κέντρο του σύμπαντος ενώ τα φύσει ελαφριά προς την περιφέρειά του. Φύσει βαριά είναι εκείνα τα σώματα στη σύσταση των οποίων επικρατεί ένα από τα βαριά στοιχεία (η γη και το νερό), ενώ ελαφριά εκείνα τα σώματα όπου επικρατεί ελαφρό στοιχείο (ο αέρας και η φωτιά). 

δύναμις–ἐνέργεια: Είναι θεμελιώδης στη φιλοσοφία του Αριστοτέλη η διάκριση –συχνά αντιθετική– των εννοιών δύναμις και ἐνέργεια. Δύναμις είναι η δυνατότητα που έχει ένα πράγμα ή ένα ον να γίνει ή να κάνει κάτι, ενώ η ἐνέργεια είναι η (μεταγενέστερη) πραγμάτωση αυτής της δυνατότητας· π.χ. ο χαλκός είναι δυνάμει ανδριάντας. Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι η ενέργεια (πραγμάτωση) είναι πιο σημαντική από τη δυνατότητα.


Online Μαθήματα:

276




























Ενότητα 11η - Διδαγμένο

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ
ΦΑΚΕΛΟΣ ΥΛΙΚΟΥ - Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 11η

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, Θ 1.3-2.1, 1337a33-b11

"Ο χαρακτήρας και οι στόχοι της παιδείας"



Εισαγωγή:

Ενώ ο δάσκαλός του, ο Πλάτων, αναπτύσσει τον προβληματισμό του για το δίκαιο και την παιδεία στο πλαίσιο μιας ιδεατής πολιτείας, ο ρεαλιστής Αριστοτέλης προβληματίζεται ρητά για την τρέχουσα εκπαιδευτική πραγματικότητα της εποχής του. Δεν παύει, όμως, να ταυτίζεται με τον δάσκαλό του σε δύο βασικές παραδοχές: α) το πρόβλημα της παιδείας μόνο μέσα στο πλαίσιο της ευρύτερης κοινωνίας/πόλεως μπορεί να συζητηθεί, β) κεντρικός στόχος όλων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων μέσα στην πολιτική κοινωνία είναι η συνοχή, η πρόοδος και η ευημερία της πόλεως στο σύνολό της. Και η παιδεία, λοιπόν, διδάσκει ο Σταγειρίτης, σ’ αυτό ακριβώς το τέλος αποβλέπει. Γι’ αυτό και οφείλει να είναι νομοθετικά οργανωμένη, δημόσια και ενιαία για όλους τους ελεύθερους πολίτες, ειδικότερα και εμφατικότερα τους νέους, που θα είναι οι μελλοντικοί πολίτες. Οι επιμέρους παιδαγωγικοί στόχοι, τα γνωστικά αντικείμενα και οι εκπαιδευτικές πρακτικές απαιτούν φυσικά περαιτέρω φιλοσοφική διερεύνηση.

Κείμενο:

Ὅτι μὲν οὖν νομοθετητέον περὶ παιδείας καὶ ταύτην κοινὴν ποιητέον, φανερόν τίς δ’ ἔσται ἡ παιδεία καὶ πῶς χρὴ παιδεύεσθαι, δεῖ μὴ λανθάνειν. νῦν γὰρ ἀμφισβητεῖται περὶ τῶν ἔργων. Οὐ γὰρ ταὐτὰ πάντες ὑπολαμβάνουσι δεῖν μανθάνειν τοὺς νέους οὔτε πρὸς ἀρετὴν οὔτε πρὸς τὸν βίον τὸν ἄριστον, οὐδὲ φανερὸν πότερον πρὸς τὴν διάνοιαν πρέπει μᾶλλον ἢ πρὸς τὸ τῆς ψυχῆς ἦθος· Ἔκ τε τῆς ἐμποδὼν παιδείας ταραχώδης ἡ σκέψις καὶ δῆλον οὐδὲν πότερον ἀσκεῖν δεῖ τὰ χρήσιμα πρὸς τὸν βίον ἢ τὰ τείνοντα πρὸς ἀρετὴν ἢ τὰ περιττά (πάντα γὰρ εἴληφε ταῦτα κριτάς τινας)· περί τε τῶν πρὸς ἀρετὴν οὐθέν ἐστιν ὁμολογούμενον (καὶ γὰρ τὴν ἀρετὴν οὐ τὴν αὐτὴν εὐθὺς πάντες τιμῶσιν, ὥστ’ εὐλόγως διαφέρονται καὶ πρὸς τὴν ἄσκησιν αὐτῆς).
Ὅτι μὲν οὖν τὰ ἀναγκαῖα δεῖ διδάσκεσθαι τῶν χρησίμων, οὐκ ἄδηλον ὅτι δὲ οὐ πάντα, διῃρημένων τῶν τε ἐλευθερίων ἔργων καὶ τῶν ἀνελευθερίων φανερόν, καὶ ὅτι τῶν τοιούτων δεῖ μετέχειν ὅσα τῶν χρησίμων ποιήσει τὸν μετέχοντα μὴ βάναυσον. Βάναυσον δ’ ἔργον εἶναι δεῖ τοῦτο νομίζειν καὶ τέχνην ταύτην καὶ μάθησιν, ὅσαι πρὸς τὰς χρήσεις καὶ τὰς πράξεις τὰς τῆς ἀρετῆς ἄχρηστον ἀπεργάζονται τὸ σῶμα τῶν ἐλευθέρων [ἢ τὴν ψυχὴν] ἢ τὴν διάνοιαν.


Μετάφραση 1η:

Ότι, λοιπόν, πρέπει να υπάρχει ειδική νομοθεσία για την παιδεία και ότι πρέπει αυτή να είναι η ίδια για όλους, έγινε φανερό από τα παραπάνω. Αλλά δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή μας, ποια πρέπει να είναι αυτή η παιδεία και με ποιο σύστημα πρέπει να εκπαιδεύονται οι νέοι. Γιατί σήμερα υπάρχει διαφωνία ως προς το εκπαιδευτικό πρόγραμμα που πρέπει να εφαρμοσθεί, αφού δεν παραδέχονται όλοι ότι τα ίδια πρέπει να μαθαίνουν οι νέοι ούτε όταν την αρετή, ούτε όταν τον άριστο βίο πρόκειται να επιδιώξουν, ούτε είναι ξεκαθαρισμένο αν η παιδεία πρέπει να έχει στόχο της την ανάπτυξη του πνεύματος μάλλον ή την διάπλαση του ήθους της ψυχής. Από τις συγκεχυμένες αυτές γνώμες παρεμποδίζεται η ανεύρεση του σωστού παιδαγωγικού συστήματος και δε μπορούμε να ξεύρουμε τι πρέπει να επιδιώκουμε: τα χρήσιμα για τη ζωή, τα σχετικά με την απόκτηση αρετής, ή τα περιττά στολίδια; Γιατί το καθένα απ’ αυτά έχει τους υποστηριχτές και τους επικριτές του. Κι ούτε για τα σχετικά με την αρετή υπάρχει ομοφωνία αφού δεν τιμούν όλοι την ίδια αρετή, αλλά ο καθένας έχει διαφορετική έννοια γι’ αυτή κι επομένως δικαιολογημένα διαφωνούν για τον τρόπο με τον οποίο αυτή ασκείται. Δεν υπάρχει, βέβαια, αμφισβήτηση ότι από τα χρήσιμα πρέπει να διδάσκονται τ’ αναγκαία για τη ζωή. Επίσης είναι φανερό ότι, επειδή τα έργα χωρίζονται σ’ εκείνα που ταιριάζουν σε ελεύθερους και σ’ εκείνα που δεν ταιριάζουν σ’ αυτούς, δεν πρέπει να διδάσκονται όλα, αλλά όσα από τα χρήσιμα δεν υπάρχει φόβος να κάνουν αυτόν που τα μαθαίνει βάναυσο. Και βάναυσο έργο, βάναυση τέχνη και βάναυση μάθηση πρέπει να θεωρούμε όσα κάνουν το σώμα ή την ψυχή ή το νου των ελεύθερων ανθρώπων άχρηστα για τις χρήσεις και τις πράξεις της αρετής.

(μετάφραση Β. Μοσκόβης)


Μετάφραση 2η:

Ότι λοιπόν πρέπει να υπάρχει νομοθετική πρόνοια διά την παιδείαν και ότι αύτη πρέπει να καταστεί κοινή, απεδείχθη διά των ανωτέρω. τις όμως είναι η (προσήκουσα) παιδεία και κατά τίνα τρόπον πρέπει οι νέοι να εκπαιδεύονται, δεν πρέπει να μείνει ακαθόριστον διότι σήμερον υπάρχει διαφωνία ως προς τα έργα άτινα θα αποτελέσουν αντικείμενα σπουδής, καθ’ όσον δεν παραδέχονται πάντες ότι τα αυτά πρέπει να μανθάνουν ούτε όταν την αρετήν, ούτε όταν τον άριστον βίον επιδιώκουν, ουδέ είναι καθορισμένον εάν η εκπαίδευσις πρέπει να αποβλέπει μάλλον εις την ανάπτυξιν του πνεύματος ή εις την διάπλασιν του ήθους της ψυχής. Εκ των συγκεχυμένων τούτων απόψεων παρακωλύεται η ορθή παιδεία και εξ ουδενός καθίσταται φανερόν τι πρέπει να επιδιώκεται, τα προς τον βίον χρήσιμα ή τα προς αρετήν αποβλέποντα ή τα περιττά. διότι έκαστον τούτων κατέστη αντικείμενον διαφόρων κρίσεων. Και περί μεν των προς αρετήν τεινόντων ουδεμία υπάρχει ομοφωνία, διότι δεν τιμούν πάντες την αυτήν αρετήν και συνεπώς ευλόγως διαφέρονται ως προς την αντίληψιν των εις αυτήν τεινόντων. Και το ότι μεν εκ των χρησίμων πρέπει να διδάσκονται τα αναγκαία, δεν αμφισβητείται. φανερόν όμως είναι ότι, διακρινομένων των έργων εις έργα προσήκοντα και μη προσήκοντα εις ελευθέρους, δεν πρέπει να διδάσκονται πάντα, αλλ’ εκείνα εκ των χρησίμων τα οποία δεν είναι φόβος να καταστήσουν τον μετέχοντα τούτων βάναυσον. Βάναυσον δε έργον πρέπει τούτο να θεωρούμεν και βαναύσους τέχνας και μαθήσεις εκείνας, όσαι καθιστούν το σώμα των ελευθέρων ή την ψυχήν ή την διάνοιαν άχρηστον διά τας πράξεις της αρετής. Διό και βαναύσους αποκαλούμεν τας τέχνας εκείνας, όσαι περιάγουν το σώμα εις χειροτέραν κατάστασιν, και τας επί μισθώ εργασίας.

(μετάφραση Π. Λεκατσάς)



Ερμηνευτικά Σχόλια:

παιδεία κοινή: Ο δημόσιος χαρακτήρας της παιδείας είναι, κατά τον Αριστοτέλη, ένα αίτημα που προκύπτει από την ανάγκη κοινωνικής και πολιτικής ισότητας. Επίσης, η κοινὴ παιδεία είναι απαραίτητη για την ενότητα της πόλης και τη συλλογική ευτυχία. Στο πλαίσιο αυτό τονίζεται μαζί με τον δημόσιο και ο ενιαίος χαρακτήρας της παιδείας: τὴν παιδείαν κοινὴν καὶ μίαν ποιεῖν (Πολιτικά 1263b36-37).


μανθάνειν πρός…: Η σύνταξη αυτή χρησιμοποιείται από τον Αριστοτέλη, για να αναφερθεί σε πιθανούς διδακτικούς σκοπούς. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα από τα Πολιτικὰ ο φιλόσοφος αναφέρεται σε τρεις διακριτές περιοχές της παιδαγωγικής έρευνας: α) διδακτικοί σκοποί, β) εκπαιδευτική πρακτική και γ) γνωστικό αντικείμενο. Ως πιθανοί σκοποί της παιδείας παρατίθενται διαζευτικά η αρετή ή ευτυχία, η ανάπτυξη του πνεύματος ή η καλλιέργεια της ψυχής, η χρηστικότητα της γνώσης ή η αυταξία της. Η τρέχουσα εκπαιδευτική πρακτική μόνο ταραχή μπορεί να προκαλέσει στον ερευνητή, γι’ αυτό και προσωρινά προσπερνάται. Ως γνωστικό αντικείμενο, τέλος, ορίζονται όλες οι δράσεις, σωματικές και πνευματικές, των ελευθέρων πολιτών.


περιττά: Με την έκφραση αυτή ο Σταγειρίτης δηλώνει το σύνολο των γνώσεων που δεν αποβλέπουν σε άμεσες πρακτικές εφαρμογές. Είναι πολύ χαρακτηριστική η αναφορά του στη γνώση, τη θεωρούμενη από κάποιους άχρηστη, που είχαν προσωκρατικοί φιλόσοφοι όπως ο Θαλής και ο Αναξαγόρας: «Από όσα λοιπόν έχουμε πει έγινε πια φανερό ότι η φιλοσοφική σοφία είναι και επιστημονική γνώση και διανοητική αντίληψη των πιο αξιόλογων και των πιο πολύτιμων από την άποψη της φύσης τους πραγμάτων. Αυτός είναι ο λόγος που τον Αναξαγόρα, τον Θαλή και τους όμοιούς τους οι άνθρωποι τους λένε σοφούς, όχι όμως φρόνιμους, αφού τους βλέπουν να μην ξέρουν τι είναι συμφέρον για τον εαυτό τους· λένε δηλαδή γι’ αυτούς ότι ξέρουν πράγματα μοναδικά, θαυμαστά, δυσνόητα και θεϊκά, που είναι όμως άχρηστα –με το νόημα ότι δεν ψάχνουν να βρουν τι είναι αυτό που λέμε “καλό για τον άνθρωπο”» (Ἠθικὰ Νικομάχεια 1141b2-8, μετάφραση Δ. Λυπουρλής).


Online Μαθήματα:

271ο




Πηγές:





















Ενότητα 10η - Διδαγμένο

 ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ

ΦΑΚΕΛΟΣ ΥΛΙΚΟΥ - Γ' ΛΥΚΕΙΟΥ
ΕΝΟΤΗΤΑ 10η

ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία 519b-520a
Η αλληγορία του σπηλαίου: οι φιλόσοφοι 


Εισαγωγή:
Ο Σωκράτης συνεχίζει την ερμηνεία της αλληγορίας. Σε προηγούμενο βιβλίο της Πο λιτείας εξηγούσε για ποιον λόγο πρέπει να κυβερνούν οι φιλόσοφοι ή οι φύλα κες να είναι φιλόσοφοι. Τώρα φαίνεται ότι η αναζήτηση του Αγαθού από τον φι λόσοφο, δηλαδή η πορεία του προς την αληθινή γνώση, απαιτεί τη θυσία της καθαρά θεωρητικής ζωής προς όφελος του πολιτικού αγαθού. Ο φιλόσοφος οφείλει να γίνει πο λι τικός· ακόμη κι αν δεν έχει διάθεση να εξουσιάζει. Ως γνώστης του δικαίου και του αγαθού, έχει χρέος απέναντι στην πολιτεία που του παρείχε την κατάλληλη παι δεία να κατέβει στο σπήλαιο.

Κείμενο:

Τί δέ; Τόδε οὐκ εἰκός, ἦν δ’ ἐγώ, καὶ ἀνάγκη ἐκ τῶν προειρημένων, μήτε τοὺς ἀπαιδεύτους καὶ ἀληθείας ἀπείρους ἱκανῶς ἄν ποτε πόλιν ἐπιτροπεῦσαι, μήτε τοὺς ἐν παιδείᾳ ἐωμένους διατρίβειν διὰ τέλους, τοὺς μὲν ὅτι σκοπὸν ἐν τῷ βίῳ οὐκ ἔχουσιν ἕνα, οὗ στοχαζομένους δεῖ ἅπαντα πράττειν ἃ ἂν πράττωσιν ἰδίᾳ τε καὶ δημοσίᾳ, τοὺς δὲ ὅτι ἑκόντες εἶναι οὐ πράξουσιν, ἡγούμενοι ἐν μακάρων νήσοις ζῶντες ἔτι ἀπῳκίσθαι; Ἀληθῆ, ἔφη. Ἡμέτερον δὴ ἔργον, ἦν δ’ ἐγώ, τῶν οἰκιστῶν τάς τε βελτίστας φύσεις ἀναγκάσαι ἀφικέσθαι πρὸς τὸ μάθημα ὃ ἐν τῷ πρόσθεν ἔφαμεν εἶναι μέγιστον, ἰδεῖν τε τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀναβῆναι ἐκείνην τὴν ἀνάβασιν, καὶ ἐπειδὰν ἀναβάντες ἱκανῶς ἴδωσι, μὴ ἐπιτρέπειν αὐτοῖς ὃ νῦν ἐπιτρέπεται. Τὸ ποῖον δή; Τὸ αὐτοῦ, ἦν δ’ ἐγώ, καταμένειν καὶ μὴ ἐθέλειν πάλιν καταβαίνειν παρ’ ἐκείνους τοὺς δεσμώτας μηδὲ μετέχειν τῶν παρ’ ἐκείνοις πόνων τε καὶ τιμῶν, εἴτε φαυλότεραι εἴτε σπουδαιότεραι. Ἔπειτ’, ἔφη, ἀδικήσομεν αὐτούς, καὶ ποιήσομεν χεῖρον ζῆν, δυνατὸν αὐτοῖς ὂν ἄμεινον; Ἐπελάθου, ἦν δ’ ἐγώ, πάλιν, ὦ φίλε, ὅτι νόμῳ οὐ τοῦτο μέλει, ὅπως ἕν τι γένος ἐν πόλει διαφερόντως εὖ πράξει, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ πόλει τοῦτο μηχανᾶται ἐγγενέσθαι, συναρμόττων τοὺς πολίτας πειθοῖ τε καὶ ἀνάγκῃ, ποιῶν μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας ἣν ἂν ἕκαστοι τὸ κοινὸν δυνατοὶ ὦσιν ὠφελεῖν καὶ αὐτὸς ἐμποιῶν τοιούτους ἄνδρας ἐν τῇ πόλει, οὐχ ἵνα ἀφιῇ τρέπεσθαι ὅπῃ ἕκαστος βούλεται, ἀλλ’ ἵνα καταχρῆται αὐτὸς αὐτοῖς ἐπὶ τὸν σύνδεσμον τῆς πόλεως. Ἀληθῆ, ἔφη· ἐπελαθόμην γάρ.

Μετάφραση 1η:

Τότε; Δεν είναι φυσικό, είπα εγώ, και δεν συνά γεται κατανάγκην από όσα έχουμε πει ότι άν θρωποι αμόρφωτοι, δίχως καμιά εμπειρία της αλήθειας, δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να διοι κήσουν ικανοποιητικά μια πολιτεία ούτε, επί σης, άνθρωποι αφημένοι να περνούν ως το τέ λος τη ζωή τους μελετώντας; Οι πρώτοι επειδή δεν έχουν θέσει ένα στόχο προς τον οποίο θα πρέ πει να κατατείνουν όλες οι πρά ξεις τους, οι ιδιωτικές και οι δημόσιες, οι δεύ τεροι επειδή από δική τους προαίρεση δεν πρό κειται να ασχο ληθούν με τίποτε πρακτικό, καθώς θα νο μίζουν ότι έχουν μεταφερθεί, ζω ντανοί ακόμη, και ζουν στα νησιά των μα κάρων! Δίκιο έχεις, είπε. Το έργο λοιπόν, είπα εγώ, που έχουμε να επι τελέσουμε εμείς, οι θεμελιωτές της πόλης, είναι να υποχρεώσουμε όσους από τη φύση τους είναι προικισμένοι κατά τον καλύτερο τρόπο να προσεγγίσουν εκείνο το μάθημα που προ ηγουμένως το χαρακτηρίσαμε ως το μέγιστο: να αντικρύσουν το Αγαθό και να βγάλουν εκεί νη την ανηφοριά, και σαν ανέβουν και το κοι τάξουν αρκετά, να μην τους επιτρέψουμε αυτό που τώρα επιτρέπεται. Δηλαδή ποιο; Το να μένουν, είπα εγώ, εκεί και να μη θέλουν να κατέβουν πάλι δίπλα σ’ εκείνους τους δε σμώ τες και να μοιραστούν μαζί τους τούς κό πους και τις τιμές, είτε αυτές είναι τιποτένιες είτε σπουδαιότερες. Μα τότε, είπε, δεν θα τους αδικήσουμε και δεν θα τους κάνουμε να ζουν χειρότερα, ενώ μπο ρούν να ζήσουν καλύτερα; Ξέχασες πάλι, είπα εγώ, φίλε μου, ότι τον νόμο δεν τον ενδιαφέρει πώς μια ορισμένη τάξη στην πόλη θα γίνει ιδιαίτερα ευτυχισμένη, αλλά ανα ζητεί τρόπους, ώστε η ευτυχία αυτή να πραγ ματοποιηθεί για όλη την πόλη συνενώνο ντας αρμονικά τους πολίτες με την πειθώ αλ λά και τον εξαναγκασμό, κάνοντάς τους να δίνουν δίνουν ο ένας στον άλλο την ωφέλεια που μπο ρεί καθένας από αυτούς να προσφέρει στο σύνολο και πλάθοντας ο ίδιος ο νόμος τέτοιους άνδρες στην πόλη όχι για να τους αφήνει έπειτα να τραβούν κατα ’κει που αρέσει στον καθένα, αλλά για να τους χρησιμοποιεί ο ίδιος για την ενίσχυση της ενότητας της πόλης. Σωστά, είπε . το είχα ξεχάσει.

(μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλος)


Μετάφραση 2η:

Τι λοιπόν; δεν είναι κι αυτό φυσικό και δε βγαίνει αναγκαστικά απ’ όσα είπαμε ως τώρα, πως μήτε οι απαίδευτοι που ποτέ τους δεν γνώρισαν την αλήθεια, θα μπορούσαν ποτέ να κυβερνήσουν την πολιτεία, μήτε εκείνοι που τους αφήνουν να περνούν ως το τέλος τη ζωή τους με την παιδεία . οι πρώτοι επειδή δεν έχουν ένα ωρισμένο σκοπό, που κυνηγώντας τον να κανονίζουν ανάλογα όλες τις πράξεις και στον ιδιωτικό και το δημόσιο βίο τους, και οι άλλοι πάλι, γιατί ποτέ δε θ’ αποφάσιζαν από θέλησή τους να καταγίνουν με καμιά πρακτική απασχόληση, νομίζοντας πως, από ζωντανοί ακόμα, βρίσκονται και ζουν στα νησιά των Μακάρων. Αλήθεια. Δουλειά μας λοιπόν είναι τώρα, εμείς οι ιδρυτές της πολιτείας να αναγκάσωμε τις ξεχωριστές εκεί νες φύσεις να επιδοθούν στο μάθημα, που το αναγνωρίσαμε πριν πως είναι το ανώτερο, να ιδούν το αγαθό και να επιχειρήσουν εκείνο το ανέ βασμα, και αφού εκεί απάνω το δουν αρκετά, να μην τους επιτρέψωμε να κάμουν αυτό που επιτρέπεται τώρα. Ποιο τάχα; Να μείνουν εκεί πάνω και να μη εννοούν να κα τέβουν πίσω, κοντά σε κείνους τους δεσμώτες, ούτε να συμμερίζουνται μαζί τους τους ίδιους μό χτους και τιμές, είτε ταπεινότερες είτε σπου δαιότερες. Μα πώς; τόσο, θα τους αδικήσωμε και θα τους κά μωμε να ζουν χειρότερα, ενώ μπορούν να ζουν πολύ καλύτερα; Ξέχασες πάλι, φίλε μου, πως δεν ενδιαφέρεται ο νόμος να εξασφαλίσει ξεχωριστά μια μονάχα τάξη μέσα στην πόλη, αλλά ζητά να βρει με τι μέσα θα το κατορθώσει αυτό για ολόκληρη την πόλη . και γι' αυτό το σκοπό συνδυάζει αρμονικά τα διάφορα στοιχεία και αναγκάζει τους πολίτες με την πειθώ και με τη βία να παιρνοδίνουν με ταξύ τους την ωφέλεια που είναι ικανός ο κα θέ νας να προσφέρει στο κοινό, και μορφώνει ο ίδιος τέτοιους άντρες μες στην πόλη, όχι για ν’ αφήνει τον καθένα να τραβά το δρόμο που του αρέσει, αλλά για να τους χρησιμοποιεί αυτός ως σύνδεσμο της πολιτείας. Έχεις δίκιο . το είχα ξεχάσει πραγματικώς. 

(μετάφραση Ι. Γρυπάρης)


Ερμηνευτικά Σχόλια:

ἀνάβασις: Το ουσιαστικό αυτό, όπως και το αντίστοιχο ρήμα, χρη σι μοποιείται συμβολικά από τον Πλάτωνα, για να δείξει την πορεία του αν θρώ που προς τη γνώση και την προσέγγιση (θέαση) του Αγαθού. Πρόκειται για μια πορεία ανηφορική· απαιτεί χρόνο και μόχθο. Αντιστοίχως μακρόχρονη και κοπιώδης περιγράφεται στην Πολιτεία η εκπαίδευση των ἐν παιδείᾳ πολιτών και μελλοντικών φυλάκων.

κατάβασις: Και αυτό το ουσιαστικό, όπως και το αντίστοιχο ρήμα, χρησιμοποιείται συμβολικά. δείχνει μια πορεία επιστροφής: από τη θεωρητική ενασχόληση με σχετικώς αφηρημένα αντικείμενα, όπως τα μαθηματικά και η διαλεκτική, στην πρακτική αντιμετώπιση προβλημάτων της καθημερινής ζωής μέσα στην πόλη. Οι φύλακες, οι πεπαιδευμένοι, έχουν χρέος να επιστρέψουν στην καθημερινότητα και από ηγετική θέση να προσφέρουν στο σύνολο των πολιτών όσα έμαθαν και είδαν στην πορεία τους προς το Αγαθό. 

μεταδιδόναι ἀλλήλοις τῆς ὠφελίας, συναρμόττων τοὺς πολίτας, [...] σύνδεσμον τῆς πόλεως: Όλες αυτές οι εκφράσεις τονίζουν εμφατικά μια θεμελιακή ιδέα της πλατωνικής Πολιτείας: Η πόλη αποτελεί ένα οργανικό σύνολο, έναν οργανισμό που προϋποθέτει τη συνύπαρξη και συλλειτουργία των μελών του. Μέλη της πολιτείας είναι οι πολίτες· εφόσον η πόλη επιδιώκει τη συλλογική ευτυχία, θεωρείται αναγκαίο να υπάρχουν μεταξύ των πολιτών ισχυροί δεσμοί. Η μη διάσπαση του κοινωνικού ιστού αλλά και η ισχύς του αποτελούν για τον Πλάτωνα ύψιστο ζητούμενο. Θυμίζουμε ότι στον μύθο του Πρωταγόρα (6η Διδακτική Ενότητα) το δώρο του Δία στους ανθρώπους, με το οποίο τους δόθηκε ως δυνατότητα η πολιτική αρετή, ήταν η αἰδὼς και η δίκη, για να λειτουργήσουν ως πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί.
















Online Μαθήματα:

248, 251


Πηγές:








Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Η διαρκής επικαιρότητα του Θουκυδίδη


Η διαρκής επικαιρότητα 

του Θουκυδίδη




Γράφουν στο ΒΗΜΑ οι Αθανάσιος Πλατιάς, καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος στο Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων, Γιάννης Ζ. Τζιφόπουλος, καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας και Επιγραφικής στο ΑΠΘ, Βασίλης Κάλφας, ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ.



Τροχιές ενός διαχρονικού στοχαστή της Ιστορίας

Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης


«Γυρίσαμε και πάλι στον κόσμο του Θουκυδίδη» έγραφε το 2021 ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Πρίνστον Γουόλτερ Ρόμπερτ Κόνορ στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του κλασικού βιβλίου του Θουκυδίδης (εκδ. Gutenberg, 2022). «Επηρμένοι δημαγωγοί, απερίσκεπτες εισβολές, μαζικές σφαγές, ήττες, εμφύλιες διαμάχες, καταστροφικές αποχωρήσεις, θηριωδίες και διατάραξη της φυσικής τάξης», όλα τα δεινά του πρώιμου 21ου αιώνα, της πανδημίας μη εξαιρουμένης, έμοιαζαν να παραπέμπουν στην ξυγγραφήν του αθηναίου ιστορικού, την αφήγηση μιας περιόδου σύρραξης, ταραχών και ολοκληρωτικής ανατροπής των εύθραυστων ισορροπιών που είχαν διαμορφωθεί κατά την πεντηκονταετία μετά τους Περσικούς Πολέμους. Ο ίδιος ο Κόνορ, όμως, όπως σημειώνει, είχε στραφεί στον Θουκυδίδη αναζητώντας απαντήσεις στη δική του εποχή βάναυσων πολέμων – και ήταν ένας μόνο από πολλούς οι οποίοι κατά καιρούς στην ανάδυση της αθηναϊκής αυτοκρατορίας, την «ύποπτο ανακωχή» μετά τη Νικίειο Ειρήνη, τη Σικελική Εκστρατεία, είδαν αναλογίες με τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Ψυχρό Πόλεμο, το Βιετνάμ. Η επιστράτευσή του ως πολιτικού θεωρητικού ή διδάσκαλου στο πεδίο των διεθνών σχέσεων από διανοούμενους ποικίλων πολιτικών τάσεων είναι χαρακτηριστική της απήχησης και ενίοτε των παραναγνώσεών του: με τους δικούς του φακούς ο Λέο Στράους διερεύνησε το πρόβλημα της ηγεσίας στη δημοκρατία και η Ζακλίν ντε Ρομιγί ανέλυσε την πορεία του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού, αλλά επίσης ο Ντόναλντ Κέιγκαν αποπειράθηκε να θεμελιώσει τη νεοσυντηρητική προσέγγιση της διεθνούς τάξης και ο Γκρέιαμ Τ. Αλισον να πλαισιώσει εντυπωσιοθηρικά τον παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Η πρόσφατη επικαιρότητα του ιστορικού του Πελοποννησιακού Πολέμου, στον απόηχο του λόγου του καναδού πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ στο Νταβός, δεν συνιστά προφανώς τυχαία έκλαμψη ή μια εκ νέου ανακάλυψή του από την πολιτική. Είναι απλώς ο πιο πρόσφατος κρίκος στη μακρά αλυσίδα της επίκλησης και της μελέτης του από τον Ξενοφώντα, τον Σαλλούστιο, τον Προκόπιο, τον Τόμας Χομπς, τον Τόμας Τζέφερσον, τον Λέοπολντ φον Ράνκε, τον Φρίντριχ Νίτσε, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Χένρι Κίσινγκερ. Είναι η επιβεβαίωση της διάστασης του έργου του που και ο ίδιος είχε προγραμματικά συλλάβει: αντί πρόσκαιρου αναγνώσματος της στιγμής, «κτήμα ες αιεί».


Το επίκαιρο μάθημα και η γεωπολιτική

Γράφει ο Αθανάσιος Πλακιάς


Ο Θουκυδίδης είχε πλήρη επίγνωση της διαχρονικότητας του έργου του. Οπως σημειώνει στις πρώτες σελίδες της Ιστορίας του, την έγραψε για να αποτελέσει «κτήμα ες αεί» και όχι για πρόσκαιρη ακρόαση. Στόχος του δεν ήταν απλώς η ακριβής αποτύπωση των γεγονότων του Πελοποννησιακού Πολέμου, αλλά η κατανόηση «και των μελλόντων», όσων δηλαδή, λόγω της σταθερότητας της ανθρώπινης φύσης, θα επαναλαμβάνονται με ίδιο ή παρόμοιο τρόπο στο μέλλον. Η επιβεβαίωση αυτής της διαχρονικότητας είναι εντυπωσιακή. Μόλις τον περασμένο μήνα, ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ, σε μνημειώδη ομιλία του στο Νταβός, επικαλέστηκε τον «Διάλογο των Μηλίων» για να περιγράψει την υποχώρηση της δικαιοκρατικής τάξης πραγμάτων και την επιστροφή σε μια διεθνή πολιτική όπου «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους». Η επίκληση δεν ήταν ρητορικό σχήμα αλλά αποτύπωση της σημερινής πραγματικότητας όπου επανέρχεται ο νόμος του ισχυρού.

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Θουκυδίδης επιστρέφει στο προσκήνιο σε περιόδους αναταραχής. Ο Τόμας Χομπς, ο πρώτος που τον μετέφρασε στα αγγλικά εν μέσω του Αγγλικού Εμφυλίου, άντλησε από την περιγραφή του εμφυλίου στην Κέρκυρα για να αποδώσει την ανομία και την αναρχία που επικρατεί όταν καταρρεύσει η κεντρική εξουσία.

Το συμπέρασμά του ήταν σαφές: μόνο ένα ισχυρό κράτος – ο «Λεβιάθαν» – μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη, προϋπόθεση της ελευθερίας και της ευημερίας. Εναν αιώνα αργότερα, η βρετανική στρατηγική σκέψη βρήκε στο αθηναϊκό ναυτικό μοντέλο, όπως το περιγράφει ο Θουκυδίδης, έμπνευση για τη δική της θαλασσοκρατία.

Η Αθήνα έγινε έτσι ο πρόγονος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η αναλογία Αθήνας – Σπάρτης χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνεύσει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Σοβιετικής Ενωσης: μια δημοκρατική, θαλάσσια δύναμη απέναντι σε μια ολιγαρχική, ηπειρωτική αυτοκρατορία. Μετά το Βιετνάμ, αμερικανοί αναλυτές επανήλθαν στον Θουκυδίδη αναζητώντας τα αίτια μιας ήττας που, με βάση τους ποσοτικούς δείκτες ισχύος, έμοιαζε αδύνατη. Η Σικελική Εκστρατεία και η έννοια της αθηναϊκής στρατηγικής υπερεπέκτασης έδωσαν μια χρήσιμη ιστορική αναλογία. Από τη δεκαετία του 1970 η Ιστορία του Θουκυδίδη καθιερώθηκε ως υποχρεωτικό ανάγνωσμα στις αμερικανικές σχολές πολέμου – όχι ως αντικείμενο αρχαίας ιστορίας, αλλά ως εγχειρίδιο στρατηγικής σκέψης.

Πιο πρόσφατα, το έργο του χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνεύσει τον ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας. Καταλύτης υπήρξε το βιβλίο του Γκρέιαμ Αλισον για την «παγίδα του Θουκυδίδη».

Σύμφωνα με τη διατύπωσή του, όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την κυριαρχούσα δύναμη, ο πόλεμος καθίσταται εξαιρετικά πιθανός, εάν όχι αναπόφευκτος. Είτε μέσω «πολέμων παρεμπόδισης», όπου η κυρίαρχη δύναμη επιχειρεί να ανακόψει την άνοδο της ανερχόμενης δύναμης, είτε μέσω ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης και απώλειας ελέγχου (inadvertent escalation). Η προβληματική αυτή, αν και εννοιολογικά απλουστευτική, άσκησε τεράστια επιρροή στον δημόσιο διάλογο.

Η επίκληση του Θουκυδίδη τής προσέδωσε κύρος. Ωστόσο, η ανάγνωση που παρουσιάζει τις μεγάλες δυνάμεις ως άβουλους «υπνοβάτες» υποτιμά τον ρόλο της πολιτικής ηγεσίας. Ο Θουκυδίδης δεν ήταν ντετερμινιστής. Αναγνώριζε την επιρροή της δομής του διεθνούς συστήματος, αλλά απέδιδε κρίσιμο ρόλο στις αποφάσεις των ηγετών – στη σύνεση ή την αλαζονεία τους.

Αυτό είναι και το ουσιώδες δίδαγμα. Ο Θουκυδίδης δεν έγραψε ιστορία για να αποδείξει ότι ο πόλεμος είναι αναπόφευκτος. Εγραψε για να δείξει πώς οι λανθασμένες εκτιμήσεις, η υποτίμηση του αντιπάλου, η υπερβολική αυτοπεποίθηση, η ιδεολογική τύφλωση και η απώλεια μέτρου οδηγούν σε καταστροφές.

Στην άμεση δημοκρατία της Αθήνας οι πολίτες συναποφάσιζαν για πόλεμο και ειρήνη. Η πολιτική παιδεία δεν ήταν αφηρημένη έννοια· ήταν όρος επιβίωσης της αθηναϊκής πολιτείας. Η Ιστορία του Θουκυδίδη λειτουργούσε ως σχολείο στρατηγικής σκέψης. Σκοπός του ήταν να καλλιεργήσει τη σωφροσύνη – την ικανότητα να διακρίνει κανείς τα όρια της ισχύος του, να ευθυγραμμίζει τους στόχους με τα μέσα, να ελέγχει τα πάθη και να προνοεί.

Σε έναν κόσμο που επανέρχεται στη λογική της ισχύος και των σφαιρών επιρροής, η επικαιρότητα του Θουκυδίδη δεν είναι απλώς ακαδημαϊκή. Είναι βαθύτατα πολιτική. Η Ιστορία του μας υπενθυμίζει ότι μπορεί να υπάρχουν συστημικές πιέσεις, αλλά οι ηγεσίες αποφασίζουν. Και ότι η απουσία σωφροσύνης, ιδίως σε περιόδους διεθνών ανακατατάξεων, είναι ο ταχύτερος δρόμος προς την τραγωδία.


Οι (αν)ισορροπίες των επιτευγμάτων

Γράφει ο Γιάννης Ζ. Τζιφόπουλος


O Θουκυδίδης εμφανίζεται συχνά στο προσκήνιο ως διάττων αστέρας της γεωπολιτικής, για να προσδώσει κύρος σε κάποια θεωρία (είτε με την υποτιθέμενη «παγίδα» του είτε με τον Διάλογο στη Μήλο), και στη συνέχεια αποσύρεται και πάλι διακριτικά. Ωστόσο, το έργο του Θουκυδίδη είναι ένα μόνον από τα σωζόμενα κείμενα του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. που εστιάζουν στον άνθρωπο και τη σχέση του με τη φύση και το θείον: πώς λειτουργεί η ανθρώπινη φύση, πώς δρα, ποια τα επιτεύγματα, προτείνοντας τρόπους κατανόησης του ανθρώπου σε μορφή επική, λυρική, δραματική, φιλοσοφική, ιατρική, ιστοριογραφική. Το ενδιαφέρον αυτό της λογοτεχνίας πηγάζει από τη διαπίστωση ότι, ενώ η αρχέγονη φύση του ανθρώπου κυριαρχείται από το ένστικτο για επιβίωση και αναπαραγωγή μέσω της φυσικής ωμής βίας, εν τούτοις ο άνθρωπος κατόρθωσε να υπερβεί τη ζωώδη, ενστικτώδη φύση του. Με τη δημιουργία μόνιμων οικισμών (πόλις) για ασφαλή συμβίωση με κανόνες (πολιτική) και με κάθε είδους παραγωγή (πολιτισμός), ένα μέρος του φυσικού κόσμου πάνω στη γη αποκόπηκε, για να μετατραπεί με συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια και σύνορα σε κάτι διαφορετικό από τη φύση, σε μια επικράτεια ανθρώπων.

Στα ζητήματα αυτά επικεντρώνεται και ο Θουκυδίδης στο ιστορικό του έργο, έχοντας το πρόσθετο πλεονέκτημα, σε σύγκριση με τους άλλους συγγραφείς, ότι παρατηρεί την ανθρώπινη φύση να αποκαλύπτεται, ατομικά (ίδιον) και συλλογικά (κοινόν), κατά τη διάρκεια μιας σημαντικής πολεμικής σύρραξης της εποχής του, μιας έκτακτης κατάστασης, η οποία οδηγεί τελικά τον άνθρωπο πέραν και εκτός του πολιτισμού, της πολιτικής, της πόλης, κάποιες φορές (στη Μήλο, π.χ.) ακόμη και στην προγενέστερη φυσική του κατάσταση, αλλά πλέον εντός των ορίων της πόλης, της πολιτικής και του πολιτισμού.

Ηδη στην Αρχαιολογία (τα πρώτα κεφάλαια του Πρώτου Βιβλίου), ο Θουκυδίδης αφηγείται την προϊστορία της ανθρώπινης παρουσίας στη γη, πολύ πριν από τη δημιουργία και την οριοθέτηση των πόλεων, όταν κυριαρχούσε ο φόβος για την ασφάλεια και την επιβίωση, γι’ αυτό και η ζωή ήταν νομαδική. Σταδιακά, με την εδραίωση της ασφάλειας, οι πρώτες ομάδες ανθρώπων άρχισαν να δημιουργούν πόλεις, να ασχολούνται με την πολιτική (δίκαιους ή άδικους τρόπους συνύπαρξης), να ενδιαφέρονται για την επιβίωσή τους (συμφέρον ή βλαβερόν) και να παράγουν κάθε είδους επιτεύγματα πολιτισμού (καλόν ή κακόν). Η γενικότερη άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενίσχυσε την επιθυμία για επέκταση της κυριαρχίας ισχυρών πόλεων εις βάρος των λιγότερο ισχυρών, γειτονικών πόλεων. Με τον τρόπο αυτόν, «οι φτωχότεροι δέχονταν να υποδουλωθούν στους πιο δυνατούς και αυτοί, που είχαν περισσότερα χρήματα, ανάγκαζαν τις μικρότερες πολιτείες να γίνουν υποτελείς» (1.8.3). Αυτός ο τρόπος συμβίωσης πόλεων παρουσιάζεται από τον ιστορικό ως αναγκαία συνθήκη, καθώς κάθε πόλη αναγνώριζε τα όρια και τους περιορισμούς ισχύος της με κριτήριο το συμφέρον. Πρόκειται για έναν μάλλον «πολιτισμένο» τρόπο συμβιβασμού της εφαρμογής του φυσικού δικαίου του ισχυρού (μία περίπτωση win-win με τη σημερινή ορολογία).

Την ίδια οπτική υιοθετούν παραμονές του πολέμου οι αθηναίοι πρέσβεις όταν επιχειρηματολογούν στη Σπάρτη, ενώπιον της συνέλευσης της Πελοποννησιακής Συμμαχίας, υπέρ της ηγεμονίας τους: δεν την απέκτησαν διά της βίας αλλά σταδιακά και αναγκάσθηκαν να τη διατηρήσουν και να την επεκτείνουν διαρκώς «στην αρχή από φόβο, έπειτα από φιλοδοξία και αργότερα από συμφέρον» (1.75.3), για να αισθάνονται ασφαλείς. Στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εμφανής η προσπάθεια των Αθηναίων να ισορροπήσουν μεταξύ συμφέροντος και δικαίου στον τρόπο άσκησης της ηγεμονίας τους, τηρώντας κάποια όρια, έστω και προσχηματικά.

Οταν όμως επανέρχεται η ίδια αντίληψη για τη λειτουργία της ανθρώπινης φύσης από θέση ισχύος στον «Διάλογο των Μηλίων» (τη μόνη διαλογική μορφή στο έργο, κατ’ αναλογία μιας σχεδόν τραγικής στιχομυθίας), τα προσχήματα εγκαταλείπονται και επικρατεί ο ωμός ρεαλισμός: «γνωρίζουμε και γνωρίζετε πολύ καλά ότι, στις ανθρώπινες διαπραγματεύσεις, το τι είναι δίκαιο κρίνεται εξ ανάγκης μόνο μεταξύ ίσων σε δύναμη, ενώ οι ισχυροί επιβάλλουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι λιγότερο ισχυροί υποχωρούν και συμβιβάζονται» (5.89.1).

Ολες αυτές οι διατυπώσεις για το φυσικό δίκαιο του ισχυρού είναι ιδιαίτερα προσεγμένες και αποτυπώνουν διαφορετικά στάδια εφαρμογής του στον χρόνο. Πριν από την πόλη, την πολιτική και τον πολιτισμό, ο φυσικός νόμος ισχύος καθορίζεται από το συμφέρον. Ομως η πόλη, η πολιτική και ο πολιτισμός προσθέτουν στο κριτήριο συμφέροντος ή βλάβης ως ισορροπία το κριτήριο του δίκαιου και του άδικου, μια «πολιτισμένη» εκδοχή άσκησης της ισχύος. Η Μήλος ωστόσο τρομάζει με τον ωμό (ορθο)λογισμό της. Ολα όσα αναγνωρίζονται ως επιτεύγματα (η πόλις, η πολιτική, ο πολιτισμός) (αν)ισορροπούν επικίνδυνα, με αποτέλεσμα το έργον και ο λόγος της ανθρώπινης φύσης να παραμένουν κατά τον Θουκυδίδη αείποτε ευάλωτα, ανίσχυρα, εύθραυστα.


Γιατί διαβάζεται και εμπνέει ακόμη;

Γράφει ο Βασίλης Κάλφας


Ο Θουκυδίδης γράφει την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ενώ διεξάγεται ακόμη ή μόλις έχει τελειώσει ο «πιο μεγάλος και ο πιο αξιόλογος από όλους τους πολέμους» (Α.1). Ο δηλωμένος στόχος του δεν ήταν να «τέρψει» τους αναγνώστες του, αλλά να απευθυνθεί σε όσους θέλουν να βγάλουν «σαφή συμπεράσματα για όσα έγιναν και για όσα παραπλήσια κατάτο ανθρώπινον θα γίνουν και στο μέλλον», καθιστώντας το έργο του «κτήμα ες αιεί» (Α.23).

Και πράγματι το έργο του Θουκυδίδη έγινε κτήμα ες αιεί. Αγνοούμε πόσο διαβάστηκε και τι εντύπωση έκανε στους συγχρόνους του και τους αμέσως επομένους (ο Πλάτων και παραδόξως ο Αριστοτέλης δεν τον αναφέρουν, αλλά ο Ξενοφών τον συνεχίζει), ήδη όμως από τα ελληνιστικά χρόνια αποτελεί πρότυπο κάθε μελλοντικής ιστοριογραφίας. Λησμονείται στα μεσαιωνικά χρόνια, αλλά μεταφράζεται στα λατινικά κατά την Αναγέννηση και στις ευρωπαϊκές γλώσσες τον 17ο αιώνα, και έκτοτε δεν παύει να διαβάζεται, να αναφέρεται και να αποτελεί πηγή έμπνευσης. Μάλιστα, σήμερα, στον αστερισμό του Τραμπ και της «ειρηνευτικής» δεύτερης θητείας του, η αίγλη του Θουκυδίδη έχει απογειωθεί.

Υποθέτω ότι, ενώ πολλοί αρέσκονται να παραθέτουν κάποια χωρία ή αποφθέγματα του Θουκυδίδη, ελάχιστοι μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν την Ιστορία του. Πολύ κακώς, γιατί πέρα από όλα τα άλλα η Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου είναι ένα από τα πιο γοητευτικά αναγνώσματα που μας κληροδότησε η ελληνική αρχαιότητα – και σίγουρα το πιο ψυχρό και τρομακτικό.

Η αλήθεια είναι ότι η Ιστορία του Θουκυδίδη καθόλου δεν μοιάζει με τα σημερινά ιστορικά συγγράμματα. Ο Θουκυδίδης δεν έχει πίσω του εδραιωμένη παράδοση συγγραφής της ιστορίας (παρά μόνο τον Ηρόδοτο, που κατακρίνει για το μυθώδες της αφήγησής του) και επομένως είναι ελεύθερος να κάνει τις δικές του επιλογές.

Πρώτη επιλογή: Περιορίζεται μόνο στα στρατιωτικά και τα πολιτικά γεγονότα. Η Ιστορία του Θουκυδίδη είναι πολιτική ιστορία. Ενώ ασχολείται με την πιο ενδιαφέρουσα περίοδο της αρχαιοελληνικής ιστορίας, το τέλος του 5ου αιώνα, αποφεύγει κάθε αναφορά στις πνευματικές διεργασίες της εποχής. Ο πόλεμος Αθήνας – Σπάρτης (και των συμμάχων τους) αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως διαμάχη δημοκρατίας και ολιγαρχίας. Κρατάει ίσες αποστάσεις από τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, αλλά θέτει στο επίκεντρο της αφήγησής του την Αθήνα. Η Ιστορία του είναι η περιγραφή της ανόδου και της πτώσης της δημοκρατικής Αθήνας.

Δεύτερη επιλογή: Εισάγει τις δημηγορίες στο κύριο σώμα της αφήγησής του. Οι δημηγορίες είναι γραμμένες στο πνεύμα της εποχής, αξιοποιούν δηλαδή τις τεχνικές της ρητορικής, ενώ κατά κανόνα έχουν τη μορφή των σοφιστικών δισσών λόγων – μία θέση και μία αντίθεση. Ο Θουκυδίδης δηλώνει εξαρχής ότι είναι δικές του κατασκευές, «τις έγραψα έχοντας υπόψη τι ήταν φυσικό να πουν ρήτορες που να αρμόζει καλύτερα στην περίσταση» (Α.22). Οπότε καλό είναι να αποδεχθούμε ότι ούτε ο διάλογος Αθηναίων και Μηλίων έλαβε ποτέ χώρα, ούτε η εύστοχη περιγραφή των Κορινθίων για τους Αθηναίους (Α.69-71), ούτε ο Κλέων εκφώνησε ποτέ τον καταπληκτικό του λόγο για το θέμα της Μυτιλήνης (Γ.37 κ.ε.), και ότι ο Διόδοτος, που του απάντησε επίσης καταπληκτικά, είναι μάλλον φανταστικό πρόσωπο (οπότε ο «Επιτάφιος» σε ποιον ανήκει, στον Περικλή ή στον Θουκυδίδη;). Η κυριότερη ωστόσο συνέπεια της εισαγωγής των δημηγοριών είναι ότι καθιστούν την Ιστορία του Θουκυδίδη (και) λογοτεχνία. Οπότε είναι εύλογη η ανάγνωσή της (και) ως δράμα με τραγικό ήρωα την Αθήνα.

Τρίτη επιλογή: Εξοβελίζεται από την Ιστορία κάθε αναφορά στην αρετή και στη δικαιοσύνη, στις έννοιες δηλαδή που βρίσκονται στο επίκεντρο όλων των συζητήσεων της εποχής. Με σημερινούς όρους, μπορούμε κάλλιστα να εντάξουμε το έργο του Θουκυδίδη στην πολιτική επιστήμη, δύσκολα όμως στην πολιτική φιλοσοφία. Οσοι αντιμετώπισαν τον Θουκυδίδη ως πολιτικό φιλόσοφο, όπως ο Χομπς που πρώτος τον μετέφρασε στα αγγλικά, στηρίχθηκαν σε διατυπώσεις αθηναίων αγορητών, δηλαδή σε δημηγορίες. Το δίκαιο του ισχυροτέρου (Ε.89, Α.76), η σύνδεση της ανθρώπινης φύσης με το δέος, την τιμή και το συμφέρον (Α.75-76), είναι θέσεις στις οποίες όλοι παραπέμπουμε, αλλά στο κείμενο του Θουκυδίδη προτείνονται ως θέσεις των Αθηναίων και όχι κατ’ ανάγκην δικές του.

Γιατί λοιπόν διαβάζω τον Θουκυδίδη; Γιατί θεωρώ ότι μόνο ο Θουκυδίδης και ο Ευριπίδης κατάλαβαν τι συμβαίνει σε αυτή την περίπλοκη αλλά ανεπανάληπτη περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας. Ακόμη, γιατί μόνο τον Θουκυδίδη και τον Αριστοτέλη αισθάνομαι τόσο οικείους στη σκέψη. Γιατί, τέλος, γράφει με τον τρόπο που γράφει.


Πηγή:







Το πρόγραμμα των επόμενων μαθημάτων μας!

 


Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Τι σε κάνει άνθρωπο



 


Στο Βήμα της Κυριακής: Αφηγήσεις #21

 
Από πότε ζωή ευκολότερη σημαίνει και καλύτερη; Το ερώτημα είναι απλοϊκό και προβοκατόρικο. Παίρνει ως δεδομένο ότι έχει υπάρξει μια στιγμή στον χρόνο όπου πράγματι πάρθηκε η απόφαση να ταυτιστούν αυτές οι δύο έννοιες. Μπορούμε πιο εύκολα, χωρίς να προβοκάρουμε, να πούμε ότι η ανθρώπινη εμπειρία είναι δύσκολη, και ότι οφείλουμε να προσπαθούμε να την κάνουμε ευκολότερη. Αλλά από εκεί, πώς φτάνουμε στην ισοδυναμία;
Πώς φτάνουμε, για παράδειγμα, στην πεποίθηση ότι η τεχνολογική εξέλιξη κάνει τη ζωή μας όλο και πιο εύκολη, πράγμα που συνεπάγεται ότι είναι καλή, και το αντίστροφο; Γιατί είναι δεδομένο ότι η ύπαρξη ενός προηγμένου chatbot που με φυσικότητα βρίσκει τη λύση (κάπου πρέπει να βάλουμε εισαγωγικά· στη “φυσικότητα”, στο “βρίσκει”, στη “λύση”;) σε κάθε σου πρόβλημα, χωρίς να χρειαστεί εσύ να κάνεις τίποτα πέρα απ’ το να το περιγράψεις, είναι γεγονός που βελτιώνει την ζωή σου; Γιατί είναι δεδομένο ότι η άμεση πρόσβαση στη μουσική, σε όλη τη μουσική, όπου κι αν βρίσκεσαι, ό,τι κι αν κάνεις, τόσο που να μπορείς να αναθέσεις σε έναν αλγόριθμο να αποφασίσει τι σ’ αρέσει και να στο βάλει να το ακούσεις, βελτιώνει την εμπειρία της μουσικής; Τα ερωτήματα δεν είναι ρητορικά, ούτε ειρωνικά. Δεν αναρωτιέμαι τόσο το ποια είναι η απάντηση στα ίδια τα ερωτήματα, όσο το γιατί δεν θέτουμε πιο συχνά αυτά τα ερωτήματα.
Λες και επιταχύνουμε μονίμως πάνω σε μια ράμπα εκτόξευσης (μιας εκτόξευσης που ποτέ δεν έρχεται), στην οποία η ταχύτητα είναι τόσο ιλιγγιώδης που δεν υπάρχει χρόνος για περίπλοκα ερωτήματα. Πόσο μάλλον για ύποπτα ερωτήματα, που μπορεί από πίσω τους να κρύβουν συντηρητισμό, τεχνοφοβία, αρνητισμό ή, απλούστερα, αδράνεια. Αλλά γιατί είναι καλύτερο το να ακούς ένα βιβλίο απ’ το να το διαβάζεις; Γιατί είναι καλύτερο να σου καθαρίζουν το σπίτι ή να σου μαγειρεύουν απ’ το να καθαρίζεις και να μαγειρεύεις εσύ; Γιατί είναι καλύτερο να παραγγέλνεις κάτι απ’ το να πας να το πάρεις; Γιατί είναι καλύτερο να παρακολουθείς από το σαλόνι σου απ’ ό,τι απ’ τη θέση μιας αίθουσας; Γιατί είναι καλύτερο να βλέπεις τα μηνύματα που έρχονται στο κινητό σου από την οθόνη του ρολογιού σου, αντί να πιάσεις το κινητό σου; Γιατί είναι καλύτερο να γλιτώνεις τον περισσότερο δυνατό χρόνο, μέχρι και την τελευταία ώρα, το τελευταίο λεπτό, το δευτερόλεπτο; Γιατί;
Προφανώς για να κάνεις κάτι άλλο με αυτό τον χρόνο. Οπότε, τι θα κάνεις με όλον αυτό τον χρόνο που γλίτωσες;
Μα δεν τον βρίσκεις. Νιώθεις, μάλιστα, πως ο χρόνος σου όλο και λιγοστεύει. Κι επειδή ο χρόνος σου—με τρόπο μεταφυσικό—όλο και λιγοστεύει, διατίθεσαι να αφιερώσεις όλο και λιγότερο χρόνο στα πράγματα.
Οπότε μια ζωή ευκολότερη δεν ισοδυναμεί με ζωή καλύτερη. Μπορεί να σημαίνει απλώς ζωή ταχύτερη. Ζωή καλύτερα μετρήσιμη με όρους παραγωγικότητας, ανάπτυξης και κέρδους.
Από την άλλη, ευκολότερη ζωή θα πει πως γλιτώνουμε τριβή, γλιτώνουμε μόχθο, γλιτώνουμε ταλαιπωρία, αναμονή, υπομονή, βαρεμάρα, πόνο, ανησυχία, άγνοια, ανία, ανασφάλεια, ανισορροπία, απογοήτευση. Γλιτώνουμε άρα τα πράγματα εκείνα που θεωρούμε ανεπιθύματα. Τα επιπρόσθετα βάρη της ζωής. Πρέπει, με λίγα λόγια, να πιστεύουμε ότι η ζωή μας είναι κάτι άλλο, κάτι πέραν αυτών των πραγμάτων. Κάτι πέραν αυτής της τριβής. Ότι η ζωή είναι αυτό που κάνουμε όταν δεν χάνουμε τον χρόνο μας στην τριβή. Με αυτό το σκεπτικό, τι είναι ζωή; Είναι η απόλαυση όσων δεν μας βασανίζουν; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η ζωή μας περιλαμβάνει πολύ λίγη ζωή.
Ίσως με τέτοιον τελεολογικό τρόπο, ακόμα πιο ριζοσπαστικό μάλιστα, να σκεφτόταν και ο CEO της OpenAI όταν πριν λίγες μέρες προσπάθησε να κατευνάσει τις ανησυχίες σχετικά με τις ενεργειακές απαιτήσεις των γλωσσικών μοντέλων:
​“Λέμε πολλά για το πόση ενέργεια χρειάζεται για να εκπαιδευτεί ένα AI μοντέλο, αλλά και ο άνθρωπος θέλει πολλή ενέργεια για να εκπαιδευτεί. Του παίρνει περίπου είκοσι χρόνια ζωής, μαζί με όλο το φαγητό που καταναλώνει σ’ εκείνη την περίοδο, μέχρι να γίνει έξυπνος”.
​
​Στην Αθήνα ανοίγουν δισκάδικα. Μυρίζουν με το πηχτό, αψύ άρωμα του βινυλίου. Δάχτυλα τρέχουν πάνω σε βινύλια. Εξώφυλλα άλμπουμ που έχεις συνηθίσει να βλέπεις σε μικρά τετραγωνάκια στην γωνία κάποιας υπηρεσίας streaming, αποκτούν υπόσταση, και έχουν τελείως άλλη επίδραση πάνω σου. Βρίσκονται πραγματικά στα χέρια σου. Αγγίζεις ένα πράγμα. Κι όταν το παίρνεις σπίτι σου, σου ανήκει. Αυτή η μουσική σου ανήκει. Τη βγάζεις από τη θήκη της, τη βάζεις στο πικάπ, τοποθετείς τη βελόνα, την κατεβάζεις πάνω της. Ακούς το ένα κομμάτι, ύστερα το επόμενο. Τελειώνει το πρώτο μέρος, και γυρίζεις ανάποδα τον δίσκο. Με όρους αποτελεσματικότητας, τελεολογικά μιλώντας, έχεις προσθέσει αχρείαστα επιπλέον βήματα στη διαδικασία κατανάλωσης της μουσικής, και έχεις περιορίσει δραματικά την γκάμα επιλογών σου. Έχεις χάσει χρόνο. Έχεις αυξήσει κατακόρυφα την τριβή. Έχεις κάνει τη ζωή σου πιο δύσκολη.
​Πρέπει όμως να υπάρχει και κάτι άλλο πέρα από αυτή την απογύμνωση, την αλγοριθμοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας. Κάποια σαφής απόσταση ανάμεσα στο λάδωμα των αρθρώσεων της μηχανής και στην τριβή που ζεσταίνει τα ανθρώπινα χέρια και τα σώματα. Μάλλον, δεν πρέπει, είναι βέβαιο πως υπάρχει, όπως και το ότι η επάνοδος των αναλογικών μέσων δεν είναι μια νοσταλγική επιστροφή στο ρετρό, αλλά στροφή σε μια εμπειρία με βάθος. Που δεν αποσκοπεί στην άμεση ικανοποίηση. Που αναγνωρίζει πως δεν μπορούν όλα να εξομοιωθούν με μια φαγούρα που θέλει ξύσιμο, και γρήγορα.
​Γι’ αυτό το μέλλον, που κάποτε ντυνόταν με φουτουριστικές φαντασιώσεις, μπορεί να μην χρειάζεται πια να μοιάζει πιο εξελιγμένο από το παρόν για να φαντάζει καλύτερο· πόσο μάλλον για να φαντάζει αισιόδοξο. Δεν οφείλει να είναι αποτελεσματικότερο ούτε ευκολότερο. Το μέλλον οφείλει να είναι ωριμότερο από το παρόν, στο μέτρο πάντα του ανθρώπου. Και η ωριμότητα απαιτεί αναγνώριση των αναγκών και αποδοχή τους. Έχουμε ανάγκη από ένα μέλλον πιο “δύσκολο”. Με περισσότερη τριβή.
​Ο Νικ Κέιβ, πέρα από διάσημος σταρ της rock n’ roll, απέκτησε και μια άλλου τύπου διασημότητα μετά την τραγική απώλεια του δεκαπεντάχρονου γιου του, και τον τρόπο με τον οποίο αυτή άλλαξε τον ίδιο και το προφίλ που έδειχνε στον κόσμο. Σε μια δημόσια συζήτησή του, απαντώντας σε ερώτηση του κοινού, είπε:
​“[…] Η rock n’ roll απάντησή μου θα ΄ταν ‘fuck no! Δεν μετανιώνω τίποτα’. Αλλά η ειλικρινής απάντηση είναι ότι μετανιώνω πολλά, κυρίως επειδή τώρα καταλαβαίνω τι [είναι]… τι έχει να προσφέρει η ζωή. […] Υποθέτω αυτό είναι το να μεγαλώνεις. Είναι η συσσώρευση πραγμάτων που μετανιώνεις, απογοητεύσεων, πραγμάτων που μετουσιώνονται σε απώλειες. Ίσως το να μεγαλώνεις είναι μια συσσώρευση απώλειας, που σε κάνει διαφορετικό άνθρωπο… σε κάνει πραγματικό άνθρωπο, νομίζω”.
​Αποφεύγοντας μανιωδώς τη δυσκολία, την τριβή, την απώλεια, αποφεύγουμε κάτι πολύ ουσιαστικότερο. Πολύ ζωτικότερο. Μπορεί να μην μας είναι εύκολο να το ονοματίσουμε. Να μην μας είναι τόσο εύκολο να το προσεγγίσουμε με μαθηματική ακρίβεια. Αλλά βρίσκεται σε οδυνηρή εγγύτητα με αυτό που θέλουμε να λέμε ανθρώπινη ζωή.



Φοίβος Οικονομίδης

Το Βήμα

1/3/2026