Κυριακή 4 Μαΐου 2025

Ο λογοτεχνικός λόγος

Ο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ


Περικλής Πολίτης





Η θεωρητική φύση της λογοτεχνίας αποτέλεσε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα προβλήματα στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού. Είναι αδύνατο αλλά και αναποτελεσματικό να προσπαθήσει κανείς να διεξέλθει, στα πλαίσια ενός εισαγωγικού κειμένου, έστω και τις πιο αντιπροσωπευτικές από τις θεωρίες που έχουν διατυπωθεί από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας σχετικά με την "οντολογία" της λογοτεχνίας. Μπορούμε, ωστόσο, να κατατάξουμε τις θεωρίες αυτές σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες, που αντιστοιχούν στους γνωστούς θεμελιώδεις παράγοντες κάθε επικοινωνιακής περίστασης. Έχουμε, λοιπόν, προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως όχημα προσωπικής έκφρασης του καλλιτέχνη, προσεγγίσεις που βλέπουν τη λογοτεχνία ως μέσο μετάδοσης ενός χρήσιμου μηνύματος στο αναγνωστικό κοινό, προσεγγίσεις που την περιγράφουν ως καθρέφτη της πραγματικότητας και, τέλος, προσεγγίσεις που εστιάζουν στη δομή του λογοτεχνικού έργου ως αντικειμένου.

👉 Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει "εκφραστικές" προσεγγίσεις του λογοτεχνικού έργου, οι οποίες, υποβαθμίζοντας όλους τους υπόλοιπους παράγοντες, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην έκφραση της ατομικότητας, κυρίως των συναισθημάτων, του συγγραφέα. Η έμπνευση του δημιουργού, η διαίσθησή του και η χαλάρωση του ελέγχου της λογικής έχουν πρωτεύουσα σημασία για την αναγνώριση της ταυτότητας του έργου, επειδή το δημιούργημα θεωρείται παιδί του δημιουργού του. Το αναγνωστικό κοινό, η πραγματικότητα αναφοράς και το έργο ως καλλιτεχνική δομή ελάχιστη σημασία έχουν. Ήταν αναμενόμενο οι προσεγγίσεις αυτές να ενδιαφερθούν κυρίως για τη βιογραφία και το ψυχολογικό υπόβαθρο των συγγραφέων ως πραγματικών προσώπων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σχολική ανάγνωση του λογοτεχνικού έργου όχι σπάνια εξαναγκάζεται να κάνει μια πρώτη στάση στο ληξιαρχείο, πριν καταπιαστεί με το ίδιο το έργο.

Η κριτική που ασκήθηκε στις "εκφραστικές" θεωρίες αναρωτήθηκε αν μέσα από μια τέτοια οπτική είναι δυνατό να αντιδιαστείλει κανείς τη συναισθηματική έκφραση του λογοτέχνη προς κάθε άλλο είδος γλωσσικής έκφρασης συναισθημάτων (π.χ. τα αυτοεκφραζόμενα συναισθήματα του αφηγητή και των ηρώων ή τα αφηγούμενα συναισθήματα), επίσης, αν οι "εκφραστικές" θεωρίες προσφέρουν καν κριτήρια ανάγνωσης της λογοτεχνίας και αν η λογο-τεχνική έκφραση συναισθημάτων διαφέρει από την καθ' οιονδήποτε τρόπο (= μη καλλιτεχνική) έκφραση συναισθημάτων, αφού η μορφή της λογοτεχνικής έκφρασης (συναισθημάτων) θεωρείται άνευ σημασίας.

👉 Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει "πραγματολογικές" προσεγγίσεις, οι οποίες υπογραμμίζουν με έμφαση τον παράγοντα "αναγνωστικό κοινό". Ενώ οι προηγούμενες προσεγγίσεις χαρακτηρίζονται από ένα είδος ψυχολογισμού, αυτές διακρίνονται για τον "ωφελιμισμό τους, αφού αναζητούν ηθικό ή κοινωνικό "μήνυμα" και πρακτικό αποτέλεσμα σε κάθε λογοτεχνικό έργο. Χαρακτηριστική περίπτωση "φρονηματιστικής" ερμηνείας της λογοτεχνίας συνιστά δυστυχώς ακόμη η σχολική πρακτική του οικείου μαθήματος. Πετυχημένο έργο είναι αυτό που πείθει συναισθηματικά και διανοητικά τον "οικουμενικό" αναγνώστη (το είδωλο του "μέσου" αναγνώστη), με αποτέλεσμα να υπεγείρει και τη θετική συναισθηματική του ανταπόκριση.

Η κυριότερη κριτική που δέχθηκαν οι τέτοιου είδους προσεγγίσεις υπογραμμίζει τη σύγχυση (ανάμεσα στα είδη λόγου) που μπορεί να προκαλέσει η ταύτιση της λογοτεχνίας με την μετάδοση συναισθημάτων και την πειθώ. Εξάλλου, η αδιαφορία που επιδεικνύεται για τη λογοτεχνική μορφή μας αφήνει με πολλά ερωτηματικά για το τι θεωρείται καλλιτεχνική έκφραση συναισθημάτων και ιδεών, όπως συμβαίνει και με τις "εκφραστικές" προσεγγίσεις.

👉 Η τρίτη κατηγορία περιλαμβάνει τις "μιμητικές" προσεγγίσεις, σύμφωνα με τις οποίες αυτό που κάνει το λογοτεχνικό έργο αντικείμενο καλλιτεχνικό είναι η μίμηση της πραγματικότητας. Ιδιαίτερα ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός είναι τα ρεύματα που κατεξοχήν στοιχούν στην προσέγγιση αυτή. Η έκφραση ατομικών συναισθημάτων, η φροντίδα για τη μορφή του έργου και η μετάδοση μηνύματος στον αναγνώστη είναι απλά συμπληρώματα της καλλιτεχνικής διεργασίας, που στηρίζεται στη μίμηση. Αλλά τι της πραγματικότητας μιμείται το λογοτεχνικό έργο; Πώς διακρίνεται η λογοτεχνική από άλλα είδη μίμησης; Και είναι άραγε αρκετή η μίμηση της πραγματικότητας, για να προκύψει ένα καλλιτεχνικό αντικείμενο;

👉 Οι προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν το λογοτεχνικό έργο ως "κλειστό" αντικείμενο δημιουργίας χαρακτηρίζονται συνήθως "δομιστικές" ή "φορμαλιστικές". Οι βασικές παραδοχές τέτοιων προσεγγίσεων είναι: ότι το λογοτεχνικό έργο είναι προϊόν ή αντικείμενο δημιουργίας "εκ του μηδενός", δηλαδή μιας δημιουργίας που δεν αντιγράφει την πραγματικότητα αλλά την κτίζει εξ υπαρχής, δημιουργώντας ένα παραξένισμα στον αναγνώστη, ακριβώς επειδή τον υποχρεώνει να αναπτύξει καινούργια αισθητήρια, ότι οι δομές και η μορφή του έργου, που συνιστούν "παρεκκλίσεις" από την ομιλούμενη γλώσσα, έχουν πρωτεύουσα σημασία για την παραγωγή και την πρόσληψή του από το κοινό του, ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως προσωπικός δημιουργός και ότι η απόλαυση του κειμένου είναι το πρώτο αίτημα της λογοτεχνίας σε σχέση με τους αποδέκτες της. Εφόσον η λογοτεχνία αντλεί από την πραγματικότητα, η μίμηση είναι αναπόφευκτη. Όμως, δεν είναι φωτογραφική απεικόνιση της πραγματικότητας, είναι αναπαράσταση μορφολογικά επεξεργασμένη.

Ούτε οι προσεγγίσεις αυτές απέφυγαν την επίκριση, αν και συγκριτικά με τις προηγούμενες είναι οι πιο ολοκληρωμένες. Η κύρια κατηγορία είναι αυτή που διατυπώθηκε και εναντίον του δόγματος "η τέχνη για την τέχνη", ότι δηλαδή η αντιμετώπιση του λογοτεχνικού έργου ως κλειστού σύμπαντος διαγράφει εντελώς την πραγματικότητα που το τροφοδότησε και την ανατροφοδότηση από το κοινό που θα το "καταναλώσει". Μ' άλλα λόγια, κάθε φορμαλιστική προσέγγιση ενδιαφέρεται για το λογοτεχνικό κείμενο και όχι για τον λογοτεχνικό λόγο ως συνολική επικοινωνιακή πρακτική.

Αν ο υψηλότερος στόχος της λογοτεχνίας είναι η πρόκληση αισθητικής απόλαυσης, τότε αυτή δεν μπορεί να προκύπτει τυχαία. Εργαλεία της είναι οι τεχνικές δόμησης του λογοτεχνικού έργου. Βέβαια, κάθε γλωσσική δομή δεν προκαλεί αισθητική απόλαυση. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο να αντιδιαστείλουμε τις αισθητικές από τις μη αισθητικές δομές. Προκαταρκτικά μπορούμε να πούμε ότι η ζύμη της λογοτεχνικής απόλαυσης συνδέεται με την έμπνευση του δημιουργού και την επινόηση νέων δομών ή την επεξεργασία παλαιών. Πάντως, δεν είναι οι παραδοσιακές περιγραφές λογοτεχνικών δομών (μέτρο, ρυθμός, ομοιοκαταληξία, παρήχηση, στροφικά συστήματα) ή τεχνικών (εικονοποιία, συμβολισμός, ειρωνεία) που μας προσφέρουν το κλειδί της αποκρυπτογράφησης των αισθητικών δομών. Αν υπάρχει ένα τέτοιο κλειδί, αυτό βρίσκεται σε ολιστικές ερμηνείες της λογοτεχνικής απόλαυσης, όπως για παράδειγμα η αριστοτελική θεωρία των αιτίων, που δεν αφήνει τίποτε στην τύχη σε ό,τι αφορά τη δόμηση του λογοτεχνικού έργου. Το περιεχόμενο του έργου είναι η υλική του αιτία, η οποία "υφίσταται την επενέργεια της μορφικής αιτίας, δηλαδή της ειδικής μορφολογικής επεξεργασίας. Ο δημιουργός, που είναι υπεύθυνος για τη διαμόρφωση της κατάλληλης δομής είναι η αποτελεσματική αιτία και η αισθητική απόλαυση του αποδέκτη είναι ητελική αιτία της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Για να αντιληφθούμε τη φύση μιας λογοτεχνικής δομής, πρέπει πρώτα να ξέρουμε τι είναι αυτό που δομείται. Κι αυτό που δομείται είναι μορφή και περιεχόμενο μαζί, μια σημαίνουσα μορφή, γιατί το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωριστά από το άλλο. Η γλωσσική (φωνήματα, μορφήματα, συντάξεις και σημασίες) και η μη γλωσσική (χαρακτήρες ηρώων, συναισθήματα, πράξεις, ιδέες και αξίες) ύλη της λογοτεχνίας δεν διαφέρει από την ύλη των άλλων ειδών λόγου. Αυτό που διαφέρει είναι ο τρόπος μορφοποίησής της. Η οργάνωση του λογοτεχνικού έργου δίνει -όσο κανένα άλλο είδος λόγου- προτεραιότητα στις δομές, οι οποίες έχουν οριζόντια διάταξη και ενότητα, λόγω της γραμμικότητας του λόγου, συγκρατιούνται όμως από την κάθετη ενότητα, που κατεξοχήν υλοποιεί το μορφικό αίτιο ενός έργου και επιτρέπει την εσωτερική συνομιλία των μερών με το σύνολο. Μια τέτοια οργάνωση έχει ως αποτέλεσμα τη διαφορετικότητα της λογοτεχνικής γλώσσας σε σύγκριση με την καθημερινή, διαφορετικότητα ήχων, σημασιών αλλά και προσώπων και καταστάσεων, εντέλει θεμάτων. Και έτσι μπαίνουμε στην επικράτεια του ύφους.

Το λογοτεχνικό ύφος είτε ως παρέκκλιση από το ύφος της καθημερινής συνομιλίας είτε ως γλωσσική δομή έχει συγκεντρώσει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των μελετητών της λογοτεχνίας. Το μόνο που μπορεί κανείς να επισημάνει σχετικά με το λογοτεχνικό ύφος στα όρια ενός μικρού άρθρου είναι τα επίπεδα ανάλυσής του. Η μελέτη των επιπέδων αυτών οδηγεί σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις (από έργο σε έργο ή από λογοτέχνη σε λογοτέχνη) ή διαφοροποιήσεις του λογοτεχνικού ύφους από το ύφος άλλων ειδών λόγου. Μπορεί, λοιπόν, το ύφος του λογοτεχνικού έργου να αναλυθεί σε φωνολογικό (συνδυασμοί φωνημάτων), γραμματικό (συνδυασμοί γραμματικών κατηγοριών), συντακτικό (προτασιακές ποικιλίες), ρυθμολογικό (επιτονισμός) και μεταγλωσσικό επίπεδο (χώρος, χρόνος, πλοκή μύθου). Μπορεί, επιπλέον, να μελετηθεί και μέσα στα εποχικά, πολιτισμικά και καταστασιακά του συμφραζόμενα, γιατί το ύφος διαμορφώνεται και από εξωγλωσσικούς παράγοντες, όπως είδαμε να γίνεται και στα άλλα είδη λόγου.










Συγγνώμη!

Συγγνώμη


Κυριακή 04/5/2025

Χωμενίδης Χρήστος




Ακόμα και οι πιστότεροι στο γράμμα των ιερών κειμένων Χριστιανοί το παραδέχονται. Η Κόλαση δεν έχει καζάνια που κοχλάζουν. Ούτε διαβόλους που τρυπούν με πυρακτωμένες τρίαινες τα σωθικά σου. Κόλαση είναι η απόλυτη μοναξιά. Το τέλος της επικοινωνίας. Η διάρρηξη του δεσμού με τους άλλους, με τον Αλλον, που δίνει νόημα στην ύπαρξή μας.

Πώς οδηγείσαι ακαριαία στην Κόλαση; Αρκεί μπροστά στα μάτια σου να εκπέσει ένας άνθρωπος που πάνω του έχεις επενδύσει γνήσιο αίσθημα. Να τον δεις από τη μια στιγμή στην άλλη να μικραίνει, να ευτελίζεται. Να καταντάει αγνώριστος. Το γέλιο του να εξαλλάσσεται σε παγωμένη γκριμάτσα. Η γενναιοδωρία του σε μιζέρια. Η τρυφερότητά του σε σκληρότητα. Δεν χωράει φρικτότερη ακύρωση.

«Πού χάθηκε εκείνος που αγαπούσα; Ποιος είσαι εσύ, που έχεις πάρει τη θέση του; Πώς ξαφνικά μαράθηκε, ξεράθηκε ό,τι πριν από λίγο άνθιζε και κάρπιζε; Κατάρα έπεσε; Κακιά αρρώστια που νεκρώνει το συναίσθημα; Και αν ναι, υπάρχει γιατρικό; Το πληρώνω τοις μετρητοίς με τον ίδιο τον εαυτό μου»! Γιατρικό δεν βρίσκεται. Αντίθετα, η πληγή βαθαίνει, χαίνει, πονάει ολοένα και περισσότερο. Σε κατακλύζει η υποψία ότι τον καιρό που αγαπούσες ήσουν θύμα απάτης. Χειρότερα. Αυταπάτης. Εξελάμβανες βλακωδώς την επιθυμία σου σαν πραγματικότητα. Υπνοβατούσες πάνω σε χρυσά σύννεφα. Ωσπου γκρεμίστηκες – τι πιο φυσικό να συμβεί; Και συνετρίβης.

Ανακαλείς στιγμές του κοινού σας παρελθόντος και τις αντιλαμβάνεσαι υπό άλλο πρίσμα. Δεν πέφτει πάνω τους πλέον φως αλλά σκοτάδι. «Επρεπε να τον έχω πάρει χαμπάρι τότε που είπε το ένα, που έκανε το άλλο. Ενα βλέμμα του θα αρκούσε για να καταλάβω. Αλλά δεν είχα τα μυαλά μου στο κεφάλι μου…».

Το πρόσωπο που τόσο αγάπησες μοιάζει τώρα με ραγισμένη μάσκα. Σπάει, διαλύεται και από πίσω φανερώνεται το τέρας. Ή το κενό.

Εχει συνέχεια ο εφιάλτης; Εχει. Αφού ο εκλεκτός σου σε διέψευσε τόσο οικτρά, φαντάσου τι κουμάσια είναι όλοι οι άλλοι. Πόσο πνιγμένοι μέσα στο εγώ τους, που ο καθένας τους το μισοκρύβει ή το ψιμυθιώνει όπως μπορεί. Να πιστέψεις, να δοθείς, να αφεθείς; Η έσχατη πλάνη χείρων της πρώτης.

Το ξέρεις πλέον στο πετσί – ή μάλλον στην ψυχή σου – πως ανθρωπότητα σημαίνει ένα αξεμπέρδευτο κουβάρι από συμφέροντα και υπολογισμούς και ανεκπλήρωτες επιθυμίες που έχουν κακοφορμίσει κι έχουν γίνει συμπλέγματα. Κι εσύ ο ίδιος για ποιο λόγο άραγε να διαφέρεις από τους υπόλοιπους, τους διανοητικά εξελιγμένους, συναισθηματικά όμως ελλειμματικούς, άτριχους πιθήκους; Κάλλιο να πετάξεις το τομάρι σου στα σκουπίδια. Να εξοριστείς οικεία βουλήσει στην Κόλαση. Ετσι σε συμβουλεύει ο Αλμπέρ Καμύ στις πιο απαισιόδοξες, και πιο αριστουργηματικές συνάμα, σελίδες του. Και ο Ακης Πάνου. «Η ζωή μου όλη είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω…».


Κι όμως. Υπάρχει γιατρικό. Το λένε συγγνώμη. Αρκεί να αφήσεις χρόνο στον χρόνο και ο θυμός θα μαλακώσει. Το βλέμμα σου θα αλλάξει. Δεν θα θολώσει, θα γλυκάνει. Θα αντικρύσεις ξανά τους ανθρώπους σαν ανυπεράσπιστα, πανικόβλητα από τη γνώση του αναπότρεπτου θανάτου τους, ζωάκια. Που γδέρνονται, ποδοπατιούνται, κανιβαλίζονται με χίλιους τρόπους ενώ το μόνο που στο βάθος λαχταρούν είναι να αγκαλιαστούν. Να μοιραστούν την τόσο πρόσκαιρη ζωή τους.

Συνήθως έρπουν. Στιγμές – στιγμές ωστόσο τους φυτρώνουν φτερά. Κάνουν μεγαλειώδεις χειρονομίες, παραμερίζουν το προσωπικό τους όφελος, τα θυσιάζουν όλα για ένα όνειρο ή για έναν έρωτα που τους υπερβαίνει. Αγγίζουν τη θέωση.

Επειτα πέφτουν πάλι στη λάσπη. Εχω γνωρίσει ήρωες που στην καθημερινότητά τους συμπεριφέρονταν απίστευτα στενόκαρδα. Ποιητές εθισμένους στην κολακεία. Εραστές που αντάλλασσαν αδιανόητες κακίες, αλληλορεζιλεύονταν, ώσπου να τους απογειώσει ξανά το πάθος.

Η συγγνώμη καθαγιάζει εκείνον που τη ζητάει κι ακόμα περισσότερο εκείνον που τη δίνει. Η πίστη στον άλλον, ακόμα και αν στατιστικά είναι σχεδόν βέβαιο πως θα διαψευστεί, αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να εξακολουθήσουμε να ζούμε. Μαζί. Ως πρόσωπα. Και όχι ως άθροισμα μοναχικών ατόμων.


Σάββατο 3 Μαΐου 2025

Η εποχή της δυσπιστίας

 Η εποχή της δυσπιστίας


16.04.2025

Δημήτρης Παπανικολάου


Στην επίμονη κοινωνική διαμαρτυρία για το σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, που εξελίσσεται σε μια εντυπωσιακή εθνική ενδοσκόπηση, δύο ήταν και παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά: η οργή για την κατάρρευση των υποδομών και η απουσία εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Από τη μια, η οργή για την τηλεδιοίκηση που ποτέ δεν λειτούργησε, η έρευνα για την κατάσταση των δικτύων, η απόγνωση για μια ευρωπαϊκή χώρα που αδυνατεί, στον 21ο αιώνα, να έχει ένα σύγχρονο τρένο το οποίο να συνδέει έστω τις δύο μεγαλύτερές της πόλεις. Και από την άλλη, η δυσπιστία για τους κυβερνητικούς χειρισμούς, για την ανακριτική διαδικασία, για την πολιτική λογοδοσία, για το αν θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Η δυσπιστία αυτή πολλαπλασιάζεται αντί να μειώνεται: οι τελευταίες εξελίξεις σχετικά με το πόρισμα του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Σιδηροδρομικών και Αεροπορικών Ατυχημάτων και Ασφάλειας Μεταφορών (ΕΟΔΑΣΑΑΜ) την τελευταία εβδομάδα αυτό επιβεβαιώνουν. Παρακολουθούμε μια ιστορία που φαίνεται όλο και πιο περίεργη, όλο και περισσότερο προβληματική και διαπλεκόμενη, με τις παλινωδίες και τελικώς την παραίτηση του αντιπροέδρου της επιτροπής να μεγεθύνουν αυτή την εντύπωση. Είναι ενδιαφέρον ότι και η παρέμβαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου για κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση αντιμετωπίστηκε με τον ίδιο τρόπο: με βαθιά δυσπιστία για τα κίνητρά της. Η γενική αίσθηση είναι ότι, όπως και οι υποδομές, έτσι και οι θεσμοί: είναι σε αποσύνθεση.

Κάποιοι θα επέμεναν ίσως ότι αυτά τα δύο, υποδομές και θεσμοί, είναι όψεις της κοινωνικής οργάνωσης που δεν συνδέονται μεταξύ τους, ζητήματα, θα έλεγαν, διαφορετικής τάξης. Κι όμως, το βασικό πολιτικό επίδικο της κοινωνικής διαμαρτυρίας για τα Τέμπη είναι ότι η κατάρρευση των υποδομών και η απαξίωση των θεσμών συνδέονται, και μάλιστα οργανικά.

Μιλώντας για υποδομές κοινής ωφέλειας, το μυαλό πάει σε τεχνικές (δρόμοι, δίκτυα, λιμάνια, κτίρια), κοινωνικές (εκπαίδευση, περίθαλψη, πρόνοια, δημόσιοι χώροι), πιο συχνά στη σύνθεση των δύο. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε τις τελευταίες δεκαετίες καταλήξει να θεωρούμε φυσική την αποεπένδυση και την υπονόμευση τέτοιων υποδομών, καθώς και την αποσύνδεση της ιδέας της ανάπτυξης από την ανακατανεμητική λογική της δημόσιας πρόνοιας. Και ομοίως έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε μια σειρά θεσμών (νόμους, ρυθμίσεις, πολιτικές και διοικητικές δομές και, ναι, και τη Δικαιοσύνη) να τη σιγοντάρουν αυτή την υπονόμευση. Ετσι αρχίζει ο φαύλος κύκλος. Πείθεσαι ότι είναι φυσικό να έχει το δημόσιο νοσοκομείο κομματικά διορισμένο διοικητή, ανέχεσαι να έχει έλλειψη σε είδη πρώτης ανάγκης, το βλέπεις φυσικό να εξουθενώνονται οι εργαζόμενες και οι εργαζόμενοι σε αυτό ή να πάσχουν τα κτίριά του, σιγά-σιγά χάνεις την πίστη σου στο δημόσιο νοσοκομείο γενικώς. Και μετά σου λένε ότι φταις εσύ που, ταυτόχρονα, χάνεις και την εμπιστοσύνη σου στους πολιτικούς θεσμούς που το διοικούν, λες και η αντίδρασή σου είναι, ας πούμε, ψυχολογική. Εμ, δεν είναι. Ως αντίδραση εμπεριέχει μια πολύ προφανή, και πολύ πολιτική, λογική. Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτή η πολιτική λογική και η διεκδίκηση δεν αρθρώθηκαν νωρίτερα: δεν βγήκαμε δηλαδή και στους δρόμους επειδή διορίζονται κομματικά οι διοικητές των νοσοκομείων.

Αλλο παράδειγμα: Εχουμε δεχθεί με μια σχετική παθητικότητα να γίνονται οι Ανεξάρτητες Αρχές έρμαιο πολιτικής χειραγώγησης, να επιλέγονται ή να αλλάζουν τα μέλη τους με διαβλητούς τρόπους που πλέον ούτε καν παρακολουθούμε. Απλώς αυξάνουμε τη δυσπιστία για τις Ανεξάρτητες Αρχές συνολικά, έως την απόλυτη απαξίωσή τους. Η αντίδραση αυτή δεν είναι ψυχολογική, δεν είναι «ψεκασμένη», ενέχει πολιτική λογική και κρίση, όσο κι αν επίσης χαρακτηρίζεται και από μια σχετική παθητικότητα σε σχέση με τα προηγούμενα στάδια αυτής της αλυσίδας απαξίωσης. Παρόμοια παραδείγματα θα μπορούσα να βρω για την παιδεία, τις συγκοινωνίες, την ασφάλεια, την κατάσταση του δημόσιου χώρου, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, την ενημέρωση κ.ο.κ.

Οι θεσμοί λοιπόν πάσχουν εκτός των άλλων και γιατί συμμετέχουν σε μια πρωτοφανή τα τελευταία χρόνια διαμόρφωση κοινωνικής παθητικότητας, μιας μορφής καταστολή (και με τις δύο έννοιες της λέξης) του κοινωνικού σώματος. Συναινούν στη σχετικοποίηση της σημασίας του δημόσιου συμφέροντος και κάποτε διαπλέκονται στην ακύρωση της ίδιας της έννοιάς του. Στηρίζονται, και αυτοί, στην κοινωνική παθητικότητα. Πώς συντηρείται η κοινωνική παθητικότητα; Μα με την προώθηση με κάθε τρόπο ενός δόγματος «ασφάλειας», «νοικοκυροσύνης» και «κανονικότητας» που αναπαράγεται με απλοϊκά βιοπολιτικούς όρους: όσο είσαι μέσα στο μαντρί η ζωή σου είναι καθορισμένη και ασφαλής, η ζωή σου μετράει. Σε αντίθεση με όσες ζωές είναι απ’ έξω, στις βάρκες των προσφύγων, στους ανθρώπους χωρίς χαρτιά, στα κέντρα συγκέντρωσης, στις κατεστραμμένες πόλεις. Από εδώ η ασφαλής ζωή, ακόμα και υπό παρακολούθηση, από εκεί το «μην κοιτάς». Αν στην Ελλάδα έχει ξανά τιναχθεί στον αέρα αυτό το σχήμα τον τελευταίο καιρό, βεβαίως, είναι και γιατί το δυστύχημα στα Τέμπη έδειξε τόσο ξεκάθαρα ότι ακόμα και στα βασικά της αυτή η «ασφάλεια» δεν είναι παρά κενό γράμμα (σαν το παράταιρο τελευταίο Α στο αρκτικόλεξο ΕΟΔΑΣΑΑΜ), τρόπος χειραγώγησης μάλλον παρά πραγματικότητα. Δεν είναι τυχαίο το σύνθημα «πάρε με όταν φτάσεις» ή το πόσο πολύ παρακολουθούμε τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους. Στα Τέμπη, με τρόπο τραγικό, τινάχθηκε το δόγμα της βιοπολιτικής ασφάλειας στο κέντρο της αναφοράς του, στον οίκο και την οικογένεια. Αίφνης τινάχθηκαν τα «ας το αφήσουμε πίσω μας», τα «μη δυσπιστείς», τα «μην κοιτάς» και «μην ασχολείσαι». Και ξαναρχίσαμε να κοιτάμε.


Ο κύριος Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών και εταίρος του κολεγίου St Cross στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/print/opinions/i-epoxi-tis-dyspistias

Η τέχνη θα πεθάνει μαζί μας!

Η τέχνη θα πεθάνει μαζί μας!

Οδυσσέας Ιωάννου

"Ξέρουμε πως δεν θα πάμε ποτέ στα αστέρια,

 αλλά αλίμονο αν τα χάσουμε και από τα μάτια μας."




Το γεγονός πως τις τελευταίες εβδομάδες το timeline μας – και όχι μόνο στην Ελλάδα – γέμισε με Adolescence αποδεικνύει πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε ακόμα τον κώδικα της τέχνης. Μπορεί να κυκλοφορούν εκατό βιβλία με το ίδιο θέμα, να οργανώνονται συνέδρια, να είναι ένας μόνιμος φόβος που περνάει σαν μοβ κορδέλα μπροστά από τα μάτια όλων των γονιών, αλλά η κουβέντα άνοιξε ύστερα από τέσσερα αριστουργηματικά μονοπλάνα.

Γιατί άραγε; Γιατί έπρεπε να το δούμε έτσι για να μας ενεργοποιήσει; Γιατί χρειάζονταν μερικές συγκλονιστικές ερμηνείες μιας χούφτας εγγλέζων ηθοποιών για να μιλήσουμε για τα παιδιά μας; Γιατί δεν ήταν αρκετή η πραγματικότητα; Γιατί κανένα άρθρο, καμία είδηση, κανένα ρεπορτάζ με πραγματικούς ήρωες δεν θα μπορούσε ποτέ να ευαισθητοποιήσει τόσο; Η απάντηση είναι η τέχνη. Όσο και να έχει λοιδορηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, όσο κι αν έχει απαξιωθεί, συκοφαντηθεί από τους «ρεαλιστές», όσο κι αν τη θεωρούν κάτι δευτερεύον για να περνάει ευχάριστα (;) η ώρα μας, ο κώδικας της τέχνης γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο και αν πεθάνει θα πεθάνει μαζί του.

Είναι για τον ίδιο λόγο που ένα έργο στην Εθνική Πινακοθήκη μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη αντίδραση από οποιαδήποτε δήλωση, από οποιαδήποτε δημόσια τοποθέτηση. Για τον ίδιο λόγο που μας συγκινεί ένα ερωτικό τραγούδι, που κάποιος πεθαίνει από έρωτα σε μία εποχή που δεν πεθαίνουμε πια από έρωτα. Για τον ίδιο λόγο που μας γοητεύει η ιστορία κάποιου που δίνει τη ζωή του για έναν καλύτερο κόσμο, σε εποχές που η γενναιότητα και ο ηρωισμός είναι απλώς κολλήματα ορισμένων «losers» που ψάχνουν νόημα στη ζωή τους ή θέλουν απλά να τραβήξουν την προσοχή και να στρέψουν τα φώτα πάνω στο υπερεγώ τους.

Η τέχνη εμπεριέχει στο κύτταρό της την υπερβολή, αλλά όχι το ψέμα, εκεί υπάρχει μία παρεξήγηση. Ακόμη και όσοι ακολούθησαν τον τρόπο του απόλυτου ρεαλισμού, δίχως συμβολισμούς, χωρίς ποιητικές αποστροφές και αποτύπωσαν κόσμο, αισθήματα και ιδέες μέσα από το πεντακάθαρο πρίσμα της πραγματικότητας, δεν κατάφεραν να αποφύγουν την υπερβολή για να μιλήσουν. Την υπερβολή του παραδείγματος, την υπερβολή της επιμερισμένης εικόνας, την υπερβολή της εκβίασης του συναισθήματος. Είναι αδύνατον να τα αποφύγεις αυτά στην τέχνη. Πώς θα γίνει να συγκινήσεις αν δεν πειράξεις λίγο τις παραμέτρους και δεν αμφισβητήσεις τις ευθείες γραμμές που ενώνουν την παρατήρηση με το συμπέρασμα;

Δεν ξέρω αν η τέχνη παρουσιάζει τη ζωή όπως θα έπρεπε να είναι – νομίζω πως όχι, η ζωή όπως τη ζούμε είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε εναλλακτική –, όμως είναι ο υπέροχος, μη κανονικός κόσμος, σε μία κανονικότητα που δεν αντέχεται εύκολα. Είναι η δυνατότητα της εναλλακτικής, ανεξάρτητα αν αυτή θα πραγματωθεί ποτέ. Η τέχνη, όπως και το όνειρο, δεν ορίζουν τόπο, αλλά διαδρομή. Ξέρουμε πως δεν θα πάμε ποτέ στα αστέρια αλλά αλίμονο αν τα χάσουμε και από τα μάτια μας.

Τελικά χρειαζόμασταν το «Adolescence», όχι για να τρομάξουμε, ούτε για να νιώσουμε περισσότερο τα εφηβάκια μας, αλλά για να σταματήσουμε για λίγο την τρελή μας κούρσα της καθημερινότητας και να μας παρατηρήσουμε απ’ έξω.

Παρασκευή 2 Μαΐου 2025

Ο θόρυβος ως όπλο!

Ανάμεσα στη Σκύλλα των διαδοχικών κρίσεων 

και στη Χάρυβδη της υπερπληροφόρησης

02.05.2025

Φοίβος Οικονομίδης

https://www.tovima.gr/print/society/o-thoryvos-os-oplo/

"Την περίοδο που διανύουμε η φασαρία της υπερπληροφόρησης λειτουργεί συχνά ως μέσο επιτηδευμένης σύγχυσης. Πώς η ανάγκη για ησυχία φέρνει μούδιασμα σε ένα άθροισμα συγκυριών που επιτάσσει το ακριβώς αντίθετο; Γιατί η προσοχή στις ακατάπαυστες εξελίξεις μπορεί να σε κάνει να δεχθείς ότι δύο και δύο κάνει πέντε;"


Τα τρυπάνια βαράνε πάλι. Είπαν πως θα δούλευαν για μια, άντε δύο μέρες, έχει περάσει μια βδομάδα κι ακόμα. Επτάμιση το πρωί, χωρίς καμία προειδοποίηση, τρυπάνε από μέσα προς τα έξω. Πρώτα το όνειρο, δεύτερο το κρανίο. Στον τρίτο κάνετε ανακαίνιση ή στο κεφάλι μου; Για λίγα λεπτά μένεις παράλυτος με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι να τους ακούς που καταστρέφουν τον κόσμο. Μετά σηκώνεσαι και πας στο μπάνιο. Πλένεις τα δόντια σου κοιτώντας τον εαυτό σου στα μάτια και το είδωλό σου τρίζει, γιατί ο καθρέφτης τρίζει. Και δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Μόνο τον θόρυβο. Είναι σαν να σου διέγραψε κάθε δευτερόλεπτο ύπνου, κάθε προοπτική να φτιάξει κάπως η μέρα και να λειτουργήσεις. Κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και βλέπεις στα ανέκφραστα μάτια σου τις άκρες δύο τρυπανιών που αστράφτουν. Αλλά δεν έχεις νεύρα. Δεν τρόμαξες καν. Το έχεις συνηθίσει. Ο θόρυβος σφυροκοπάει τόσο αλύπητα και μεθοδικά κι επίμονα που στην πραγματικότητα δεν αισθάνεσαι τίποτα· απλώς τον ακούς, σαν τις ειδήσεις.

Σαν το τρένο που άβουλα καβάλησες πριν από χρόνια κι όχι μόνο δεν έχει σταματήσει πουθενά, ούτε μια φορά, σε κανέναν σταθμό, αλλά επιταχύνει κιόλας. Τις ειδήσεις, αυτή την ατέρμονη ροή, την εικοσιτετράωρη, που είτε κοιτάς, είτε στρέφεις το βλέμμα, είναι πάντα εκεί. Κάτω από τίτλους ειδήσεων με κεφαλαία γράμματα ωρίμασες και πλέον ζεις. Κι αν κάποτε τιτλοφορούσαν τη ζωή σου και τη χώριζαν σε κεφάλαια, τώρα κατακερματίζουν την κάθε μέρα, την τρυπούν και τη σπάνε σε χίλια κομμάτια και την ταΐζουν σε live feeds και αιωνίως ανανεούμενα πρωτοσέλιδα. Αυτή είναι η αίσθηση, έτσι μοιάζει να ζεις μέσα στην Ιστορία; Αυτή είναι η υφή της; Ή μήπως είναι η τεχνολογία που μπήκε στη μέση και έβαλε το κεφάλι σου στην πρίζα, το κεφάλι σου που δεν μπορεί να υπάρχει ταυτόχρονα στην Αθήνα και την Ουάσιγκτον και τη Γάζα, που δεν είναι κατασκευασμένο για να μπορεί να υποστηρίξει τέτοιον όγκο εξελίξεων; Κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και παλεύεις να το αποδεχτείς ως κανονικότητα, αυτό είναι τώρα. Αλλά κανονικότητα σημαίνει συνέχεια, συνέχεια σημαίνει σταθερότητα και σταθερότητα σημαίνει ηρεμία. Και όταν οι ειδήσεις λένε ότι όλα ανά πάσα στιγμή γκρεμίζονται, εσύ νιώθεις πως χτίζεις πάνω σε ετοιμόρροπες αρχαίες κολόνες και σε παράγκες. Δεν μπορείς να ηρεμήσεις, γιατί κάνει πάρα, πάρα πολύ θόρυβο. Ξυπνάς και ο αντίχειράς σου ήδη σκρολάρει, ο δείκτης σου ήδη πατάει κουμπιά και ενεργοποιεί συσκευές, κάτω απ’ τον ώμο ήδη σφηνώνουν εφημερίδες, και διαβάζεις:

Μυστηριώδης πνευμονία εξαπλώνεται στη Γουχάν, παγκόσμιο κραχ, ένα εκατομμύριο πρόσφυγες ψάχνουν καταφύγιο στην Ευρώπη, τρομοκρατική επίθεση τζιχαντιστών στο Παρίσι, απόπειρα πραξικοπήματος στη Νότιο Κορέα, δεύτερο μνημόνιο, ο Τραμπ πρόεδρος των ΗΠΑ, κίτρινα γιλέκα, το Ηνωμένο Βασίλειο φεύγει από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας κηρύσσει πανδημία, πτώχευση, πνιγμένοι πρόσφυγες στην Πύλο, στα ανοιχτά της Λέσβου, η Μόρια καίγεται, έκρηξη σκοτώνει διακόσιους στη Βηρυτό, υποστηρικτές του Τραμπ εισβάλλουν στο Καπιτώλιο, η Ρωσία εισβάλλει στην Ουκρανία, η Ιστορία επιστρέφει, πτώχευση, καταστροφικές πλημμύρες στη Γερμανία, ο Τραμπ ξανά πρόεδρος των ΗΠΑ, το Ever Given μπλοκάρει τη διώρυγα του Σουέζ, 57 άνθρωποι νεκροί στα Τέμπη μετά τη μετωπική σύγκρουση τρένων που κινούνταν στην ίδια ράγα σε αντίθετες κατευθύνσεις για περίπου 12 λεπτά, δεκάδες χιλιάδες νεκροί από σεισμό σε Τουρκία και Συρία, πενήντα χιλιάδες νεκροί Παλαιστίνιοι, καταστροφικές πυρκαγιές στην Αττική, τη Θράκη, την Εύβοια, την Πελοπόννησο, ο πρόεδρος Τραμπ ανεβάζει AI βίντεο όπου γλεντάει μαζί με τον Ιλον Μασκ στη Γάζα όπως την οραματίζεται μετά από την εθνοκάθαρση, εκατομμύρια στους δρόμους φωνάζουν «δεν έχω οξυγόνο», έλληνες δημοσιογράφοι, πολιτικοί, στρατιωτικοί, επιχειρηματίες, δικαστικοί, κρατικοί λειτουργοί παρακολουθούνται μέσω του Predator και της ΕΥΠ υπό εποπτεία Δημητριάδη, το πόρισμα ΕΟΔΑΣΑΑΜ δείχνει εύφλεκτη ουσία και απώλεια σοβαρών στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος, ταρίφες των ΗΠΑ στην Κίνα, ευαγγέλιο το πόρισμα ΕΟΔΑΣΑΑΜ, ταρίφες των ΗΠΑ σε όλους, φιάσκο το πόρισμα ΕΟΔΑΣΑΑΜ, παγκόσμιος εμπορικός πόλεμος, μαζικές απελάσεις ΗΠΑ σε Ελ Σαλβαδόρ, ο Πρόεδρος αγνοεί το Ανώτατο Δικαστήριο, «συγκάλυψη του εγκλήματος γίνεται μόνο από αυτούς που το παίζουν πραγματογνώμονες ενώ δεν είναι», παύση ταριφών, καμία συγκάλυψη, 145% ταρίφα στην Κίνα, τρυπάνια, βομβαρδισμός Υεμένης μέσω Signal, τρυπάνια, συγκάλυψη, τρυπάνια, ταρίφες, τρυπάνια.

Αλλά οι ειδήσεις είναι ευάλωτες στον υποκειμενισμό και, κυρίως, δεν είναι γεγονότα: είναι αναφορές σε γεγονότα. Ανταπόκριση από την πραγματικότητα που στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων συμβαίνει κάπου αλλού, και όχι σε εσένα προσωπικά. Και η πραγματικότητα είναι ούτως ή άλλως κάτι αφηρημένο και αναξιόπιστο, που διαστέλλεται και συστέλλεται και βιώνεται αλλιώς στο σαλόνι κι αλλιώς στα ανοιχτά της θάλασσας ή στο πεδίο της μάχης, και το συναίσθημα επιδρά πάνω της άλλοτε ως διαλυτικό και άλλοτε ως σφουγγάρι. Σε κάθε περίπτωση, το να πληροφορείσαι δεν είναι το ίδιο με το να βιώνεις. Χρειάζεται θέληση και επιμονή για να επιλέξεις να ασχοληθείς με μια πληροφορία, να τη μεταβολίσεις και να παράξεις άποψη, συναίσθημα και ενδεχομένως δράση. Με λίγα λόγια, όταν πληροφορείσαι για φρικαλεότητες και λες «τι τραγωδία» ή για αυθαιρεσίες και δηλώνεις εξοργισμένος, σου είναι σχετικά εύκολο μετά από μερικά λεπτά να φτιάξεις καφέ και να κάνεις τη δουλειά σου. Γιατί η πληροφορία δεν είναι εμπειρία, και εσύ πρέπει κάπως να ζήσεις. Αλλά το πράγμα γίνεται επικίνδυνο, όταν η πληροφόρηση γίνεται ασταμάτητη.

Οταν οι ειδήσεις πέφτουν σαν σφυριά η μία μετά την άλλη δεν υπάρχει χρόνος για ανάλυση, αλλά δεν υπάρχει και χώρος, έστω, για τη δική σου πραγματικότητα. Το μόνο που μπορείς να βιώσεις είναι ματαίωση, αφού τα γεγονότα σχηματίζουν μια αναπόφευκτη πορεία εν είδει πεπρωμένου, που παρακολουθείς να εξελίσσεται υποχρεωτικά αμέτοχος. Είναι το πεπρωμένο των ανθρώπων, του συστήματος, της ιστορικής στιγμής στην οποία σου έλαχε να ζεις, και είναι ασύλληπτα περίπλοκο και τεράστιο, και απρόβλεπτο και δυνάμει δυσοίωνο, και σε αφορά απόλυτα όπως απόλυτα είσαι αδύναμος απέναντί του, με τον τρόπο που αφορά ένα πέτρινο φράγμα η καταρρακτώδης βροχή που επιβεβαιωμένα έρχεται για να το γκρεμίσει. Για πόσο να αντέξεις τη ματαίωση; Την αδυναμία και την πίεση; Το να ξυπνάς παράλυτος, με το σώμα ακόμα κοιμισμένο, σε μια εφιαλτική κατάσταση ανήμπορης αφύπνισης; Ή, αλλιώς, για πόσο να αντέξεις να ξυπνάς και τα τρυπάνια να βαράνε πάλι, μέσα σου κι έξω, και να σου είναι συνειδητό, πλέον, ότι δεν θα σταματήσουν ποτέ; Η ειλικρινής απάντηση βγαίνει από τα εξαντλημένα σου χείλη και είναι: για όσο χρειαστεί.

Δύο χρόνια μετά τα Τέμπη, και μετά από τεράστια προσπάθεια κυβέρνησης και μέσων το ζήτημα να θεωρηθεί λήξαν, η ελληνική κοινωνία συντάχθηκε σε μια ανεπανάληπτη διαμαρτυρία, συγκλονιστικού μεγέθους. Το αφήγημα όχι μόνο δεν έπεισε, αλλά απορρίφθηκε ολοκληρωτικά. Ενα μήνα και κάτι μετά, η αλήθεια και πάλι βάλλεται, πληροφορίες αλληλοακυρώνονται, το ίδιο το πόρισμα γίνεται αντικείμενο σκανδάλου, συγκάλυψη συγκάλυψης. Χρειάζεται κανείς να αφιερώσει χρόνο μόνο και μόνο για να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ιστορίας και ένα νέο κυρίαρχο αφήγημα κατασκευάζεται που αφορά την αναξιοπιστία και τη σύγχυση, και αυτές ακριβώς πετυχαίνει. Και ενώ η αδικία και η ατιμωρησία και το θράσος θα μπορούσαν να σε πνίγουν… αναπνέεις κανονικά.

Είναι πλέον γνωστή η ατάκα του πρώην κύριου στρατηγικού συμβούλου του Τραμπ, Στιβ Μπάνον. Σε συνέντευξη που του πήρε ο δημοσιογράφος Μάικλ Λιούις το 2018 είχε πει: «Οι Δημοκρατικοί δεν έχουν σημασία. Η πραγματική αντιπολίτευση είναι τα μέσα ενημέρωσης. Και ο τρόπος να τα αντιμετωπίσεις είναι να πλημμυρίσεις το πεδίο με σκατά». Περιέγραφε μια τακτική κατακλυσμού του δημοσίου λόγου με πληροφορίες. Ενα μπαράζ ειδήσεων και δηλώσεων που προκαλεί κορεσμό, αποπροσανατολίζει και τελικά μουδιάζει τα κοινωνικά αντανακλαστικά και παραλύει μέσω σύγχυσης.

Οι πρώτες 100 μέρες της νέας κυβέρνησης αποτελούν υπόδειγμα για την εκτέλεση της τακτικής του Μπάνον. Από τη μετονομασία του Κόλπου του Μεξικό, στην προσάρτηση του Καναδά και της Γροιλανδίας, στα 129 εκτελεστικά διατάγματα, το DOGE του Ιλον Μασκ, τα υπαινικτικά σχόλια περί τρίτης θητείας, τον δημόσιο εξευτελισμό του Ζελένσκι, τα πέρα-δώθε με τις ταρίφες, η λίστα δεν τελειώνει. Αυτή τη στιγμή, ο Κιλμάρ Αμπρέγκο Γκρασία, που η κυβέρνηση παραδέχτηκε πως εσφαλμένα απέλασε και έκλεισε στη φυλακή-κολαστήριο του Ελ Σαλβαδόρ, και αφού το Ανώτατο Δικαστήριο απαίτησε τον επαναπατρισμό του, βρίσκεται ακόμα στη φυλακή. Κι όμως, το σκάνδαλο και η θεσμική εκτροπή δεν έχουν το αναμενόμενο αντίκτυπο στο κοινό αίσθημα. Κάνεις αστεία, πως ο κόσμος θυμίζει 1933, 1937, ίσως και 1939. Παρακολουθείς την εδραίωση ολοένα και πιο αυταρχικών καθεστώτων. Και περιγράφεις το μούδιασμα που αισθάνεσαι, ενώ το αισθάνεσαι. Το πνίξιμο, ενώ αναπνέεις κανονικά.

Δεν μιλάμε λοιπόν απλώς για σύγχυση, αλλά για τακτική σύγχυση. Για τον θόρυβο όχι ως αποτέλεσμα, αλλά ως όπλο. Το τρυπάνι είναι ο θόρυβος. Μουδιάζει τις συνάψεις, καθιστά τη σκέψη αδύνατη, τη συγκροτημένη αντίδραση απίθανη. Ξυπνάς, κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη ενώ πλένεις τα δόντια σου, κάνεις τη δουλειά σου, κοιμάσαι, όλα κάτω από την ίδια, αμείωτη φασαρία. Ο αντίκτυπος τον ειδήσεων γίνεται όλο και μικρότερος, ώσπου το πεπρωμένο που παρακολουθείς αμέτοχος να «είναι αυτό που είναι». Στο κομμάτι των Radiohead με (καθόλου τυχαίο) τίτλο 2+2=5, ο Τομ Γιορκ επαναλαμβάνει συνεχώς «είναι πια πολύ αργά, γιατί τόσον καιρό δεν έδινες προσοχή».  Δίνοντας, όμως, προσοχή στις ακατάπαυστες, αντικρουόμενες, ανεξέλεγκτες εξελίξεις, στο X και στο TikTok και στα μέσα ενημέρωσης, μπορεί τελικά να δεχθείς ότι δύο και δύο μας κάνει πέντε εξίσου, αν όχι περισσότερο αποτελεσματικά.

Εκεί έγκειται η μεγάλη παγίδα. Πώς να επιδείξεις ετοιμότητα και εγρήγορση, όταν είναι η ίδια σου η εγρήγορση που εργαλειοποιείται και σε εξουδετερώνει; Πώς συγκροτείσαι απέναντι σε μια επικοινωνιακή θύελλα που, ό,τι κι αν κάνεις, θα μπει σπίτι σου μέσα από τις χαραμάδες των παραθύρων και του αλγορίθμου;

Οταν φτάνεις στο σημείο να εκλιπαρείς για λίγη ησυχία, όταν ελπίζεις απλώς να σταματήσουν για λίγο να συμβαίνουν πράγματα και να μην υπάρχουν εξελίξεις, κι αν αυτό δεν γίνεται, τότε να σταματήσουν να σε ενημερώνουν ή έστω να αυτεξοριστείς, όταν ένα παγκόσμιο timeout σαν αυτό της καραντίνας μοιάζει ειδυλλιακό, είναι μάλλον ζωτικής σημασίας να ξεκαθαριστεί ότι η ηρεμία μπορεί να συνεπάγεται μερικές φορές την ησυχία, όμως η ησυχία σε καμία περίπτωση ούτε συνεπάγεται, ούτε βέβαια ισοδυναμεί με την ηρεμία.

Οπότε όποια κι αν είναι η απάντηση, αν αυτή υπάρχει, ίσως, πρώτα, να απαιτεί μια παραδοχή: ότι εδώ και αρκετά πλέον χρόνια, δεν υπάρχει χώρος για καμία κατ’ επίφαση κανονικότητα, και μάλλον δεν υπάρχει ούτε χρόνος για τέτοιες φαντασιώσεις. Τα τρυπάνια έχουν βγει έξω και γκρεμίζουν, ο κόσμος πάλλεται, η πραγματικότητα παραμορφώνεται και διαμορφώνεται με νέους τρόπους που επιτάσσουν νέες μορφές αντίδρασης. Αν εκείνοι ποντάρουν στο αίσθημα του εκτάκτου, του αποπροσανατολισμού και της επιτάχυνσης για να εκμεταλλευτούν την εγρήγορσή σου, ίσως εσύ να οφείλεις να επαναπροσδιορίσεις την ίδια την έννοια της εγρήγορσης. Ισως στη μη κανονικότητα η παύση να είναι μιας μορφής εγρήγορση. Ισως η διεκδίκηση χώρου για σκέψη να είναι μιας μορφής αντίσταση. Και αν η επιτάχυνση και ο καταιγισμός είναι μια νέας μορφής βαρβαρότητα, ίσως ο αγώνας για επιβράδυνση να είναι υπεράσπιση της ανθρωπιάς.

Ισως, δηλαδή, να πρέπει να δώσει κανείς στον εαυτό του το περιθώριο να κάνει όλα αυτά για τα οποία δήθεν δεν υπάρχει χρόνος. Αρα να αποδεχθεί τη συγκυρία στην οποία βρίσκεται και, όπως κάνει κανείς με τον θυμό ή τον θρήνο, να αισθανθεί και να επεξεργαστεί όλα αυτά που εμποδίζει, αντί να νεκρώνει για να αντέξει τα τρυπάνια. Στον Φρόντο του Τόλκιν που λέει «μακάρι να μη χρειαζόταν να συμβεί στην εποχή μου», ο Γκάνταλφ απαντάει: «Και εγώ το ίδιο. Και όλοι όσοι ζουν σε τέτοιες εποχές. Αλλά αυτό δεν είναι δική τους απόφαση. Το μόνο που έχουμε να αποφασίσουμε είναι το τι θα κάνουμε με τον χρόνο που μας δίνεται».

Γιατί οι ρυθμοί όλο και εντείνονται, ο κόσμος όλο και διαστέλλεται, το διακύβευμα όλο και διευρύνεται, και η αναισθησία είναι πολύ πιο δελεαστική από τον πόνο. Η προσπάθεια που απαιτείται για να ανατραπεί το μούδιασμα ενώ τα χτυπήματα συνεχίζουν ακάθεκτα ακούγεται – και μάλλον είναι – υπεράνθρωπη. Οταν βλέπεις καθημερινά πτώματα στα social media, και δυσκολεύεσαι να πιστέψεις τους τίτλους των ειδήσεων που διαβάζεις, η αποπραγματοποίηση και η συναισθηματική αποκοπή μπαίνουν στον αυτόματο. Αλλά αφού η φασαρία έχει έρθει για να μείνει κι αφού ο στόχος είναι η παραλυτική σύγχυση, μάλλον οφείλεις να προπονηθείς στην επιμονή, την ανάλυση, την ενσυναίσθηση. Να προσαρμοστείς στα νέα ντεσιμπέλ, για να μπορείς να ακούς τη φωνή σου, και να αντέχεις να ακούς τα τρυπάνια· και να συγκινείσαι όταν ακούς τη μουσική.


Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Τι θα πρέπει να προσέχω στην Παραγωγή Γραπτού Λόγου; (Σημειώσεις από διάφορα εκπαιδευτικά sites & blogs)

 


Συνηθισμένα λάθη στα γραπτά της Νεοελληνικής Γλώσσας


Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που στα κείμενα των μαθητών μας συναντάμε αρκετά λάθη, ασάφειες και ανακρίβειες στην προσπάθειά τους να δώσουν μία όσο γίνεται καλύτερη και πιο πειστική μορφή στα επιχειρήματά τους. Αρκετά συχνά δε στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν χάνουν και την ουσία, αλιεύοντας λέξεις και φράσεις που δεν ταιριάζουν στο ύφος τους.

Η πεζολογία και η αοριστολογία

Πολύ σύνηθες φαινόμενο σε αρκετά γραπτά υποψηφίων είναι οι κοινότοπες, πεζές εκφράσεις. Μάλιστα, μερικές φορές είναι πολλές και «ρίχνουν» πολύ το επίπεδο του γραπτού, το οποίο δεν απέχει και πολύ από τον τρόπο έκφρασης τους στον προφορικό λόγο. Καλή η προφορικότητα, αλλά πρέπει να συνάδει με το ανάλογο επικοινωνιακό πλαίσιο και να μην ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια. «Μέτρον άριστον». Η βιωματικότητα πρέπει να είναι εμφανής στο κείμενο, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πεζότητα και την απλοϊκότητα, που κάθε άλλο παρά ταιριάζουν στο (ημι)επίσημο ύφος ενός κειμένου, που πρόκειται να αξιολογηθεί, και μάλιστα με τα πιο υποκειμενικά και ενδεχομένως πιο αυστηρά κριτήρια.

Από την άλλη η αοριστολογία. Αυτό που πρέπει να διακρίνει το γραπτό μας είναι η σαφήνεια και η ακρίβεια. Στοιχεία που θα το «απογειώσουν». Αν δώσουμε το δικαίωμα στον βαθμολογητή να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει το κείμενό μας προκειμένου να «βγάλει άκρη» με τα λεγόμενά μας, το χάσαμε το παιχνίδι. Απλά. Ό,τι αναφέρουμε πρέπει με την πρώτη ανάγνωση να είναι σαφές και ακριβές. Δυστυχώς, δεν θα είμαστε παρόντες στη βαθμολόγηση προκειμένου να δώσουμε τις κατάλληλες εξηγήσεις στην περίπτωση που ο βαθμολογητής δεν βγάζει άκρη με κάτι που αναφέραμε. Σαφήνεια και ακρίβεια λοιπόν. Η εποχή που οι μαθητές αλίευαν οτιδήποτε έδινε στο κείμενό τους ένα πολύ επίσημο, στημένο και απόμακρο μερικές φορές ύφος έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Σπάνιες – περίεργες λέξεις


Ο εντυπωσιασμός αποτελούσε και αποτελεί για πολλούς μαθητές ένα όνειρο που μερικές φορές όμως εξελίσσεται σε εφιάλτη. Η αλίευση σπάνιων, περίεργων, εξεζητημένων λέξεων απ’ όπου να ’ναι και όπως να ΄ναι αποτελεί δεκαετίες τώρα ένα «σπορ» που ακόμη και σήμερα δείχνει να γοητεύει την πλειονότητα των μαθητών. Δυστυχώς όμως μάλλον μόνο αυτούς.

Το να εντάσσεις μια λέξη που σε εντυπωσιάζει στο κείμενό σου δεν είναι δα και τόσο κακό. Αρκεί βέβαια το ύφος ολόκληρου του κειμένου να είναι τέτοιο που να παρέχει τη δυνατότητα ομαλής αφομοίωσης της εν λόγω λέξης. Φανταστείτε ένα κείμενο απλό, λιτό στα όρια του απλοϊκού να βρίθει «περίεργων» λέξεων, που εντυπωσίασαν το μαθητή – τρια και έκρινε καλό να τις ενσωματώσει, πιστεύοντας ότι έτσι το γραπτό θα ανέβει επίπεδο. Θα ανέβει ή θα «κατρακυλήσει», προκαλώντας ταυτόχρονα και το γέλιο σε όποια – ον το διαβάσει; Και ακόμη χειρότερο αν αυτή, αυτός είναι ο βαθμολογητής – κριτής του…

Κάποιοι μάλιστα κατεβάζουν στοίβες λεξιλογίων, λεξικών και δεν ξέρω και τι άλλο προκειμένου να εμπλουτίσουν αυτό που αποκαλούμε λεξιλογικό «οπλοστάσιο». Εν μέρει καλά κάνουν, αλλά με μέτρο, μη χαθεί η ουσία. Βέβαια, κατά πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε πλήρως το σημασιολογικό εύρος μιας λέξης, αποκομμένης από το φυσικό της περιβάλλον, που δεν είναι άλλο από το κείμενο, αυτό είναι άλλο. Από τη στιγμή μάλιστα που παρατηρείται και το φαινόμενο της πολυσημίας για πολλές απ’ αυτές, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα.

Προτείνω λοιπόν το κείμενο να «φωτογραφίζει» το μαθητή. Να είναι αντιπροσωπευτικό των βιωμάτων του, των εμπειριών του και των διαβασμάτων του. Να εκφράζει αυτό που πραγματικά σκέφτεται με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον αναγνώστη του κειμένου μας με την ποσότητα των «περίεργων» λέξεων που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά με την ποιότητα του λόγου μας, τον αυθορμητισμό μας, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και την καθαρότητα των επιχειρημάτων μας.

Η απόκλιση από το επικοινωνιακό πλαίσιο

Κάποια στιγμή τα παιδιά οφείλουν να αντιληφθούν πως κάθε γραπτό παραγωγής λόγου υπακούει σε κάποιους κανόνες και αρχές, αναλόγως του επικοινωνιακού πλαισίου, στο οποίο καλούνται να αναπτύξουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους. Μέχρι εδώ όλα καλά. Άλλωστε, ο εκθεσιότιτλος καθορίζει με ακρίβεια το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να κινηθούν.

Όμως, το κακό είναι ότι οι περισσότεροι – ες «βαπτίζουν» αδικαιολόγητα το κείμενό τους άρθρο, επιστολή, ομιλία κατά το δοκούν… Με ένα τίτλο και το κειμενάκι μας μεταμορφώνεται ως διά μαγείας σε άρθρο. Μία προσφώνηση και το μέχρι πρότινος αποδεικτικό δοκίμιο μεταλλάσσεται σε ομιλία ή επιστολή… Αρκούν όμως αυτά, προκειμένου το κείμενό μας να αποκτήσει την ταυτότητα που πρέπει να έχει;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Ολόκληρο το κείμενο πρέπει να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο κάθε φορά είδος. Από την αρχή μέχρι το τέλος του. Στόχος μας είναι ο βαθμολογητής να έχει τη «γεύση» της ομιλίας, της επιστολής, του άρθρου, του δοκιμίου ή και ακόμη της επιφυλλίδας, του ημερολογίου, του διαλόγου, της συνέντευξης, αν βέβαια ζητηθούν. Και για να γίνει αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συναντήσει όλα εκείνα που απαιτούνται στο κείμενό μας: από τον τίτλο, την προσφώνηση, την προφορικότητα μέχρι την επιφώνηση, την αντικειμενικότητα ή την αμεσότητα. Διαβάζοντας το κείμενό μας πρέπει να αισθανθεί έμμεσα τον παλμό της ομιλίας / εισήγησής μας, το αίτημα της επιστολής μας, την επικαιρότητα και την αντικειμενικότητα που θα διαπνέει το άρθρο μας και τη διαχρονικότητα του δοκιμίου μας. Μόνο έτσι το κείμενό μας θα ανταποκρίνεται στο είδος που ζητείται, ώστε να πάρουμε όλες τις μονάδες στη βαθμολόγηση.

Το επιχείρημα

Το επιχείρημα αποτελεί τη θεμέλιο λίθο του κειμένου μας. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για επιχειρηματολογικό κείμενο και σκοπός μας είναι η απόδειξη της θέσης μας. Και βέβαια προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο απαιτείται χρήση της επίκλησης στη λογική, καθώς αποτελεί τον μόνο τρόπο πειθούς με αποδεικτική δύναμη. Απαιτείται επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση.

Και εδώ είναι το λάθος. Θέλουμε επιχειρηματολογία. Όχι απλώς ιδέες ατεκμηρίωτες και ατάκτως ερριμμένες, μόνο και μόνο για να φτάσουμε στο επιθυμητό όριο λέξεων. Επιχειρήματα με καλή δόμηση, που θα προβάλλεται η βασική μας θέση και κατόπιν θα επενδύεται με τις δευτερεύουσες ιδέες μας, που θα καταστήσουν αξιόπιστο και συνάμα έγκυρο το επιχείρημά μας, ικανοποιώντας και πείθοντας το βαθμολογητή για τις ικανότητες μας να αποδείξουμε τη θέση μας.

Η έκθεση δεν είναι καθαρά γνωστικό αντικείμενο. Δεν αξιολογούνται οι γνώσεις μας αλλά η ικανότητά μας στη σύνθεση ενός κειμένου, η αφαιρετική μας σκέψη, η κριτική μας ικανότητα, η εκφραστική μας δεινότητα και πάνω απ’ όλα η ικανότητά μας να στηρίζουμε τα πιστεύω μας σε αξιόπιστα και έγκυρα επιχειρήματα.

Η έκθεση δεν είναι «εδώ τα λέμε όλα». Δεν είναι ό,τι καλύτερο να συνωστίζονται στην παράγραφό μας ό,τι ξέρουμε και δεν ξέρουμε, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουμε με την ευρυμάθειά μας. Σ’ αυτή την περίπτωση περνάμε στη φάση της «θεματικής πολυδιάσπασης» και το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να προβαίνουμε σε μια απλή απαρίθμηση ιδεών και μία αυστηρή μερικές φορές κατηγοριοποίηση που τυποποιεί επικίνδυνα το γραπτό μας, στερώντας του κάθε στοιχείο βιωματικότητας. Το αποτέλεσμα, τραγικό συνήθως.

Τα επιχειρήματά μας δεν αξιολογούνται ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Ο βαθμολογητής δεν περιμένει από εμάς απαραιτήτως συγκεκριμένα επιχειρήματα που ενδεχομένως τού έχουν δοθεί ως ενδεικτικές απαντήσεις, αλλά να αξιολογήσει την ικανότητά μας να τα δομήσουμε επαρκώς και να τα παρουσιάσουμε αξιοπρεπώς. Πάντα βέβαια στα όρια της λογικής και της εγκυρότητας. Επομένως, 2 με 3 επιχειρήματα ανά παράγραφο πιστεύω πως είναι ό,τι καλύτερο. Επιχειρήματα με βάθος και ουσία. Επιχειρήματα που ταιριάζουν στην προσωπικότητα και τα βιώματα ενός μαθητή. Επιχειρήματα που θα έχουν την ταυτότητά του και θα έχουν τη δυνατότητα να πείσουν και πάνω απ’ όλα να αποδείξουν.

Η χρήση του «Πρέπει»

Διορθώνοντας τα γραπτά μαθητών – τριων, αυτό που διαπιστώνουμε μετά λύπης είναι τα επαναλαμβανόμενα λάθη, που δεν έχουν τελειωμό. Λες και υπάρχει ένα μηχάνημα παραγωγής πανομοιότυπων γραπτών, με κοινότοπα λάθη. Γραπτά που πολλές φορές μόλις και μετά βίας θυμίζουν γραπτά μαθητών Λυκείου που προετοιμάζονται για Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η αλήθεια είναι ότι το επίπεδο έχει «πέσει», όπως και ο δείκτης ωριμότητας που χαρακτηρίζει τα περισσότερα απ’ αυτά. Οι λόγοι πολλοί και γνωστοί. Η αποχή από το δημιουργικό διάβασμα, η πολύωρη αποχαύνωση μπροστά από μία οθόνη, το εξετασιοκεντρικό σύστημα εκπαίδευσης και άλλα πολλά… Ας δούμε, λοιπόν, μερικά από αυτά, τα πολύ γνωστά σε όλους εμάς που διορθώνουμε γραπτά των παιδιών, λάθη.

Ξεκινάμε. Η ανεξέλεγκτη έως και ασύδοτη χρήση του «πρέπει» («πρεπολογία»…), που έχει γίνει «καραμέλα» πλέον στα περισσότερα γραπτά, λες και είναι τόσο άνοστα που το συγκεκριμένο ρήμα θα τα γλυκάνει (εδώ που τα λέμε κάτι τέτοιο δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα). Δεν τολμάμε να θέσουμε ως ζητούμενο σε ένα θέμα έκθεσης τους τρόπους αντιμετώπισης ή τους τρόπους περιορισμού του τάδε φαινομένου και «τσουπ» κάνει μεγαλοπρεπώς την εμφάνισή του το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Και όχι μία ή δύο αλλά πάμπολλες φορές, καθιστώντας το ύφος του κειμένου μας αυταρχικό, επιτακτικό, θυμίζοντας κάτι από τις 10 εντολές. Και όπου λείπει το «πρέπει», ξεκινάει η περίοδος με το «Να…». Άλλο κι αυτό. Χωρίς καν ρήμα η πρόταση. Ορφανή. Η γλώσσα μας, όμως, δεν είναι ορφανή. Έχει προβλέψει για όλα αυτά, και με το παραπάνω μάλιστα. Δεκάδες λέξεις – φράσεις υπάρχουν, προκειμένου να καλύψουν το δυσαναπλήρωτο – για πολλούς και πολλές – κενό του «πρέπει». Ας πάρουμε μια εικόνα: επιβάλλεται να…, χρειάζεται να…, χρέος / ευθύνη / ρόλος του / της είναι να…, κρίνεται αναγκαίο / επιτακτικό / χρήσιμο να…, οφείλει / οφείλουμε να…, καλό είναι να…, απαιτείται να…, και άλλα πολλά παρόμοια που μπορούν επάξια να αντικαστήσουν το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Κάπου εδώ, λοιπόν, η ακατάσχετη «πρεπολογία» οφείλει / επιβάλλεται / απαιτείται (και όχι πρέπει, για να μη μας πουν και «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις»…) να λάβει τέλος, παραδίδοντας τα σκήπτρα σε άλλες πιο εύηχες και λιγότερο «δικτατορικές» και αυταρχικές λέξεις / φράσεις, καθιστώντας το κείμενό μας πιο «δημοκρατικό». Ας το προσπαθήσουμε και μάλλον δεν θα βγούμε χαμένοι… Τι λέτε;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε τμηματικά στο schooltime.gr από τον Δεκέμβριο 2017 έως τον Μάιο 2018)

Φιλόλογος

ΣΥΝΗΘΗ ΛΑΘΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗN ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Τα λάθη κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: δομής, περιεχομένου και έκφρασης

1. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ Δ (ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ)

Α. ΛΑΘΗ ΔΟΜΗΣ


1. Ξεχνούν τον τίτλο, την προσφώνηση ή την αποφώνηση /επιφώνηση στην έναρξη ή το κλείσιμο της έκθεσης.

2. Συγχέουν μεταξύ τους τα επικοινωνιακά πλαίσια που τους ζητούνται(π.χ. την ομιλία με την επιστολή ή το άρθρο), με αποτέλεσμα να γράφουν ακατάλληλες εισαγωγικές ή καταληκτικές φράσεις(π.χ. προσφώνηση αντί τίτλο) και να μην χρησιμοποιούν το ανάλογο ύφος.

3. Ξεκινούν ένα άρθρο, όχι με επικαιρική αφόρμηση, αλλά με γενικόλογες αναφορές στο χαρακτήρα της εποχής μας.

4. Ολοκληρώνουν τον πρόλογο, χωρίς να προϊδεάσουν τον αναγνώστη για τα θέματα που θα αναπτύξουν (δηλαδή για τα ζητούμενα της έκθεσης).

5. Συχνά εντάσσουν στον πρόλογο στοιχεία/πληροφορίες που αφορούν στα ζητούμενα της έκθεσης και πρέπει να αναπτυχθούν στο κύριο μέρος της έκθεσης. (π.χ. αν η εκφώνηση ζητά να αναφερθούν στα οφέλη της εργασίας, γράφουν στον πρόλογο « η εργασία προσφέρει πολλά στον άνθρωπο και ένα από αυτά είναι οι οικονομικές απολαβές». Το επιχείρημα αυτό θα έπρεπε να αναφερθεί στο κύριο μέρος.

6. Γράφουν παραγράφους που δεν διαθέτουν νοηματική ενότητα. (π.χ. ενώ προαναγγέλλουν στη θεματική πρόταση ότι θα αναφερθούν στις θετικές συνέπειες της τεχνολογίας στον τομέα της ιατρικής, ξαφνικά παρεμβάλλουν το επιχείρημα: «η τεχνολογία άλλωστε, μηδένισε τις αποστάσεις και μας βοήθησε να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους σε κάθε γωνιά της γης»). Με αυτόν τον τρόπο όμως διασπάται η ενότητα της παραγράφου και η αλληλουχία των ιδεών.

7. Δεν χωρίζουν το κείμενο σε παραγράφους ή κάνουν τυχαίο χωρισμό, που δεν βασίζεται στο νόημα της παραγράφου.

8.
Διατυπώνουν λανθασμένους συλλογισμούς/επιχειρήματα. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιούν την ίδια την αποδεικτέα θέση, ως επιχείρημα για να την αποδείξουν (π.χ. αν πρέπει να αποδείξουν ότι η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, μπορεί να πουν: «Η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, γιατί τον κάνει να αισθάνεται χαρούμενος»)

9. Αν η έκθεση έχει 2 ζητούμενα, συχνά τα αναπτύσσουν δυσανάλογα. Υπεραναπτύσσουν το ένα και με το άλλο καταπιάνονται ακροθιγώς. Χωρίς να είναι απαραίτητο τα δύο ζητούμενα να αναπτυχθούν στην ίδια ακριβώς έκταση, γιατί μπορεί να έχουν και διαφορετική βαρύτητα, καλό είναι να μην υπάρχει μεγάλη διαφορά στην έκταση της ανάπτυξής τους.

10. Παραλείπουν τον επίλογο ή κάνουν έναν πολύ μικρό επίλογο που μπορεί να εξαντλείται σε μια απλοϊκή ευχή.

11. Ενώ το θέμα ζητά να εκφράσουν την προσωπική τους γνώμη για ένα ζήτημα, ή να μιλήσουν για τις δικές τους επιλογές, μπορεί να γράψουν σε τρίτο πρόσωπο και να αναφερθούν στην άποψη των πολλών ή στις συνήθεις επιλογές των ανθρώπων (π.χ. το θέμα ζητά να πουν με ποια κριτήρια επιλέγουν οι ίδιοι τους φίλους τους και εκείνοι γράφουν (« Ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων οι άνθρωποι επιλέγουν τους φίλους τους είναι η ύπαρξη κοινών ενδιαφερόντων»)

Β. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

1. Διαβάζουν βιαστικά την εκφώνηση της έκθεσης, με αποτέλεσμα να μην κατανοούν το ζητούμενο ή να το παρερμηνεύουν και να απαντούν σε κάτι άλλο. Αυτό αυτόματα τους βγάζει εκτός θέματος (π.χ. το θέμα λέει τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι για να διαφυλάξουν την ατομικότητά τους και εκείνοι καταλαβαίνουν «τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι, για να διατηρήσουν τη μοναχικότητά τους».

2. Παραθέτουν πληθώρα επιχειρημάτων επιγραμματικά, χωρίς καθόλου να τα αναπτύσσουν.

3. Η έκθεσή τους στερείται επαρκών επιχειρημάτων. (φτωχή επιχειρηματολογία)

4. Άλλες φορές πλατειάζουν, υπεραναλύουν, φλυαρούν ακόμα και παλιλλογούν (ξεχνούν τι έχουν γράψει και επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιδέες, απόψεις με άλλα λόγια) π.χ. λένε « ένας από τους κινδύνους του διαδικτύου είναι ο εθισμός που οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση» και παρακάτω μπορεί να πουν « οι νέοι κινδυνεύουν, γιατί σταδιακά ασχολούνται μόνο με το διαδίκτυο και χάνουν τους φίλους τους».

5. Ενώ τους ζητείται να γράψουν τι ισχύει στη σύγχρονη πραγματικότητα εκείνοι γράφουν τι πρέπει να ισχύει ή το αντίστροφο. (π.χ. τους ζητείται να πουν «ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σχέσης των νέων με τους μεγαλύτερους» και εκείνοι γράφουν «οι νέοι πρέπει να σέβονται τους μεγαλύτερους και να επιζητούν την καθοδήγησή τους».

6. Κάποιοι πάλι δεν τηρούν το μέτρο και διατυπώνουν απόλυτες, ακραίες απόψεις, τις οποίες στη συνέχεια δεν μπορούν να στηρίξουν με λογικά επιχειρήματα ή επιχειρούν αντιδραστικά να διαφοροποιηθούν από εκείνο που συνήθως ονομάζεται «κοινά αποδεκτή άποψη», χωρίς πάλι να μπορούν να αιτιολογήσουν επαρκώς τη θέση τους.

7. Παραθέτουν πληροφορίες που δεν ισχύουν ή είναι ανακριβείς.

8. Διατυπώνουν συλλογισμούς που υστερούν σε λογική αλληλουχία και εγκυρότητα

9. Ο νέος τύπος έκθεσης συνήθως ζητά να καταθέσουν οι μαθητές τις απόψεις τους, αξιοποιώντας τις ιδέες των κειμένων που τους έχουν δοθεί. Κάποιοι μαθητές αγνοούν αυτή την οδηγία και δεν συμπεριλαμβάνουν στο κείμενό τους καμιά από τις ιδέες του κειμένου. Άλλοι πάλι μεταφέρουν αυτούσια τα λόγια του κειμένου στο δικό τους κείμενο αντί να κάνουν μια δημιουργική ανασύνθεση ή τα παραφράζουν ελαφρώς. Αυτό που οφείλουν να κάνουν είναι να αξιοποιήσου 2-3 απόψεις του συγγραφέα και να τις συνδυάσουν με τα δικά τους επιχειρήματα.

10. Υπάρχουν και οι μαθητές που παραβλέπουν το β’ ζητούμενο και δεν το αναπτύσσουν καθόλου.

11. Ορισμένοι υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των λέξεων και άλλοι υπολείπονται σημαντικά του ορίου. Η απόκλιση από το όριο των λέξεων δεν πρέπει να υπερβαίνει ή να υπολείπεται τις 10 λέξεις.

12. Αφήνουν αναιτιολόγητες τις ιδέες που παραθέτουν π.χ. « Η γλωσσομάθεια ενισχύει με έναν τρόπο τη μητρική σου γλώσσα» (Δηλαδή με ποιον τρόπο;)

13. Αοριστολογούν και δεν απαντούν με συγκεκριμένα επιχειρήματα.

14. Χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση τον παραδειγματικό λόγο και μάλιστα γράφουν απλοϊκά παραδείγματα από την προσωπική τους ζωή, χωρίς συχνά να καταλήγουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η υπερβολική χρήση απλοϊκών παραδειγμάτων συνιστά μειονέκτημα για την έκθεση, γιατί υποβαθμίζει το επίπεδο του λόγου. Άλλωστε τέτοιου είδους παραδείγματα ποτέ δεν υποκαθιστούν ένα ισχυρό επιχείρημα.

15. Κάποιες φορές εκφράζουν μια απαισιόδοξη έως και πεσιμιστική στάση απέναντι στα προβλήματα. Είναι σημαντικό, όσο δύσκολα προβλήματα κι αν πραγματευόμαστε να αφήνουμε στο τέλος ένα παράθυρο ελπίδας για την αντιμετώπισή τους.

16. Πολλοί στον επίλογο επαναλαμβάνουν συνοπτικά, όσα είπαν στο κύριο μέρος. Χωρίς να σημαίνει ότι η ανακεφαλαίωση είναι σφάλμα δεν είναι όμως και ο καλύτερος, ο πιο πρωτότυπος ο πιο ευφάνταστος τρόπος να ολοκληρώσεις μια έκθεση.

Γ. ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ

1. Κάποιοι δεν βάζουν τόνους

2. Κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη (ριζικά και λάθη καταλήξεων).

3. Χρησιμοποιούν λανθασμένο γραμματικό πρόσωπο (π.χ. μόνο γ΄ ενικό αντί α’ ,ενώ τους ζητείται να γράψουν την προσωπική τους εμπειρία ή να εκφράσουν τα προσωπικά τους συναισθήματα)

4.
Στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν διολισθαίνουν στον βερμπαλισμό (υπερβολικά εντυπωσιακό λεξιλόγιο) και τη χρήση ακυρολεξιών( λέξεων που δεν ταιριάζουν στο γλωσσικό περιβάλλον, το επικοινωνιακό πλαίσιο, και παίρνουν μια διαφορετική σημασία από αυτή που έχουν) π.χ. «Η πολύχρωμη παλέτα των πρωταγωνιστών στο θέατρο της ιστορίας προσφέρει μια ανεπανάληπτη ομορφιά, με κάθε χρώμα να ξεδιπλώνει έναν μοναδικό χαρακτήρα που προσφέρει πλούσιες συγκινήσεις και συναισθήματα.» ή «πολλοί άνθρωποι αποδίδονται στον αθλητισμό» αντί «επιδίδονται στον αθλητισμό»

5. Χρησιμοποιούν μακροπερίοδο λόγο με περίπλοκη σύνταξη και λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα να προκαλείται στο λόγο ασάφεια, και να καθίσταται ακατάληπτος. Πρέπει κάποιος να είναι έμπειρος χειριστής της γλώσσας, για να χρησιμοποιεί μακροπερίοδο λόγο και να μην υποπίπτει σε λάθη.

6. Γράφουν βιαστικά, χωρίς να προσέχουν την ορθογραφία. Τα εκτεταμένα ορθογραφικά λάθη αφαιρούν τουλάχιστον 4 μόρια.

7. Χρησιμοποιούν απλοϊκό, φτωχό λεξιλόγιο (απλολογίες)

8. Ξεχνούν τις συνδετικές λέξεις, όπου χρειάζονται. Οι συνδετικές λέξεις χρειάζονται, για να συνδέονται τα νοήματα, δεν πρέπει όμως να γίνεται κατάχρηση αυτών, γιατί τότε ο λόγος χάνει τη φυσικότητά του και γίνεται ψυχρός και στερεοτυπικός.

9. Αλλάζουν το πρόσωπο του ρήματος, ενώ το υποκείμενο παραμένει ίδιο (π.χ. « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους και μας αρέσει να συνυπάρχουμε, γιατί σε κάνει να νιώθεις αποδεκτός» αντί του « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους γιατί τους αρέσει να συνυπάρχουν, αφού νιώθουν αποδεκτοί. »

10. Αποφεύγουν και τις πολύ σύντομες ανολοκλήρωτες προτάσεις π.χ. «Η χώρα μας υστερεί αριθμητικά» (σε τι:)

11. Κάνουν κατάχρηση των αντωνυμιών «μας/του/μου» με αποτέλεσμα ο λόγος να υπεραπλουστεύεται π.χ. « Η τεχνολογία μας υπηρετεί, μας επιταχύνει την εργασία και μας κάνει τη ζωή πιο άνετη».

12. Γίνεται επίσης από πολλούς μαθητές κατάχρηση αρκτικόλεξων: π.χ, κ.τ.λ., κ.α.

13. Χρησιμοποιούν συχνά τη φράση «για παράδειγμα», που δεν είναι λάθος αλλά είναι χαρακτηριστική του προφορικού λόγου. Αντί αυτής θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα: « λόγου χάρη», «παραδειγματικά αναφέρω», «υπάρχουν πολλοί τρόποι επικοινωνίας, όπως…»

14. Ο λόγος συχνά υστερεί σε εκφραστική πυκνότητα, γιατί οι μαθητές χρησιμοποιούν αλλεπάλληλες δευτερεύουσες προτάσεις εις βάρος και της προσπάθειας για εξοικονόμηση λεξιλογίου. Καλό είναι, ό,που μπορούν, να κάνουν ονοματοποίηση του λόγου, να χρησιμοποιούν δηλαδή περισσότερα ουσιαστικά και επίθετα στη θέση των δευτερευουσών προτάσεων. Η ονοματοποίηση του λόγου προσδίδει άλλωστε στο ύφος, μεγαλύτερη επισημότητα και αντικειμενικότητα. π.χ.(αντί να πούμε « Οι άνθρωποι που αγαπούν να ταξιδεύουν», μπορούμε να πούμε « οι λάτρεις των ταξιδιών».)

15. Κάνουν υπερβολική χρήση αοριστόλογων εκφράσεων, όπως την αόριστη αντωνυμία «κάποιος, κάποιοι, κάτι», το επίρρημα «κάπου» αντί των «ορισμένοι, ένα γεγονός, σε κάποιο σημείο κ.τ.λ.»

16. Αρέσκονται στην ΅«πρεπολογία» χρησιμοποιούν δηλαδή επανειλημμένα το ρήμα «πρέπει». Αντί του «πρέπει» μπορούν να χρησιμοποιούν τα: «οφείλουμε, χρειάζεται, επιβάλλεται, είναι καλό, είναι επιτακτική ανάγκη κ.τ.λ.)

17. Ξεκινούν προτάσεις με τα: ● Δηλαδή ● έτσι ώστε ● ο οποίος/ η οποία/ το οποίο ● να ● γιατί

18. Χρησιμοποιούν εκφράσεις του προφορικού λόγου, όπως τα : «στο ότι», «το τι», «το πώς», «για το τι», π.χ. ● Είναι σημαντικό να πούμε το πώς θα λυθεί το πρόβλημα. (Είναι σημαντικό να βρούμε τη λύση του προβλήματος) ● Όλοι συμφωνούμε στο ότι πρέπει να δράσουμε (Όλοι συμφωνούμε στην ανάληψη δράσης) ● Πρέπει να σκεφτούμε το τι θα κάνουμε. ( Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα ενεργήσουμε.)  

19. Χρησιμοποιούν πολλά «που» και πολλά «όπου» ειδικά εκεί που δεν ταιριάζουν. π,χ. ● Θα διαλέξω τους φίλους, όπου μου ταιριάζουν. ( Το «όπου» δηλώνει τόπο και δεν έχει καμία θέση εδώ) ● Οι φίλοι που θέλω είναι αυτοί που μπορώ να τους εμπιστευτώ και που θα είναι πάντα εκεί για μένα, που θα είμαι επίσης πιστός σε αυτούς. ( Οι φίλοι της καρδιάς μου είναι οι αξιόπιστοι και οι αφοσιωμένοι, στους οποίους βέβαια κι εγώ θα είμαι πιστός.)

Μαρία Πετροπούλου Φιλόλογος με ειδίκευση στα Νέα Ελληνικά

https://teacherwise.gr/synithi-lathi-i-paraleipseis-ton-mathiton-stin-paragogi-keimenou/




Λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε έκθεση


ΤΙ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ


Λεξιλογικά λάθη.

1. Ακυριολεξία. Είναι η χρήση λέξεων μέσα στο γραπτό με σημασία διαφορετική απ’ αυτήν που είναι γενικώς αποδεκτή.
Π.χ. : η λύση της οικογένειας γίνεται τώρα με εύκολες διαδικασίες.
Αντί :η λύση του γάμου......


2.Πεζολογία. Είναι η χρήση λέξεων του καθημερινού, απλού λεξιλογίου.
Π.χ.: το νέφος έχει κάνει τον κόσμο να μην ξέρει τι να κάνει.


3.Αοριστολογία. Η χρησιμοποίηση λέξεων χωρίς σαφές και ακριβές περιεχόμενο.
Π.χ.: η κοινωνία αντιμετωπίζει τα διάφορα θέματα με όποιον τρόπο μπορεί.


4.Νεολογισμός. Η χρήση λέξεων αδόκιμων ή παράδοξων για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Π.χ.: η επιπέδωση της ιεραρχίας τους εξίσωσε όλους.


5.Ξενισμός.Υιοθέτηση ξένων λέξεων, όταν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές.
Π.χ.:το κοινωνικό στάτους.


6.Ιδιωματισμοί.
π.χ.:ήταν τυχερός και έπιασε την καλή. Ήταν φτωχός και μπατίρης.


7.Συμπαρουσίαση τριών-τεσσάρων μονοσύλλαβων λέξεων.
Π.χ.:και σαν να μην του έφτανε αυτό .Με το να θέλει συνέχεια...



Εκφραστικά λάθη.

Για την αποφυγή των διαφόρων εκφραστικών λαθών προτείνονται οι εξής λύσεις:


1. Η αλλαγή του ετερόπτωτου σε ομοιόπτωτο προσδιορισμό, όταν οι γενικές πτώσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της χρήσης της βόμβας υδρογόνου à μπορεί να γίνει : η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της υδρογονοβόμβας.


2. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών φράσεων όταν οι ονοματικές φράσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η προσπάθεια του ανθρώπου για την απαλλαγή του από τις προλήψεις à η προσπάθεια του ανθρώπου ν’ απαλλαγεί από τις προλήψεις.


3. Η εναλλαγή προσδιορισμένων και μη λέξεων μέσα στις προτάσεις, ώστε να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου.
π.χ. : Η εποχή μας δοκιμάζεται από προβλήματα à η εποχή μας δοκιμάζεται έντονα από ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα.


4. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών όταν συσσωρεύονται πολλοί ρηματικοί τύποι.
π.χ. : Ο πολίτης αποτρέπεται από το να επιχειρεί να υποστηρίζει μία άγονη επιχειρηματολογία à ο πολίτης αποτρέπεται από την υποστήριξη μιας άγονης επιχειρηματολογίας.


5.Η αποφυγή της χρήσης πολλών υποκειμένων μέσα στην πρόταση, τα οποία μάλιστα στη συνέχεια δεν επαναλαμβάνονται αλλά εννοούνται.


6. Η χρήση ονοματικών προσδιορισμών στα ουσιαστικά και επιρρηματικών προσδιορισμών στα ρήματα για να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου, να υπάρχει σαφήνεια και παραστατικότητα.

Π.χ. : Η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση à η καλόπιστη και ειλικρινής αμφιβολία οδηγεί στη γνώση.
Οι νέοι περιθωριοποιούνται à οι νέοι εύκολα περιθωριοποιούνται.


Συντακτικά λάθη.


1. Ασυμφωνία αριθμών στους κύριους όρους της πρότασης : η κυβέρνηση και ο λαός πρέπει να εργαστεί...
2. Αδόκιμοι εμπρόθετοι προσδιορισμοί : οι νέοι παρασύρονται με τα ναρκωτικά...
3. Η κακή χρήση της χρονικής βαθμίδας : πρέπει να προσπαθούμε για να έχουμε κερδίσει την επιτυχία.
4. Η κακή πλοκή των λέξεων μέσα στην πρόταση : διότι δεν είναι δυνατόν του κάθε ατόμου να ικανοποιείται το συμφέρον ξεχωριστά. à Δεν ξεχνάμε πως η κάθε πρόταση χωρίζεται σε ονοματικό και ρηματικό μέρος : διότι δεν είναι δυνατόν το συμφέρον του κάθε ατόμου να ικανοποιείται ξεχωριστά.
5. Η άτεχνη παθητική σύνταξη : τα πολλά φρούτα και λαχανικά όταν τρώγονται από τους ανθρώπους κάνουν καλό στην υγεία à την μετατρέπουμε σε ενεργητική : Όταν οι άνθρωποι τρώνε πολλά φρούτα και λαχανικά κάνουν καλό στην υγεία τους.


Τα «και» & «έτσι».

Τα πολλά και - έτσι σε μία περίοδο είναι σκόπιμο να αποφεύγονται. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει αν χρησιμοποιήσουμε ξεχωριστές περιόδους, δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, μετοχές, επίθετα, παραθέσεις, εμπρόθετες φράσεις, αιτιολογικές προτάσεις, χρονικές προτάσεις και ασύνδετα σχήματα στη θέση κάποιων από τις προτάσεις που συνδέονται με το και ή το έτσι.


https://mariak-theory.blogspot.com/2011/02/blog-post_637.html


ΤΙ  ΑΠΟΦΕΥΓΩ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

  1. Την  απόδειξη εκ του αντιθέτου :   Όταν  μου ζητούν  να  αποδείξω τη σημασία  μιας έννοιας ή ενός  φαινομένου  [ π.χ.  του διαλόγου ]   , αποφεύγω να   αναπτύξω την επιχειρηματολογία  μου , παρουσιάζοντας   τις  επιπτώσεις  της αντίθετης έννοιας [ π.χ.  της έλλειψης  επικοινωνίας ]. Εστιάζω στο  ίδιο το  φαινόμενο  ή την έννοια
  2. Την παρουσίαση  απλοϊκών παραδειγμάτων . Φροντίζω ώστε τα  παραδείγματα που θα φέρω , να έχουν καθολικότερη  ισχύ . Μπορώ , ωστόσο, να παρουσιάσω κάποιο παράδειγμα  από την τρέχουσα  επικαιρότητα , χωρίς  να το αναλύσω σχολαστικά 
  3. Την  εκτεταμένη ιστορική  αναδρομή  . Εστιάζω στο παρόν , στη λειτουργία  του φαινομένου  στη σημερινή  εποχή . Μπορώ , ωστόσο , να  κάνω πολύ  σύντομη αναφορά   στο παρελθόν  , ιδιαίτερα  στον πρόλογο  , για  να  φανεί  συγκριτικά   ο ρόλος  μιας έννοιας  ή   η παρουσία  ενός προβλήματος 
  4. Την  απλή αναφορά  των αιτίων , χωρίς  αυτά  να  συνδέονται  με  το προς απόδειξη φαινόμενο / πρόβλημα , διότι στην περίπτωση αυτή  το   επιχείρημά μου είναι ανολοκλήρωτο 
  5. Την  ανάπτυξη   δεύτερης  εισαγωγικής  παραγράφου  μετά τον πρόλογο . Οι  εισαγωγικές   πληροφορίες  δίνονται  στον πρόλογο του κειμένου μας  και στη συνέχεια  απαντώνται   τα  ερωτήματα  που   τίθενται  από το θέμα . Σε περίπτωση  που μετά  τον πρόλογο , παρουσιάσω πάλι γενικόλογες πληροφορίες  , αυτό αποβαίνει  σε βάρος  της  ανάπτυξης  του  κυρίου μέρους  της έκθεσης . Άλλωστε , πρέπει να έχω υπόψη  ότι  πρέπει  να απαντήσω  σε  δύο (συνήθως)  ερωτήματα  μέσα σε   300-350  λέξεις  , άρα   καλό θα ήταν να εστιάσω  στην παρουσίαση  επαρκών  επιχειρημάτων  στο  κύριο  μέρος
  6. Την  αναφορά   γενικόλογων  προτάσεων  αντιμετώπισης  ενός  ζητήματος –προβλήματος . Οι  προτάσεις  μου πρέπει να  είναι  συγκεκριμένες  και  να  περιγράφεται   ο τρόπος με τον οποίο  οδηγούν στην επίλυση  του προβλήματος .
  7. Τη χρήση πολύ μεγάλων περιόδων , χωρίς μάλιστα να αξιοποιώ  σωστά  το κόμμα, διότι  υπάρχει  ο κίνδυνος  να  χαθεί  εύκολα  ο  ειρμός  των σκέψεών μου   και  να μην μπορέσω  να παρουσιάσω  πειστικά  και  ολοκληρωμένα  ένα  επιχείρημα   ή  να υπάρχουν  νοηματικά  άλματα ανάμεσα  στην  αποδεικτέα  θέση  και  στο συμπέρασμα  .  Αυτό δε σημαίνει  ότι η  χρήση  μακροπερίοδου  λόγου είναι  οπωσδήποτε  λανθασμένη . Απλώς  , καλό  θα ήταν να περιορίζεται   , διότι   η  κατάχρησή  του  κουράζει  τον αναγνώστη  και  καθιστά  το ύφος  του κειμένου  μας  ψυχρό και στριφνό .
  8. Τη  χρήση  φράσεων   χωρίς  ρήμα  ή   δευτερευουσών  προτάσεων  χωρίς  κύρια (  κάτι τέτοιο  κάνουν συχνά  οι μαθητές  , όταν παρουσιάζουν  προτάσεις  , ξεκινώντας  τις περιόδους  με  το  «να» ).
  9. Την    κατάχρηση  του ρήματος  «πρέπει»  στην παρουσίαση  προτάσεων. Το συγκεκριμένο  ρήμα  φανερώνει έναν απόλυτο  τρόπο σκέψης και  καλό  θα ήταν να περιορίζεται  η χρήση του . Στη θἐση  του  μπορούμε να  χρησιμοποιήσουμε  φράσεις  που  δηλώνουν  μετριοπάθεια  και  διαλλακτικότητα  :  « μία ενδιαφέρουσα  ιδέα  θα ήταν ….» , «είναι  δυνατόν να …» , «ωφέλιμο  θα ήταν ….»  κλπ
  10. Την  αναφορά  προτάσεων  ή  τη χρήση  δεοντολογικού  λόγου στην παρουσίαση  των αιτίων  ή  των συνεπειών  ενός  προβλήματος . Αυτό  φανερώνει  μία έλλειψη   επιχειρημάτων  από την πλευρά  του  μαθητή  και  μία προσπάθεια  αναπλήρωσής  της   με  πληροφορίες  άσχετες  με  το ζητούμενο
  11. Την   εστίαση  σε ένα  μόνο   αίτιο  /   αποτέλεσμα /μέτρο  αντιμετώπισης  /παράδειγμα  και  την εξαντλητική  παρουσίασή  του .  Καλό θα ήταν σε κάθε ζητούμενο  να παρουσιάζουμε  τρία  περίπου  επιχειρήματα  και  να  τα  σχολιάζουμε  επαρκώς  , αλλά όχι  εξαντλητικά 
  12. Την  άτακτη  παρουσίαση   των  ιδεών –επιχειρημάτων μας .  Πρέπει  να  ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο  σχέδιο  στην ανάπτυξη  του κειμένου  μας  , οργανώνοντας  τις ιδέες  με  άξονες –γενικότερες  κατηγορίες [ π.χ.  ατομικά –συλλογικά  ,   εσωτερικά –εξωτερικά  ,  αναπτυγμένες  - αναπτυσσόμενες  χώρες ,  θεωρητικά –πρακτικά   κλπ ] . Πολλές  φορές  ,  την οργάνωση μας  την αποκαλύπτει  η εκφώνηση  του θέματος 
  13. Την  παρουσίαση  γενικόλογων  απόψεων  , όταν  το  θέμα  ζητά  την προσωπική  μας  σχέση  ή  εμπειρία  . Σε  αυτή  την περίπτωση  αξιοποιούμε  είτε  το α΄ ενικό  πρόσωπο  είτε  φράσεις όπως  :  κατά  τη γνώμη  μου , σύμφωνα  με τις προσωπικές  μου πεποιθήσεις , η  προσωπική  μου εκτίμηση  είναι  κλπ
  14. Την   αξιοποίηση  τυποποιημένων  προλόγων  και επιλόγων ,  οι οποίοι  μάλιστα , αρκετές  φορές  , δίνουν την εντύπωση  ενός ξένου σώματος  στην  έκθεση . Μπορώ  να έχω στο μυαλό  μου  γενικότερους   τρόπους οργάνωσης  του προλόγου  και του επιλόγου   και  να τους εφαρμόζω  κατά  περίπτωση    στο ζητούμενο  θέμα .
  15. Την  υπερβολικά  μεγάλη  έκταση  του προλόγου και  του  επιλόγου . Σε ένα  κείμενο  300-350  λέξεων  , ιδανικό  θα ήταν  ο  πρόλογος  να έχει έκταση  7-8  σειρών ( ανάλογα  και με το μέγεθος  των γραμμάτων του μαθητή ), ενώ  ο επίλογος     έκταση 5-6  σειρών
  16. Την  παρουσίαση   επιχειρημάτων   στον  πρόλογο ή στον  επίλογο  . Τα  τμήματα   αυτά  έχουν αντίστοιχα  εισαγωγικό  και ανακεφαλαιωτικό  ρόλο . Επομένως  ,  δεν περιλαμβάνουν πληροφορίες  που  πρέπει να περιληφθούν    στο     κύριο  μέρος  
  17. Την απότομη  μετάβαση  από  το ένα  τμήμα του  κειμένου στο άλλο . Φροντίζω ώστε είτε στην ολοκλήρωση  ενός  τμήματος  είτε  στην έναρξη  ενός  καινούριου  να  χρησιμοποιώ  τις κατάλληλες  φράσεις  , οι  οποίες εξασφαλίζουν  την απαραίτητη  συνοχή  και  αλληλουχία  στο κείμενό  μου
  18.  Τη  χρήση  πολλών  ρητορικών ερωτημάτων   στην  ανάπτυξη  της επιχειρηματολογίας  μου . Αυτό  που  έχω στο μυαλό  μου το παρουσιάζω  με  αποφαντικές   προτάσεις  [ προτάσεις  κρίσεως ]   και  όχι  με ερωτηματικό  τρόπο. Μπορώ  , ωστόσο , να χρησιμοποιήσω  σε ένα   ή το  πολύ  δύο  σημεία  κάποιο  ρητορικό  ερώτημα  , όταν αυτό δε μεταφέρει κάποιο επιχείρημα , αλλά  έχει κυρίως μεταβατικό  ρόλο . Με  τη χρήση του  το ύφος  του κειμένου μου γίνεται  πιο ζωηρό 
  19. Την  αυτούσια  μεταφορά   ιδεών  των κειμένων αναφοράς   στο  γραπτό  μας , ακόμη και με τη χρήση εισαγωγικών  ή  φράσεων  του  τύπου  « Όπως  επισημαίνει ο συγγραφέας  του κειμένου  Ι  ….» . Αξιοποιούμε τις  πληροφορίες  των κειμένων αναφοράς  ως δικές  μας  ιδέες  , προσαρμόζοντάς  τες   στις σκοπιμότητες  του δικού μας   κειμένου  και    χωρίς να τις αντιγράφουμε 
  20. Την  ανισότιμη  ανάπτυξη   της  απάντησής  μας   στα συνήθως  δύο  ερωτήματα  του θέματος .Φροντίζουμε  ώστε  η  έκταση  της  ανάπτυξης  των   δύο  μερών να είναι  όσο  το δυνατόν  πιο ισορροπημένη
  21. Την  υιοθέτηση  ενός  έντονα   προφορικού   ύφους  στην έκφρασή  μας. Ακόμη  και στην περίπτωση  που θέλουμε να προσδώσουμε ένα  πιο οικείο ύφος  στην έκθεσή  μας  , είναι  θεμιτό να αποφεύγουμε  λέξεις  και φράσεις που χρησιμοποιούμε  στην  καθημερινή μας  συναναστροφή .
  22. Τη   χρήση  προσφώνησης  και  αποφώνησης  ως μοναδικών   υφολογικών  στοιχείων   στους  κειμενικούς  τύπους  της  ομιλίας  και της επιστολής .  Είναι  σωστό  να  χρησιμοποιούμε και άλλα  επικοινωνιακά  στοιχεία  , όπως  :  α΄ ἠ  β’ πρόσωπο   και    αποστροφές  στο  κοινό  ή  στους αποδέκτες  . 
  23. Τις   επαναλήψεις   λέξεων –φράσεων  ή  ιδεών .  Αυτό  μπορεί  να αποφευχθεί  με τον προηγούμενο  σχεδιασμό   της  δομής  του κειμένου  μας   και  την   προσεκτική  ανάγνωσή  του  μετά  την ολοκλήρωση  της συγγραφής
  24. Τη  σύγχυση  στην παρουσίαση  φαινομένων –αιτιών  μιας  έννοιας  .  Όταν μας ζητείται να  αναφέρουμε  χαρακτηριστικά  παραδείγματα  ή φαινόμενα ,  αξιοποιούμε  κυρίως  την περιγραφή ,  αναδεικνύουμε  δηλαδή  και  περιγράφουμε  τις  χαρακτηριστικές   περιπτώσεις  που  επιβεβαιώνουν  την ύπαρξη αυτής  της έννοιας   στο άτομο  ή στο σύνολο
  25. Τη    μεγάλη  υπέρβαση  του ορίου  των λέξεων . Εφόσον  υπάρχει  ένας  τέτοιος περιορισμός , οφείλουμε να τον τηρούμε  και  να  φροντίζουμε  πριν ξεκινήσουμε  τη συγγραφή  να έχουμε  επιλέξει  τις  ιδέες που θα στηρίξουν την επιχειρηματολογία  μας 
  26. Την  εκτεταμένη  και   άτακτη  χρήση  παραπομπών –σημειώσεων . Όταν  θέλουμε να προσθέσουμε  μία πληροφορία  στο γραπτό μας , κάνουμε  τις    παραπομπές   σε εμφανές  σημείο   (  κατά  προτίμηση  στο τέλος  της σελίδας  )  με  συγκεκριμένη σειρά  και  με  τη χρήση  αστερίσκου /αστερίσκων ή    αριθμού/αριθμών   . Η  αταξία  στο γραπτό  και η αναζήτηση  πληροφοριών  κουράζουν  τον διορθωτή  και  ενδέχεται να  μας αφαιρεθούν  μονάδες . Αποφεύγουμε , επίσης , τις  πολλές   μουντζούρες  και   τα άσχημα  , υπερβολικά  μικρά  ή  κολλημένα μεταξύ τους  γράμματα .
  27. Τις  παρενθέσεις  ( Παρουσιάζουμε  τις  παρενθετικές  πληροφορίες  μέσα  σε κόμμα  )  ,  τις συντομογραφίες ( γράφουμε  τις φράσεις  αναλυτικά )   και τους ξενικούς όρους ( εφόσον υπάρχουν οι αντίστοιχοι  ελληνικοί ) .
  28. Την  κατάχρηση  της  επίκλησης  στο συναίσθημα   ( με  την  αξιοποίηση  συναισθηματικά  φορτισμένων  λέξεων –φράσεων )  ή στην αυθεντία ( με την παράθεση  απόψεων  επιστημόνων /πνευματικών ανθρώπων  κλπ )  . Αξιοποιούμε  κυρίως  την επίκληση  στη λογική  , με την παρουσίαση  επιχειρημάτων  και τεκμηρίων  (  αποφεύγοντας  ωστόσο  την  εκτεταμένη  αναφορά  στα τελευταία, εκτός να  ζητείται  κάτι τέτοιο από το θέμα  ) . Επιπλέον , δεν παρουσιάζουμε  στοιχεία  δικής  μας επινόησης  : π.χ.  στατιστικές  έρευνες  που δεν έχουν γίνει  ή  φράσεις  που δεν έχουν ειπωθεί  από  σπουδαίες  προσωπικότητες 
  29. Την  απολυτότητα   ή  την υπερβολή    στη διατύπωση  των απόψεών  μας . Προσπαθούμε  να  είμαστε  συγκρατημένοι  και μετριοπαθείς  , χωρίς να δραματοποιούμε μία κατάσταση  . Στο  πλαίσιο  αυτό , όταν αναφερόμαστε  σε ένα  σύνολο  , είναι  καλό να χρησιμοποιούμε  φράσεις όπως  « οι περισσότεροι από» , « αρκετοί  από» , « σε μεγάλο ποσοστό»  κλπ
  30. ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ  ,  Η  ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ   ΤΡΙΑ  ΒΗΜΑΤΑ  : πριν   τη  συγγραφή  ( σχεδιασμός  )    -    συγγραφή ( εφαρμογή  όσων σχεδιάστηκαν )    - μετά  τη συγγραφή  ( έλεγχος  της  επιτυχίας  όσων σχεδιάστηκαν) 
https://www.alfavita.gr/panellinies/382961_panellinies-2022-symboyles-gia-na-apofygete-ta-lathi-sti-neoelliniki-glossa-kai





Συνηθισμένα λάθη στη χρήση της Γλώσσας

 


Συνηθισμένα ορθογραφικά λάθη σε συνηθισμένες λέξεις:


Συνηθισμένα εκφραστικά λάθη σε συνηθισμένες εκφράσεις


• «Ευχαριστούμε όλους όσοι μας συμπαραστάθηκαν» (και όχι: «όλους όσους…» διότι είναι υποκείμενο στο ρήμα που ακολουθεί, αλλά: «ευχαριστούμε όσους μας συμπαραστάθηκαν» (όταν λείπει το όλους).

Προσοχή όμως: «επικοινωνεί με όλους όσους γνωρίζει», επειδή εδώ το «όσους» είναι αντικείμενο του ρήματος)


• π.μ. (=προ μεσημβρίας), μ.μ. (=μετά μεσημβρίαν και όχι μετά μεσημβρίας), π.Χ. (=προ Χριστού), μ.Χ. (=μετά Χριστόν και όχι μετά Χριστού)


• Περισσότεροι από έναν ή περισσότεροι του ενός (και όχι: περισσότεροι από ένας)


• Γίνονται όλοι δεκτοί ανεξαρτήτως ηλικίας (και όχι: ανεξαρτήτου ηλικίας)


• Ενήργησα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου (και όχι: στα πλαίσια)


• πόσο πολλοί, τόσο πολλοί, πόσο πολλή (και όχι: πόσοι πολλοί, τόσοι πολλοί, τόση πολλή)


• κατ’ αρχήν (=στα βασικά σημεία), κατ’ αρχάς (=αρχικά). Π.χ. «Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ’ αρχήν», « Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε…»


• Ο επικεφαλής, του επικεφαλής, τον επικεφαλής, οι επικεφαλής κ.λπ. (και όχι: τον επικεφαλή, του επικεφαλούς)


• Οι μέθοδοι / παράμετροι αυτές (και όχι: οι μέθοδοι / παράμετροι αυτοί). Οι παλαιές οδοί, οι κεντρικές είσοδοι, οι πολλές ψήφοι (και όχι: οι παλιοί οδοί, οι κεντρικοί είσοδοι, οι πολλοί ψήφοι)


• Η αναπληρώτρια διευθύντρια /υπουργός (και όχι: η αναπληρωτής διευθυντής/υπουργός)


• Κλητική: "κυρία Πρόεδρε" (και όχι: "κυρία Πρόεδρος)


• "Δόξα τω Θεώ" και όχι "δόξα το θεό" (αλλά: μα το Θεό)


• "15 Σεπτεμβρίου" ή "15 του Σεπτέμβρη" (και όχι: "15 Σεπτέμβρη")


• Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: π.χ. «λανθασμένη έκφραση» (και όχι: «λάθος έκφραση»)


• "Έχω απαυδήσει" (και όχι: "έχω απηυδήσει", αλλά: "απηύδησα", "είμαι απηυδισμένος")


• "Γενετικό υλικό" και όχι γεννητικό. Αλλά "προγεννητικός έλεγχος" και όχι προγενετικός


• Εξοκέλλω και όχι εξοκείλλω. Αλλά εξόκειλα, θα εξοκείλω, έχω εξοκείλει. (συνηθέστερα σε γ’ πρόσωπο)


• Αποτείνομαι, μέλλ. θα αποταθώ (και όχι: αποτανθώ)


• Το σωστό είναι “εκτίνω ποινή” και όχι “εκτίω ποινή”. Παρομοίως, το σωστό είναι “αποτίνω φόρο τιμής” και όχι “αποτίω”. Πάντως τα “εκτίω” και “αποτίω” είναι πιο συνηθισμένα και μπορούν να θεωρηθούν, πλέον, αποδεκτά. (Ρηματικοί τύποι όπως “απέτισα”, “θα εκτίσω” είναι σωστοί, καθώς προέρχονται από τα αποτίνω, εκτίνω)


• “Η λέξη αυτή απαντά συχνά στον Όμηρο” (και όχι: απαντάται)


• "Στο βιβλίο του πραγματεύεται το θέμα των κοινωνικών θεσμών" (και όχι: διαπραγματεύεται). Αλλά: "Ο Υπουργός Εξωτερικών διαπραγματεύεται τους όρους της ειρήνης"


• "Απολαύει της εμπιστοσύνης" (και όχι: απολαμβάνει)


• “Μέχρις αποδείξεως του εναντίου” και όχι “του εναντίον”


• Το ρήμα προοιωνίζομαι δεν έχει ενεργητική φωνή. Π.χ. "Η τακτική αυτή προοιωνίζεται την ήττα" (και όχι "προοιωνίζει την ήττα")


• Το "αυξάνω" χρησιμοποιείται πολύ συχνά λανθασμένα: " Τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνονται" (και όχι:"τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνουν", αλλά: "η κυβέρνηση αυξάνει τα τέλη κυκλοφορίας"). Ομοίως, "αυξάνονται οι συντάξεις" (και όχι: "αυξάνουν οι συντάξεις", αλλά "τα ταμεία αυξάνουν τις συντάξεις")


• Τα ρήμα διαρρέω και λειτουργώ είναι αμετάβατα: «διέρρευσε από πολιτικούς κύκλους η πληροφορία ότι...» ή: «πολιτικοί κύκλοι φρόντισαν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι...» (και όχι: «πολιτικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία ότι...»). «Θα θέσω το μηχάνημα σε λειτουργία» (και όχι: «θα το λειτουργήσω»)


• Ασχολούμαστε, ασχολούμασταν (και όχι: ασχολιόμαστε κ.λπ. διότι το ρήμα είναι ασχολούμαι και όχι ασχολιέμαι). Στον παρατατικό όμως, ασχολιόταν


• "Αυτός επανέλαβε (αόρ.) την προσπάθεια χτες" - " Εσύ επανάλαβε (προστκτ.) την προσπάθεια αύριο"

Οι προστακτικές δεν παίρνουν χρονική αύξηση. Ομοίως, "παρήγγειλα ένα ποτό" - "παράγγειλέ μου ένα ποτό" (ποτέ στην προστακτική: παρήγγειλε ένα ποτό), "αυτός αντέγραψε τις σημειώσεις" - "αντίγραψέ μου τις σημειώσεις", "αυτός απέρριψε την πρότασή του" - "εσύ απόρριψε την πρότασή του"


• Επαναλαμβάνω (και όχι: ξαναεπαναλαμβάνω)


• Πριν από την έναρξη (και όχι: πριν την έναρξη)


• Οποιοσδήποτε, οτιδήποτε (και όχι: ο οποιοσδήποτε, το οτιδήποτε)


• Τέως πρόεδρος: ο μέχρι πρo τινος πρόεδρος, ο προηγούμενος (από τον σημερινό) πρόεδρο. Πρώην πρόεδρος: ο πριν από πολύ καιρό πρόεδρος


• Το άρα δεν είναι σωστό να συνοδεύεται από το λοιπόν(όχι: "άρα λοιπόν") ούτε υποκαθίσταται από το άραγε(!)


• Δεν χρησιμοποιείται το «κύριος» ή το «κυρία» για πρόσωπα που έχουν πεθάνει (παρατίθεται απλώς το όνομα ή προηγείται το «αείμνηστος» ή «μακαρίτης», αν χρειάζεται)


• Δεν χρησιμοποιούμε το «κύριος» ή το «κυρία» όταν παρουσιάζουμε τον εαυτό μας (και όχι: «γεια σας, είμαι ο κύριος Βάγγος»). Η μόνη εξαίρεση του κανόνα που είναι ανεκτή είναι όταν μιλάμε σε μικρά παιδιά


• Το «κ.κ.» χρησιμοποιείται μόνο στο γραπτό λόγο . Γράφουμε «οι κ.κ. ομιλητές» αλλά εκφωνούμε «οι κύριοι ομιλητές» (και όχι: "οι κύριοι κύριοι ομιλητές")


• Το “μέσα” μπροστά από «σ» γίνεται «μες» (αλλά όχι απαραίτητα, μπορεί να μείνει «μέσα»), ποτέ όμως «μεσ’». Π.χ. "Μεσ’ από το δάσος", αλλά "μες στο δάσος" ή "μέσα στο δάσος"


• Το “μέχρι” είναι “μέχρις” μόνο προ φωνήεντος σε λόγιες εκφράσεις: μέχρις αποδείξεως, μέχρις εβδόμης γενιάς, μέχρις εσχάτων, μέχρις υπερβολής, μέχρις ενός


• Το σωστό είναι “πρώτιστα”. Το “πρωτίστως” είναι λάθος που κατάντησε σωστό (και δεν χάλασε ο κόσμος αν το χρησιμοποιήσουμε)


• Ψιλή κυριότητα (νομικός όρος) και όχι υψηλή κυριότητα


• Προσοχή στη διάκριση «σαν» και «ως»: το «σαν» χρησιμοποιείται για παρομοιώσεις, ενώ το «ως» χρησιμοποιείται για πραγματικές ιδιότητες.
Έτσι για παράδειγμα όταν αναφερόμαστε σε ενέργειες δικηγόρων, γιατρών κ.λπ. που έχουν σχέση με την άσκηση του επαγγέλματός τους, τότε λέμε "ενήργησε ως δικηγόρος", "θεωρεί, ως γιατρός". Για ανάλογες ενέργειες ατόμου που δεν ασκεί το επάγγελμα χρησιμοποιούμε το «σαν» : "μίλησε σαν δικηγόρος" (χωρίς να είναι), "τον φρόντισε σαν γιατρός".
Σημειωτέον ότι το «ως» ακολουθείται από κατηγορούμενο που πρέπει να μπει στην κατάλληλη πτώση, π.χ. "η εκλογή του ως καθηγητή" (και όχι: "ως καθηγητής"), "οι ενέργειές του ως δικηγόρου", "η γνωμάτευσή του ως ιατρού".

 

Δημοσιευμένο στο:  https://www.gnomikologikon.gr/greek-lamguage-errata.html

 https://www.kouzas.com/index.php/neoelliniki-glossa/1229-synithismena-lathi-sti-xrisi-tis-glossas




ΣΥΧΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ


ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ



👉 Μη κατανόηση των ζητούμενων της έκθεσης. Αυτό οφείλεται συχνά στη βιαστική ανάγνωση της εκφώνησης. Ποτέ δεν αρχίζουμε να γράφουμε την έκθεσή μας, αν δεν έχουμε διαβάσει προσεκτικά το θέμα.

👉 Μη διάκριση δεδομένων – ζητούμενων. Απαραίτητη προϋπόθεση, πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε την έκθεση μας, είναι να διακρίνουμε τα δεδομένα (τι μας δίδεται ως ισχύον) και τα ζητούμενα (τι καλούμαστε εμείς να γράψουμε). Τα δεδομένα αναπτύσσονται σχεδόν πάντα στον πρόλογο.

👉 Μη ισόρροπη ανάπτυξη των ζητούμενων. Προφανώς, αν έχουμε να καλύψουμε δύο ζητούμενα (αυτό ισχύει συνήθως) δεν είναι υποχρεωτικό να αφιερώσουμε τον ίδιο αριθμό λέξεων και για τα δύο. Είναι εξαιρετικά πιθανόν να απαιτείται διεξοδικότερη ανάλυση για ένα από τα δύο. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εντελώς άνισα τα ζητούμενα π.χ. τρεις παράγραφοι για το ένα – μία για το άλλο.

👉 Απουσία συνοχής και συνεκτικότητας στο κείμενό μας. Πρέπει να μεταβαίνουμε ομαλά από τη μία ιδέα στην άλλη και όχι να συνδέουμε τυχαία τα επιχειρήματά μας ή να καταλήγουμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και ως προς τη χρήση των κατάλληλων διαρθρωτικών λέξεων. Λέξεις όπως: επίσης, όμως, αλλά, δεν ταιριάζουν σε όλες τις περιπτώσεις.

👉 Επαναλήψεις. Είναι απαραίτητο να κάνουμε ένα σύντομο σχεδιάγραμμα στο πρόχειρο, όχι μόνο για την πληρότητα του περιεχομένου, την κατάλληλη ομαδοποίηση, την ιεράρχηση των επιχειρημάτων, αλλά και για να αποφύγουμε τις επαναλήψεις. Επίσης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις επαναλήψεις στην έκφρασή μας (π.χ. συχνές επαναλήψεις διαρθρωτικών λέξεων-φράσεων, επαναλήψεις λέξεων-κλειδιών).

👉 Κάθε κειμενικό είδος έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς τη δομή και το ύφος. Δε νοείται, επί παραδείγματι, να ζητείται η σύνταξη άρθρου και να μη βάλουμε τίτλο στο κείμενό μας. Θα πρέπει, ανάλογα με το κειμενικό είδος, να εφαρμόζουμε τους κανόνες, όπως τους έχουμε μάθει από τη θεωρία για την απαιτούμενη δομή. Παράλληλα, πρέπει να προσαρμόζουμε το ύφος μας στις περιστάσεις επικοινωνίας. Δεν μπορεί, παραδείγματος χάριν, ένα αποδεικτικό δοκίμιο να έχει πολλά στοιχεία προφορικού λόγου και απλοϊκό ύφος, όπως, αντίστοιχα, ένα κείμενο σε νεανικό περιοδικό δε θα έπρεπε να είναι «φορτωμένο» με εξεζητημένες λέξεις- φράσεις και υπερβολικά επίσημο ύφος.

👉 Δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» να αναπτύσσουμε ένα μόνο επιχείρημα ανά παράγραφο (εκτός κι αν έχουμε κάνει κατάλληλη ομαδοποίηση, με αποτέλεσμα, παραδείγματος χάριν, να εξετάζουμε σε μία παράγραφο χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής). Για κάθε ζητούμενο μπορούμε ΔΥΝΗΤΙΚΑ να βρούμε πάνω από δέκα επιχειρήματα – ιδέες (δεν αναφερόμαστε κατ’ ανάγκη στην αυστηρή λογική δομή του επιχειρήματος, όπως τη διδασκόμαστε στη θεωρία). Επομένως, δεν είναι λογικό να «θυσιάσουμε» πάνω από τα μισά μας επιχειρήματα, ιδίως, όταν το σημαντικότερο στοιχείο στην αξιολόγηση της παραγωγής λόγου είναι το περιεχόμενο. Ωστόσο, δεν έχουμε την αντικειμενική δυνατότητα να παραθέσουμε όλα τα επιχειρήματά μας με το δεδομένο περιορισμό των λέξεων και την ανάγκη τεκμηρίωσής τους. Άρα, δεν πρέπει απλώς να παραθέτουμε (συσσώρευση με ασύνδετο σχήμα) ιδέες, τις οποίες δεν αναπτύσσουμε. Απαιτείται κριτική ικανότητα για τη διαλογή των σημαντικότερων επιχειρημάτων και στη συνέχεια η κατάλληλη ομαδοποίησή τους, ούτως ώστε και να παραθέσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα επιχειρήματα- ιδέες και να τα αναπτύξουμε όσο γίνεται επαρκέστερα.