Σάββατο 5 Ιουλίου 2025

Τι κάνει έναν καθηγητή άριστο;

Με αφορμή το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας, οι Θεοδόσης Π. Τάσιος, Μαρία Ευθυμίου και Βασίλης Κάλφας συζητούν για τον καλό δάσκαλο!

Τι κάνει έναν καθηγητή άριστο; – Διάλογος στο «Βήμα»

21.06.2025

Τη διάρκεια μιας συζήτησης που ξεκινά με την ανάγκη οριοθέτησης της παρεξηγημένης αριστείας, ο πολυπράγμων ομότιμος καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 96 ετών σήμερα, Θεοδόσης Π. Τάσιος, κοιτάζει με το χαρακτηριστικό περιπαικτικό βλέμμα του τους συνομιλητές του, την ιστορικό Μαρία Ευθυμίου και τον φιλόσοφο Βασίλη Κάλφα (αμφότεροι ομότιμοι καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης αντίστοιχα) και σκαρφίζεται τον τέλειο ορισμό της έννοιας: «Δεν υπάρχει κανένα σύστημα που δεν θέλει να επιβιώσει. Και ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει, ξέρετε, είναι να γίνεται διαρκώς καλύτερο απ’ ό,τι ήταν πριν» λέει.

Η συνάντηση οργανώνεται με αφορμή τη φετινή επιλογή του καθηγητή ή καθηγήτριας ΑΕΙ που θα βραβευθεί από την επιτροπή «σοφών» που εκπροσωπούν το περίφημο Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας, το οποίο θεσπίστηκε από το Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας (ΙΤΕ) στη μνήμη των πανεπιστημιακών Βασίλη Ξανθόπουλου και Στέφανου Πνευματικού, δολοφονηθέντων το βράδυ της 27ης Νοεμβρίου του 1990 στο Ηράκλειο Κρήτης, την ώρα που επιτελούσαν το λειτούργημά τους.

Μαρία Ευθυμίου: «Το Βραβείο Ξανθόπουλου – Πνευματικού δίδεται κάθε χρόνο σε έναν άριστο συνάδελφό μας. Και αγωνία μας, φυσικά, πάντα είναι να είναι πραγματικά άριστος διδάσκαλος ο επιλεγείς».

Βασίλης Κάλφας: «Εχουμε αρκετές υποψηφιότητες κάθε χρόνο, αλλά θεωρούμε ότι ισχύουν και όλες οι παλαιότερες. Το βραβείο πάντως φέτος θα δοθεί στις ανθρωπιστικές σπουδές».

Θεοδόσης Τάσιος: «Το ζήτημα δεν είναι να βραβεύσεις έναν άνθρωπο. Το ζήτημα είναι να δημιουργήσεις το κατάλληλο κλίμα ώστε το δόγμα του καλού δασκάλου να διαδοθεί στα πανεπιστήμια της χώρας μας. Μιας χώρας στην οποία, μέχρι προχθές ακόμα, στις εκλογές των καθηγητών, το κριτήριο της διδακτικής ικανότητας των υποψηφίων απουσίαζε! Τι να πει κανείς…».

Β.Κ.: «Κατά τη γνώμη μου, πάντως, δεν γίνεται να είναι κάποιος καλός δάσκαλος αν δεν είναι καλός επιστήμονας στον τομέα του».

Θ.Τ.: «Το αντίστροφο όμως;».

Β.Κ.: «Το αντίστροφο γίνεται κατά κόρον».

Θ.Τ.: «Μπορείς να είσαι θαυμάσιος επιστήμονας και να είσαι κακός δάσκαλος; Ναι, σαφέστατα!».

Μ.Ε.: «Στον κανονισμό μας υπάρχει μια ωραία διατύπωση επ’ αυτού. Ποιος είναι ο καλός δάσκαλος, ο καλός καθηγητής; Αυτός που είναι αφοσιωμένος, που εμπνέει τον φοιτητή, που τον οδηγεί σε καινούργια πεδία. Που τον συμπαρασύρει στη χαρά της γνώσης. Και επίσης που είναι ο ίδιος πρότυπο. Γιατί ο καθηγητής δεν είναι μόνο δάσκαλος γνώσεων, είναι και δάσκαλος ήθους. Και στάσης ζωής».

Θ.Τ.: «Πάντως, στο βρετανικό σύστημα υπάρχει η φράση «Πρόσεχε, δάσκαλε! Εσύ είσαι το ζωντανό πρότυπο». Πρότυπο για τον μαθητή, για τον φοιτητή. Η διδασκαλία είναι θέμα ηθικό, είναι θέμα προτεραιοτήτων, θέμα αξιών. Θα πρέπει να αισθάνεσαι ηδονή από το ότι ο φοιτητής θα κερδίσει. Να μοιραστείς την ηδονή του άλλου.

Και αυτή η ηδονή να είναι συγκρίσιμη με την ηδονή της επιστημονικής ανακάλυψης, για να σε τραβήξει ώστε να προετοιμάσεις σωστά το μάθημα. Να σκέφτεσαι: έχω, στην πραγματικότητα, δυο ωρίτσες μέσα στο αμφιθέατρο. Τι να χωρέσει; Πρέπει να ξέρω τι θα πω ακριβώς, πώς θα το πω. Πότε θα αλλάξω ύφος, πότε θα πω το ανέκδοτο, πότε θα κάνω ερωτήσεις αφύπνισης. Ολο αυτό είναι βαρύ, απαιτητικό. Θέλει ώρες προετοιμασίας, θέλει κέφι, θέλει ταλέντο. Αυτά τα προφανή, όμως, δεν είναι γνωστά στον κόσμο και ενδεχομένως να μην είναι γνωστά και μέσα στα πανεπιστήμια, τολμώ να πω».

Β.Κ.: «Πολλοί ρωτούν αν το να είσαι καλός δάσκαλος μαθαίνεται».

Μ.Ε.: «Εγώ δεν πιστεύω ότι μαθαίνεται. Νομίζω ότι το να διδάσκεις είναι ροπή, είναι έρωτας. Είναι αυτό που λέγανε οι αρχαίοι ότι τίποτα δεν γίνεται χωρίς έρωτα. Και είναι μια συνεχής αναμέτρηση με τον εαυτό σου. Οταν μπαίνεις σε μια αίθουσα, είτε με λίγα είτε με περισσότερα άτομα, επικοινωνείς συνέχεια με αυτά. Παρακολουθείς τα μάτια τους παρακολουθώντας, ταυτοχρόνως, και τον εαυτό σου, ώστε να αντιληφθείς πότε δεν κατάλαβαν καλά. Και να σκέφτεσαι: «Στάσου! Να το πω αλλιώς! Πώς να τους κερδίσω;». Αυτό δεν μπορεί να σου το διδάξει κανένας. Είσαι μόνος στο παιχνίδι μέσα στο γήπεδο. Και πρέπει να σου αρέσει, αλλιώς μπορεί να γίνει βασανιστήριο».

Β.Κ.: «Η διδασκαλία δεν είναι μόνο υποχρέωση. Λέμε, «πρέπει να κάνεις καλά τη δουλειά σου» και εννοούμε να χαίρεσαι να κάνεις αυτή τη δουλειά. Και εμείς είμαστε πραγματικά τυχεροί γιατί έχουμε κάνει το χόμπι μας δουλειά. Υπάρχουν κάποιοι ωστόσο που δεν ενδιαφέρονται για το μάθημα υποστηρίζοντας ότι η έρευνα είναι αυτή που έχει την κυρίως σημασία, όχι η διδασκαλία. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για δασκάλους που «τους έχει ξεβράσει η τάξη». Δεν είναι εύκολο να μπεις σε μια τάξη, είτε είναι δημοτικό είτε είναι πανεπιστήμιο, να κάνεις σωστά τη δουλειά σου και να πάρεις χαρά».

Θ.Τ.: «Να πάρεις χαρά! Αυτό είναι το βασικό! Και αυτό βέβαια είναι αριστοτελικό. Να αποκαλύψω εδώ κάτι. Οταν ο κ. Κάλφας συνταξιοδοτήθηκε, μου είπε σε μια ιδιωτική μας συνομιλία «όλα καλά τώρα, αλλά, βρε παιδί μου, μου λείπει. Μου λείπει η επαφή με τους φοιτητές«. Αν δεν παίρνεις χαρά από αυτό, κόψε το σβέρκο σου και πήγαινε να πεις «παιδιά, εγώ δεν κάνω για αυτή τη δουλειά«».

Β.Κ.: «Πάντως να πούμε εδώ πως υπάρχουν συνάδελφοι που χαίρονται να «κόβουν» τους φοιτητές ή φοιτήτριες στις εξετάσεις και δεν αντιλαμβάνονται ότι αν κόψεις το 90% των φοιτητών και φοιτητριών σου, εσύ έκανες λάθος, εσύ φταις. Κάτι στο μάθημά σου δεν πήγε καλά».

Μ.Ε.: «Δεν είναι απλό το θέμα αυτό. Γιατί υπάρχει και η άλλη πλευρά: οι καθηγητές που δεν είναι καθόλου αυστηροί είτε γιατί λαϊκίζουν είτε διότι δεν θέλουν να έχουν πολλά γραπτά την επόμενη περίοδο – οπότε βαθμολογούν περισσότερο από όσο αξίζουν τους φοιτητές τους.

Οσο δε η παιδεία – η πρωτοβάθμια και, κυρίως η δευτεροβάθμια – παύει να είναι απαιτητική τόσο και οι καθηγητές και καθηγήτριες των πανεπιστημίων παραλαμβάνουν άτομα τα οποία έχουν μεγάλα κενά και δεν μπορούν να προσαρμοσθούν στις νέες πραγματικότητες. Και που, εξ αυτού, δεν μπορεί παρά να κοπούν στις εξετάσεις. Το ότι στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παίρνουν συχνά υψηλούς βαθμούς χωρίς να το αξίζουν, αυτό έχει δημιουργήσει παρανόηση στο μυαλό των νεαρών παιδιών. Πιστεύουν ότι είναι επαρκείς, χωρίς ωστόσο ποτέ να αναμετρηθούν με την επάρκεια ή την ανεπάρκειά τους».

Β.Κ.: «Αυτά, πράγματι, είναι προβλήματα που επηρεάζουν και τη δικιά μας δουλειά. Το δημοτικό σχολείο είναι, νομίζω, σε καλό επίπεδο. Ο άρρωστος, κατά τη γνώμη μου, είναι η μέση παιδεία, και αυτό το υφίσταται τελικά το πανεπιστήμιο. Και, δεύτερον, υπάρχουν πανεπιστήμια διαφορετικών ταχυτήτων: άλλα που είναι σε υψηλό επίπεδο και άλλα που δεν έχουν πια καθόλου φοιτητές. Ειδικά για πολλά επαρχιακά τμήματα η πρόβλεψή μου είναι ότι σε λίγο θα κλείσουν.

Εδώ θέλω να συμπληρώσω ότι είναι έγκλημα στην Ελλάδα η εγκατάλειψη της επαγγελματικής εκπαίδευσης με το κλείσιμο των ΤΕΙ, την ίδια ώρα που, βάσει έρευνας, μεγάλος αριθμός των εισερχομένων στα πανεπιστήμια δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να σπουδάσουν, παρά το κάνουν αυτό απλά για την κοινωνική καταξίωση. Στην αγορά εργασίας ωστόσο υπάρχουν δουλειές που χρυσοπληρώνονται, αν και δεν είναι πανεπιστημιακού επιπέδου. Οποιος έχει ψάξει να βρει τεχνίτη για οποιαδήποτε δουλειά το γνωρίζει. Το να στέλνουμε στο πανεπιστήμιο να σπουδάσει ένα παιδί που δεν αγαπάει τα γράμματα δεν έχει κανένα νόημα».

Θ.Τ.: «Επιτρέψτε μου εδώ να παρέμβω επειδή το θέμα με αγγίζει προσωπικά καθώς είμαι, από δεκαετίες, αγωνιστής της επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Και συνυπογράφω αυτά που είπε ο κ. Κάλφας. Βέβαια πρέπει να πω ότι τα ΤΕΙ, εδώ και πολύ καιρό, είχαν πάψει να έχουν τον ρόλο για τον οποίο ιδρύθηκαν και είχαν γίνει οιονεί πανεπιστήμια.

Επομένως, είναι ηλίθιοι όπως φαίνεται (ειρωνικά) οι Γερμανοί, οι οποίοι στηρίζουν το 40% της εκπαίδευσής τους στις επαγγελματικές σχολές – με την υποστήριξη, μάλιστα, όλων των αριστερών κομμάτων της χώρας. Διότι στην Ελλάδα είχαμε και τούτο το περίεργο: η δήθεν Αριστερά (διότι υπάρχει η πραγματική Αριστερά και η δήθεν Αριστερά) για χρόνια ήταν κατά της επαγγελματικής εκπαίδευσης και υπέρ του ότι πρέπει να σπουδάσουν στα πανεπιστήμια όλοι οι νέοι. Επρόκειτο για πολιτική μυωπία και ημιμάθεια, την οποία πληρώνει ο λαός υπέρ του οποίου υποτίθεται ότι αγωνίζονταν οι ανεύθυνες εκείνες φωνές».

Μ.Ε.: «Στην Ελλάδα, ως κοινωνία, το είχαμε πάντως πάντα αυτό το αίτημα, «να μάθει γράμματα το παιδί»».

Θ.Τ.: «Εάν ο στόχος είναι η οικονομική βελτίωση του λαού και η ανάπτυξη της χώρας, τότε η λύση δεν είναι να σπουδάσεις φιλόλογος και να μη βρίσκεις δουλειά, αλλά να αποκτήσεις μια ρωμαλέα επαγγελματική μόρφωση σε δημόσια σχολή. Ας πάρουν γενναίες αποφάσεις οι πολιτικοί και ας δοθεί ένα χρονικό διάστημα για να προαχθεί η ιδέα της επαγγελματικής μόρφωσης, και η κοινωνική αποδοχή θα ακολουθήσει».

Μ.Ε.: «Για να επιστρέψουμε στο βραβείο μας, να πούμε ότι αυτό το βραβείο έχει κύρος, έχει κρατηθεί ψηλά. Και η αφετηρία του είναι ιερή. Θα μου πείτε, έτσι κι αλλιώς είναι ιερό, αφού έχει τέτοιο περιεχόμενο και τέτοιον στόχο. Αλλά, επειδή θεσπίσθηκε στη μνήμη δύο διδασκόντων που έχασαν τη ζωή τους, τα μέλη της αρχικής επιτροπής που είχε συσταθεί – επιστήμονες υψηλοτάτου επιστημονικού και ηθικού επιπέδου – αισθάνθηκαν ότι είχαν μια ιερή αποστολή.

Ετσι αισθανόμαστε κι εμείς σήμερα. Και αυτό νομίζω ότι μας βοηθάει στο έργο μας. Γιατί κάθε φορά που πρέπει να αποφασίσεις σε ποιον από τους πολλούς άριστους θα δώσεις το βραβείο, αναμετριέσαι με τον εαυτό σου, με τα κριτήριά σου. Με τα οράματά σου. Με το βαθύτερο νόημα της έννοιας «διδασκαλία» για την οποία βραβεύεις».

Θ.Τ.: «Θέλω εδώ να πω ότι εκείνοι οι οποίοι, τελικά, δεν επιλέγονται για το βραβείο δεν σημαίνει ότι απέτυχαν. Αυτό ρητώς γράφεται – και τηρείται – μέσα στην επιτροπή. Γιατί, πολλές φορές, οι διαφορές μεταξύ των προτεινομένων είναι μικρές καθώς πρόκειται για λεπτή και περίπλοκη κρίση ποιοτήτων πολλαπλών επιπέδων. Αρα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν έχω πέντε πολύ καλούς προτεινόμενους και διαλέξω έναν, οι τέσσερις έχουν αποτύχει. Καθόλου!».

Μ.Ε.: «Εγώ νομίζω ότι οι κοινωνίες αδιόρατα, πολλές φορές όχι εκπεφρασμένα, δημιουργούν κλίμακα δικών τους αξιών για το τι είναι μέτριο, τι λίγο, τι πολύ, τι άριστο, τι ξεχωριστό. Και από εκεί και πέρα, σιωπηλά αλλά σταθερά, δημιουργείται η έννοια της αριστείας. Που φαίνεται στα δύσκολα: όταν αναζητάς τον καλύτερο γιατρό για ένα σοβαρό σου θέμα υγείας, τον καλύτερο δικηγόρο για ένα σοβαρό σου νομικό ζήτημα, τον καλύτερο μηχανικό για μία σου κατασκευαστική ανάγκη…. Ρωτάς πολλούς και οι απαντήσεις συγκλίνουν, τελικά, σε λίγα, ελάχιστα ονόματα. Αυτοί, συνεπώς, θεωρούνται από την κοινωνία οι άριστοι. Οι καλύτεροι».

Β.Κ.: «Νομίζω πως πιο σημαντικό είναι να ασχοληθεί ο κόσμος με πράγματα που του αρέσουν στη ζωή του και όχι με την τυπική αριστεία, δηλαδή το ποιος πήρε τον καλύτερο βαθμό – που δεν ενδιαφέρει, πρακτικά, κανέναν. Οπότε καλύτερα θα ήταν να μπορούσαμε εμείς, ως δάσκαλοι, να προσανατολίσουμε – ειδικά οι δάσκαλοι των μικρότερων ηλικιών του δημοτικού – τα παιδιά σε πράγματα που αγαπάνε. Τότε θα είχαμε λύσει, νομίζω, και το θέμα της αριστείας».

Θ.Τ.: «Και τι είναι ο άριστος; Ο υπερθετικός τού καλός. Του καλύτερος. Καλύτερος όμως από ποιον ή από τι ή από πότε ή γιατί; Ερωτήματα εγκάρσια προς την κλίμακα καλός, καλύτερος, άριστος. Ως προς τι; Γιατί; Από ποιον κ.τ.λ.

Ας μείνουμε στο μαθησιακό κομμάτι. Εγώ νομίζω ότι ο αρνητικός σχολιασμός ξεκίνησε από μια παρερμηνεία που είχε γίνει, προ ετών, εν σχέσει με τις εξετάσεις που επιβάλλονται σε πολύ μικρές ηλικίες. Και, πράγματι, εξετάσεις σε μικρές ηλικίες δεν είναι παιδαγωγικά σωστές, όμως σε σχετικώς μεγαλύτερες ηλικίες δεν πρέπει να αποκλείονται διότι είναι δοκιμές κοινωνικού βίου.

Δεν υπάρχει κανένα σύστημα που δεν θέλει να επιβιώσει. Και ο μόνος τρόπος για να επιβιώσει, ξέρετε, είναι να είναι καλύτερο απ’ ό,τι ήταν πριν. Το να μην εξελίσσεσαι είναι η αρχή του θανάτου σε όλα τα φυσικά – επομένως και στα κοινωνικά και στα μαθησιακά συστήματα.

Είναι εύλογο να υπάρχει μια διάθεση του μαθητή να είναι καλύτερος από τον εαυτό του. Τώρα, αν είναι καλύτερος από τον άλλον, αυτό εγώ προσωπικώς δεν θα το θεωρούσα αναγκαίο. Αρα, αν η αριστεία έγκειται εις το να παίρνω μεγαλύτερο βαθμό από τον διπλανό μου, δεν νομίζω ότι βοηθάει και πολύ. Αλλά αν παίρνω συνεχώς υψηλότερους βαθμούς από αυτούς που έπαιρνα μέχρι χθες και εάν και το σύστημα της βαθμολόγησης είναι ακριβές και αξιόπιστο, τότε αυτό αποτελεί εξωτερική αναγνώριση μιας πορείας την οποία ένδον θέλω να ακολουθήσω και που πρέπει να ενθαρρύνουμε τα παιδιά να το κάνουν.

Το ότι πολλά παιδιά σήμερα όχι μόνο δεν ακούνε αυτόν τον λόγο, αλλά φαίνεται ότι ακούνε άλλον λόγο, αυτό συνιστά οξύτατο εθνικό πρόβλημα. Αντί για το ερώτημα «τι γνώμη έχουμε για την αριστεία» πρέπει να ρωτήσουμε «τι γνώμη έχουμε για την εχθρότητα προς την κατεύθυνση της αριστείας». Και είναι βαρύ εάν η εχθρότητα προς την αριστεία συμπαρασύρει, στους απαιτητικούς καιρούς μας, νέους ανθρώπους».




Η κυρία Μαρία Ευθυμίου είναι ιστορικός, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της επιτροπής του ΙΤΕ για το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας εις μνήμην Β. Ξανθόπουλου – Στ. Πνευματικού.

Ο κύριος Βασίλης Κάλφας είναι ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο κύριος Θεοδόσης Π. Τάσιος είναι ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Τη συζήτηση επιμελήθηκε η Μάρνυ Παπαματθαίου.

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

Γραμματική της Αρχαίας Ελληνικής - Φιλολογική Παιδεία


❤️Για δωρεάν download του σχετικού αρχείου pdf της Γραμματικής μπες στον παρακάτω σύνδεσμο!⤵️⤵️⤵️






Δεν μας λείπουν τα Πανεπιστήμια. Μας λείπει ένα σχολείο που εμπνέει, που καλλιεργεί, που διδάσκει τι σημαίνει πολίτης.

Πώς σκοτώσαμε τη σκέψη!

Νίκος Μαρκάτος



Κάθε Ιούνιο, η Ελλάδα σταματά να αναπνέει. Μαθητές, οικογένειες, σχολεία, εκπαιδευτικοί, ακόμα και ο καιρός δείχνουν να κινούνται γύρω από έναν αδυσώπητο άξονα: τις Πανελλαδικές Εξετάσεις. Είναι το ετήσιο εθνικό τεστ αντοχής – όχι μόνο για τους 17χρονους, αλλά για ολόκληρη την κοινωνία.

Σχεδόν μισό αιώνα διδάσκω και συνομιλώ με νέους. Δεν τους αντιμετώπισα ποτέ ως «υποψηφίους» ή «βαθμολογούμενους», αλλά ως μελλοντικούς δημιουργούς, ελεύθερους ανθρώπους, φορείς δημοκρατίας. Όμως κάθε Ιούνιο βλέπω τα ίδια πρόσωπα – λαμπερά, ανήσυχα, και τελικά καταπονημένα – να υποβάλλονται σε αυτό τον εξοντωτικό μηχανισμό.

Δεν αμφισβητώ την ανάγκη ύπαρξης ενός μηχανισμού επιλογής για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Οι εξετάσεις οφείλουν να είναι διαφανείς, αξιοκρατικές και δίκαιες. Το σημερινό σύστημα, πράγματι, έχει κάποια πλεονεκτήματα: δεν επηρεάζεται εύκολα από πελατειακές σχέσεις, δεν βασίζεται σε αυθαίρετες συνεντεύξεις, δεν «πουλιέται» εύκολα. Το αδιάβλητο και η αντικειμενικότητα είναι ασφαλώς σημαντικά θέματα σε ένα κράτος όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς συχνά δοκιμάζεται. Όμως, αυτή η σχετική αξιοπιστία έρχεται με τεράστιο τίμημα.

Το τίμημα λέγεται αποστήθιση. Λέγεται άγχος. Λέγεται οικονομική αιμορραγία των οικογενειών για φροντιστήρια. Λέγεται εκπαιδευτικό σύστημα που, αντί να εμπνέει, εξουθενώνει. Η δημιουργικότητα, η πρωτοβουλία, η φαντασία – όλα θυσιάζονται στον βωμό της βαθμολογίας. Αντί για Παιδεία με κριτική σκέψη και καλλιέργεια, προσφέρει κατάταξη με βάση την αποστήθιση. Το σχολείο, αντί να είναι εργαστήριο ελευθερίας, γνώσης και ευχαρίστησης, έγινε προθάλαμος εξετάσεων. Το Λύκειο έπαψε να μορφώνει και απλώς «προπονεί».

Μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Μπορούμε να λέμε κάθε χρόνο «καλή επιτυχία» σε παιδιά που αντιμετωπίζουν τις πρώτες μεγάλες εξετάσεις της ζωής τους ως τελετή ενηλικίωσης; Ήρθε η ώρα να τολμήσουμε να πούμε "όχι άλλο".

Χρειαζόμαστε ένα νέο σύστημα, που να αξιολογεί σφαιρικά τον υποψήφιο. Όχι μόνο μέσα από 4-5 εξεταζόμενα μαθήματα, αλλά μέσα από μια πολυδιάστατη παιδαγωγική θεώρηση. Με στοιχεία φακέλου (portfolio), με συνυπολογισμό της πορείας στο σχολείο, με σύγχρονες δεξιότητες και μεθόδους. Με την αποκατάσταση του Λυκείου ως εκπαιδευτικής βαθμίδας με ουσία και όχι ως προθαλάμου. Δεν χρειάζεται να γκρεμίσουμε. Χρειάζεται να μετατοπίσουμε, βελτιώνοντας. Να συνδέσουμε την Παιδεία με το δικαίωμα στη σκέψη, την προσωπική πορεία του μαθητή, τη συμμετοχή στην κοινωνία. Αξιολόγηση ναι – αλλά πολύτροπη, ανθρώπινη, δίκαιη. Οχι μόνο με ένα τρίωρο γραπτό.

Δεν μας λείπουν τα Πανεπιστήμια. Μας λείπει ένα σχολείο που εμπνέει, που καλλιεργεί, που διδάσκει τι σημαίνει πολίτης. Αυτό είναι βαθύτατα πολιτικό αίτημα. Οχι τεχνοκρατική ρύθμιση. Η γενιά των μαθητών που εξετάζεται σήμερα είναι η γενιά που καλείται αύριο να κρατήσει τη χώρα. Ας τους δείξουμε εμπιστοσύνη. Οχι μόνο εξετάσεις. Δεν ισχυρίζομαι ότι υπάρχει μία τέλεια λύση. Ομως πρέπει να τολμήσουμε τη συζήτηση. Να δούμε τι κάνουν άλλες χώρες. Να εμπιστευτούμε τα σχολεία, τους δασκάλους, και κυρίως: τα παιδιά μας. Μια κοινωνία δεν μπορεί να εξετάζεται κάθε Ιούνιο. Πρέπει να εκπαιδεύεται κάθε μέρα.

Ο Νίκος Μαρκάτος είναι ομότ. καθηγητής ΕΜΠ, π. πρύτανης, γ.γ. Συλλόγου Ευρωπαίων Ομότιμων Καθηγητών





Τα πανεπιστήμια στην εποχή των μετρικών!

Τα πανεπιστήμια στην εποχή των μετρικών

03.07.2025 



Ζούμε στην εποχή της μανίας με τους αριθμούς και τις μετρήσεις. Ολα είναι μετρήσιμα: οι επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο, το εισόδημα των πολιτών, η ταχύτητα των αυτοκινήτων, ο χρόνος διάρκειας ενός αγώνα, η αποδοτικότητα των υπαλλήλων, η εκλογική δύναμη των κομμάτων, τα βήματα που κάνουμε κάθε μέρα. Ενδεχομένως να μην υπάρχει καμία διάσταση της ζωής μας που να μην είναι μετρήσιμη και να μην αποτιμάται με έναν αριθμό.

Είναι τόσο αυτονόητο αυτό που δεν θέτουμε υπό αμφισβήτηση την «αντικειμενικότητα» των μετρήσεων και δεν αναρωτιόμαστε αν η ποσοτικοποίηση και η αξιολόγηση με βάση τις μετρήσεις σημαίνει ότι ταυτόχρονα αξιολογείται και η ποιότητα ή αν τελικά η έμφαση στην ποσότητα υποβαθμίζει και περιθωριοποιεί την ποιότητα.

Η κυρίαρχη αυτή αντίληψη που επιβάλλει την ποσοτικοποίηση κάθε δραστηριότητας έχει επικρατήσει τις τελευταίες δεκαετίες και στα πανεπιστήμια αλλοιώνοντας την ιστορική φυσιογνωμία του πανεπιστημιακού θεσμού και οδηγώντας σε έναν παγκόσμιο ανταγωνισμό που αποτυπώνεται στις διεθνείς κατατάξεις. Αλλά ας δούμε πρώτα πώς φτάσαμε ως εδώ.

Η κρίσιμη ιστορική καμπή βρίσκεται στην εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης και της μετάβασης στη νεωτερικότητα, στα τέλη του 18ου αιώνα. Τότε όχι μόνο αλλάζει η αντίληψη του χρόνου, που γίνεται γραμμικός και μετρήσιμος, όπως δείχνει η εξάπλωση των ρολογιών – αρχικά στις πλατείες των πόλεων και εν συνεχεία ως ατομικό αξεσουάρ – αλλά πλέον και η οικονομική δραστηριότητα μετριέται με βάση τον χρόνο.

Ενδιαφέρει η παραγωγικότητα και όχι η παραγωγή αυτοτελώς, δηλαδή το ποσό της παραγωγής σε συγκεκριμένο χρόνο. Πρόκειται για μέτρηση της επίδοσης η οποία επεκτείνεται με εντυπωσιακή επιτυχία και στους αθλητικούς αγώνες. Ενώ στην αρχαιότητα δεν υπήρχε καμία καταγραφή επίδοσης σε κανένα άθλημα και σημασία είχε μόνο ποιος ήταν ο νικητής, στη νεωτερική Ευρώπη ξεκινά από τον 19ο αιώνα η λεπτομερής καταγραφή των ρεκόρ («to record» σημαίνει «καταγράφω»).

Η επίδοση καταγράφεται με αριθμούς, είτε πρόκειται για μέτρα είτε για λεπτά, και γίνεται μια όλο και πιο επεξεργασμένη διαδικασία πάνω στην οποία στηρίζεται ο παγκόσμιος αθλητισμός και βεβαίως οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τα ρεκόρ στον στίβο μετριούνται σήμερα με υποδιαιρέσεις του δευτερολέπτου και με μια εξελιγμένη τεχνολογία μέσω της οποίας πιστοποιείται η ακρίβεια της μέτρησης. Ωστόσο, το κυνήγι των ρεκόρ έχει εν τέλει αυτονομηθεί από τους σκοπούς του αθλητισμού και των αγώνων και έχει γίνει αυτοσκοπός. Ετσι, έχουμε καταλήξει στη χρήση απαγορευμένων ουσιών και στο ντόπινγκ, ώστε να γίνουν δυνατά εξωπραγματικά ρεκόρ.

Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, η κατάσταση αυτή έχει την εφαρμογή της και στον πανεπιστημιακό χώρο, όπου παρατηρούμε τις τελευταίες δεκαετίες την έκρηξη του ενδιαφέροντος για την αξιολόγηση και τη μέτρηση της ερευνητικής δραστηριότητας μέσω ενός συνόλου βιβλιομετρικών δεικτών.

Πράγματι, το νέο φετίχ των πανεπιστημίων παγκοσμίως είναι οι «μετρικές» (τα περίφημα metrics), η ποσοτικοποίηση της επιστημονικής επίδοσης και των ερευνητικών επιτευγμάτων σε επίπεδο τόσο προσωπικό όσο και ιδρυματικό. Ένα ευρύ φάσμα βιβλιομετρικών δεικτών (ανάλυση βιβλιογραφικών αναφορών, Journal Impact Factor, δείκτης Hirsch, κ.ά.) άρχισε να χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της ποιότητας και της απήχησης της ερευνητικής παραγωγής, ενώ πολλοί άλλοι δείκτες επινοήθηκαν για να μετρούν τις «επιδόσεις» των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (KPI: «βασικοί δείκτες απόδοσης»).

Στο σύμπαν αυτό η βιβλιομετρία συνδέθηκε με την αξιολόγηση και, συνεπώς, η βιβλιομετρία έγινε συνώνυμη με την αξία και η αξιοκρατία εκλήφθηκε ως η εφαρμογή των ποσοτικών δεδομένων.

Η μανία με τις μετρικές έχει, ωστόσο, κάποια ακούσια αποτελέσματα γιατί, αν χρησιμοποιήσεις έναν δείκτη για να παρακολουθήσεις την πρόοδο ή να ενθαρρύνεις μια συγκεκριμένη συμπεριφορά, οι άνθρωποι θα βρουν τρόπους να χειραγωγήσουν ή να αλλοιώσουν αυτόν τον δείκτη, ώστε να φαίνονται επιτυχημένοι.

Ουσιαστικά, όταν ένα μέτρο γίνεται στόχος, παύει να αποτελεί καλό μέτρο. Αυτό γίνεται σήμερα στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα: εφόσον ο δείκτης είναι οι δημοσιεύσεις σε συγκεκριμένα περιοδικά, εφαρμόζονται πολιτικές ενίσχυσης του δείκτη απήχησης, γίνονται συμφωνίες για δημοσιεύσεις κ.λπ. κι έτσι χάνεται ο στόχος που είναι η ποιότητα της έρευνας και το μέσο γίνεται στόχος.

Οι πρακτικές αυτές υπονομεύουν την αξιοπιστία των μετρικών και των δεικτών και δεν θα είχε σημασία να τις σχολιάσουμε, αν δεν επηρέαζαν τις προσλήψεις επιστημονικού προσωπικού, τις επιλογές των υποψήφιων φοιτητών και τις χρηματοδοτήσεις των ιδρυμάτων.

Σε ό,τι αφορά τις διεθνείς κατατάξεις, τα περίφημα rankings, η ποσοτικοποίηση δεν οδηγεί σε αξιοκρατία, αλλά στην αναπαραγωγή των ανισοτήτων. Τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, ο αγώνας έχει δαρβινικά χαρακτηριστικά: τα μικρά σε μέγεθος πανεπιστήμια, εκείνα μάλιστα που καλλιεργούν ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες κατ’ αποκλειστικότητα ή κατεξοχήν, αγωνίζονται να επιδείξουν επιδόσεις που ποτέ δεν μπορούν να επιτύχουν έναντι των σχολών φυσικών και βιοϊατρικών επιστημών, με αποτέλεσμα τη συνεχή τους συρρίκνωση σε όφελος του γιγαντισμού μεγάλων πανεπιστημίων.

Στον ανελέητο αυτό αγώνα να κόψει ένας ερευνητής πρώτος το νήμα έχοντας χιλιάδες ετεροαναφορές ή ένα πανεπιστήμιο να ανέβει ψηλά στο βάθρο των διεθνών κατατάξεων, ο κίνδυνος του ντόπινγκ είναι ορατός. Μεταφορικά βεβαίως, αλλά κυριολεκτικά ως προς τα μέσα εξαπάτησης.



Η κυρία Χριστίνα Κουλούρη είναι ιστορικός, πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου.




Κυριακή 29 Ιουνίου 2025

ΘΕΣΗ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ (ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ) – ΣΥΝΟΧΗ – ΠΕΙΘΩ







Σπυρίδων Κ. Κούτρας

Εφαρμογή σε ένα αγαπημένο μου αριστοτεχνικά δομημένο κείμενο του Κορνήλιου Καστοριάδη.

 ΘΕΣΗ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ – ΑΠΟΔΕΙΞΗ – ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ (ΣΥΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ) – ΣΥΝΟΧΗ – ΠΕΙΘΩ


Κείμενο

Κορνήλιος Καστοριάδης, «Η Άνοδος της Ασημαντότητας» (Διασκευή)

Με δεδομένη την οικολογική κρίση, την ακραία ανισότητα της κατανομής των πόρων μεταξύ πλούσιων και φτωχών χωρών, την αδυναμία να συνεχίσει το σύστημα τη σημερινή του πορεία, το απαιτούμενο είναι μια νέα δυναμική πραγματικότητα που η σημασία της δεν μπορεί να συγκριθεί με τίποτε άλλο στο παρελθόν. Αναφέρομαι σε μια πραγματικότητα που θα έβαζε στο κέντρο της ζωής του ανθρώπου σημασίες άλλες από την αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης και στόχους ζωής διαφορετικούς, για τους οποίους οι άνθρωποι θα μπορούσαν να πουν πως αξίζουν τον κόπο.

Αυτό θα απαιτούσε, φυσικά, μια αναδιοργάνωση των κοινωνικών θεσμών, των εργασιακών, των οικονομικών, των πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων. Ένας τέτοιος προσανατολισμός, όμως, απέχει ανυπολόγιστα από τα όσα σκέπτονται και, ίσως, από τα όσα ποθούν οι άνθρωποι σήμερα. Αυτή είναι η μεγάλη δυσκολία που πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Θα έπρεπε, σκέπτομαι, να θέλουμε μια κοινωνία στην οποία οι οικονομικές αξίες θα έχουν παύσει να κατέχουν κεντρική θέση, όπου η οικονομία θα έχει ξαναμπεί στη θέση της, δηλαδή θα έχει γίνει ένα απλό μέσο του ανθρώπινου βίου και όχι ύστατος σκοπός, στην οποία, επομένως, θα έχουμε παραιτηθεί από την τρελή κούρσα προς μια συνεχώς αυξανόμενη κατανάλωση. Αυτό δεν είναι απλώς αναγκαίο, για να αποφύγουμε την τελεσίδικη καταστροφή του γήινου περιβάλλοντος. Είναι αναγκαίο κυρίως, για να βγούμε από την ψυχική και ηθική εξαθλίωση των σύγχρονων ανθρώπων.

Θα έπρεπε, ακόμα, από εδώ και εμπρός οι άνθρωποι (μιλάω για τις πλούσιες χώρες) να δεχτούν ένα αξιοπρεπές αλλά λιτό βιοτικό επίπεδο και να παραιτηθούν από την ιδέα ότι ο κεντρικός στόχος της ζωής τους είναι να αυξάνεται η κατανάλωσή τους κατά 2 με 3% το χρόνο. Για να το δεχτούν αυτό, θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα στη ζωή τους. Αυτό το άλλο είναι η ανάπτυξη των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων.

Βέβαια, η ανάπτυξη των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να παύσει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου· μιαν αληθινή δημοκρατία που θα συνεπαγόταν τη συμμετοχή όλων στη λήψη των αποφάσεων· μιαν άλλη οργάνωση παιδείας, ώστε να διαπλάθονται πολίτες ικανοί «να άρχουν και να άρχονται βάσει των νόμων» σύμφωνα με τη θαυμάσια έκφραση του Αριστοτέλη.

Εννοείται ότι όλα αυτά θέτουν τεράστια προβλήματα. Προβλήματα μεγάλης δυσκολίας που όμως, κατά τη γνώμη μου, μπορούν να λυθούν, με την προϋπόθεση ότι η πλειονότητα των ανθρώπων και των ικανοτήτων τους θα κινητοποιηθεί για τη δημιουργία λύσεων, αντί να προβληματίζεται για το πότε θα μπορέσει να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση. Αυτά είναι τα καθήκοντα που έχουμε μπροστά μας και η τραγωδία της εποχής μας είναι ότι η ανθρωπότητα δεν νοιάζεται γι΄αυτά. Πόσον καιρό ακόμα η ανθρωπότητα θα κατατρύχεται από τις ματαιότητες και τις ψευδαισθήσεις που ονομάζουμε εμπορεύματα; Μια καταστροφή οποιουδήποτε είδους –οικολογική για παράδειγμα– θα προκαλέσει άραγε μια βίαιη αφύπνιση ή μήπως την εμφάνιση αυταρχικών ή ολοκληρωτικών καθεστώτων; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήματα.

Εκείνο, πάντως, που μπορούμε να πούμε, είναι ότι όλοι όσοι έχουν συνείδηση του σοβαρού χαρακτήρα των ζητημάτων πρέπει να προσπαθήσουν να μιλήσουν, να ασκήσουν κριτική σ’ αυτή την ξέφρενη πορεία προς την άβυσσο, να ξυπνήσουν τη συνείδηση των συμπολιτών τους.




ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

 

1. Ποια είναι η θέση που διατυπώνει ο συγγραφέας στην προλογική παράγραφο του κειμένου του; Στην ίδια παράγραφο, πώς την τεκμηριώνει (τρόπος και μέσα πειθούς) και με ποια συλλογιστική πορεία (παραγωγική ή επαγωγική) οδηγείται σε αυτή;

2. Ποια είναι η σκέψη (προϋπόθεση) που διατυπώνει ο συγγραφέας στην τρίτη (3η) παράγραφο του κειμένου του («Θα έπρεπε … ανθρώπων.»), για να ισχύσει η «νέα δυναμική πραγματικότητα» που προτείνει; Στην ίδια παράγραφο, να βρείτε δύο επιχειρήματα με τα οποία την αιτιολογεί. Ποιος κειμενικός δείκτης φανερώνει την ύπαρξη των επιχειρημάτων αυτών;

3. Ποια τροπικότητα επιλέγεται, κυρίως, από τον συγγραφέα στην τρίτη (3η) και στην τέταρτη (4η) παράγραφο του κειμένου («Θα έπρεπε … σκουπιδοπροϊόντων.»); Να γράψετε στο τετράδιό σας δύο (2) παραδείγματα. Πώς η επιλογή του αυτή σχετίζεται με την πρόθεσή του να πείσει;

4. Ποιες είναι οι προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με όσα αναφέρει ο συγγραφέας για την ανάπτυξη των ανθρώπων στην πέμπτη (5η) παράγραφο του κειμένου («Η ανάπτυξη … του Αριστοτέλη.»);

5. Στην πέμπτη (5η) παράγραφο του κειμένου («Η ανάπτυξη … του Αριστοτέλη.») να βρείτε ένα (1) παράδειγμα ονοματοποίησης και να εξηγήσετε τη λειτουργία του ως προς το νόημα και ως προς το ύφος του κειμένου.

6. Ποια είναι η πρόθεση του συγγραφέα στην πέμπτη (5η) παράγραφο του κειμένου του («Η ανάπτυξη … του Αριστοτέλη.») και πώς εξυπηρετεί την πρόθεσή του η αναφορά του στον Αριστοτέλη και στα λόγια του;

7. Ποια συναισθήματα προκαλεί στον αναγνώστη ο συγγραφέας στην έκτη (6η) παράγραφο του κειμένου του («Εννοείται … ερωτήματα.») και για ποιον σκοπό; Να βρείτε και να γράψετε στο τετράδιό σας δύο εκφραστικά μέσα-γλωσσικές επιλογές με τα οποία τα δημιουργεί.

8. Ποια νοηματική σχέση υπάρχει ανάμεσα στην τέταρτη (4η) και στην πέμπτη (5η) παράγραφο του κειμένου («Θα έπρεπε … του Αριστοτέλη.»); Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας.

9. Πώς επιτυγχάνεται η συνοχή της τρίτης (3ης) με την τέταρτη (4η) και της τέταρτης (4ης) με την πέμπτη (5η) παράγραφο του κειμένου («Θα έπρεπε … του Αριστοτέλη»);

10. «Η ανάπτυξη, βέβαια, των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων θα απαιτούσε μιαν άλλη οργάνωση της εργασίας, η οποία θα έπρεπε να παύσει να είναι αγγαρεία και να γίνει πεδίο προβολής των ικανοτήτων του ανθρώπου».

Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με την παραπάνω άποψη του συγγραφέα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας σε μία παράγραφο 100 λέξεων περίπου.

 

 

 

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

 

1. Στον πρόλογο του κειμένου του ο συγγραφέας διατυπώνει τη θέση ότι στην εποχή μας απαιτείται μια νέα διαφορετική σε σύγκριση με το παρελθόν πραγματικότητα «το απαιτούμενο είναι μια νέα δυναμική πραγματικότητα». Στην πραγματικότητα αυτή, όπως διευκρινίζει, θα έχουν κεντρική θέση άλλες αξίες από αυτές που επικρατούν. Τεκμηριώνει τη θέση του με επίκληση στη λογική και χρησιμοποιεί ως μέσα πειθούς τεκμήρια και ειδικότερα γεγονότα που δείχνουν το μέγεθος των προβλημάτων και το αδιέξοδο, με τα οποία είναι αντιμέτωπος ο σύγχρονος κόσμος «Με δεδομένη … τη σημερινή του πορεία». Στην προκείμενη περίπτωση τα τεκμήρια αυτά είναι μέρος επαγωγικού συλλογισμού, καθώς από αυτά (μερικό) με επαγωγική συλλογιστική πορεία απορρέει λογικά ως συμπέρασμα η θέση του (γενικό).

2. Για να ισχύσει η νέα πραγματικότητα που προτείνει ο συγγραφέας, θεωρεί απαραίτητο να πάψει να είναι η οικονομία υπέρτατος σκοπός του ανθρώπου και να πάψουν να κατέχουν οι οικονομικές αξίες κεντρική θέση στη ζωή του «Θα έπρεπε, σκέπτομαι, … κατανάλωση». Δύο επιχειρήματα, με τα οποία την αιτιολογεί, είναι η αποφυγή της οριστικής καταστροφής του περιβάλλοντος «για να αποφύγουμε … περιβάλλοντος» και η έξοδος από την ψυχική και ηθική κατάπτωση των ανθρώπων «για να βγούμε … ανθρώπων». Ο κειμενικός δείκτης που φανερώνει την ύπαρξη των επιχειρημάτων αυτών είναι ο σύνδεσμος «για να», που επαναλαμβάνεται.

3. Επιλέγεται κυρίως η δεοντική τροπικότητα: «Είναι αναγκαίο κυρίως, για να βγούμε…», «θα έπρεπε κάτι άλλο να δίνει νόημα…». Με τη χρήση της δεοντικής τροπικότητας ο συγγραφέας εκφράζει την ανάγκη υιοθέτησης της νέας πραγματικότητας, όπου η οικονομία θα είναι μέσο, όχι σκοπός, και θα περιοριστεί η κατανάλωση, ως χρέος και κοινή ευθύνη, και μάλιστα στις περιπτώσεις όπου χρησιμοποιείται και α΄ πληθυντικό πρόσωπο. Έτσι, πείθει και ευαισθητοποιεί τον αναγνώστη για το ζήτημα αυτό.

4. Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο συγγραφέας για την ανάπτυξη των ανθρώπων στην παράγραφο αυτή, είναι τρεις: άλλη οργάνωση της εργασίας, αληθινή δημοκρατία και άλλη οργάνωση παιδείας.

5. Ένα παράδειγμα ονοματοποίησης στην παράγραφο αυτή είναι: «οργάνωση της εργασίας». Με τη χρήση της συγκεκριμένης ονοματοποίησης ως προς το νόημα εκφράζεται η αιτιώδης σχέση, γιατί δηλαδή μια άλλη οργάνωση της εργασίας (αίτιο) θα οδηγήσει στην ανάπτυξη των ανθρώπων (αποτέλεσμα). Το νόημα αυτό εκφράζεται, με την ονοματοποίηση, σε ύφος πυκνό, ουδέτερο, απρόσωπο, αντικειμενικό, σύνθετο, επίσημο και πιο απαιτητικό για την κατανόησή του.

(Μπορεί, επίσης, να αναφερθεί και να εξηγηθεί σχετικά η λειτουργία μιας από τις παρακάτω ονοματοποιήσεις που υπάρχουν στην παράγραφο: «ανάπτυξη των ανθρώπων», «προβολής των ικανοτήτων», «συμμετοχή όλων» «λήψη των αποφάσεων» ή «οργάνωση παιδείας».)

6. Πρόθεση του συγγραφέα στην παράγραφο αυτή είναι να πληροφορήσει και να πείσει τον αναγνώστη γι’ αυτά που απαιτούνται για την ανάπτυξη των ανθρώπων. Ένα από αυτά είναι και «μια άλλη οργάνωση της παιδείας». Με την αναφορά του στον Αριστοτέλη και στα λόγια του γίνεται επίκληση στην αυθεντία του μεγάλου φιλοσόφου. Με την επίκληση αυτή εξυπηρετείται η πρόθεσή του, καθώς τεκμηριώνει την άποψή του για την ανάγκη να διαμορφώνει η παιδεία συνειδητούς και νομοταγείς πολίτες και ενισχύει την αξιοπιστία του. Επιπλέον με την αυτούσια αναφορά των λόγων του Αριστοτέλη διανθίζει τον λόγο του με τον τρόπο σκέψης και έκφρασης του φιλοσόφου και του προσδίδει υφολογική ποικιλία και πειστικότητα.

7. Στην παράγραφο αυτή ο συγγραφέας προκαλεί δυσάρεστα, κυρίως, συναισθήματα στον αναγνώστη. Με την περιγραφή της ζοφερής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει ο άνθρωπος («τεράστια προβλήματα. Προβλήματα μεγάλης δυσκολίας») και της αδιαφορίας του για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει («δεν νοιάζεται γι’ αυτά»), υποβάλλει στον αναγνώστη συναισθήματα ανησυχίας, αγωνίας, άγχους, φόβου και ενοχής. Παρ’ όλα αυτά αφήνει να διαφανεί και ένας τόνος αισιοδοξίας, κάποια ελπίδα για την υπό προϋποθέσεις λύση τους («μπορούν να λυθούν»).

Ο συγγραφέας επιδιώκει να προβληματίσει τον αναγνώστη, να τον πείσει (επίκληση στο συναίσθημα [του δέκτη]), να τον ευαισθητοποιήσει και έμμεσα να τον παρακινήσει να παραιτηθεί από τις καταναλωτικές ψευδαισθήσεις, να αλλάξει στάση και να αναλάβει δράση για τη λύση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα.

Δύο εκφραστικά μέσα-γλωσσικές επιλογές με τα οποία δημιουργεί τα συναισθήματα αυτά είναι η επανάληψη της λέξης προβλήματα «τεράστια προβλήματα», «προβλήματα μεγάλης δυσκολίας» και οι ευθείες ερωτήσεις. Ειδικότερα, με την επανάληψη της λέξης «προβλήματα» και τους προσδιορισμούς τους «τεράστια» και «μεγάλης δυσκολίας» τονίζεται εμφατικά το μέγεθός τους και ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται και νιώθει τους κινδύνους από τους οποίους απειλείται. Με την ευθεία διμελή ερώτηση «Μια καταστροφή … ολοκληρωτικών καθεστώτων;» εκφράζονται με τρόπο διαζευκτικό/διλημματικό, άμεσο και παραστατικό οι πιθανές εξελίξεις που θα μπορούσε να προκαλέσει μια καταστροφή. Έτσι, αγγίζει συναισθηματικά τον αναγνώστη και τον προβληματίζει έντονα για την προσωπική του στάση και συμπεριφορά.

(Εναλλακτικά, μπορεί, επίσης να αναφερθούν, με νοηματική και υφολογική εξήγηση της λειτουργίας τους, η χρήση της λέξης «τραγωδία» με τη μεταφορική σημασία της, η χρήση συγκινησιακά φορτισμένων λέξεων «καταστροφή», «κατατρύχεται», οι αντιθέσεις και η ειρωνεία που εκφράζεται με αυτές «θα κινητοποιηθεί… αντί … να αποκτήσει τρισδιάστατη τηλεόραση», «τραγωδία … δεν νοιάζεται …».)

8. Η νοηματική σχέση ανάμεσα στην τέταρτη και στην πέμπτη παράγραφο του κειμένου είναι αντιθετική. Συγκεκριμένα, στην τέταρτη παράγραφο ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι άνθρωποι των πλούσιων χωρών δεν πρέπει να στοχεύουν στη διαρκή αύξηση της κατανάλωσης, αλλά στην ανάπτυξή τους. Για την ανάπτυξή τους, όμως, αντίθετα με τις μέχρι τώρα επιδιώξεις των ανθρώπων, απαιτούνται, όπως επισημαίνει στην πέμπτη παράγραφο, μια άλλη οργάνωση της εργασίας, μια αληθινή δημοκρατία, μια άλλη οργάνωση παιδείας. Η διαρθρωτική λέξη «Βέβαια», στην αρχή της πέμπτης παραγράφου, θα πρέπει, μάλλον, να εννοηθεί με αντιθετική (όμως, ωστόσο) και όχι με βεβαιωτική σημασία.

9. Η συνοχή της τρίτης με την τέταρτη παράγραφο του κειμένου επιτυγχάνεται με την επανάληψη του ρήματος «Θα έπρεπε» στην αρχή των παραγράφων και με τη διαρθρωτική λέξη «ακόμα» που δηλώνει προσθήκη πληροφοριών. Η συνοχή της τέταρτης με την πέμπτη παράγραφο επιτυγχάνεται με τη διαρθρωτική λέξη «Βέβαια», που εδώ δηλώνει αντίθεση, και με την επανάληψη της φράσης «Η ανάπτυξη των ανθρώπων αντί για την ανάπτυξη των σκουπιδοπροϊόντων» (στο τέλος της τέταρτης και στην αρχή της πέμπτης παραγράφου).

10. Συμφωνώ με την άποψη του συγγραφέα, ότι η εργασία, εφόσον δεν εξαντλείται σε μια τυπική διεκπεραιωτική διαδικασία, γίνεται μέσο ανάπτυξης του ανθρώπου, ως ατόμου και ως συνόλου. Όσο η εργασία θα αποτελεί μέσο για την παραγωγή προϊόντων για να ικανοποιηθούν πλασματικές ανάγκες που δημιουργεί και προβάλλει η καταναλωτική κοινωνία, τόσο περισσότερο θα οδηγείται ο άνθρωπος στη σωματική και ψυχική καταπόνηση, στο άγχος και στην αλλοτρίωση. Αντίθετα, αν η εργασία αναδειχθεί σε μέσο με το οποίο ο άνθρωπος θα μπορεί να εκφράζει την καλαισθησία του, να εφαρμόζει τις ιδέες, τις γνώσεις και τις δεξιότητές του, να αναπτύσσει τη φαντασία, να ασκεί την κρίση του, να καινοτομεί, να πρωτοτυπεί, να δημιουργεί και να εκπληρώνει τα όνειρά του, τότε αυτή θα μετατραπεί σε πηγή από την οποία θα αντλεί ευχαρίστηση, δύναμη και αισιοδοξία και θα συμβάλλει στην ολοκλήρωσή του.

Σπυρίδων Κ.Κούτρας

https://peistikoslogos.blogspot.com/?m=1

Με 400 λέξεις







Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Πώς διαβάζουμε τους κλασικούς;!

Πώς διαβάζουμε τους κλασικούς;

✍️Ο Κωνσταντίνος Τσαλακός αναλύει τους τρεις τρόπους με τους οποίους μπορούμε να συνομιλήσουμε με τα «μεγάλα» βιβλία του παρελθόντος, ιδιαίτερα στην εποχή του «θρυλούμενου τέλους της παγκοσμιοποίησης»

23.05.2025, 18:00

https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/print/books-ideas/pos-diavazoumecrtous-klasikouscr/amp/



Στο ντοκιμαντέρ «A Library for the Word» o ιταλός σκηνοθέτης Νταβίντε Φεράριο προσφέρει στον θεατή μια μοναδική ξενάγηση στην προσωπική βιβλιοθήκη ενός από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές του 20ού αιώνα. Καθώς ο κινηματογραφικός φακός ακολουθεί για περίπου ένα λεπτό έναν φαλακρό άνδρα που κρατά στο χέρι του ένα βιβλίο να περπατά με ταχύ βήμα από ένα δωμάτιο στο άλλο, αποκαλύπτεται σιγά-σιγά ότι σχεδόν κάθε σπιθαμή των τοίχων του διαμερίσματος είναι, στην κυριολεξία, ασφυκτικά κατειλημμένη από βιβλία τοποθετημένα σε ράφια και βιβλιοθήκες.


Η προσωπική βιβλιοθήκη του θρυλικού σημειολόγου, φιλοσόφου και συγγραφέα Ουμπέρτο Εκο αποτελείτο από 50.000 βιβλία (για τους λάτρεις των στατιστικών, πάντως, ο σχεδιαστής μόδας Καρλ Λάγκερφελντ εξακολουθούσε να προηγείται με 300.000 τόμους στην προσωπική του βιβλιοθήκη). Ενα μεγάλο μέρος δε εξ αυτών ήταν συγγράμματα των λεγόμενων «κλασικών». Οταν συνήθιζαν να τον ρωτούν αν έχει διαβάσει όλα αυτά τα βιβλία απαντούσε ως εξής: «Είναι ανόητο να νομίζει κανείς ότι πρέπει να διαβάσει όλα τα βιβλία που αγοράζει. Είναι επίσης ανόητο να ασκεί κριτική σε εκείνους που αγοράζουν περισσότερα βιβλία από όσα θα μπορούσαν ποτέ να διαβάσουν. Είναι σαν να λες ότι πρέπει να χρησιμοποιήσεις όλα τα μαχαιροπίρουνα, τα ποτήρια, τα κατσαβίδια ή τα τρυπάνια που έχεις, πριν αγοράσεις καινούργια». Αντιθέτως, έλεγε ο Εκο, πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα βιβλία διαφορετικά. Για παράδειγμα, ως φάρμακα: «Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι καλό να έχουμε πολλά στο σπίτι, αντί για λίγα. Οταν θέλει κάποιος να αισθανθεί καλύτερα, πηγαίνει στο «συρτάρι με τα φάρμακα» και διαλέγει ένα βιβλίο. Οχι στην τύχη, αλλά το σωστό βιβλίο για εκείνη τη στιγμή».


Είναι αλήθεια ότι οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής και η απαιτητική καθημερινότητα μας στρέφουν συχνά προς άλλου είδους «φάρμακα», περισσότερο εύπεπτα και συνήθως ψηφιακά. Οταν δε καταφέρνουμε να βρούμε τον χρόνο για να διαβάσουμε κάτι σε βάθος, κατά γενική ομολογία προτιμάμε κάποια από τις τελευταίες κυκλοφορίες, παρά κάτι παλαιότερο. Γιατί άλλωστε να διαβάσει κανείς τους κλασικούς και όχι κείμενα που θα του επιτρέψουν να κατανοήσει καλύτερα όσα εξελίσσονται γύρω του εκείνη τη στιγμή; Η απάντηση μοιάζει προφανής. Ή μήπως όχι; Μπορεί άραγε ένα κλασικό έργο, που γράφτηκε σε μια εντελώς άλλη εποχή από τη δική μας, να έχει να μας πει περισσότερα πράγματα για την τωρινή κατάσταση από ό,τι ένα βιβλίο που γράφτηκε πρόσφατα; Μπορεί το κλασικό να είναι πιο επίκαιρο από το συγκαιρινό;


Για να απαντήσει κάποιος με βεβαιότητα στο ερώτημα θα πρέπει να περάσει μέσα από τις συμπληγάδες μιας από τις σημαντικότερες διαχρονικά μεθοδολογικές αντιπαραθέσεις στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών, που έχει ακριβώς να κάνει με το ζήτημα της ανάγνωσης: Πώς διαβάζουμε τα κείμενα του παρελθόντος;


Οι θιασώτες της λεγόμενης ιστορικιστικής σχολής, από τη μια μεριά, υποστηρίζουν ότι οποιαδήποτε απόπειρα προσέγγισης ενός κλασικού κειμένου θα καταστεί ατελέσφορη, χωρίς την ανασύσταση του διανοητικού πλαισίου της εποχής στην οποία γράφτηκε. Για να το πούμε απλά, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε έργα σαν τον Αμλετ του Σαίξπηρ, λένε, χωρίς να γνωρίζουμε τα ζητήματα, σημαντικά ή επουσιώδη, που απασχολούσαν την Αγγλία του 16ου και του 17ου αιώνα, και στα οποία απαντά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έμμεσα ή άμεσα, το κείμενο. Οποιος, για παράδειγμα, δεν είναι εξοικειωμένος με την αγωνία και την αβεβαιότητα που προκαλούσε το ζήτημα της διαδοχής της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας, με το γεγονός ότι ο Σαίξπηρ και ο θίασός του υποστήριζαν ως διάδοχο του θρόνου τον Ιάκωβο, γιο της Βασίλισσας της Σκωτίας Μαρίας Στιούαρτ, αλλά κυρίως με τη «λεπτομέρεια» ότι τον Μάιο του 1566 η τελευταία παντρεύτηκε τον κόμη Μπόθβελ, ο οποίος μόλις τρεις μήνες πριν είχε δολοφονήσει βιαίως τον σύζυγό της και πατέρα του Ιάκωβου, δεν μπορεί να αντιληφθεί γιατί ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας αρνείται να λάβει μια ξεκάθαρη θέση στην πλοκή του έργου αναφορικά με το αν η μητέρα του Αμλετ ήταν ή όχι συμμέτοχος στον φόνο του πατέρα του.


Στον αντίποδα, συναντάμε τους οπαδούς μιας περισσότερο άχρονης προσέγγισης, οι οποίοι βάζουν σε δεύτερη μοίρα την ιστορική πλαισίωση και διαβάζουν τα ίδια κείμενα στη βάση της προτεσταντικής προελεύσεως ιδέας ότι ο αναγνώστης είναι «μόνος με τη Γραφή». Εξετάζουν, δηλαδή, τα κείμενα υπό το πρίσμα του κατά πόσο αυτά απαντούν πειστικά και επαρκώς σε μια σειρά από θεμελιώδη, αιώνια ερωτήματα που αφορούν διαχρονικά την ανθρώπινη συνθήκη, όπως το νόημα της ζωής ή το καλό πολίτευμα. Ετσι, για παράδειγμα, η Πολιτεία του Πλάτωνα ή τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, παρότι γράφτηκαν σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες από τις δικές μας, μπορούν να μας παράσχουν συγκεκριμένες απαντήσεις, τη θεωρία του φιλοσόφου-βασιλέα ή τη θεωρία της μεσαίας τάξης ως ρυθμιστή του χρηστού πολιτεύματος, τις οποίες μπορούμε να μεταφέρουμε αυτόχρημα και άνευ επιφυλάξεως στις κοινωνίες και την πολιτική οργάνωση του σήμερα.


Αν στην πρώτη εναλλακτική τα κλασικά κείμενα είναι αδύνατο να μας μιλήσουν στο σήμερα, καθώς η χρονική διαφορά του τότε και του τώρα δεν μπορεί να διαμεσολαβηθεί με κανέναν τρόπο, στη δεύτερη εναλλακτική η χρονική διαφορά σχεδόν καταργείται, αφού η ανάγνωση και η ερμηνεία ενός κειμένου προϋποθέτει να εξεταστεί σοβαρά το ενδεχόμενο αυτό να είναι φορέας μιας αιώνιας αλήθειας, την οποία μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτούσια εδώ και τώρα.


Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη εναλλακτική, σαφώς πιο ενδιαφέρουσα, καθώς επιμένει στη δύναμη που έχει ένα έργο να προκαλεί αναζητήσεις, και όχι να προσφέρει έτοιμες απαντήσεις. Σύμφωνα με αυτήν, ένα κείμενο είναι πάντοτε τοποθετημένο χρονικά και τοπικά, φέρει πάντοτε το ίχνος της εποχής του, τα σημάδια των πρωταγωνιστών και των προβλημάτων που τη σφράγισαν. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αυτό που το καθιστά κλασικό είναι ότι με κάποιον τρόπο καταφέρνει και υπερβαίνει την εποχή του, όχι διότι αποκαλύπτει αιώνιες αλήθειες, αλλά διότι δημιουργεί ένα σύμπαν ερωτημάτων που θρέφουν και ξαναθρέφουν τη σκέψη. Ο Μακιαβέλι, ο Μαρξ, ο Προυστ, ο Μάρκες ή ο Κάφκα εξακολουθούν να μας μιλούν σήμερα, υπό μια έννοια σαν να ήταν συγκαιρινοί μας, διότι τα έργα τους σηματοδοτούν «μια διερώτηση που επεκτείνεται πέρα από τα συμπεράσματα στα οποία φαίνεται να κατέληξαν», όπως λέει ο γάλλος φιλόσοφος Κλωντ Λεφόρ. Μέσα από τα έργα τους, αναδύονται προβληματισμοί και διανοητικές προκλήσεις, που οι εκάστοτε απαντήσεις που ίδιοι έδωσαν δεν μπορούν να επικαλύψουν ολοκληρωτικά.


Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι η πλειονότητα των λεγόμενων «κλασικών» έγραψε σε εποχές αβεβαιότητας και μεγάλων μεταβάσεων. Σε εποχές ανακατατάξεων, μετασχηματισμών και ανατροπών. Οταν το παλιό υποχωρούσε, αλλά το νέο ήταν ακόμη υπό διαμόρφωση, ενώ παράλληλα και αλληλοαποκλειόμενα σενάρια ήταν εξίσου ευλογοφανή. Υπό αυτή την έννοια, ένα μέρος του γόνιμου πνευματικού σκιρτήματος που μας προκαλούν έχει να κάνει και με αυτή την οικειότητα της αναμέτρησης με το άγνωστο και το αδάμαστο, που εμποτίζει τη γραφή τους.


Και η δική μας εποχή, η εποχή του «θρυλούμενου τέλους της παγκοσμιοποίησης», είναι άλλωστε αναμφίβολα μια εποχή βαθιάς και πολύπλευρης μετάβασης. Από τη γεωπολιτική και τη γεωοικονομία μέχρι την τεχνολογία, την κλιματική αλλαγή και την εργασία. Ο προβληματισμός γύρω από τη σημασία της ανάγνωσης των κλασικών θα μπορούσε εδώ να γεννήσει ένα αιχμηρό αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα: Δίπλα στο άγχος του συνεπαρμένου από τις εξελίξεις πολίτη – «Τι να διαβάσω για να καταλάβω τι συμβαίνει;» –, ο πονηρός αναγνώστης θα προσέθετε μια διαφορετική απορία: «Ποιος από τους συγγραφείς που δημοσιεύουν σήμερα διαθέτει τα απαραίτητα γνωρίσματα για να γίνει κλασικός;». Αν ζούσε ο Εκο, πιθανότατα θα απαντούσε με μια φράση σαν την ακόλουθη: «Ο χρόνος θα δείξει την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου».




Η εξωτερική πολιτική σε κρίσιμη καμπή!

Η εξωτερική πολιτική σε κρίσιμη καμπή

16.06.2025 ,  09:23

Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου



https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/print/opinions/i-eksoteriki-politiki-se-krisimi-kampi/amp/


Η ελληνική εξωτερική πολιτική είναι εσωστρεφής. Ποντάρει περισσότερο στην επικοινωνία προς τα μέσα παρά στην ουσία, εμφανίζοντας μικρές επιτυχίες ως μεγάλες και μεγάλα προβλήματα ως μικρά. Οσο εξωραϊσμένα, όμως, και αν παρουσιάζονται κάποια οικονομικά ή πολιτικά στοιχεία, το ελληνικό κράτος φαίνεται αποδυναμωμένο.


Σαν φυσική συνέπεια, χάνει συμμάχους. Η παραδοσιακή στρατηγική της Ελλάδας να έχει ως βασική σύμμαχο την ισχυρότερη ναυτική δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και μια μικρότερη αυτόνομη στην περιοχή της – Τουρκία, Γιουγκοσλαβία, αραβικά κράτη – αλλάζει.


Συνεχίζεται η συμμαχία με τις ΗΠΑ, αλλά η Ουάσιγκτον θεωρεί την Ελλάδα «δεδομένη» και δυσανασχετεί με την ελληνική εμπλοκή στην εσωτερική πόλωση Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικανών. Η δυνητική σύμμαχος στην περιοχή, το Ισραήλ, δεν θεωρείται αυτόνομο, αλλά εξαρτημένο από την ίδια υπερδύναμη.


Στα Βαλκάνια κλείνουν πόρτες. Η Σερβία και το Μαυροβούνιο έχουν μειωμένη αξία, λόγω και της ελληνικής στάσης στο θέμα του Κοσόβου, ενώ με τη Βόρεια Μακεδονία οι σχέσεις παραμένουν τεταμένες λόγω της στασιμότητας της Συμφωνίας των Πρεσπών. Με την Αλβανία υπάρχουν παλαιά και νέα προβλήματα (π.χ. ΑΟΖ, μεταχείριση ελληνικής μειονότητας) με άγνωστη έκβαση όταν ενταχθεί στην ΕΕ.


Απομένει η Βουλγαρία, με την οποία οι διμερείς σχέσεις δεν ήταν ποτέ ένθερμες. Το τουρκικό μουσουλμανικό χαρτί καλύπτει συστηματικά τα κενά της ελληνικής επιρροής.


Στην Ανατολική Μεσόγειο, η σωστή πολιτική προσέγγισης του Ισραήλ έχει ψυχράνει τα αραβικά κράτη. Η Ελλάδα έχασε τη λειτουργία της «γέφυρας» ανάμεσα στη Δύση και στα αραβικά έθνη, που είτε συνομιλούν απευθείας με τις ΗΠΑ (π.χ. Αίγυπτος, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ) είτε προσβλέπουν πια στην Τουρκία (Κατάρ, Παλαιστίνιοι κ.λπ.).


Η αντιπαλότητα Ισραήλ – Τουρκίας έχει επίσης όρια: η εν πολλοίς από την Τουρκία ελεγχόμενη Συρία αποτελεί «κλειδί» στην αραβο-ισραηλινή διαμάχη και δεν επιτρέπει εφησυχασμό.


H απώλεια συμμάχων είναι εμφανέστατη στα ελληνοτουρκικά. Ενώ η Ελλάδα αποδυναμώνεται, η Τουρκία ενδυναμώνεται. Υλοποιεί τη στρατηγική επιδίωξη να γίνει ηγεμονική περιφερειακή δύναμη, παρακαθήμενη, όπως κάποτε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, δίπλα στις μεγάλες χώρες τής – διακυβερνητικής πλέον – ΕΕ. Μεσιτεύει στον πόλεμο της Ουκρανίας.


Από τις σχετικές διαπραγματεύσεις λείπει παντελώς η Ελλάδα, ενώ βάλλεται από τη Ρωσία και τη ρωσική Ορθοδοξία για τη μονομερή πολιτική της στο Ουκρανικό, όπως έδειξε πρόσφατα το αδιέξοδο της ελληνορθόδοξης Μονής στο Σινά.


Η Τουρκία είναι «πολύφερνη νύφη» στο εκκολαπτόμενο σύστημα ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας, ενώ ακυρώνεται η πολυετής ελληνική προσπάθεια για αμυντική θωράκιση της Κύπρου μέσω ΕΕ.


Η Τουρκία προσφέρει μοντέρνα εξοπλιστικά προγράμματα και στρατιωτική εμπειρία σε πλείστες χώρες Ασίας και Αφρικής.


Για να βοηθήσει τους Ευρωπαίους στο ζωτικό πεδίο της ασφάλειας – πολύ ζωτικότερο από την ευρωζώνη – παρακάμπτεται το βέτο Ελλάδας και Κύπρου, καθώς και το Ευρωκοινοβούλιο, αφού η πολιτική ασφάλειας βαπτίζεται τεχνηέντως «ευρωπαϊκός επανεξοπλισμός».


Εύλογα, τείνει να ματαιωθεί η ελληνική ευρωπαϊκή πολιτική της Μεταπολίτευσης, όπου η Ελλάδα εξισορροπούσε τη στρατιωτική ισχύ της Τουρκίας με την πολιτική και οικονομική δύναμη της ΕΚ/ΕΕ.


Αποδυναμώνεται, παράλληλα, το δόγμα του «εξ Ανατολών» κινδύνου, αφού η Τουρκία θα συμμετέχει εφεξής και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αποτελεί θέμα χρόνου η αναγνώριση εκ μέρους της ΕΕ «αμφισβητούμενων νερών» (contested waters) μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας.


Αλλωστε η Ελλάδα σιωπηρά τα αποδέχεται, ελπίζοντας ματαίως ότι θα διατηρήσει την ειρήνη και την εδαφική της ακεραιότητα.


Οι Ελληνες είναι έθνος γεωπολιτικό. Τους ταιριάζει μια αντίστοιχη γλώσσα στην εξωτερική πολιτική, κατανοητή και σεβαστή από τους ολοένα λιγότερους συμμάχους της χώρας.


Υπάρχει μικρό περιθώριο ανάταξης προτού δημιουργηθούν αρνητικά γεωπολιτικά τετελεσμένα, αυτή τη φορά χωρίς εμάς.


✅️Η κυρία Κωνσταντίνα Ε. Μπότσιου είναι καθηγήτρια Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστημίου Πειραιώς, γενική διευθύντρια Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων.



Τετάρτη 18 Ιουνίου 2025

Το μικρό κορίτσι , Ναζίμ Χικμέτ


 

Το μικρό κορίτσι , Ναζίμ Χικμέτ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ήταν το πρωί της 6ης Αυγούστου 1945 , 08:15 (02:15 ώρα Ελλάδος), όταν ένα αμερικανικό βομβαρδιστικό αεροπλάνο με το όνομα «Enola Gay» έριχνε στην Χιροσίμα της Ιαπωνίας, για πρώτη φορά στην Ιστορία, ατομική βόμβα ουρανίου. Άμεσα σκοτώθηκαν περίπου 70.000 άνθρωποι. Η «ακτίνα» καταστροφής της βόμβας ήταν περίπου 1,6 χιλιόμετρα από το επίκεντρο της έκρηξης καταστρέφοντας κυριολεκτικά την πόλη, όπου φούντωσαν πυρκαγιές. Οι αρχές των ΗΠΑ εκτιμούν ότι περίπου 12 τετραγωνικά χλμ καταστράφηκαν ολοσχερώς, τα εννέα δέκατα από τα σπίτια της Χιροσίμα έγιναν στάχτη και καταστράφηκε περίπου το 69% των οικοδομημάτων της πόλης. Στους επόμενους μήνες άλλοι περίπου 60.000 άνθρωποι απεβίωσαν από τραύματα ή από την έκθεση στη ραδιενέργεια. Στις 9 Αυγούστου 1945, στις 11:02 π.μ., στο Ναγκασάκι ρίφθηκε η δεύτερη πυρηνική βόμβα της Ιστορίας, βόμβα πλουτωνίου, που σκότωσε άμεσα περί τους 40.000 ανθρώπους. Σύμφωνα με στατιστικές, ο τελικός απολογισμός ήταν 73.884 νεκροί, 74.909 τραυματίες και 120.820 ασθενείς προσβληθέντες από τη ραδιενέργεια. Συνειδητοποιώντας αργότερα το μέγεθος της καταστροφής, ο συγκυβερνήτης του αμερικανικού βομβαρδιστικού Enola Gay, που έριξε τη βόμβα στη Χιροσίμα, έγραψε στο ημερολόγιό του: “Θεέ μου, τι κάναμε;” Το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, Kız Çocuğu (Το μικρό κορίτσι) είναι μια έκκληση για την ειρήνη από ένα επτάχρονο κοριτσάκι, δέκα χρόνια μετά το θάνατό του στη Χιροσίμα. Είναι ένα από τα πιο σημαντικά αντιπολεμικά τραγούδια και το έχουν ερμηνεύσει σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα, όπως η Τζόαν Μπαέζ. Το ποίημα αυτό δεν είχε τυχαία τον τίτλο “Το μικρό κορίτσι”. Η κωδική ονομασία της ατομικής βόμβας που έριξαν οι ΗΠΑ στη Χιροσίμα ήταν “Μικρό Αγόρι”( ‘’little boy’’).



Το μικρό κορίτσι (Kız Çocuğu)


«Εγώ είμαι, εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας.
Εδώ ή αλλού, χτυπάω όλες τις πόρτες
ω, μην τρομάζετε καθόλου που είμαι αθώρητη
κανένας μια μικρή νεκρή δεν μπορεί να δει.

Εδώ και δέκα χρόνια εδώ καθόμουνα
στη Χιροσίμα ο θάνατος με βρήκε
κι είμαι παιδί, τα εφτά δεν τα καλόκλεισα,
μα τα νεκρά παιδιά δε μεγαλώνουν.

Πήραν πρώτα φωτιά οι μακριές πλεξούδες μου
μου καήκανε τα χέρια και τα μάτια
όλη-όλη μια φουχτίτσα στάχτη απόμεινα
την πήρε ο άνεμος κι αυτή σ’ ένα ουρανό συννεφιασμένο.

Ω, μη θαρρείτε πως ζητάω για μένα τίποτα,
κανείς εμένα δε μπορεί να με γλυκάνει
τι* το παιδί που σαν κομμάτι εφημερίδα κάηκε
δε μπορεί πια τις καραμέλες σας να φάει.

Εγώ είμαι που χτυπάω την πόρτα σας, ακούστε με,
φιλέψτε με μονάχα την υπογραφή σας
έτσι που τα παιδάκια πια να μη σκοτώνονται
και να μπορούν να τρώνε καραμέλες.»

(απόδοση ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ)

*τι = ποιητική απόδοση του αιτιολογικού «γιατί».


Εκφώνηση:


👉 Στο ποίημα περιγράφεται η δυστυχία του πολέμου μέσα από τα λόγια ενός νεκρού μικρού κοριτσιού.Με αφορμή αυτήν την τραγική περιγραφή, να παρουσιάσετε τις επιπτώσεις των πολεμικών συγκρούσεων στα παιδιά σε ένα κείμενο 150-200 λέξεων. (μονάδες 15)


Ενδεικτική Απάντηση:


👉Στο ποίημα περιγράφονται τα δεινά του πολέμου, μέσα από τα μάτια ενός θύματος του πολέμου, που είναι ένα μικρό κοριτσάκι. Το νεκρό κορίτσι ζητά από τους ιθύνοντες να σταματήσουν τον πόλεμο, να μην σκοτώνονται αθώες ψυχές και ειδικά μικρά παιδιά. Γιατί τα παιδιά τραυματίζονται ανεπανόρθωτα από τις εμπόλεμες συγκρούσεις, με τραύματα τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά. Αισθάνονται ανασφάλεια, φόβο και ανησυχία για το μέλλον, το οποίο προδιαγράφεται αβέβαιο γι αυτά. Επίσης εξοικειώνονται με τη βία χάνοντας ην παιδική τους αθωότητα από πολύ μικρή ηλικία και οι ψυχές τους διακατέχονται από μίσος και επιθυμία εκδίκησης. Τέλος, δεν έχουν τη δυνατότητα να μορφωθούν και να μεγαλώσουν με τις αντίστοιχες παροχές που έχουν αλλά τα παιδιά που δεν ζουν εμπόλεμες καταστάσεις, καθώς πολλές φορές χάνουν και τους γονείς τους στον πόλεμο και ζουν τον γολγοθά της ορφάνιας.




Πηγές:










Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Το βλέμμα στο παιδί και το μέλλον!

 Το βλέμμα στο παιδί και το μέλλον


Είναι προφανές ότι για να διασφαλιστεί η επιτυχία της Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης είναι απαραίτητη η επένδυση στην εκπαίδευση των παιδαγωγών και εκπαιδευτικών, η πληροφορημένη συμμετοχή των γονέων και η χρήση αξιολογημένων προγραμμάτων.


06.06.2025
Γεώργιος Π. Χρούσος


Η ανθρωπότητα, και μαζί της και εμείς οι Ελληνες, βρισκόμαστε σε μια κοσμογονική καμπή στην εξέλιξή μας. Η ψηφιακή επανάσταση του Διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης έφθασε, δυστυχώς σε συνδυασμό με μια ραγδαία εξελισσόμενη κλιματική αλλαγή που περιπλέκει τα πράγματα περισσότερο.



Οι γενιές του Διαδικτύου (iGen) Ζ (γεννήσεις 1995-2012) και Αλφα (2013-2025) χαρακτηρίζονται αμφότερες από πτώση της γνωστικής και συναισθηματικής νοημοσύνης, η δεύτερη, μάλιστα, με παθολογικές εκδηλώσεις που προσομοιάζουν εκείνες των συνδρόμων της διάσπασης προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) και του φάσματος του αυτισμού (ΣΦΑ).


Ετσι, σε αντίθεση με τον προηγούμενο αιώνα όπου η γνωστική νοημοσύνη έβαινε αυξανόμενη (φαινόμενο Flynn), στον 21ο αιώνα φαίνεται να πέφτει απότομα, δημιουργώντας το φαινόμενο της «ψηφιακή άνοιας». Επιπλέον, η γενιά Ζ εμφανίζει αυξημένα αγχώδη και καταθλιπτικά συναισθήματα, ενώ στη γενιά Αλφα 20%-25% των παιδιών έχουν αναπτυξιακά προβλήματα. Μάλιστα, στη χώρα μας ένας στους 4 εφήβους πάσχει από κάποια ψυχική διαταραχή.


Τα παραπάνω αποτελούν μια σειρά δραματικών προκλήσεων για την κοινωνία μας και απαιτούν επείγουσα λήψη μέτρων. Η ευτυχία του ανθρώπου και η επιβίωση της ανθρωπότητας κινδυνεύουν. Είναι προφανές ότι οι νέες γενιές, που αφενός μεν είναι το μέλλον μας, αφετέρου δε είναι και οι πλέον ευάλωτες στις αλλαγές, πρέπει να γίνουν το επίκεντρο της προσοχής μας.


Εμείς οι ενήλικοι οφείλουμε να μορφωθούμε, να συμμορφωθούμε και να δράσουμε, με θέσπιση κοινωνικών μέτρων, λογικά και ενημερωμένα όρια στη χρήση των νέων τεχνολογιών και παρεμβάσεις για αντικατάσταση βλαπτικών συμπεριφορών με νέες, ευνοϊκές για την ανθρώπινη ατομική και κοινωνική υγεία και ευτυχία.


Επιπλέον, είναι σημαντικό να επανέλθει το διά ζώσης και όχι μέσω οθονών παιχνίδι των παιδιών από τη γενιά Αλφα και στο εξής, να ενισχυθεί η ανάγνωση βιβλίων και να περιοριστεί η χρήση του Διαδικτύου, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να είναι προσβάσιμα μόνο στους άνω των 16 ετών. Αποδεδειγμένα, η τακτική συμμετοχή παιδιών και εφήβων σε αθλητισμό (όχι πρωταθλητισμό) και ιδιαίτερα σε ομαδικά σπορ μπορεί να συνεισφέρει, ελαττώνοντας ή/και εξουδετερώνοντας πλήρως τα αγχώδη και καταθλιπτικά συναισθήματα της iGen.


Η γνωστική και η συναισθηματική ευφυΐα

Τόσο η γνωστική νοημοσύνη (δείκτης ευφυΐας IQ) όσο και η συναισθηματική νοημοσύνη (EQ) υπεισέρχονται στην εξίσωση της επιτυχίας στη ζωή,αντιπροσωπεύοντας δύο διαφορετικές διαστάσεις ανθρώπινων ικανοτήτων, με την καθεμία να συμβάλλει με διαφορετικό τρόπο σε σημαντικούς τομείς της ζωής: Το IQ αφορά την αναλυτική σκέψη, τη λογική, τη μνήμη και τις γνώσεις και το EQ τις συναισθηματικές και κοινωνικές ικανότητες, όπως ενσυναίσθηση, αυτογνωσία, συναισθηματική ρύθμιση και κοινωνικές δεξιότητες.


Σημειωτέον ότι και το IQ και το EQ έχουν ισχυρή γενετική συνιστώσα, ωστόσο μπορούν να επηρεαστούν από την εκπαίδευση και το περιβάλλον, ιδίως στην πρώιμη παιδική ηλικία (0-6 ετών). Είναι γνωστό ότι το IQ από μόνο του δεν εγγυάται μια επιτυχημένη καριέρα. Οι σύγχρονοι χώροι εργασίας, ανεξαρτήτως κλάδου, είναι εγγενώς κοινωνικά περιβάλλοντα που απαιτούν επικοινωνία, συνεργασία και προσαρμοστικότητα – τομείς όπου η συναισθηματική νοημοσύνη έρχεται στο προσκήνιο ως καθοριστικός παράγοντας για την εξέλιξη της σταδιοδρομίας.


Εκ των πραγμάτων φαίνεται πως κάτι σημαντικό λείπει από την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων, όπως συντελείται σήμερα, έχοντας ως επίκεντρο την απόκτηση γνώσεων και τη συσσώρευση διπλωμάτων. Δεν είναι τυχαίο ότι τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες της εκπαίδευσης και της υγείας χαρακτηρίζουν ως «κομμάτι που λείπει» τα προσχολικά και σχολικά προγράμματα που στοχεύουν στην ανάπτυξη συναισθηματικής νοημοσύνης, τα ονομαζόμενα προγράμματα Κοινωνικής και Συναισθηματικής Μάθησης (ΚΣΜ).


Αυτή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από την οποία τα άτομα – παιδιά και ενήλικοι – αναπτύσσουν τις απαραίτητες γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις για να κατανοούν και να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους, να θέτουν και να επιτυγχάνουν θετικούς στόχους, να δείχνουν ενσυναίσθηση προς τους άλλους, να δημιουργούν και να διατηρούν υγιείς ανθρώπινες σχέσεις και να λαμβάνουν υπεύθυνες και θετικές αποφάσεις.


Η ΚΣΜ περιλαμβάνει πέντε βασικές κατηγορίες δεξιοτήτων: αυτογνωσία, αυτοδιαχείριση, κοινωνική επίγνωση, δεξιότητες σχέσεων και υπεύθυνη λήψη αποφάσεων. Πολυάριθμες έρευνες και μετα-αναλυτικές μελέτες αποδεικνύουν σταθερά ότι η ΚΣΜ βελτιώνει τις σχολικές επιδόσεις, μειώνει τα προβλήματα συμπεριφοράς και ενισχύει την ανθεκτικότητα, την προσαρμοστικότητα και την ψυχική υγεία.


Επιπλέον, βοηθά τους μαθητές να καλλιεργήσουν το αίσθημα του ανήκειν και της συναισθηματικής ασφάλειας, που είναι απαραίτητα για ένα θετικό μαθησιακό περιβάλλον. Σχολεία που δίνουν προτεραιότητα στην ΚΣΜ δημιουργούν υποστηρικτικές κοινότητες, όπου οι μαθητές αισθάνονται ότι τους ακούν, τους εκτιμούν και τους κατανοούν. Αυτό, με τη σειρά του, μειώνει τον εκφοβισμό, ενισχύει τη συνεργασία και ενδυναμώνει τη συμμετοχή στην τάξη.


Τα οφέλη της ΚΣΜ εκτείνονται, όμως, πολύ πέρα από τα προσχολικά και σχολικά χρόνια. Για τον εργασιακό χώρο, όπου οι εργοδότες αναζητούν ολοένα και περισσότερο άτομα που μπορούν να συνεργάζονται αποτελεσματικά, να διαχειρίζονται συγκρούσεις και να επιδεικνύουν ηγετικές ικανότητες, η ΚΣΜ παρέχει την κατάλληλη κατάρτιση. Επιπλέον, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της πολιτικής συμμετοχής και της κοινωνικής υπευθυνότητας. Ατομα με ισχυρές κοινωνικο-συναισθηματικές δεξιότητες είναι πιο πιθανό να συμμετέχουν ενεργά στις κοινότητές τους, να υπερασπίζονται την κοινωνική δικαιοσύνη και να συνεισφέρουν θετικά στην κοινωνία.


Παρά τα αποδεδειγμένα οφέλη της ΚΣΜ, όμως, η εφαρμογή της αντιμετωπίζει προκλήσεις. Ελλιπής σχεδιασμός από πλευράς φορέων, περιορισμένοι πόροι, έλλειψη κατάρτισης των εκπαιδευτικών και αντίσταση σε μη παραδοσιακές μεθόδους μάθησης εμποδίζουν την κατάλληλη ενσωμάτωσή της στα προγράμματα σπουδών, που πρέπει να ξεκινούν από τη γονεϊκότητα και τα προσχολικά χρόνια.


Είναι προφανές ότι για να διασφαλιστεί η επιτυχία της ΚΣΜ είναι απαραίτητη η επένδυση στην εκπαίδευση των παιδαγωγών και εκπαιδευτικών, η πληροφορημένη συμμετοχή των γονέων και η χρήση αξιολογημένων προγραμμάτων. Η ΚΣΜ δεν είναι απλώς ένα συμπληρωματικό εκπαιδευτικό εργαλείο· είναι θεμελιώδες στοιχείο μιας ολοκληρωμένης εκπαίδευσης. Καθώς η κοινωνία αντιμετωπίζει ζητήματα ψυχικής υγείας, κοινωνικού διχασμού και προσαρμοστικότητας στην ανάπτυξη του ατόμου και στην εργασία, η ΚΣΜ προσφέρει έναν δρόμο προς ένα πιο συμπονετικό, ανθεκτικό και συνεκτικό μέλλον.


Ο κύριος Γεώργιος Π. Χρούσος είναι ακαδημαϊκός – ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής και Ενδοκρινολογίας, διευθυντής στο ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Υγείας Μητέρας, Παιδιού και Ιατρικής Ακριβείας, επικεφαλής Εδρας UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής και πρόεδρος στο Ελληνικό Ινστιτούτο Pasteur.