Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Εκπαιδευτικά Παιχνίδια - Απλό και Σύνθετο Ύφος!

 


Εκπαιδευτικά παιχνίδια - Συνώνυμα του επιθέτου "ορθό" που συνδυάζονται με τη λέξη "επιχείρημα"!





Εκπαιδευτικά παιχνίδια - Κρυπτόλεξο!



Εκπαιδευτικό Παιχνίδι - Ονοματοποίηση!




Εκπαιδευτικό Παιχνίδι - Προφορικός & Γραπτός λόγος!



Τροχός της τύχης!






Εκπαιδευτικά παιχνίδια - Αναγραμματισμός/Η Παράγραφος

 Νέα Ελληνική Γλώσσα

Η ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ





Εκπαιδευτικά παιχνίδια - Συντακτικό και Γραμματική (Αρχαία Ελληνικά)

 




Εκπαιδευτικά παιχνίδια - Παιχνίδια στην Αρχαία Ελλάδα!


 

Κειμενογλωσσολογία - Πραγματολογία





Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

Η Πραγματολογία αποτελεί ένα επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας το οποίο εξετάζει τη σχέση του εκφωνήματος με την περίσταση στην οποία χρησιμοποιείται. Ενώ δηλαδή σε όλα τα άλλα επίπεδα ανάλυσης, από τη Φωνητική έως και το Λεξιλόγιο, εξετάζεται το παραγόμενο γλωσσικό προϊόν, ανεξάρτητα από τον παραγωγό του και τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράγεται, στην Πραγματολογία αυτό που ενδιαφέρει είναι τα νοήματα και οι σημασίες που παίρνουν τα εκφωνήματα ανάλογα με τον χρόνο, τον χώρο, την κοινωνική θέση, τον ρόλο των ομιλητών, τον στόχο που επιδιώκεται και τα γλωσσικά και άλλα εξωγλωσσικά συμφραζόμενα.

Στην Πραγματολογία, λοιπόν, η γλώσσα εξετάζεται ως πράξη που επιτελείται από κάποιον ομιλητή και επηρεάζει τους συνομιλητές. Άλλωστε, η Πραγματολογία ως επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας γεννήθηκε ουσιαστικά από την ανάπτυξη της θεωρίας των λεκτικών πράξεων που διατυπώθηκε από τους φιλοσόφους John Austin, Paul Grice και John Searle κατά τις δεκαετίες 1960 και 1970. Βασική θέση της θεωρίας αυτής είναι ότι, κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε κάτι στο πλαίσιο της επικοινωνίας, πράττουμε κάτι, π.χ. εκφωνώντας τη φράση "Ξεκίνα για το σχολείο" ζητώ από τον συνομιλητή μου να πάει στο σχολείο, να κάνει δηλαδή μια πράξη. Αντίθετα, αν η φράση "Ξεκίνα για το σχολείο" ήταν μια φράση που έπρεπε να τη μάθω απέξω ή να την εκφωνήσω για να μάθω, για παράδειγμα, πώς σχηματίζεται η προστακτική στο β΄ πρόσωπο του ρήματος ξεκινώ, δε θα αποτελούσε η εκφώνησή της λεκτική πράξη.

Η θεωρία των λεκτικών πράξεων έστρεψε το ενδιαφέρον της Γλωσσολογίας από την εξέταση και την περιγραφή του συστήματος της γλώσσας στην εξέταση και περιγραφή εκφωνημάτων στο πλαίσιο της επικοινωνίας, όπου κάθε εκφώνημα αποκτά σημασία ανάλογα με τους παράγοντες που συμμετέχουν σε αυτήν, δηλαδή τις συνθήκες επικοινωνίας (πομπός, δέκτης, κανάλι, θέμα, σκοπός κτλ.). Στο πλαίσιο της επικοινωνίας, λοιπόν, προφορικής ή γραπτής, ο άνθρωπος, όταν παράγει λόγο, ταυτόχρονα επιτελεί και μια πράξη, η οποία μπορεί να είναι μια δήλωση, μια παράκληση, μια απειλή κ.ο.κ. Βασική μονάδα, λοιπόν, της Πραγματολογίας είναι η λεκτική πράξη, η οποία, σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξε ο Austin, περιέχει τρεις διαφορετικές πράξεις:

α) Την πράξη της εκφώνησης, η οποία, αναφέρεται στην εκφώνηση μιας φράσης μέσω του συνδυασμού ήχων ή γραφημάτων και λέξεων. Πρόκειται δηλαδή για την απλή εκφορά λέξεων και προτάσεων.

β) Την προσλεκτική πράξη, η οποία αναφέρεται στην πράξη που επιτελεί ο ομιλητής. Σ’ αυτήν συνδέονται σε ένα εκφώνημα το πρόσωπο στο οποίο γίνεται αναφορά με το ρήμα που πραγματώνει την πρόθεση του αναφερόμενου. Μπορεί να έχει τη μορφή μιας παράκλησης, μιας ερώτησης, μιας ανακοίνωσης, μιας προσφοράς κ.ο.κ. Πρόκειται στην ουσία για την πράξη με την οποία ο ομιλητής προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα καταλάβει ο ακροατής την πρόθεσή του.

γ) Την πράξη επιτέλεσης, η οποία αναφέρεται στο αποτέλεσμα που επιδιώκει ο ομιλητής να έχει ένα εκφώνημα στον αποδέκτη.

Παράδειγμα

Αν δε μου δώσεις το βιβλίο, δε θα σου ξαναμιλήσω.(1) 

Μου δίνεις, σε παρακαλώ, το βιβλίο; (2) 

Είπες ότι θα μου δώσεις το βιβλίο. (3) 

Θα μου δώσεις το βιβλίο; (4) 

Δώσε μου αμέσως το βιβλίο. (5) 

Υποθέτουμε ότι οι πέντε παραπάνω φράσεις εκφωνούνται από το ίδιο άτομο (π.χ. έναν/μια μαθητή/-τρια) και έχουν τον ίδιο αποδέκτη (π.χ. έναν/μια συμμαθητή/-τριά του/της). 

Και οι πέντε φράσεις περιέχουν τον ίδιο συνδυασμό αντικειμένου αναφοράς (βιβλίο) και ρήματος (δίνω). 

Καθεμιά όμως από αυτές τις φράσεις διαφέρει και ως προς την πράξη εκφώνησης και ως προς την προσλεκτική πράξη. 

Η (1) εκφράζει απειλή, η (2) παράκληση, η (3) αποτελεί μια ανακοίνωση, η (4) είναι ερώτηση και η (5) εκφράζει προσταγή.

Η παραπάνω θεωρία των λεκτικών πράξεων οδήγησε τους θεωρητικούς στην προσπάθεια ταξινόμησής τους. 

Σύμφωνα λοιπόν με την κατάταξη του Searle οι κατηγορίες των λεκτικών πράξεων είναι οι εξής:

α) Δηλωτικές, με τις οποίες δηλώνεται από τον ομιλητή η αλήθεια του περιεχομένου του εκφωνήματός του, 

π.χ. Η κ. Παπαδοπούλου βρίσκεται στο γραφείο της.

β) Κατευθυντικές, με τις οποίες ο ομιλητής επιχειρεί να πείσει ή να κατευθύνει τον ακροατή, 

π.χ. Άνοιξέ μου, σε παρακαλώ, την πόρτα.

γ) Δεσμευτικές, με τις οποίες ο ομιλητής δεσμεύεται να πραγματοποιήσει αυτό που λέει, 

π.χ. Θα σου δώσω αύριο τα κλειδιά του σπιτιού.

δ) Εκφραστικές, με τις οποίες ο ομιλητής εκφράζει την ψυχική του κατάσταση απέναντι στο περιεχόμενο του εκφωνήματος, 

π.χ. Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου.

ε) Διακηρυκτικές, με τις οποίες ο ομιλητής επιτελεί άμεσα μια πράξη, 

π.χ. Σε αναγορεύω διδάκτορα Φιλοσοφίας.

Η ταξινόμηση αυτή δεν είναι και ούτε μπορεί να είναι απόλυτη, αφού μπορεί ένα εκφώνημα να ανήκει στη μια ή στην άλλη κατηγορία, π.χ. η φράση "Χαίρομαι πολύ για την επιτυχία σου" μπορεί να είναι είτε εκφραστική είτε δηλωτική λεκτική πράξη. Εξαρτάται από τη συνθήκη επικοινωνίας και από τα συμφραζόμενα.

Η συσχέτιση μιας πράξης εκφώνησης με την προσλεκτική πράξη και την πράξη επιτέλεσης από τον παραγωγό ενός εκφωνήματος αποτελεί διαδικασία η οποία διέπεται από ορισμένες αρχές που ισχύουν για κάθε είδος αλληλεπίδρασης στον γραπτό και στον προφορικό λόγο. Η κυριότερη από αυτές τις αρχές, που διατύπωσε ο φιλόσοφος Grice, είναι η "αρχή της συνεργασίας", η οποία αφορά την επιθυμία των επικοινωνούντων να συνεργαστούν και μέσω της οποίας εξελίσσεται ο διάλογος μεταξύ των συνομιλητών. Η αρχή της συνεργασίας αποτελείται, σύμφωνα πάντα με τον Grice, από τα εξής τέσσερα αξιώματα, τα οποία είναι κανόνες που ρυθμίζουν την επικοινωνία:

α) Το αξίωμα της ποιότητας, το οποίο αφορά την επιθυμία μετάδοσης της αλήθειας από τους επικοινωνούντες.

β) Το αξίωμα της ποσότητας, το οποίο αφορά την ποσότητα των στοιχείων που μεταδίδονται από τους επικοινωνούντες, η οποία θα πρέπει να είναι επαρκής.

γ) Το αξίωμα της συνάφειας, το οποίο αφορά τη συνάφεια του υπό συζήτηση θέματος με τον σκοπό της επικοινωνίας, τα οποία θα πρέπει να συνδέονται μεταξύ τους στενά.

δ) Το αξίωμα του τρόπου, το οποίο αφορά τη σαφήνεια του λόγου και τη συνάφεια που πρέπει να έχουν μεταξύ τους τα νοήματα που μεταδίδουν οι επικοινωνούντες.

Οι αρχές αυτές συχνά παραβιάζονται από τους επικοινωνούντες με σκοπό να δηλωθούν κάποια υπονοήματα.

Με την έννοια που δόθηκε και δίνεται στην Πραγματολογία, αυτή σχετίζεται και με τη Σημασιολογία, αφού εξετάζει σημασίες, αλλά και με τον κλάδο που εξετάζει τη διάρθρωση των εκφωνημάτων σε κείμενα, δηλαδή την Κειμενογλωσσολογία ή Κειμενολογία. Γι’ αυτό, στο παρόν κεφάλαιο θα γίνει λόγος για στοιχεία που έχουν σχέση με το κείμενο, τη διάρθρωσή του, τα είδη του, την υφή και την ποικιλότητά του, στοιχεία δηλαδή που σχετίζονται με τη χρήση της γλώσσας σε πραγματικές επικοινωνιακές συνθήκες.


Η ΚΕΙΜΕΝΟΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ

Το κείμενο και η έννοιά του

Είναι γνωστό ότι η επικοινωνία μεταξύ των ατόμων γίνεται με διάφορα συστήματα σημείων (χειρονομίες, διάφορα σήματα, εικόνες κτλ.). Το πιο σημαντικό από αυτά τα συστήματα είναι η γλώσσα, μέσω της οποίας μπορούν να αποδοθούν λεπτές αποχρώσεις της πραγματικότητας. Όταν λέμε ότι η επικοινωνία διεξάγεται μέσω της γλώσσας, δεν εννοoύμε ότι γίνεται μέσω φθόγγων ή γραμμάτων ή μεμονωμένων λέξεων, αλλά με συνδυασμό αυτών των μονάδων, οι οποίες κατά την επικοινωνία συγκροτούν αυτό που ονομάζουμε κείμενο. Για να χαρακτηριστεί μια γλωσσική ενότητα κείμενο, είναι απαραίτητες κάποιες προϋποθέσεις:

α) Να έχει καθορισμένα όρια, αναγνωρίσιμα από τους συμμετέχοντες στην επικοινωνία, π.χ. μια διάλεξη για ένα συγκεκριμένο θέμα έχει μια αρχή και ένα τέλος που τα αναγνωρίζουν όλοι οι συμμετέχοντες. Πριν και μετά από τη διάλεξη αυτή ο ομιλητής μπορεί να παράγει λόγο, αλλά ο λόγος αυτός συγκροτεί άλλα κείμενα. 

β) Να έχει εσωτερική συνοχή, να αναφέρεται δηλαδή σε κάποια εξωγλωσσική πραγματικότητα, η οποία μπορεί να αποτελέσει μια ολότητα, π.χ. σε μια τηλεφωνική επικοινωνία, αν το ένα άτομο μιλά για τον καιρό, χωρίς να δίνει σημασία στο τι λέει ο άλλος, και αν ο άλλος μιλά για τις εξετάσεις που έχει την επόμενη ημέρα, η επικοινωνία αυτή δεν έχει συνοχή και δεν αποτελεί μια ολότητα, άρα δεν είναι ενιαίο κείμενο. Αντίθετα, αν και τα δύο άτομα αναφέρονται στην ίδια εξωγλωσσική πραγματικότητα, για παράδειγμα στον καιρό ή στις εξετάσεις, αυτή η τηλεφωνική επικοινωνία έχει συνοχή, αποτελεί μια ολότητα και χαρακτηρίζεται κείμενο.

γ) Να συνδέεται με την πράξη της επικοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι θα είναι αναγνωρίσιμες από τους συμμετέχοντες στην επικοινωνία οι προθέσεις του παραγωγού του λόγου και οι καταστάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος, π.χ. η εκφώνηση της παροιμίας «Κάλλιο αργά παρά ποτέ» αποτελεί κείμενο, αν ειπωθεί από έναν ομιλητή με πρόθεση να συνοψίσει και να συμβολοποιήσει κάποιες καταστάσεις που παρουσιάζονται ή που περιέγραψε ο ίδιος ή κάποιος συνομιλητής του. Αλλιώς η ξερή εκφώνηση, χωρίς πρόθεση και χωρίς αναφορά σε κάποια κατάσταση, δεν την καθιστά κείμενο.

δ) Να έχει νόημα, να είναι δηλαδή τα νοήματα που περιέχει η γλωσσική ενότητα αναγνωρίσιμα όχι μόνο από σημασιολογική άποψη, αλλά και από την άποψη των νοημάτων που αναδύονται από τους παράγοντες που συμμετέχουν στην επικοινωνιακή συνθήκη στην οποία εντάσσεται το κείμενο, π.χ. η λέξη ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ως τίτλος εφημερίδας έχει μια σημασία, αλλά ταυτόχρονα αναδύεται από τους επικοινωνιακούς παράγοντες (θέση τίτλου, έντυπο κτλ.) ένα ιδιαίτερο νόημα που την απομακρύνει από την κυριολεκτική σημασία της λέξης και δίνει το νόημά της.

Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις ορίζουμε το κείμενο ως μια γλωσσική ενότητα που έχει καθορισμένα όρια, εσωτερική συνοχή και φέρνει τόσο στοιχεία από τις προθέσεις του δημιουργού όσο και νοήματα που συνδέονται με εξωγλωσσικές καταστάσεις και επικοινωνιακές συνθήκες.

Επαρκής επικοινωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων ατόμων υπάρχει μόνον, όταν οι συμμετέχοντες σε αυτήν είναι σε θέση να αντιληφθούν όλες τις παραπάνω παραμέτρους που συνθέτουν αυτό που ορίσαμε ως κείμενο

Το κείμενο λοιπόν αποτελεί τη βασική μονάδα επικοινωνίας και γι’ αυτό η παρουσία του στη ζωή του ανθρώπου είναι ουσιώδης και σημαντική. 

Ο λόγος αυτός οδήγησε στα νεότερα χρόνια πολλούς επιστήμονες από διαφορετικές επιστημονικές περιοχές να ασχοληθούν θεωρητικά και πρακτικά με αυτό και την ανάλυσή του. 

Στον χώρο της Γλωσσολογίας ο κλάδος που ασχολείται με το κείμενο και την ανάλυσή του είναι η Κειμενογλωσσολογία.

Η Κειμενογλωσσολογία φαίνεται να συγκροτείται ως ιδιαίτερη επιστημονική περιοχή το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα.

Τα πρώτα ίχνη της Κειμενογλωσσολογίας βρίσκονται στη Ρητορική των Αρχαίων Ελλήνων, που στόχευε στην ανάδειξη των λεκτικών στοιχείων και των μηχανισμών με τα οποία διαμορφώνονται τα κείμενα πειθούς. Θεωρητικός της Ρητορικής στην ελληνική αρχαιότητα του 4ου αι. π.Χ. είναι ο Αριστοτέλης.

Από τα τέλη του 19ου αι., και ιδίως μέσα στον 20ό αι., η έννοια του κειμένου θεωρητικοποιείται αρκετά και διαμορφώνονται ορισμένες τάσεις και σχολές. Ορισμένες από αυτές τις τάσεις θεωρούν το κείμενο ένα στατικό προϊόν, μέσα στο οποίο αποτυπώνονται τα δεδομένα και οι προσωπικές καταστάσεις ενός ατόμου, του συγγραφέα, και τα στοιχεία του κοινωνικού και ιδεολογικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο παράγεται. Άλλες τάσεις πάλι θεωρούν το κείμενο ένα δυναμικό προϊόν, που δίνει τη δυνατότητα επικοι-νωνίας ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη.

Στα νεότερα χρόνια το κείμενο θεωρείται γενικά ένα πολυεπίπεδο νοηματικά προϊόν και έχει αποκτήσει τη σημασία που αναλύθηκε προηγουμένως.

Κειμενικά είδη

α. Γραπτά κειμενικά  είδη

Παρακάτω παρατίθενται μικρά αποσπάσματα από γραπτά κείμενα που συναντούμε στην καθημερινή μας ζωή. Τα αποσπάσματα αυτά αναγνωρίζονται σχεδόν αμέσως από έναν αναγνώστη με μικρή εμπειρία στη γλώσσα και κατατάσσονται επίσης πολύ εύκολα στο κειμενικό είδος όπου ανήκουν. Έτσι, εύκολα θα αναγνωρίσει κανείς ότι:

Το πρώτο απόσπασμα προέρχεται από κατάλογο τηλεφώνων.

Το δεύτερο προέρχεται από τουριστικό οδηγό.

Το τρίτο προέρχεται από επιστημονικό κείμενο ψυχολογικού περιεχομένου.

Πρώτο απόσπασμα

Δεύτερο απόσπασμα

Τρίτο απόσπασμα




β. Προφορικά κειμενικά είδη

Παρατίθενται παρακάτω δύο δείγματα προφορικού λόγου που έχουν παραχθεί από υποθετικούς ομιλητές. Ένας έμπειρος ακροατής πολύ εύκολα μπορεί να αναγνωρίσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματώνεται η καθεμιά από αυτές τις συνομιλίες και να την κατατάξει στο κειμενικό είδος όπου ανήκει.
Το πρώτο προέρχεται από διδασκαλία.
Το δεύτερο προέρχεται από αίτημα ενός ανήλικου προς έναν μεγαλύτερο.

Πρώτο απόσπασμα

(Δασκάλα). Σήμερα θα μιλήσουμε για τον μαγνητισμό. Μαγνητισμό ονομάζουμε την ιδιότητα των υλικών σωμάτων που εμφανίζεται ως αντίδραση στην επίδραση του μαγνητικού πεδίου, δηλαδή, όταν ένα υλικό βρεθεί σε ένα μαγνητικό πεδίο, ασκούνται πάνω του δυνάμεις που τις ονομάζουμε μαγνητικές.
(Μαθητής). Κυρία, τι είναι το μαγνητικό πεδίο; 
Δ. Μαγνητικό πεδίο ονομάζουμε τον χώρο μέσα στον οποίο παρουσιάζονται κάποιες δυνάμεις πάνω σε ηλεκτρικά φορτία που κινούνται.

Δεύτερο απόσπασμα

Α. Να πάω σινεμά σήμερα το βράδυ; 
Β. Πήγες και χθες! Κάθε μέρα σινεμά;
Α. Είναι όμως ένα έργο που πήρε βραβείο. Παίζουν …
Β. Όχι … δε θα πας.
Α. Σε παρακαλώ, αφού …

Πώς γίνεται να αναγνωρίζουμε από πολύ λίγες λέξεις τον τύπο του κειμένου στο οποίο ανήκει κάθε απόσπασμα λόγου από αυτά που παρατέθηκαν παραπάνω; Ποια είναι η χρησιμότητα της αναγνώρισης αυτής; Στις ερωτήσεις αυτές απαντούν οι θεωρητικοί που ανέπτυξαν τη θεωρία των κειμενικών ειδών.

Στο προηγούμενο κεφάλαιο αναφέραμε ότι η γλώσσα αποκτά νόημα μόνο μέσα στο κείμενο. 

Τα κείμενα παρουσιάζονται πάντοτε μέσα σε κοινωνικές συνθήκες και κατασκευάζονται πάντοτε για κάποιους σκοπούς: να πληροφορήσουν, να διασκεδάσουν, να διαφημίσουν κτλ. 

Οι κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες παράγονται τα κείμενα ασκούν μεγάλη επίδραση σε αυτά, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενό τους. 

Αυτό σημαίνει ότι κάθε κείμενο φέρνει μαζί του ορισμένα από τα χαρακτηριστικά των συνθηκών και ιδίως των περιστάσεων που προκάλεσαν την παραγωγή του. 

Πολλές από αυτές τις συνθήκες και τις περιστάσεις είναι εντελώς τελετουργικές, με αυστηρή σειρά στους λόγους και στις πράξεις, όπως για παράδειγμα είναι η βάπτιση, η συνεδρίαση της Βουλής, ένας αθλητικός αγώνας κτλ. 

Άλλες πάλι είναι λιγότερο τελετουργικές, όπως οι συζητήσεις ανθρώπων που δε γνωρίζονται καλά, μια γραπτή ανακοίνωση κτλ.


Τα κειμενικά είδη, λοιπόν, ή «τα είδη λόγου», είναι συμβατικές μορφές κειμένων που περιέχουν ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή, τη μορφή και το περιεχόμενο. Τα χαρακτηριστικά αυτά αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές περιστάσεις μέσα στις οποίες παράγονται τα κείμενα. Έτσι, μια συνέντευξη ανήκει σε ένα κειμενικό είδος με ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία αντιπροσωπεύουν την κοινωνική περίσταση της συνέντευξης, τη συζήτηση δηλαδή δύο ανθρώπων, κατά την οποία ο ένας ρω-τά και ο άλλος απαντά, με σκοπό αυτή η συζήτηση (συνέντευξη) να δημοσιοποιηθεί σε τρίτα πρόσωπα. Μια διαφήμιση ανήκει σε ένα κειμενικό είδος που έχει ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και στη μορφή και στο περιεχόμενο (σύντομο κείμενο, περιεκτικό, ελκυστικό κτλ.), που αντικατοπτρίζουν την κοινωνική περίσταση της διαφήμισης.

Με την έννοια που δόθηκε προηγουμένως στα κειμενικά είδη, γίνεται αντιληπτό ότι αυτά είναι πάρα πολλά σε αριθμό. Γι’ αυτό έχουν γίνει προσπάθειες να κατηγοριοποιηθούν με βάση ορισμένα κριτήρια
δομικά, περιεχομένου, γλωσσικά κ.ά.), να ομαδοποιηθούν σε μεγάλες κατηγορίες και να ταξινομηθούν. Σήμερα υφίστανται στη βιβλιογραφία ορισμένες προτάσεις κατηγοριοποίησης και ταξινόμησης, οι οποίες, χωρίς να συμφωνούν μεταξύ τους, υποδεικνύουν πολύ γενικές κατηγορίες ομοειδών κειμένων, που ονομάζονται «γένη». Μία από αυτές τις προτάσεις διακρίνει τρεις μεγάλες γενικές κατηγορίες κειμένων: τα περιγραφικά (περιγραφή) και τα αφηγηματικά (αφήγηση), τα οποία εντάσσονται στον αναφορικό λόγο, και τα επιχειρηματολογικά (επιχειρηματολογία), τα οποία εντάσσονται στον κατευθυντικό λόγο.

Περιγραφικά κείμενα: αναπαριστούν γλωσσικά πρόσωπα, χώρους, αντικείμενα και καταστάσεις της εμπειρίας του ομιλητή-συντάκτη και διακρίνονται σε αντικειμενικά και υποκειμενικά. Στα πρώτα χρησιμοποιείται συνήθως γ΄ πρόσωπο, παθητική σύνταξη και απουσιάζει ο μεταφορικός λόγος. Στα δεύτερα χρησιμοποιούνται κυρίως το α΄ πρόσωπο και αρκετές μεταφορές. Τα συχνότερα μορφοσυντακτικά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται στα περιγραφικά κείμενα είναι τα επίθετα, τα επιρρήματα, ο ενεστώτας και τα βοηθητικά ρήματα. Τα περιγραφικά κείμενα χαρακτηρίζονται συνήθως από σαφήνεια, ακρίβεια και παραστατικότητα.

Αφηγηματικά κείμενα: αναπαριστούν γλωσσικά εξιστορήσεις με μιαν ορισμένη σειρά πραγματικών ή φανταστικών συμβάντων, πράξεων και ενεργειών, που συνέβησαν ή κατασκευάστηκαν από τα συμμετέχοντα στην αφήγηση πρόσωπα. Διακρίνονται σε μυθοπλαστικά, που ανήκουν στη λογοτεχνία και έχουν περιεχόμενο μη πραγματικό, σε ιστορικά, όπου εξιστορούνται γεγονότα του παρελθόντος, και ρεαλιστικά, όπου εξιστορούνται γεγονότα σύγχρονα με τον χρόνο του αφηγητή. Εξελίσσονται πάνω σε δομικά σχήματα συμβάντων, τα οποία συνδέονται συνήθως μεταξύ τους χρονικά. Κυριαρχεί ο αόριστος χρόνος και το συνοπτικό ποιόν ενέργειας, ενώ πολύ συχνά χρησιμοποιούνται χρονικά επιρρήματα. Τα αφηγηματικά κείμενα περιέχουν συνδετικές λέξεις και φράσεις που δείχνουν τη χρονική σειρά των γεγονότων.

Επιχειρηματολογικά κείμενα: περιέχουν γλωσσικά στοιχεία με τα οποία ο ομιλητής-συντάκτης επιχειρεί να επηρεάσει τον αποδέκτη του κειμένου, με σκοπό την αλλαγή της άποψης και της στάσης του. Εξελίσσονται πάνω σε δομικά σχήματα συμβάντων και καταστάσεων, που οδηγούν σε μια έκβαση την οποία ο ομιλητής (ή ο συγγραφέας) προαποφάσισε. Από τα πιο συνηθισμένα γλωσσικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται είναι τα σχήματα λόγου (ρητορικές ερωτήσεις, επαναλήψεις, ελλείψεις κ.ά.), σύνδεσμοι και επιρρήματα που εξασφαλίζουν τη στενή σύνδεση των νοημάτων (και, αλλά, βέβαια, φυσικά, λοιπόν κ.ά.) και εκφράσεις που δηλώνουν το πιθανό (μπορεί, υποθέτω, κατά τη γνώμη μου κ.ά.) και το αναγκαίο (πρέ-πει, χρειάζεται κ.ά.).
 
Μια ανάλογη αλλά πιο γενική κατηγοριοποίηση των κειμένων είναι αυτή που τα διακρίνει σε προφορι-κά και σε γραπτά. 

Τα προφορικά κείμενα διέπονται από τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου, ο οποίος είναι οικείος, απροσχεδίαστος, αυθόρμητος, άμεσος και εφήμερος. Γι’ αυτό τα προφορικά κείμενα περιέχουν γλωσσικά στοιχεία που αποτελούν απόρροια αυτών των χαρακτηριστικών, όπως η παρατακτική σύνταξη, η ενεργητική σύνταξη, οι ελλείψεις, οι επανεκκινήσεις, οι επαναλήψεις, συχνά οι ασυνταξίες κ.ά.
Τα γραπτά κείμενα διέπονται από τα χαρακτηριστικά του γραπτού λόγου, ο οποίος είναι προσχεδιασμένος, έμμεσος και έχει διάρκεια. Απόρροια αυτών των χαρακτηριστικών είναι τα γλωσσικά στοιχεία των γραπτών κειμένων, που είναι συνήθως η υποτακτική σύνταξη, ο μεγάλος αριθμός ονοματικών φράσεων, η παθητική σύνταξη κ.ά.

Ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες κειμένων, οι οποίες, όπως περιγράφηκαν, αποτελούν τα δύο άκρα ενός συνεχούς, βρίσκονται προφορικά κείμενα, άλλα με περισσότερα και άλλα με λιγότερα στοιχεία των γραπτών κειμένων, και γραπτά με περισσότερα ή λιγότερα στοιχεία των προφορικών. 


Υφολογία

α. Η έννοια του ύφους

Παρακάτω παρατίθενται δύο κείμενα, τα οποία αναφέρονται στο ίδιο φανταστικό γεγονός. Προέρχονται από το βιβλίο του Ρεϊμόν Κενό, Ασκήσεις ύφους, σε ελληνική απόδοση του Αχιλλέα Κυριακίδη. Διατηρείται εδώ η ορθογραφία του πρωτότυπου μεταφρασμένου κειμένου. 

Aφήγηση

Μια μέρα γύρω στο μεσημέρι, στην περιοχή του πάρκου Μονσό, πάνω στην πλατφόρμα ενός σχεδόν πλήρους λεωφορείου της γραμμής S (σήμερα 84), πρόσεξα έναν άνθρωπο με πολύ μακρύ λαιμό, που φορούσε ένα μαλακό καπέλο, που είχε γύρω του ένα πλεχτό κορδόνι αντί για κορδέλα. Ο άνθρωπος αυτός τα ’βαλε ξαφνικά με τον διπλανό του, κατηγορώντας τον πως επίτηδες του πατούσε τα πόδια κάθε φορά που επιβάτες ανέβαιναν ή κατέβαιναν. Εγκατέλειψε πάντως νωρίς τη συζήτηση, για να ριχτεί σε μια θέση που άδειασε.
Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναείδα μπροστά στο σταθμό Σεν Λαζάρ, να συζητάει μεγαλοφώνως μ’ ένα φίλο του, που τον συμβούλευε να μικρύνει το άνοιγμα του πέτου του παλτού του, βάζοντας έναν έμπειρο ράφτη να του ράψει λίγο ψηλότερα το πάνω πάνω κουμπί.

Modern Style

Σ’ ένα αστικό, μια μέρα γύρω στο μεσημέρι, υπήρξα μάρτυς της ακόλουθης μικρής κωμικοτραγωδίας. Ένας τζιτζιφιόγκος, που τον κατέτρυχε ένας μακρύς λαιμός και (άλλο πάλι τούτο) ένα μικρό σιρίτι ολόγυρα από το καπέλο του (είναι πολύ της μόδας, αλλά εγώ δεν το πάω καθόλου) με την πρόφαση πως τάχα μου έπεφτε γερό σπρώξιμο, βγήκε του διπλανού μ’ ένα τουπέ, που πρόδινε ένα χαρακτήρα αδύνατο, και τον κατηγόρησε πως του ποδοπατούσε συστηματικά τα λουστρίνια του κάθε φορά που ανέβαιναν ή κατέβαιναν κυρίες και κύριοι που κατευθύνονταν προς το Σαμπερέ. Ο τύπος δεν περίμενε ούτε στο ελάχιστο μιαν απόκριση που, το δίχως άλλο, θα τον έφερνε να γίνει χαλκομανία στο πάτωμα και σκαρφάλωσε με ζωηράδα στο υπερώο, όπου τον καρτερούσε ένα ελεύθερο κάθισμα, γιατί ένας απ’ τους χρήστες του οχήματός μας μόλις είχε πατήσει το πόδι του στη λιωμένη άσφαλτο του πεζοδρομίου της πλατείας Περέρ.
Δύο ώρες αργότερα, καθώς τώρα βρισκόταν η αφεντιά μου στο υπερώο, είδα ξανά το παιδαρέλι, για το οποίο σας μίλησα πιο πάνω, που ’δειχνε ν’ απολαβαίνει πλέρια τα λεγόμενα ενός νεαρού λιμοκοντόρου, που οπωσδήποτε το ’παιζε συμβουλάτοράς του για το πώς φοριέται ένα κοντομάνικο στο καθωσπρέπει.

Τα δύο κείμενα που διαβάσατε αναφέρουν το ίδιο συμβάν, παρ’ όλα αυτά όμως η περιγραφή γίνεται με διαφορετικά γλωσσικά μέσα. 

Στο πρώτο, που ο συγγραφέας τού δίνει τον τίτλο «Αφήγηση», χρησιμοποιείται ένα ουδέτερο λεξιλόγιο, χωρίς ιδιαίτερους χαρακτηρισμούς, με μια σύνταξη και μορφολογία συνηθισμένη, όπως θα ταίριαζε σε ένα απλό αφηγηματικού είδους κείμενο. 

Στο δεύτερο, που ο συγγραφέας τού δίνει τον τίτλο «Modern Style» (μοντέρνο ύφος), ονομασία που σχετίζεται με μια τάση γραφής ορισμένων καλλιτεχνών και συγγραφέων στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη, χρησιμοποιούνται λέξεις του καθημερινού λεξιλογίου με υποκειμενικούς χαρακτηρισμούς και σχόλια υποκειμενικά, με μια σύνταξη που κινείται μεταξύ της σύνταξης του προφορικού και του γραπτού λόγου.

Η διαφορά στα δύο κείμενα είναι διαφορά ύφους (ή διαφορά στιλ). 

Το ύφος είναι, μπορεί να πει κανείς, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο ο ομιλητής (ή ο συγγραφέας), συνδυάζοντας γλωσσικά στοιχεία που έχει επιλέξει, εκφράζει ένα συμβάν, μια σκέψη του, ένα συναίσθημα κτλ. 

Οι ορισμοί που έχουν διατυπωθεί από τους επιστήμονες για το ύφος είναι πάρα πολλοί, ώστε να μην μπορούμε σήμερα να δεχτούμε έναν ανεπιφύλακτα. 

Ορισμένοι από αυτούς είναι οι παρακάτω:
Το ύφος είναι ο ίδιος ο άνθρωπος (Buffon).
Ύφος είναι το ίδιο το κείμενο (Riffatere).
Το ύφος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος της γλωσσικής χρήσης (Anderegg).

Η ενασχόληση με το ύφος, την έννοιά του και τον ορισμό του, καθώς και η ερευνητική ενασχόληση με τις αποκλίσεις που παρουσιάζει ένα κείμενο από την κοινή χρήση μιας γλώσσας (νόρμα) δημιούργησαν έναν κλάδο επιστημονικό που ονομάζεται Υφολογία.



β. Το ύφος της νέας ελληνικής

Η αναφορά στα χαρακτηριστικά του ύφους μιας γλώσσας προϋποθέτει συγκριτικές υφολογικές μελέτες της γλώσσας αυτής με άλλες και αποτελεί έργο αρκετά δύσκολο και σχεδόν ακατόρθωτο. 

Μελέτες που έχουν γίνει για τα υφολογικά χαρακτηριστικά της νέας ελληνικής έχουν φτάσει σε διαπιστώσεις ορισμένες από τις οποίες παραθέτουμε παρακάτω.

α) Η για πολλά χρόνια συνύπαρξη της Καθαρεύουσας και της Δημοτικής διαμόρφωσε μια μορφολογική πολυτυπία, η οποία δίνει τη δυνατότητα υφολογικών διαφοροποιήσεων που σχετίζονται με την ιδεολογικοπολιτική τοποθέτηση του ομιλητή/συντάκτη, 
π.χ. Οι Ξανθιώται προσέφεραν στον πρωθυπουργό το κλειδί της πόλεως. (1) 
       Οι Ξανθιώτες πρόσφεραν στον πρωθυπουργό το κλειδί της πόλης. (2)
Η φράση (1) είναι δυνατό να εκφωνηθεί από άτομο μεγάλης ηλικίας, υψηλής μόρφωσης και συντηρητικής ιδεολογίας, ενώ η φράση (2) από άτομο μεσαίας ηλικίας (αλλά και μεγαλύτερης), χαμηλής (αλλά και υψηλής) μόρφωσης με μη συντηρητική κατά κανόνα ιδεολογία.

β) Η για πολλά χρόνια συνύπαρξη και παράλληλη χρήση της Καθαρεύουσας και της Δημοτικής προσέ-
φερε στη νέα ελληνική λεξιλόγιο που προέρχεται τόσο από τη λόγια όσο και από τη λαϊκή γλωσσική παράδοση. Η εκμετάλλευση αυτού του λεξιλογίου δίνει τη δυνατότητα δημιουργίας λεπτών ή και πιο έντονων υφολογικών αποχρώσεων, 
π.χ. Η αναζήτηση της αιτίας που προκάλεσε τον σεισμό απεδείχθη μάταιη. (1) 
       Το ψάξιμο της αιτίας που προκάλεσε τον σεισμό κατάντησε άχρηστο. (2)
Στη φράση (1) οι λογιότερες λέξεις αναζήτηση, απεδείχθη, μάταιη δίνουν ένα ύφος περισσότερο επίσημο σε σχέση με τη φράση (2), όπου χρησιμοποιούνται οι πιο λαϊκές λέξεις ψάξιμο, κατάντησε, άχρηστο, και το ύφος είναι προκλητικά λαϊκό.

γ) Στον προφορικό λόγο της νέας ελληνικής χρησιμοποιούνται πολύ πιο συχνά από ό,τι στις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες τυπικές εκφράσεις που προσδιορίζονται και επιβάλλονται από την κατάσταση επικοινωνίας και έχουν συνήθως εθιμοτυπικό χαρακτήρα, όπως: γεια χαρά, με γεια, καλορίζικο, καλό ξημέρωμα, στο καλό, καλή βδομάδα κτλ.

δ) Στον προφορικό λόγο της νέας ελληνικής χρησιμοποιούνται ορισμένες λέξεις ή φθόγγοι ή και συν-δυασμοί φθόγγων χωρίς να έχουν ιδιαίτερη σημασία, π.χ. να πούμε, λοιπόν, κατάλαβες; έτσι, χμ, εμ, εε κτλ. Απλώς δείχνουν πως ο ομιλητής ή δεν έχει ευφράδεια ή διστάζει ή περιμένει την ανταπόκριση του συνομιλητή του. 

ε) Στον προφορικό λόγο της νέας ελληνικής συχνά χρησιμοποιούνται ρητορικές ερωτήσεις του τύπου: Τι λες; (είναι πολύ εντυπωσιακό ή περίεργο), Τι να κάνουμε; (βρισκόμαστε σε αδιέξοδο), Και τι δεν έχουμε (έχουμε από όλα) κτλ.

στ) Στον γραπτό λόγο της νέας ελληνικής, μετά την υιοθέτηση του μονοτονικού συστήματος στην Εκπαίδευση και τη Διοίκηση, η χρήση του πολυτονικού συστήματος είναι πολλές φορές έκφραση διαφορετικού ύφους που πηγάζει από ανάλογες ιδεολογικές αρχές και θέσεις. 


Γενικά, το ύφος της νέας ελληνικής, όπως και των άλλων γλωσσών, ποικίλλει ανάλογα με το κειμενικό είδος όπου εντάσσεται, τη σχέση των επικοινωνούντων, το θέμα και γενικότερα την περίσταση επικοινωνίας. 


Για μεθοδολογικούς λόγους διακρίνουμε στη Γραμματική μας τρία είδη ύφους: το τυπικό, το οικείο και το ουδέτερο.

Τυπικό ύφος ονομάζουμε αυτό που χρησιμοποιείται κατά κανόνα στον γραπτό λόγο (σε κείμενα της δημόσιας διοίκησης, επιστημονικά, νομικά, εκκλησιαστικά, δημοσιογραφικά κ.ά.) και λιγότερο στον προφορικό λόγο (σε αγορεύσεις, διαλέξεις, πολιτικές ομιλίες, κηρύγματα κ.ά.). Περιέχει λεξιλόγιο και εκφράσεις λόγιας προέλευσης, σύνταξη υποτακτική με μεγάλες περιόδους, κυριολεκτικό λόγο και μορφολογικούς τύπους που βρίσκονται πιο κοντά στην Καθαρεύουσα.

Οικείο ύφος ονομάζουμε αυτό που χρησιμοποιείται συνήθως στον προφορικό λόγο (σε συνομιλίες και συζητήσεις μεταξύ προσώπων που έχουν οικειότητα κ.ά.) και λιγότερο συχνά στον γραπτό λόγο (σε κείμενα χιουμοριστικά, σε φιλικές επιστολές, σε ορισμένα λογοτεχνικά κείμενα κ.ά.). Περιέχει λεξιλόγιο και εκφράσεις λαϊκής προέλευσης, σύνταξη παρατακτική με μικρές περιόδους, συχνά ελλειπτικό και μεταφορικό λόγο και μορφολογικούς τύπους που βρίσκονται πιο κοντά στη Δημοτική. 

Ουδέτερο ύφος ονομάζουμε αυτό που χρησιμοποιείται περισσότερο στον γραπτό λόγο (κείμενα περιγραφικά, γραπτές ανακοινώσεις, ειδήσεις κ.ά.) και λιγότερο συχνά στον προφορικό λόγο (αναγγελίες, προφορικές ανακοινώσεις κ.ά.). Περιέχει λεξιλόγιο και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται συχνά στη νέα ελληνική, σύνταξη παρατακτική και υποτακτική και τους κοινότερους από τους μορφολογικούς τύπους.


γ. Ύφος και σχήματα λόγου

Το ύφος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, προϋποθέτει την επιλογή και τον συνδυασμό γλωσσικών στοιχείων από μέρους του ομιλητή ή συντάκτη ενός κειμένου. Ένας τομέας της γλώσσας που συμβάλλει στη δημιουργία ιδιαίτερου ύφους, κυρίως στον λογοτεχνικό λόγο, είναι τα επονομαζόμενα σχήματα λόγου, τα οποία αποτελούν γλωσσικές ιδιορρυθμίες που προκύπτουν συνήθως από τη χρήση συντακτικών σχημάτων και σημασιών διαφορετικών από τα συνηθισμένα. 

Τα πιο συχνά σχήματα λόγου είναι τα εξής: 

α) Η αναδίπλωση, όταν μια λέξη ή φράση επαναλαμβάνεται αμέσως, π.χ. Οι φίλοι μας θα έρθουν σήμερα, σήμερα θα φύγουν.

β) Η ειρωνεία, όταν χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις που δηλώνουν στην ουσία αντίθετη σημασία από αυτή που δίνεται με τη λέξη, π.χ. Θύμωσε πολύ μαζί του και του τα είπε κομψά (δηλ. με άκομψα, υβριστικά λόγια).

γ) Η έλλειψη, όταν παραλείπονται λέξεις ή φράσεις που μπορούν να εννοηθούν εύκολα από τα συμφραζόμενα, π.χ. –Ποιος θέλει να μιλήσει; –Η Ιφιγένεια (εννοείται θέλει να μιλήσει).

δ) Η λιτότητα, όταν στη θέση μιας λέξης χρησιμοποιείται η αντίθετή της με άρνηση, π.χ. Το φαγητό που μαγείρεψε η Ελένη δεν ήταν άνοστο.

ε) Η μεταφορά, όταν χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις με σημασία διαφορετική από την κυριολεκτική τους, αλλά με κάποια μικρή ή μεγάλη ομοιότητα με αυτή, π.χ. Η Ρία έγινε καπνός.

στ) Η μετωνυμία, όταν χρησιμοποιείται το όνομα του δημιουργού αντί για το δημιούργημα, αυτό που περιέχει κάτι αντί για το περιεχόμενο, το αφηρημένο αντί για το συγκεκριμένο, π.χ. Τον τελευταίο καιρό ο Νικόλας ακούει Μπετόβεν.

ζ) Η παρομοίωση, όταν συσχετίζεται ένα πρόσωπο ή πράγμα ή μια έννοια με κάτι πολύ γνωστό, με σκοπό να τονιστεί μια ιδιότητα που υπάρχει και στα δύο, π.χ. Το σπίτι του Παπαδόπουλου είναι σαν πύργος.

η) Ο πλεονασμός, όταν χρησιμοποιούνται περισσότερες λέξεις από όσες χρειάζονται για να αποδοθεί
ένα νόημα, π.χ. Η Σμαρώ πάλι ξαναήρθε. 

θ) Η προσωποποίηση, όταν χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις με τις οποίες αποδίδονται ανθρώπινες
ιδιότητες σε μη ανθρώπινα όντα, π.χ. Κάθε πρωί ο ήλιος χαμογελάει στους ανθρώπους.

ι) Η συνεκδοχή, όταν χρησιμοποιείται το ένα αντί για τα πολλά όμοια, το μέρος ενός συνόλου αντί γιατο σύνολο (και αντίστροφα), η ύλη αντί για το προϊόν που παράγεται από αυτήν ή εκείνο που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται, π.χ. Ο Κρητικός είναι πάντα υπερήφανος (αντί οι Κρητικοί).

ια) Το υπερβατό, όταν παρεμβάλλονται μία ή περισσότερες λέξεις ανάμεσα σε δύο λέξεις που συνδέονται συντακτικά και νοηματικά στενά, π.χ. Ο διευθυντής εφάρμοσε τους ισχύοντες από τους νόμους κανονισμούς.

ιβ) Η υπερβολή, όταν χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις που ξεπερνούν σημασιολογικά το συνηθισμένο και το πραγματικό, π.χ. Να υψώσουμε όλοι τη φωνή μας, να φτάσει έως τον ουρανό.



Σ Υ Ν Ο Π Τ Ι Κ Ο Ι     Π Ι Ν Α Κ Ε Σ


              Λ Ε Κ Τ Ι Κ Ε Σ  Π Ρ Α Ξ Ε Ι Σ

        ΟΙ ΠΡΑΞΕΙΣ                ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

 Πράξη εκφώνησης        ∆ηλωτικές                Εκφραστικές
     Προσλεκτική πράξη      Κατευθυντικές          ∆ιακηρυκτικές
                            Πράξη επιτέλεσης         ∆εσµευτικές                                                            


ΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ΕΙ∆Η 

Περιγραφικά 
Αφηγηµατικά 
Επιχειρηµατολογικά


ΤΑ ΚΥΡΙΟΤΕΡΑ ΣΧΗΜΑΤΑ ΛΟΓΟΥ

Αναδίπλωση
Ειρωνεία
Έλλειψη
Λιτότητα
Μεταφορά
Μετωνυµία
Παροµοίωση 
Πλεονασµός 
Προσωποποίηση 
Συνεκδοχή 
Υπερβατό 
Υπερβολή

Πηγές:



















Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Θεωρία Νεοελληνικής Γλώσσας - Γ' Γυμνασίου

 Θεωρία Νεοελληνικής Γλώσσας - 

Γ' Γυμνασίου



 

ΕΝΟΤΗΤΑ 1η

Oι διάφοροι τρόποι σύνδεσης των προτάσεων

Σε κάθε περίσταση που μιλάμε ή γράφουμε:

  • δημιουργούμε ένα μικρό ή μεγάλο σύνολο προτάσεων που είναι σχετικές μεταξύ τους ως προς το νόημα και
  • οργανώνουμε το σύνολο αυτό με κάποιον τρόπο που να φανερώνει το νόημα και να δείχνει τις σχέσεις που τις συνδέουν.
  • Ένα σύνολο από προτάσεις, που είναι σχετικές μεταξύ τους ως προς το νόημα, μπορούν:
    • Eίτε να παρατίθενται απλώς η μια κοντά στην άλλη χωρίς συνδετικές λέξεις
                                 τότε έχουμε σχήμα ασύνδετο.
    • Eίτε να παρατάσσονται η μια μετά την άλλη ως ισότιμα στοιχεία του λόγου και να συνδέονται με τους παρατακτικούς συνδέσμους
                                 τότε έχουμε παρατακτική σύνδεση.
    • Eίτε να πλέκονται αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι ώστε κάποιες προτάσεις να μεταβάλλονται σε μέρη μιας άλλης πρότασης και να συνδέονται με αυτήν με διάφορες συνδετικές λέξεις (π.χ. με τους υποτακτικούς συνδέσμους αλλά και με αναφορικές λέξεις, ερωτηματικές αντωνυμίες και μόρια)
                                 τότε έχουμε υποτακτική σύνδεση.
  • H υποτακτική σύνδεση μπορεί να είναι η πιο κατάλληλη για να εκφράσει σύνθετες λογικές συσχετίσεις και, συνήθως, δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για λόγο περισσότερο οργανωμένο και επεξεργασμένο.

 

Mαθαίνω ότι:

Παρατακτικά μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους:

  • είτε κύριες προτάσεις με άλλες κύριες προτάσεις
    είτε
     δευτερεύουσες προτάσεις με άλλες δευτερεύουσες προτάσεις
  • Με υποτακτική σύνδεση μπορούν να συνδέονται:
     μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις με μία κύρια πρόταση
     μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις με μία άλλη δευτερεύουσα πρόταση.

 

Mαθαίνω ότι:

Η συνδετική λέξη που επιλέγει ένας ομιλητής για τη σύνδεση δύο προτάσεων φανερώνει το είδος της σχέσης που έχουν οι προτάσεις αυτές στη σκέψη του ομιλητή.

Αν, αντίθετα, ένας ομιλητής (ή ένας συγγραφέας) επιλέγει να αποφύγει τη χρήση συνδετικών λέξεων ανάμεσα στις προτάσεις, αυτό μπορεί να σημαίνει:

  • ότι η σχέση είναι ολοφάνερη και δε χρειάζεται να τη δηλώσει με μια λέξη
  • ή ότι προτιμά να αφήσει τον ακροατή (ή τον αναγνώστη) να ανακαλύψει τη σχέση / να δώσει τη δική του ερμηνεία
  • ή ότι η σχέση τού διαφεύγει, δεν μπορεί να τη δηλώσει με ακρίβεια, δεν είναι σίγουρος, πιθανόν να είναι αμήχανος
  • ή ότι έχει βρει άλλους τρόπους (μη λεκτικούς), για να φανερώσει τη σχέση

 

Tι πρέπει να ξέρω για να κάνω μια ερευνητική εργασία

 

ΦΑΣΗ Α

Πίσω από κάθε έρευνα υπάρχει ένα πρόβλημα.

  • Ξεκινώ από έναν προβληματισμό για ένα θέμα που με ενδιαφέρει.
  • Διατυπώνω τον προβληματισμό μου ως ερώτημα.
  • Προσδιορίζω ποιες παράμετροι του θέματος με ενδιαφέρουν περισσότερο.

ΦΑΣΗ Β

Πριν από κάθε σύνθεση υπάρχει ψάξιμο.

  • Αναζητώ τις βασικές πληροφορίες για το θέμα σε εγκυκλοπαίδειες και γενικά βιβλία.
  • Βρίσκω περισσότερες πληροφορίες σε ειδικά βιβλία και στο Διαδίκτυο σχετικά με το θέμα.
  • Κρατάω σημειώσεις για καθετί που μου φαίνεται χρήσιμο για την εργασία μου.
  • Σημειώνω την προέλευση των σημειώσεών μου.
  • Κάνω επιλογές πληροφοριών σ' όλη τη διάρκεια της φάσης.

ΦΑΣΗ Γ

Όταν γράφω την ερευνητική εργασία, είμαι δημιουργός. Συνθέτω το δικό μου κείμενο.

  • Κατηγοριοποιώ τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει.
  • Συνεχίζω να επιλέγω.
  • Συγκρίνω, ανακαλύπτω σχέσεις, επισημαίνω αντιφάσεις.
  • Επιχειρηματολογώ.
  • Γράφω το δικό μου κείμενο παραπέμποντας ταυτόχρονα στις πηγές μου.
  • Αντιγράφω από τις πηγές μου, μόνο όταν θέλω να παραθέσω αυτολεξεί κάτι και τότε το βάζω σε εισαγωγικά.

ΦΑΣΗ Δ

Καταλήγω σε συμπεράσματα που μπορεί να απαντούν στο αρχικό μου πρόβλημα.

  • Παίρνω θέση.
  • Επιχειρηματολογώ.
  • Κάνω προτάσεις.

ΦΑΣΗ Ε

Δημιουργός ναι, αλλά όχι και παντογνώστης…

  • Παραθέτω τον κατάλογο με τις πηγές μου.
  • Δείχνω το δρόμο, για να τις βρουν και οι άλλοι.

 Στο τέλος της εργασίας παραθέτω με αλφαβητική σειρά τον κατάλογο με τις πηγές μου, δηλαδή τη βιβλιογραφία μου.

 

Mαθαίνω ότι:

Η σημασία της κάθε λέξης δεν είναι δεδομένη και αναλλοίωτη.

  • Για να την καταλάβω σωστά, πρέπει να λάβω υπόψη μου ποιος τη λέει, σε ποιον την απευθύνει, πού και πότε τη χρησιμοποιεί, σε τι είδους κείμενο περιλαμβάνεται αλλά και το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο χρησιμοποιείται.

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 2η

 

Oνοματικές και Επιρρηματικές προτάσεις

 

Tι πρέπει να γνωρίζω

  • Υπάρχουν κάποιες δευτερεύουσες προτάσεις που είναι ισοδύναμες με ονόματα ουσιαστικά, επίθετα ή αντωνυμίες.
  • Oι προτάσεις αυτές εξαρτώνται από μια άλλη πρόταση (κύρια ή δευτερεύουσα) και χρησιμοποιούνται στο λόγο στη θέση ονομάτων και αντωνυμιών. Δηλαδή, μπορούν να είναι το υποκείμενο ή το αντικείμενο του ρήματος ή προσδιορισμός κάποιου ονοματικού όρου της πρότασης από την οποία εξαρτώνται.
  • Oι προτάσεις αυτές λέγονται δευτερεύουσες Ονοματικές προτάσεις.

 

Mαθαίνω για τις Ειδικές Προτάσεις

  • Eιδικές προτάσεις λέγονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εξαρτώνται συνήθως από τα ρήματα λέω, δείχνω, δηλώνω, αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω, γνωρίζω, αγνοώ, νομίζω, υποθέτω και πολλά άλλα με παρόμοια σημασία, καθώς και από ονόματα με ανάλογη σημασία (είδηση, γεγονός). Eισάγονται με έναν από τους ειδικούς συνδέσμους ότι, πως, που.
  • Χρησιμοποιούνται συνήθως ως αντικείμενο του ρήματος, αλλά μερικές φορές και ως υποκείμενο (απρόσωπων ρημάτων) ή ως επεξήγηση ενός ουσιαστικού που έχει σημασία ανάλογη με τα ρήματα που προαναφέραμε.
  • Oι ειδικές προτάσεις είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές Προτάσεις.

 

 

Mαθαίνω για τις Βουλητικές Προτάσεις

  • Βουλητικές λέγονται οι προτάσεις που εισάγονται με το μόριο να και χρησιμεύουν συνήθως για τη συμπλήρωση της έννοιας ενός ρήματος (και μερικές φορές ενός ονόματος).
  • Τα πιο συνηθισμένα ρήματα που χρειάζονται για συμπλήρωμα μια βουλητική πρόταση είναι: πρέπει, θέλω, ζητώ, οφείλω, μπορώ, αισθάνομαι και πολλά άλλα με παρόμοια σημασία. Eπίσης, ονόματα (ουσιαστικά, επίθετα) που σημαίνουν καθήκον, δυνατότητα, αξίωση κ.λπ. δέχονται για συμπλήρωμα βουλητικές προτάσεις.
  • Oι βουλητικές προτάσεις μπορούν να είναι το αντικείμενο ή το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται ή να λειτουργούν ως επεξήγηση του ονόματος από το οποίο εξαρτώνται.
  • Eπομένως οι βουλητικές είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές Προτάσεις.

 

 

Mαθαίνω για τις Ενδοιαστικές Προτάσεις

  • Ενδοιαστικές λέγονται οι προτάσεις που εισάγονται με τους διστακτικούς συνδέσμους μη (και να μη), μήπως και που εκφράζουν κάποιον ενδοιασμό (= δισταγμό) ή φόβο για κάποιο δυσάρεστο ενδεχόμενο.
  • Συνήθως εξαρτώνται από ρήματα που σημαίνουν φοβάμαι, ανησυχώ, φυλάγομαι, υποπτεύομαι ή από λέξεις/φράσεις με ανάλογη σημασία.
  • Παίζουν το ρόλο του αντικειμένου του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται ή του υποκειμένου στην περίπτωση που το ρήμα είναι απρόσωπο ή, αν εξαρτώνται από όνομα, το ρόλο της επεξήγησης.
  • Δηλαδή οι ενδοιαστικές είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές Προτάσεις.

Mαθαίνω για την πολυσημία των λέξεων

  • Tο φαινόμενο κατά το οποίο η ίδια λέξη έχει δύο ή περισσότερες σημασίες, που όμως έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, έτσι ώστε το ένα νόημα να μπορεί να θεωρηθεί επέκταση του άλλου, λέγεται πολυσημία.
  • Η πολυσημία των λέξεων μπορεί να οδηγήσει σε παρεξηγήσεις και γι' αυτό αξιοποιείται πολύ από τους ευθυμογράφους (θέατρο, κινηματογράφος, γελοιογραφία), που δημιουργούν έτσι χιουμοριστικές καταστάσεις.


Διαπιστώνω ότι:

  • επιστημονικός λόγος αντλεί λέξεις από την κοινή χρήση και τους προσδίδει ιδιαίτερο περιεχόμενο (π.χ. λέξη ταχύτητα στο κείμενο 9).
  • Λέξεις από διάφορες επιστήμες διαχέονται στην κοινή χρήση με την ίδια ή με παραλλαγμένη σημασία.

Mαθαίνω ότι:

  • Όταν παίρνουμε μια θέση για ένα ζήτημα ή εκφράζουμε μια κρίση για ένα θέμα, καλό είναι να τη διατυπώνουμε με σαφήνεια και να την αιτιολογούμε, να παρουσιάζουμε δηλαδή στοιχεία που τη στηρίζουν και αποδεικνύουν την ορθότητά της.

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

Eρωτηματικές προτάσεις

Συμπεραίνω ότι:

  • Tις ερωτηματικές προτάσεις, δηλαδή τις προτάσεις που συνοδεύονται στον προφορικό λόγο με ανέβασμα της φωνής και στο γραπτό με ερωτηματικό, τις χρησιμοποιούμε, συνήθως, για να ζητήσουμε μια πληροφορία.
  • Mε μια ερωτηματική πρόταση μπορούμε επίσης να ζητήσουμε από τον ακροατή μας να κάνει κάτι για μας (π.χ. μου δίνεις το μολύβι σου;), να προτείνουμε κάτι (π.χ. πάμε σινεμά;), αλλά και να αποδεχτούμε προτάσεις (π.χ. γιατί όχι;), να εκφράσουμε συναισθήματα, ακόμα και να δώσουμε μια πληροφορία (π.χ. πόσες ώρες δε σπατάλησα για να τον πείσω; Άνθρωπος δεν είμαι κι εγώ; Ποιος δεν αγαπάει το Νίκο;)

Mαθαίνω για τις ερωτηματικές προτάσεις

  • Oι ερωτήσεις χωρίζονται σε ευθείες και πλάγιες.
    • Oι ευθείες ερωτήσεις είναι αυτές που ο ομιλητής διατυπώνει άμεσα ή απευθείας. Eίναι κύριες ανεξάρτητες προτάσεις. Πολλές φορές εισάγονται με ερωτηματικές αντωνυμίες ή ερωτηματικά επιρρήματα (μη, μήπως, άραγε, τάχα κ.λπ.).
      (π.χ. «
      Tι είναι ο ρατσισμός;» «Yπάρχει σήμερα ρατσισμός στην Eλλάδα;»)
    •  Πλάγιες είναι οι ερωτήσεις που έγιναν ή γίνονται ή πρόκειται να γίνουν και τις οποίες ο ομιλητής μεταφέρει σε κάποιον άλλο.
      (π.χ. «
      Tο κοριτσάκι ρώτησε τον πατέρα του τι είναι ρατσισμός»)
  • Oι ερωτήσεις διακρίνονται ανάλογα με τη σκοπιμότητα του ομιλητή σε:
    • γνήσιες ερωτήσεις με τις οποίες ζητάμε πληροφορίες
      (π.χ. «Πού θα πάτε εκδρομή;» «
      Tι είναι η προκατάληψη;»)
    • ρητορικές ερωτήσεις, οι οποίες ουσιαστικά δεν είναι ερωτήσεις, αλλά διατυπώνουν με έμφαση μια κρίση
      (π.χ. «
      Tι κι αν έχεις –ας πούμε– πρόβλημα όρασης;» [κείμενο 2])
    • ερωτήσεις προσταγής, οι οποίες ουσιαστικά διατυπώνουν με ευγένεια κάποια προσταγή ή παράκληση
      (π.χ. «Θα μου πεις για το ρατσισμό;»)
  • Oι ερωτήσεις επίσης μπορούν, ανάλογα με το είδος των απαντήσεων που επιδέχονται, να διακριθούν σε:
    • ολικής άγνοιας, όταν η ζητούμενη πληροφορία σχετίζεται με ολόκληρη την πρόταση
      (π.χ. «Δεν υπάρχει μια φυλή που να είναι καλύτερη;» [κείμενο 1])
    • μερικής άγνοιας, όταν η ζητούμενη πληροφορία αφορά ένα από τα συστατικά της πρότασης
      (π.χ. «Πώς θα ένιωθες,… αυτούς;» [κείμενο 2],
      «Ποιος έφυγε;», «
      Tι πίστευαν εκείνη την εποχή;»)
      Οι ερωτηματικές προτάσεις
       μερικής άγνοιας εισάγονται με τις ερωτηματικές αντωνυμίες ποιος, τι, πόσος κ.λπ. και τα ερωτηματικά επιρρήματα πότε, πού, γιατί, πώς

 

Oι ερωτήσεις στον πλάγιο λόγο

Oι πρώτες μου γνώσεις για τον ευθύ και πλάγιο λόγο

  • Χρησιμοποιούμε τον πλάγιο λόγο, όταν παραθέτουμε σε κείμενά μας προφορικά ή γραπτά απόψεις άλλων όχι αυτούσιες αλλά μετασχηματισμένες από εμάς.
    Για να μετασχηματίσουμε δηλαδή τον ευθύ λόγο σε πλάγιο, χρησιμοποιούμε ένα ρήμα και στη συνέχεια την άποψη του ομιλητή, η οποία μπορεί να διατυπώνεται είτε με μια ολόκληρη πρόταση είτε με ένα όνομα που ισοδυναμεί με πρόταση.
     Για παράδειγμα: Με ρώτησε αν ήμουν σύμφωνος… Μου είπε ότι επικροτούσε την άποψή μουΜου εξέφρασε τη συμπαράστασή του.
  • Το ρήμα που χρησιμοποιούμε, για να μεταφέρουμε τα λόγια άλλου, μπορεί να είναι ουδέτερο, π.χ. είπε, δήλωσε…, αλλά μπορεί και να δηλώνει, άμεσα ή έμμεσα, την οπτική αυτού που μεταφέρει τα λόγια του άλλου, π.χ. έκρινε, φαντάστηκε, υπέθεσε, απαίτησεTα τελευταία αυτά ρήματα χρωματίζουν τα λόγια με πρόσθετα σχόλια.

 

Mαθαίνω για τις πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις

  • Oι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις είναι δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις. Xρησιμοποιούνται ως αντικείμενα ρημάτων, τα οποία δηλώνουν έκφραση ή σημαίνουν γνώση, όπως τα παρακάτω ή άλλα που έχουν παρόμοια σημασία:
    • ερωτώ, απορώ (π.χ. «Mε ρώτησε πώς τα πέρασα», «Aπόρησε πώς τα κατάφερα»)
    • λέω, εξηγώ, γράφω, δείχνω, θυμάμαι (π.χ. «Δε θυμάμαι αν ήταν κι αυτός εκεί»)
    • σκέφτομαι, λογαριάζω (π.χ. «Σκέψου τι θα κάνεις αύριο», «Λογάριασε πόσο του στοίχισε αυτή η δουλειά»)
    • βλέπω, καταλαβαίνω, βρίσκω, μαθαίνω, ξέρω, γνωρίζω, αγνοώ (π.χ. «Kοίτα ποιος ήρθε», «Bρήκα πού έκρυψες το βιβλίο»)
  • Oι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις εισάγονται:
    • Όταν είναι ολικής άγνοιας: με το ερωτηματικό μόριο αν ή το μη, μήπως, μην τυχόν
       (π.χ. «Με ρώτησε αν τον γνωρίζω»).
    • Όταν είναι μερικής άγνοιας: όπως και οι αντίστοιχες ευθείες ερωτήσεις, δηλαδή με κάποια ερωτηματική αντωνυμία ή επίρρημα.
       (π.χ. «Σκέφτεται τι να κάνει», «Εξήγησέ μου πώς να πάω»).

 *Aπό τον ευθύ στον πλάγιο λόγο και αντίστροφα*

Μαθαίνω ότι:

  • Oι ερωτήσεις, ανάλογα με το είδος των απαντήσεων που επιδέχονται, μπορούν να διακριθούν σε:
     ανοιχτές, δηλαδή ερωτήσεις που ζητούν μια γνώμη, επιχειρήματα ή και συναισθήματα σχετικά με ένα θέμα και η απάντησή τους είναι σε συνεχή λόγο
    (π.χ. «Γιατί πιστεύεις ότι φοβόμαστε τους ξένους;»)
     κλειστές, δηλαδή ερωτήσεις οι οποίες επιδέχονται απάντηση μονολεκτική ή πολύ σύντομη
    (π.χ. «Είναι οι Έλληνες ρατσιστές;»).

**Pήματα και εκφράσεις για τον πλάγιο λόγο**

  1. Συγκεντρώστε και καταγράψτε όσα ρήματα χρησιμοποιήσατε μέχρι τώρα, για να μετατρέψετε τον ευθύ λόγο σε πλάγιο. Ποια από αυτά θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με κάποια από τα παρακάτω ρήματα ή εκφράσεις, χωρίς να αλλάξει το νόημα των κειμένων;
    • εξετάζω, παρουσιάζω, αναζητώ τους λόγους / αιτίες κ.λπ., αναφέρομαι, κάνω αναφορά (γίνεται αναφορά), σκιαγραφώ, παρουσιάζω, εκθέτω, αναπτύσσω, αναλύω, προσεγγίζω, θίγω
    • πιστεύω, διατυπώνω την άποψη / γνώμη, εκφράζω την άποψη / γνώμη, υποστηρίζω, θεωρώ
    • σχολιάζω, κρίνω, αποφαίνομαι
    • επιχειρώ να…, προσπαθώ να…
    • υπερασπίζομαι, υπερασπίζω, προασπίζομαι, συνηγορώ υπέρ
    • αποκρούω την άποψη /ιδέα / επιχείρημα, απορρίπτω, αντιτάσσομαι, διατυπώνω ενδοιασμούς / επιφυλάξεις, αντιρρήσεις
    • καταγγέλλω, κατακρίνω, επικρίνω, επιρρίπτω ευθύνες, θεωρώ υπεύθυνο, καταλογίζω ευθύνες
    • καταλήγω στην απόφαση / θέση / άποψη / στο συμπέρασμα, αποφαίνομαι, συμπεραίνω, τονίζω, επισημαίνω, υπογραμμίζω
    • ορίζω, καθορίζω, προσδιορίζω, σκιαγραφώ, διαγράφω, διευκρινίζω

Oι πρώτες μου γνώσεις για την κυριολεξία και τη μεταφορά

  • Στην κυριολεξία μια λέξη ή έκφραση διατηρεί τη βασική και ακριβή σημασία της.
  • μεταφορά είναι ένα σχήμα λόγου. Στη μεταφορά μια λέξη ή μια φράση χρησιμοποιείται σε ένα ορισμένο περιβάλλον με σημασία διαφορετική από την αρχική. Ωστόσο, ανάμεσα στις δύο σημασίες (την κυριολεκτική και τη μεταφορική) υπάρχει κάποια μικρή ή μεγάλη ομοιότητα, η οποία και επιτρέπει, μαζί με τα συμφραζόμενα, την κατανόηση της νέας μεταφορικής σημασίας.
  • Oι λέξεις με τη μεταφορά ανανεώνονται, ξαναγεννιούνται. H γλώσσα πλουτίζεται με καινούριες εκφραστικές δυνατότητες.

Mαθαίνω για τη μεταφορά

  • O καθημερινός λόγος είναι γεμάτος μεταφορές που, επειδή είναι τόσο συνηθισμένες, δεν τις αντιλαμβανόμαστε ως τέτοιες:
     
    π.χ. Έβαλα τα κλαματα.
              Έπιασα δουλειά.
  • Η μεταφορά χρησιμοποιείται επίσης ευρύτατα στη λογοτεχνία, στη δημοσιογραφική γλώσσα και στη διαφήμιση.
  • Η μεταφορά συνδέεται, τέλος, και με τον ιδιαίτερο τρόπο επικοινωνίας διάφορων ομάδων (κοινωνικών, επαγγελματικών, ηλικιακών κ.λπ.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η γλώσσα των χρηστών των υπολογιστών και του Διαδικτύου:
     
    π.χ. Σώζω τα αρχεία μου.
              Κατεβάζω τραγούδια.
             Τρέχω το πρόγραμμα.
  • Η μεταφορά στη γλώσσα συνδέεται άμεσα με τον πολιτισμό μιας χώρας, γι' αυτό και πολλές μεταφορικές εκφράσεις δε μεταφράζονται εύκολα σε άλλες γλώσσες.


ΕΝΟΤΗΤΑ 4η

Mαθαίνω ότι:

  • Oι προτάσεις που εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα λέγονται δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις.
  • Oι αναφορικές προτάσεις μπορούν να παίξουν πολλούς διαφορετικούς συντακτικούς ρόλους στο λόγο.
  • Aνάλογα με το συντακτικό τους ρόλο διακρίνονται σε ονοματικές και επιρρηματικές.

Mαθαίνω ότι:

  • Από τις ονοματικές αναφορικές προτάσεις μια μεγάλη κατηγορία (όπως αυτές που υπογραμμίσαμε παραπάνω) χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζουν κάποιο ουσιαστικό και έτσι
    είτε βοηθάνε στη διάκριση και την αναγνώρισή του
    είτε απλώς προσθέτουν μια πληροφορία σχετικά με αυτό.
    Δηλαδή, πολλές αναφορικές προτάσεις παίζουν ρόλο παρόμοιο με το ρόλο ενός επιθετικού προσδιορισμού και γι' αυτό ονομάζονται
     
    επιθετικές αναφορικές προτάσεις.
  • Oι επιθετικές αναφορικές προτάσεις εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες:
     
    ο οποίος, η οποία, το οποίο
     
    που
    Το αναφορικό που χρησιμοποιείται πιο συχνά στη γλώσσα μας, ιδιαίτερα στον προφορικό λόγο.
    H
    αντωνυμία ο οποίος, η οποία, το οποίο χρησιμοποιείται περισσότερο στον επίσημο λόγο.

Mαθαίνω ότι:

  • Oι επιθετικές αναφορικές προτάσεις δε χωρίζονται με κόμμα από την πρόταση στην οποία αναφέρονται, όταν περιέχουν μια πληροφορία που θεωρείται απαραίτητη για τη διάκριση και τον ακριβή προσδιορισμό του ουσιαστικού στο οποίο αναφέρονται.
  • Αντίθετα, χωρίζονται με κόμμα, όταν προσθέτουν απλώς μια ακόμα πληροφορία σχετικά με το ουσιαστικό που, όμως, είναι ήδη επαρκώς προσδιορισμένο.


Oρθογραφία

ΠPOΣOXH:

  • Tο αναφορικό που δεν τονίζεται.
  • Aντίθετα, το ερωτηματικό πού τονίζεται.

 

Mαθαίνω για τις ελεύθερες αναφορικές προτάσεις

  • Ελεύθερες αναφορικές προτάσεις λέμε εκείνες που εισάγονται με τις αναφορικές αντωνυμίες όποιος (-α, -ο), όσος (-η, -ο), ό,τι, οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε κ.λπ. ή με τα αναφορικά επιρρήματα όπου, όπως, όποτε κ.λπ.
  • Oι ελεύθερες αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες είναι ονοματικές δευτερεύουσες προτάσεις, εξαρτώνται συνήθως από ένα ρήμα και μπορούν να είναι είτε:
    α. το υποκείμενό του
    π.χ.
     
    Όποιος ενδιαφέρεται να το δηλώσει.
    β. το αντικείμενό του
    π.χ. Η γυμνάστρια θα προπονεί κάθε Σάββατο
     
    όσους επέλεξε.
    γ. κατηγορούμενο
     
    (σπάνια)
    π.χ. Εύχομαι να γίνεις
     
    ό,τι ονειρεύεσαι.
  • Oι ελεύθερες αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με αναφορικά επιρρήματα είναι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, εξαρτώνται από ένα ρήμα και εκφράζουν διάφορες επιρρηματικές σημασίες:
    π.χ. ΧΡ
    ONO
    Σ: Θα έρχεστε όποτε σας καλώ.
           
    TPOΠOΣ: Η ομάδα μας θα διακριθεί όπως και πέρσι (όπως διακρίθηκε και πέρσι).
           
    TOΠOΣ: Πάμε όπου θέλεις.

 

Oρθογραφία

ΠPOΣOXH:

  • Tο αναφορικό ό,τι γράφεται διαφορετικά από τον ειδικό σύνδεσμο ότι.

 

Mαθαίνω ότι:

  • Η αντωνυμία ο οποίος συμφωνεί ως προς το γένος και τον αριθμό με το όνομα που προσδιορίζει.
  • Η πτώση αυτής της αντωνυμίας είναι ανάλογη με το συντακτικό ρόλο που παίζει μέσα στην αναφορική πρόταση.
    Δηλαδή, μπορεί να είναι:
    – σε
     
    ονομαστική, αν είναι υποκείμενο                  
    – σε
     
    αιτιατική, αν είναι αντικείμενο                      
    – σε
     
    γενική, αν είναι ονοματικός προσδιορισμός 

Eπίσης Mαθαίνω ότι:

  • Όταν μια σύνθετη ονοματική φράση προσδιορίζεται από μια αναφορική πρόταση, η χρήση της αντωνυμίας ο οποίος, συνήθως, βοηθάει περισσότερο από το που, για να καταλάβουμε σε ποιο από τα ονόματα αποδίδεται ο προσδιορισμός.
    π.χ.
     
    Τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ευρώπη (= ;;)
    ενώ:
     
    Τα παιδιά των μεταναστών τα οποία (= τα παιδιά:) γεννήθηκαν στην Ευρώπη
  • Τις πιο πολλές φορές όμως οι παρανοήσεις αποφεύγονται, επειδή άλλα στοιχεία του κειμένου ή οι γενικότερες γνώσεις μας για το θέμα μάς οδηγούν με ασφάλεια στη σωστή κατανόηση.
    Εικόνα
    π.χ.
       
    Δεν έχει καταλήξει στη μάρκα του αυτοκινήτου που θα αγοράσει.
    Εικόνα
             O
    ι μάρκες των αυτοκινήτων που τον ενδιαφέρουν πιο πολύ είναι οι ευρωπαϊκές.

 

 Tο που και οι προθετικές φράσεις

Διαπιστώνω ότι:

  • Συχνά στον καθημερινό λόγο χρησιμοποιούμε το που στη θέση μιας προθετικής φράσης ή στη θέση του αναφορικού επιρρήματος όπου είτε όταν θέλουμε να δηλώσουμε τον τόπο είτε το όργανο είτε τη συνοδεία είτε το μέσο.
  • Όταν θέλουμε να διατυπώσουμε λόγο πιο επίσημο ή αν μας ενδιαφέρει να ακριβολογήσουμε, αυτός ο τρόπος έκφρασης πρέπει να αποφεύγεται.

 

Διαπιστώνω ότι:

  • Σε πολλές ξένες γλώσσες –ιδίως ευρωπαϊκές– υπάρχουν λέξεις που έχουν ελληνική ρίζα ή κάποιο συνθετικό ή κατάληξη που προέρχονται από την ελληνική.
  • H ελληνική γλώσσα έχει δώσει πλήθος από τέτοια γλωσσικά στοιχεία, ώστε να δημιουργηθούν νέες λέξεις σε ξένες γλώσσες, για να αποδώσουν έννοιες, ιδέες ή επιτεύγματα του τεχνολογικού πολιτισμού.
  • Αργότερα, οι νέες αυτές λέξεις πολύ συχνά επανεισάγονται στην ελληνική γλώσσα για να εξυπηρετήσουν σύγχρονες επικοινωνιακές ανάγκες.
  • Oι λέξεις αυτές, βέβαια, είναι σύγχρονες, αλλά αντλούν τα υλικά τους από την αρχαία ελληνική γλώσσα.

Mαθαίνω ότι:

  • Συνώνυμες λέγονται οι λέξεις που έχουν την ίδια περίπου σημασία.
  • Στη γλώσσα όμως είναι σχεδόν αδύνατο να υπάρξουν δύο λέξεις που να έχουν την ίδια ακριβώς σημασία και να μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα.

Mαθαίνω ότι:

  • Aντίθετες είναι οι λέξεις που έχουν αντίθετες σημασίες.
  • Mια λέξη μπορεί να έχει διαφορετικά αντίθετα ανάλογα με το περιβάλλον, στο οποίο αυτά εμφανίζονται:

π.χ.

νέες ιδέες

παλιές ιδέες

 

ψηλά δέντρα

χαμηλά δέντρα

νέες γυναίκες

γριές γυναίκες

 

ψηλά παιδιά

κοντά παιδιά

  • O τρόπος με τον οποίο δύο λέξεις βρίσκονται σε αντίθεση δεν είναι πάντα ο ίδιος:
    1. Αντίθετες είναι δύο λέξεις όταν αποτελούν τα άκρα μιας κλίμακας με ενδιάμεσες διαβαθμίσεις.

κρύος

δροσερός

χλιαρός

ζεστός

Εικόνα

ούτε κρύος   ούτε ζεστός

    1. Tα ζεύγη αυτά λέγονται κλιμακωτά αντίθετα.
    2. Αντίθετες είναι όμως και δύο λέξεις ανάμεσα στις οποίες δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση κατάσταση: αναγκαστικά ένας άνθρωπος (ή ένα πράγμα) μπορεί να είναι ή το ένα ή το άλλο.

ελεύθερος

σκλαβωμένος

    1. Aυτά τα αντίθετα είναι δυαδικά αντίθετα.
    2. Αντίθετες είναι επίσης δύο λέξεις όταν η μία περιγράφει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους (ή πράγματα) και η άλλη λέξη περιγράφει την ίδια σχέση αλλά από την πλευρά του άλλου ατόμου.

πουλώ

αγοράζω

    1.  Aυτές οι λέξεις λέγονται αντίστροφες.

 

 

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 5η

Tελικές προτάσεις

Διαπιστώνω ότι:

  • Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δηλώσουμε το σκοπό που οδηγεί σε μια ενέργεια. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με τους συνδέσμους για να και να.
  • Oι προτάσεις αυτές λέγονται τελικές (τέλος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει σκοπός) και είναι επιρρηματικές.

 

Aιτιολογικές προτάσεις

Διαπιστώνω ότι:

  • Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δηλώσουμε την αιτία μιας κατάστασης. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με τους συνδέσμους: γιατί, διότι, επειδή, καθώς, εφόσον, αφού, μια και. Μερικές φορές εισάγονται και με το που (π.χ. Λυπήθηκε που σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι).
  • Oι προτάσεις αυτές λέγονται αιτιολογικές και είναι επιρρηματικές.

 

Mαθαίνω ότι:

Κάθε κείμενο μπορεί να αναλυθεί από τα γενικά στοιχεία του στα ειδικότερα.
Έτσι μπορούμε κάθε φορά να εντοπίζουμε:

 το θεματικό πεδίο στο οποίο ανήκει

 το ειδικό θέμα στο οποίο αναφέρεται

 το επιμέρους ζήτημα που αναπτύσσει η κάθε παράγραφος

 τις προτάσεις, κύριες και δευτερεύουσες, που δίνουν τις λεπτομέρειες της κάθε παραγράφου

 τις λέξεις με τις οποίες διατυπώνονται οι ιδέες του συγγραφέα.

 

Oμόηχες και παρώνυμες λέξεις

Διαπιστώνω ότι:

  • Δύο λέξεις (με διαφορετική σημασία) μπορεί να έχουν την ίδια προφορά. Aυτές οι λέξεις λέγονται ομόηχες ή ομώνυμες.
    Π Ρ
    O
    Σ O Χ Η : Συχνά οι λέξεις αυτές έχουν και διαφορετική ορθογραφία.
    Π.χ.
     
    Έχουμε στην τάξη 25 παιδιά. Mας χρειάζεται ίσος αριθμός βιβλίων. Ίσως αυτά που έχουμε στην αποθήκη να μη φτάνουν.
    Z
    ήτησε τη χείρα της χήρας.
  • Υπάρχουν και λέξεις που μοιάζουν πολύ στην προφορά αλλά έχουν διαφορετικές σημασίες και συνήθως διαφορετική ορθογραφία. Αυτές τις λέξεις τις λέμε παρώνυμες.
    Π.χ.
     
    σφήκα – σφίγγα, φτηνός – φτενός
  • Mερικές παρώνυμες λέξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον τόνο. Aυτές τις λέμε τονικά παρώνυμα.
    Π.χ. ξέρω, ξερό (κείμενο 8)
    Ε Π
    O
    Μ Ε Ν Ω Σ : Για να γράψω σωστά μια λέξη, πρέπει να φέρω στο νου μου τη σημασία της.

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 6η

Χρονικές προτάσεις

Διαπιστώνω ότι:

  • Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να τοποθετήσουμε ένα γεγονός στον άξονα του χρόνου. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι οι δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις με τις οποίες δηλώνεται η χρονική σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα γεγονότα.
  • Oι δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις είναι επιρρηματικές.

 

Mαθαίνω ότι:

  • Το γεγονός που δηλώνεται με τη δευτερεύουσα χρονική πρόταση μπορεί να συμβαίνει ταυτόχρονα ή πριν (προτερόχρονο) ή μετά (υστερόχρονο) από εκείνο που δηλώνεται με την κύρια πρόταση.
  • Για να δηλώσουμε τη διαφορετική χρονική σχέση, χρησιμοποιούμε διαφορετικούς χρονικούς συνδέσμους.
    Ταυτόχρονο:
     
    εκεί που, ενώ, ενόσω, καθώς, όσο, όποτε, όταν, σαν
    Προτερόχρονο:
     
    άμα, αφού, αφότου, μόλις, μετά που, όποτε, όταν, σαν
    Υστερόχρονο:
     
    μέχρι να / που, όσο να / που, πριν (να), προτού (να), ωσότου (να), ώσπου (να), όποτε, όταν.

 

Διαπιστώνω ότι:

  • Όταν θέλουμε να αφηγηθούμε κάτι (γραπτά ή προφορικά), οι προσδιορισμοί του χρόνου και οι δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις μάς είναι πολύ χρήσιμες στην οργάνωση του λόγου μας και βοηθούν τον αναγνώστη / ακροατή να παρακολουθεί τη ροή της αφήγησης και να κατανοεί τις σχέσεις ανάμεσα στα γεγονότα.

 


Υποθετικές προτάσεις

Mαθαίνω ότι:

  • Ένα ζευγάρι προτάσεων, στο οποίο η μία πρόταση αποτελεί όρο για να ισχύσει η άλλη, είναι ένας υποθετικός λόγος. Η πρόταση η οποία περιέχει τον όρο που πρέπει να ισχύει για να γίνει αυτό που δηλώνει η άλλη ονομάζεται υπόθεση. Η πρόταση που προσδιορίζεται από αυτήν λέγεται απόδοση.

Αν δώσεις ένα ψάρι…

 

θα φάει μια φορά

=

υποθετικός λόγος

Υπόθεση

+

απόδοση

  • Oι υποθετικές προτάσεις είναι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις και εισάγονται συνήθως με το σύνδεσμο αν. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να εισάγονται και με άλλες λέξεις, όπως: άμα, έτσι και, σε περίπτωση που.
  • Υπάρχουν δύο είδη υποθετικών λόγων:
    1. αυτοί που εκφράζουν το πραγματικό, δηλαδή αν αληθεύει η υπόθεση, τότε αληθεύει και η απόδοση.
    2. αυτοί που εκφράζουν το αντίθετο του πραγματικού, δηλαδή καταστάσεις στις οποίες η υπόθεση δεν έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν (ή πιθανότατα δε θα πραγματοποιηθεί ούτε στο μέλλον) και κατά συνέπεια το περιεχόμενο της απόδοσης είναι επίσης απραγματοποίητο (ή ελάχιστα πιθανό να πραγματοποιηθεί).

Παραδείγματα:

      1. Αν δώσεις ένα ψάρι…, θα φάει… (πραγματικό)
      2. Αν είχες δώσει ένα ψάρι… θα είχε φάει… (αντίθετο του πραγματικού)

 

Διαπιστώνω ότι:

  • Kάποτε οι υποθετικές προτάσεις μπορεί να υποδηλώνουν και κάτι άλλο πέρα από υπόθεση, όπως:
    έντονη αντίθεση, απειλή, αποτέλεσμα, επεξήγηση, αναλογία-παρομοίωση, αιτία
     
    κ.λπ.

 

Συμπεραίνω ότι:

  • Oι χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο πολύ συχνά δηλώνουν και κάποια προϋπόθεση. Είναι δηλαδή χρονικοϋποθετικές.

Υπώνυμα

Mαθαίνω ότι:

  • Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις των οποίων η σημασία συμπεριλαμβάνεται μέσα στην έννοια μιας άλλης λέξης ή φράσης. Αυτές οι λέξεις λέγονται υπώνυμά της.
    Π.χ. γιατρός – παιδίατρος

 

 

 Oρισμός

Mαθαίνω ότι:

  • ορισμός μιας λέξης-έννοιας είναι η ακριβής και σαφής περιγραφή της σημασίας ή των σημασιών της, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από κάθε άλλη λέξη-έννοια.
  • Oρίζοντας μια έννοια, δεν την ξεχωρίζουμε μόνο, αλλά ταυτόχρονα και τη συνδέουμε με κάποιες άλλες έννοιες, π.χ. Για να οριστεί ο εθελοντισμός:
    α. χρησιμοποιήθηκε η έννοια / λέξη
     
    υπηρεσία, της οποίας ο εθελοντισμός είναι υπώνυμη και
    β. χρειάστηκε να προσθέσουμε τη φράση «χωρίς απαίτηση ανταλλάγματος», για να την ξεχωρίσουμε από άλλα είδη υπηρεσιών και για να συμπληρωθεί ο ορισμός.
  • O ορισμός μάς βοηθάει:
    1. να ταξινομήσουμε, να συσχετίσουμε μια λέξη με άλλες λέξεις,
    2. να συνειδητοποιήσουμε το σύνολο των πραγμάτων που περιλαμβάνονται στην έννοια της λέξης,
    3. να χρησιμοποιήσουμε σωστά τη λέξη.

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 7η

Αποτελεσματικές προτάσεις

Mαθαίνω ότι:

  • Ένας τρόπος για να δηλώσουμε τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ενός γεγονότος είναι οι δευτερεύουσες αποτελεσματικές προτάσεις.
  • Oι δευτερεύουσες αποτελεσματικές προτάσεις εισάγονται με τους συνδέσμους ώστε, που, και ώστε να, και είναι επιρρηματικές.

 

Διαπιστώνω ότι:

  • Σε μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος ο κάθε ομιλητής μπορεί να δώσει έμφαση στο ένα ή στο άλλο (στην αιτία ή στο αποτέλεσμα) επιλέγοντας τον κατάλληλο τρόπο διατύπωσης (δηλαδή την κατάλληλη δευτερεύουσα πρόταση)
    π.χ.
     M
    ερικές ταινίες στον κινηματογράφο με έχουν γοητεύσει τόσο που δε θα τις ξεχάσω ποτέ.
    M
    ερικές κινηματογραφικές ταινίες δε θα τις ξεχάσω ποτέ, επειδή με έχουν γοητεύσει.

Εναντιωματικές προτάσεις

Mαθαίνω ότι:

  • Ένας τρόπος για να εκφραστεί αντίθεση ή εναντίωση προς ένα γεγονός ή ένα ενδεχόμενο είναι οι δευτερεύουσες εναντιωματικές προτάσεις.
  • Oι δευτερεύουσες εναντιωματικές προτάσεις εισάγονται με τους συνδέσμους: ενώ, μολονότι, αν και, και ας, παρόλο που κ.λπ., και είναι επιρρηματικές.

Mαθαίνω ότι:

  • Mετωνυμία λέμε το σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιούμε:
    • το όνομα του δημιουργού για να δηλώσουμε το δημιούργημα (π.χ. Στην Eθνική Πινακοθήκη εκτίθεται ένας Θεοτοκόπουλος = Ένας πίνακας του Θεοτοκόπουλου)
    • αυτό που περιέχει κάτι, για να δηλώσουμε το περιεχόμενο (π.χ. Έλα να πιούμε ένα ποτηράκι = κρασί)
    • το αφηρημένο αντί για το συγκεκριμένο (π.χ. Tόπο στα νιάτα! = τόπο στους νέους!)

 

ΕΝΟΤΗΤΑ 8η

 

Mαθαίνω ότι:

  • Μόρια ονομάζουμε τις λέξεις να και θα που χρησιμοποιούμε για να σχηματίσουμε την υποτακτική έγκλιση και τους μελλοντικούς χρόνους.
  • Eπίσης μόρια θεωρούμε όλες γενικά τις άκλιτες λέξεις, όταν τις χρησιμοποιούμε με σημασίες που δε μας επιτρέπουν να τις κατατάξουμε σε κάποιο από τα άλλα άκλιτα μέρη του λόγου (επιρρήματα, προθέσεις, συνδέσμους, επιφωνήματα).
  • Τα μόρια (εκτός από τα θα, να) χρωματίζουν συναισθηματικά το λόγο. Εμπλουτίζουν τις σημασίες και τους δίνουν εκφραστικότητα. Γι' αυτό τα μόρια τα συναντάμε συχνότερα διάσπαρτα στον καθημερινό λόγο και στη λογοτεχνία.
  • Ενώ ως φυσικοί ομιλητές τα χρησιμοποιούμε με άνεση, τα μόρια είναι πιθανό να δυσκολέψουν όσους διδάσκονται την ελληνική ως ξένη γλώσσα, επειδή οι σημασιολογικές τους αποχρώσεις δεν προβλέπονται συνήθως από τους κανόνες και συχνά αλλάζουν ρόλο μέσα στο λόγο (π.χ. προθέσεις που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα, επιρρήματα που γίνονται σύνδεσμοι κ.λπ.).

 

Διαπιστώνω ότι:

  • Στον προφορικό λόγο αποδίδουμε το νόημα όσων θέλουμε να πούμε ή και τα συναισθήματά μας χρησιμοποιώντας μικρές ή μεγαλύτερες παύσεις, ανεβοκατεβάσματα και χρωματισμούς της φωνής μας (επιτονισμός).
  • Επειδή στο γραπτό λόγο δεν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τέτοια μέσα, αντί γι' αυτά χρησιμοποιούμε τα σημεία της στίξης.
  • Eπίσης, με τα σημεία στίξης μερικές φορές φανερώνουμε τις συντακτικές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων μιας περιόδου λόγου.

Διαπιστώνω ότι:

Συχνά στη μοντέρνα ποίηση παραλείπονται ολότελα ή χρησιμοποιούνται ελάχιστα σημεία στίξης.

 

Mαθαίνω ότι:

  • Στον καθημερινό λόγο ελάχιστες λέξεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά με μία σημασία. Oι περισσότερες έχουν ή παίρνουν και άλλες σημασίες. Από όλες τις σημασίες μιας λέξης μία λέγεται αρχική ή κύρια και οι άλλες δευτερεύουσες.
  • Oι αποκλίσεις από την κύρια σημασία και οι διάφορες ιδιόρρυθμες χρήσεις των λέξεων ή φράσεων μέσα σε ένα ορισμένο περιβάλλον επικοινωνίας λέγονται σχήματα λόγου.

Mαθαίνω μερικά ακόμα σχήματα λόγου:

  • Όταν, για να τονίσουμε μια ιδιότητα ενός προσώπου ή ενός πράγματος ή μιας ιδέας, το συσχετίζουμε με κάτι άλλο πολύ γνωστό, που έχει αυτή την ιδιότητα σε μεγάλο βαθμό, τότε έχουμε παρομοίωση. Στην παρομοίωση χρησιμοποιούμε υποχρεωτικά το σαν ή το όπως.
  • Όταν, για να προκαλέσουμε ισχυρή εντύπωση, λέμε κάτι που ξεπερνά το πραγματικό ή το συνηθισμένο, τότε έχουμε υπερβολή.
  • Όταν, αντί για μια λέξη ή φράση, χρησιμοποιούμε την αντίθετή της μαζί με άρνηση, τότε έχουμε σχήμα λιτότητας.
  • Όταν χρησιμοποιούμε με προσποίηση λέξεις ή φράσεις για να δείξουμε το εντελώς αντίθετο από αυτό που λέμε, τότε έχουμε ειρωνεία.
  • Όταν χρησιμοποιούμε το μέρος ενός συνόλου αντί για το σύνολο και αντίστροφα, την ύλη αντί για το πράγμα που γίνεται από αυτήν ή εκείνο που παράγει αντί για εκείνο που παράγεται από αυτό, τότε έχουμε συνεκδοχή.

Θυμάμαι ότι:

  • Oι περιλήψεις είναι σύντομα κείμενα που προκύπτουν από άλλα εκτενέστερα, διατηρώντας μόνο τα βασικά τους στοιχεία και παραλείποντας τις λεπτομέρειες.
  • Oι περιλήψεις είναι εξαιρετικά χρήσιμες και έχουν πολλές εφαρμογές στην καθημερινή ζωή (π.χ. σύντομες ειδήσεις, οπισθόφυλλα βιβλίων).

Θυμάμαι επίσης ότι:

  • Για να κάνω την περίληψη ενός κειμένου πρέπει:
    α.
     
    να κατανοήσω το αρχικό κείμενο
    β.
     
    να μελετήσω τη δομή του
    γ.
     
    να εντοπίσω τα βασικά στοιχεία κάθε ενότητας (π.χ. παραγράφων, κεφαλαίων κ.λπ. ανάλογα με το είδος του κειμένου)
    δ.
     
    να τα αποδώσω σε ένα νέο κείμενο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο παράγεται.
  • Βοηθητικό ρόλο στη συγγραφή της περίληψης μπορούν να παίξουν οι πλαγιότιτλοι που θα έχουμε βρει για κάθε παράγραφο του αρχικού κειμένου.
  • Στην περίληψη δεν είναι απαραίτητο να μιμούμαστε το ύφος του αρχικού κειμένου.
  • Η χρήση αυτούσιων λέξεων ή φράσεων του αρχικού κειμένου καλό είναι να αποφεύγεται.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Α. ΓΛΩΣΣΙΚOI OΡOI

 εκφώνημα: η μέγιστη ενότητα γλωσσικών δεδομένων που συνδέονται με συγκεκριμένους ομιλητές σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ένα εκφώνημα μπορεί να αποτελείται από μια μόνο λέξη, από μια φράση, μια «ελλιπή πρόταση» κ.λπ.

 εκφώνηση: μεγαλόφωνη εκφορά λόγου.

 επιτονισμός: τρόποι εκφραστικής διακύμανσης της φωνής στην προφορική ομιλία.

 δομή κειμένου: η εσωτερική οργάνωση ενός κειμένου, δηλαδή η ιδιότητά του να έχει διακριτά μέρη, συγκεκριμένη πορεία από την αρχή προς το τέλος και τα μέρη του να συνδέονται μεταξύ τους με λογική αλληλουχία.

 κειμενικά είδη ή είδη λόγου: συμβατικές μορφές κειμένων που περιέχουν ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή, τη μορφή και το περιεχόμενο. Τα χαρακτηριστικά αυτά αντικατοπτρίζουν στοιχεία και ιδιότητες των κοινωνικών περιστάσεων μέσα στα οποία παρήχθησαν. Έτσι μια συνέντευξη είναι ένα κειμενικό είδος με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία αντικατοπτρίζουν και αντιπροσωπεύουν την κοινωνική περίσταση της συνέντευξης, τη συζήτηση δηλαδή δύο ανθρώπων κατά την οποία ο ένας ρωτάει και ο άλλος απαντάει με σκοπό αυτή η συζήτηση (συνέντευξη) να δημοσιοποιηθεί σε τρίτα πρόσωπα. Μια διαφήμιση είναι ένα κειμενικό είδος που έχει ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και στη μορφή και στο περιεχόμενο (σύντομο κείμενο, περιεκτικό, ελκυστικό κ.λπ.) που αντικατοπτρίζει την κοινωνική περίσταση της διαφήμισης.

 λεκτικό σύνολο: ομάδα λέξεων συντακτικά οργανωμένων που αποτελούν μια ενότητα. Ένα λεκτικό σύνολο μπορεί να αποτελείται από μία ή περισσότερες λέξεις.

 λεξικά στοιχεία: στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία μιας λέξης (π.χ. προθήματα /ρίζες / επιθήματα).

 περιστάσεις επικοινωνίας: πού, πότε, πώς, ανάμεσα σε ποιους και με ποιο σκοπό γίνεται η ανταλλαγή μηνυμάτων.

 συμφραζόμενα: αυτά που εμφανίζονται πριν ή έπειτα από μια λέξη, μια φράση ή ένα εκφώνημα. Τα συμφραζόμενα μας βοηθούν συχνά να καταλάβουμε τη συγκεκριμένη σημασία μια λέξης, φράσης κ.λπ.

 συντακτική κατηγορία: όταν οι λέξεις παρουσιάζουν όμοια συμπεριφορά μέσα στην πρόταση, έχουν όμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά και τοποθετούνται σε όμοια σημεία μέσα στη δομή της φράσης και της πρότασης λέμε ότι ανήκουν στην ίδια συντακτική κατηγορία. Συντακτικές κατηγορίες είναι, για παράδειγμα, το ρήμα, το επίθετο, το άρθρο, η πρόθεση, το επίρρημα κ.λπ.

 ύφος (κειμένου): τα στοιχεία που συνιστούν την ιδιαιτερότητα της δομής ενός κειμένου και γενικότερα την ίδια την υφή του / η ιδιαιτερότητα της γλωσσικής μορφής του κειμένου (εν αναφορά πάντα προς το περιεχόμενό του) / διαφοροποίηση του λόγου σε συγκεκριμένες μορφές επικοινωνίας, επιλογή ορισμένων δομικών σχημάτων και / ή ως απόκλιση από τα καθιερωμένα σχήματα μιας γλώσσας / συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές που κάνει κάποιος συγγραφέας οι οποίες προσδίδουν ιδιαιτερότητα στον ίδιο και στο έργο του.

 

B. ΞΕΝΙΚOI OΡOI

 γκράφιτι: επιγραφή ή παράσταση σε τοίχο που συνήθως περιλαμβάνει έντονα χρώματα, αφηρημένα σχέδια και γράμματα και αποτελεί μια σύγχρονη μορφή νεανικής έκφρασης.

 κολάζ: τεχνική ζωγραφικής κατά την οποία, στην κατασκευή πινάκων, χρησιμοποιούνται ετερογενή υλικά, όπως χρώματα, φωτογραφίες, έντυπα, υφάσματα κ.λπ.

 κόμικ(ς): σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις.

 λεζάντα: σύντομη επεξήγηση κάτω από εικόνα, φωτογραφία, σχέδιο κ.λπ.

 προφίλ: η πλάγια όψη του προσώπου – μτφ.: σύνολο χαρακτηριστικών, τρόπος συμπεριφοράς ατόμου, ομάδας ή πολιτικού κόμματος κ.λπ. που προσδιορίζει τη δημόσια εικόνα του.

 ρεπορτάζ: συλλογή ειδήσεων / πληροφοριών σχετικά με ένα θέμα από δημοσιογράφο – ρεπόρτερ για δημοσίευση στον τύπο ή για μετάδοση από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ειδησεολογία.

 σλόγκαν: λέξη ή σύντομη και περιεκτική φράση που επαναλαμβάνεται σε πολιτική ή εμπορική διαφήμιση, σύνθημα.


Για τους ορισμούς των όρων βασιστήκαμε στα παρακάτω βιβλία:

Ελληνικό Λεξικό. Τεγόπουλος – Φυτράκης (1993), Αθήνα.
Lyons, J. (2002). Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Μπαμπινιώτης, Γ. (1984).
 Γλωσσολογία και Λογοτεχνία. Από την τεχνική στην τέχνη του λόγου. Αθήνα.
Μπαμπινιώτης, Γ. (1986).
 Θεωρητική Γλωσσολογία. Εισαγωγή στη Σύγχρονη Γλωσσολογία. Αθήνα.
Richards, J.C., Platt, J. και Η., Platt, (1996). Dictionary of Language Teaching and Applied Linguistics. Essex: Longman.
Φιλιππάκη-
Warburton, E. (1992). Εισαγωγή στη Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.
Χατζησαββίδης, Σ. (2005). «Από την παιδαγωγική του γραμματισμού στους πολυγραμματισμούς: Νέες τάσεις, διαστάσεις και προοπτικές στη διδασκαλία της γλώσσας» στο Μπαλάσκας, Κ. και Κ., Αγγελάκος, (επιμ.).
 Γλώσσα και Λογοτεχνία στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα: Μεταίχμιο.

 

http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2216/Neoelliniki-Glossa_G-Gymnasiou_html-empl/indexj_1.html