Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

Τι θα πρέπει να προσέχω στην Παραγωγή Γραπτού Λόγου; (Σημειώσεις από διάφορα εκπαιδευτικά sites & blogs)

 


Συνηθισμένα λάθη στα γραπτά της Νεοελληνικής Γλώσσας


Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που στα κείμενα των μαθητών μας συναντάμε αρκετά λάθη, ασάφειες και ανακρίβειες στην προσπάθειά τους να δώσουν μία όσο γίνεται καλύτερη και πιο πειστική μορφή στα επιχειρήματά τους. Αρκετά συχνά δε στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν χάνουν και την ουσία, αλιεύοντας λέξεις και φράσεις που δεν ταιριάζουν στο ύφος τους.

Η πεζολογία και η αοριστολογία

Πολύ σύνηθες φαινόμενο σε αρκετά γραπτά υποψηφίων είναι οι κοινότοπες, πεζές εκφράσεις. Μάλιστα, μερικές φορές είναι πολλές και «ρίχνουν» πολύ το επίπεδο του γραπτού, το οποίο δεν απέχει και πολύ από τον τρόπο έκφρασης τους στον προφορικό λόγο. Καλή η προφορικότητα, αλλά πρέπει να συνάδει με το ανάλογο επικοινωνιακό πλαίσιο και να μην ξεφεύγει από τα επιτρεπτά όρια. «Μέτρον άριστον». Η βιωματικότητα πρέπει να είναι εμφανής στο κείμενο, όμως σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ταυτίζεται με την πεζότητα και την απλοϊκότητα, που κάθε άλλο παρά ταιριάζουν στο (ημι)επίσημο ύφος ενός κειμένου, που πρόκειται να αξιολογηθεί, και μάλιστα με τα πιο υποκειμενικά και ενδεχομένως πιο αυστηρά κριτήρια.

Από την άλλη η αοριστολογία. Αυτό που πρέπει να διακρίνει το γραπτό μας είναι η σαφήνεια και η ακρίβεια. Στοιχεία που θα το «απογειώσουν». Αν δώσουμε το δικαίωμα στον βαθμολογητή να διαβάσει και να ξαναδιαβάσει το κείμενό μας προκειμένου να «βγάλει άκρη» με τα λεγόμενά μας, το χάσαμε το παιχνίδι. Απλά. Ό,τι αναφέρουμε πρέπει με την πρώτη ανάγνωση να είναι σαφές και ακριβές. Δυστυχώς, δεν θα είμαστε παρόντες στη βαθμολόγηση προκειμένου να δώσουμε τις κατάλληλες εξηγήσεις στην περίπτωση που ο βαθμολογητής δεν βγάζει άκρη με κάτι που αναφέραμε. Σαφήνεια και ακρίβεια λοιπόν. Η εποχή που οι μαθητές αλίευαν οτιδήποτε έδινε στο κείμενό τους ένα πολύ επίσημο, στημένο και απόμακρο μερικές φορές ύφος έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Σπάνιες – περίεργες λέξεις


Ο εντυπωσιασμός αποτελούσε και αποτελεί για πολλούς μαθητές ένα όνειρο που μερικές φορές όμως εξελίσσεται σε εφιάλτη. Η αλίευση σπάνιων, περίεργων, εξεζητημένων λέξεων απ’ όπου να ’ναι και όπως να ΄ναι αποτελεί δεκαετίες τώρα ένα «σπορ» που ακόμη και σήμερα δείχνει να γοητεύει την πλειονότητα των μαθητών. Δυστυχώς όμως μάλλον μόνο αυτούς.

Το να εντάσσεις μια λέξη που σε εντυπωσιάζει στο κείμενό σου δεν είναι δα και τόσο κακό. Αρκεί βέβαια το ύφος ολόκληρου του κειμένου να είναι τέτοιο που να παρέχει τη δυνατότητα ομαλής αφομοίωσης της εν λόγω λέξης. Φανταστείτε ένα κείμενο απλό, λιτό στα όρια του απλοϊκού να βρίθει «περίεργων» λέξεων, που εντυπωσίασαν το μαθητή – τρια και έκρινε καλό να τις ενσωματώσει, πιστεύοντας ότι έτσι το γραπτό θα ανέβει επίπεδο. Θα ανέβει ή θα «κατρακυλήσει», προκαλώντας ταυτόχρονα και το γέλιο σε όποια – ον το διαβάσει; Και ακόμη χειρότερο αν αυτή, αυτός είναι ο βαθμολογητής – κριτής του…

Κάποιοι μάλιστα κατεβάζουν στοίβες λεξιλογίων, λεξικών και δεν ξέρω και τι άλλο προκειμένου να εμπλουτίσουν αυτό που αποκαλούμε λεξιλογικό «οπλοστάσιο». Εν μέρει καλά κάνουν, αλλά με μέτρο, μη χαθεί η ουσία. Βέβαια, κατά πόσο μπορούμε να αντιληφθούμε πλήρως το σημασιολογικό εύρος μιας λέξης, αποκομμένης από το φυσικό της περιβάλλον, που δεν είναι άλλο από το κείμενο, αυτό είναι άλλο. Από τη στιγμή μάλιστα που παρατηρείται και το φαινόμενο της πολυσημίας για πολλές απ’ αυτές, τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα.

Προτείνω λοιπόν το κείμενο να «φωτογραφίζει» το μαθητή. Να είναι αντιπροσωπευτικό των βιωμάτων του, των εμπειριών του και των διαβασμάτων του. Να εκφράζει αυτό που πραγματικά σκέφτεται με τρόπο φυσικό και αβίαστο. Το ζητούμενο δεν είναι να πείσουμε τον αναγνώστη του κειμένου μας με την ποσότητα των «περίεργων» λέξεων που θα χρησιμοποιήσουμε, αλλά με την ποιότητα του λόγου μας, τον αυθορμητισμό μας, τη σαφήνεια, την ακρίβεια και την καθαρότητα των επιχειρημάτων μας.

Η απόκλιση από το επικοινωνιακό πλαίσιο

Κάποια στιγμή τα παιδιά οφείλουν να αντιληφθούν πως κάθε γραπτό παραγωγής λόγου υπακούει σε κάποιους κανόνες και αρχές, αναλόγως του επικοινωνιακού πλαισίου, στο οποίο καλούνται να αναπτύξουν τις θέσεις και τα επιχειρήματά τους. Μέχρι εδώ όλα καλά. Άλλωστε, ο εκθεσιότιτλος καθορίζει με ακρίβεια το πλαίσιο στο οποίο πρέπει να κινηθούν.

Όμως, το κακό είναι ότι οι περισσότεροι – ες «βαπτίζουν» αδικαιολόγητα το κείμενό τους άρθρο, επιστολή, ομιλία κατά το δοκούν… Με ένα τίτλο και το κειμενάκι μας μεταμορφώνεται ως διά μαγείας σε άρθρο. Μία προσφώνηση και το μέχρι πρότινος αποδεικτικό δοκίμιο μεταλλάσσεται σε ομιλία ή επιστολή… Αρκούν όμως αυτά, προκειμένου το κείμενό μας να αποκτήσει την ταυτότητα που πρέπει να έχει;

Η αλήθεια είναι πως όχι. Ολόκληρο το κείμενο πρέπει να έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το συγκεκριμένο κάθε φορά είδος. Από την αρχή μέχρι το τέλος του. Στόχος μας είναι ο βαθμολογητής να έχει τη «γεύση» της ομιλίας, της επιστολής, του άρθρου, του δοκιμίου ή και ακόμη της επιφυλλίδας, του ημερολογίου, του διαλόγου, της συνέντευξης, αν βέβαια ζητηθούν. Και για να γίνει αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να συναντήσει όλα εκείνα που απαιτούνται στο κείμενό μας: από τον τίτλο, την προσφώνηση, την προφορικότητα μέχρι την επιφώνηση, την αντικειμενικότητα ή την αμεσότητα. Διαβάζοντας το κείμενό μας πρέπει να αισθανθεί έμμεσα τον παλμό της ομιλίας / εισήγησής μας, το αίτημα της επιστολής μας, την επικαιρότητα και την αντικειμενικότητα που θα διαπνέει το άρθρο μας και τη διαχρονικότητα του δοκιμίου μας. Μόνο έτσι το κείμενό μας θα ανταποκρίνεται στο είδος που ζητείται, ώστε να πάρουμε όλες τις μονάδες στη βαθμολόγηση.

Το επιχείρημα

Το επιχείρημα αποτελεί τη θεμέλιο λίθο του κειμένου μας. Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για επιχειρηματολογικό κείμενο και σκοπός μας είναι η απόδειξη της θέσης μας. Και βέβαια προκειμένου να επιτευχθεί κάτι τέτοιο απαιτείται χρήση της επίκλησης στη λογική, καθώς αποτελεί τον μόνο τρόπο πειθούς με αποδεικτική δύναμη. Απαιτείται επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση.

Και εδώ είναι το λάθος. Θέλουμε επιχειρηματολογία. Όχι απλώς ιδέες ατεκμηρίωτες και ατάκτως ερριμμένες, μόνο και μόνο για να φτάσουμε στο επιθυμητό όριο λέξεων. Επιχειρήματα με καλή δόμηση, που θα προβάλλεται η βασική μας θέση και κατόπιν θα επενδύεται με τις δευτερεύουσες ιδέες μας, που θα καταστήσουν αξιόπιστο και συνάμα έγκυρο το επιχείρημά μας, ικανοποιώντας και πείθοντας το βαθμολογητή για τις ικανότητες μας να αποδείξουμε τη θέση μας.

Η έκθεση δεν είναι καθαρά γνωστικό αντικείμενο. Δεν αξιολογούνται οι γνώσεις μας αλλά η ικανότητά μας στη σύνθεση ενός κειμένου, η αφαιρετική μας σκέψη, η κριτική μας ικανότητα, η εκφραστική μας δεινότητα και πάνω απ’ όλα η ικανότητά μας να στηρίζουμε τα πιστεύω μας σε αξιόπιστα και έγκυρα επιχειρήματα.

Η έκθεση δεν είναι «εδώ τα λέμε όλα». Δεν είναι ό,τι καλύτερο να συνωστίζονται στην παράγραφό μας ό,τι ξέρουμε και δεν ξέρουμε, μόνο και μόνο για να εντυπωσιάσουμε με την ευρυμάθειά μας. Σ’ αυτή την περίπτωση περνάμε στη φάση της «θεματικής πολυδιάσπασης» και το μόνο που πετυχαίνουμε είναι να προβαίνουμε σε μια απλή απαρίθμηση ιδεών και μία αυστηρή μερικές φορές κατηγοριοποίηση που τυποποιεί επικίνδυνα το γραπτό μας, στερώντας του κάθε στοιχείο βιωματικότητας. Το αποτέλεσμα, τραγικό συνήθως.

Τα επιχειρήματά μας δεν αξιολογούνται ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Ο βαθμολογητής δεν περιμένει από εμάς απαραιτήτως συγκεκριμένα επιχειρήματα που ενδεχομένως τού έχουν δοθεί ως ενδεικτικές απαντήσεις, αλλά να αξιολογήσει την ικανότητά μας να τα δομήσουμε επαρκώς και να τα παρουσιάσουμε αξιοπρεπώς. Πάντα βέβαια στα όρια της λογικής και της εγκυρότητας. Επομένως, 2 με 3 επιχειρήματα ανά παράγραφο πιστεύω πως είναι ό,τι καλύτερο. Επιχειρήματα με βάθος και ουσία. Επιχειρήματα που ταιριάζουν στην προσωπικότητα και τα βιώματα ενός μαθητή. Επιχειρήματα που θα έχουν την ταυτότητά του και θα έχουν τη δυνατότητα να πείσουν και πάνω απ’ όλα να αποδείξουν.

Η χρήση του «Πρέπει»

Διορθώνοντας τα γραπτά μαθητών – τριων, αυτό που διαπιστώνουμε μετά λύπης είναι τα επαναλαμβανόμενα λάθη, που δεν έχουν τελειωμό. Λες και υπάρχει ένα μηχάνημα παραγωγής πανομοιότυπων γραπτών, με κοινότοπα λάθη. Γραπτά που πολλές φορές μόλις και μετά βίας θυμίζουν γραπτά μαθητών Λυκείου που προετοιμάζονται για Πανελλαδικές Εξετάσεις. Η αλήθεια είναι ότι το επίπεδο έχει «πέσει», όπως και ο δείκτης ωριμότητας που χαρακτηρίζει τα περισσότερα απ’ αυτά. Οι λόγοι πολλοί και γνωστοί. Η αποχή από το δημιουργικό διάβασμα, η πολύωρη αποχαύνωση μπροστά από μία οθόνη, το εξετασιοκεντρικό σύστημα εκπαίδευσης και άλλα πολλά… Ας δούμε, λοιπόν, μερικά από αυτά, τα πολύ γνωστά σε όλους εμάς που διορθώνουμε γραπτά των παιδιών, λάθη.

Ξεκινάμε. Η ανεξέλεγκτη έως και ασύδοτη χρήση του «πρέπει» («πρεπολογία»…), που έχει γίνει «καραμέλα» πλέον στα περισσότερα γραπτά, λες και είναι τόσο άνοστα που το συγκεκριμένο ρήμα θα τα γλυκάνει (εδώ που τα λέμε κάτι τέτοιο δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα). Δεν τολμάμε να θέσουμε ως ζητούμενο σε ένα θέμα έκθεσης τους τρόπους αντιμετώπισης ή τους τρόπους περιορισμού του τάδε φαινομένου και «τσουπ» κάνει μεγαλοπρεπώς την εμφάνισή του το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Και όχι μία ή δύο αλλά πάμπολλες φορές, καθιστώντας το ύφος του κειμένου μας αυταρχικό, επιτακτικό, θυμίζοντας κάτι από τις 10 εντολές. Και όπου λείπει το «πρέπει», ξεκινάει η περίοδος με το «Να…». Άλλο κι αυτό. Χωρίς καν ρήμα η πρόταση. Ορφανή. Η γλώσσα μας, όμως, δεν είναι ορφανή. Έχει προβλέψει για όλα αυτά, και με το παραπάνω μάλιστα. Δεκάδες λέξεις – φράσεις υπάρχουν, προκειμένου να καλύψουν το δυσαναπλήρωτο – για πολλούς και πολλές – κενό του «πρέπει». Ας πάρουμε μια εικόνα: επιβάλλεται να…, χρειάζεται να…, χρέος / ευθύνη / ρόλος του / της είναι να…, κρίνεται αναγκαίο / επιτακτικό / χρήσιμο να…, οφείλει / οφείλουμε να…, καλό είναι να…, απαιτείται να…, και άλλα πολλά παρόμοια που μπορούν επάξια να αντικαστήσουν το αγαπημένο σε πολλούς και πολλές «πρέπει». Κάπου εδώ, λοιπόν, η ακατάσχετη «πρεπολογία» οφείλει / επιβάλλεται / απαιτείται (και όχι πρέπει, για να μη μας πουν και «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις»…) να λάβει τέλος, παραδίδοντας τα σκήπτρα σε άλλες πιο εύηχες και λιγότερο «δικτατορικές» και αυταρχικές λέξεις / φράσεις, καθιστώντας το κείμενό μας πιο «δημοκρατικό». Ας το προσπαθήσουμε και μάλλον δεν θα βγούμε χαμένοι… Τι λέτε;

(Το κείμενο δημοσιεύτηκε τμηματικά στο schooltime.gr από τον Δεκέμβριο 2017 έως τον Μάιο 2018)

Φιλόλογος

ΣΥΝΗΘΗ ΛΑΘΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΣΤΗN ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ


Τα λάθη κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: δομής, περιεχομένου και έκφρασης

1. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ Δ (ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ)

Α. ΛΑΘΗ ΔΟΜΗΣ


1. Ξεχνούν τον τίτλο, την προσφώνηση ή την αποφώνηση /επιφώνηση στην έναρξη ή το κλείσιμο της έκθεσης.

2. Συγχέουν μεταξύ τους τα επικοινωνιακά πλαίσια που τους ζητούνται(π.χ. την ομιλία με την επιστολή ή το άρθρο), με αποτέλεσμα να γράφουν ακατάλληλες εισαγωγικές ή καταληκτικές φράσεις(π.χ. προσφώνηση αντί τίτλο) και να μην χρησιμοποιούν το ανάλογο ύφος.

3. Ξεκινούν ένα άρθρο, όχι με επικαιρική αφόρμηση, αλλά με γενικόλογες αναφορές στο χαρακτήρα της εποχής μας.

4. Ολοκληρώνουν τον πρόλογο, χωρίς να προϊδεάσουν τον αναγνώστη για τα θέματα που θα αναπτύξουν (δηλαδή για τα ζητούμενα της έκθεσης).

5. Συχνά εντάσσουν στον πρόλογο στοιχεία/πληροφορίες που αφορούν στα ζητούμενα της έκθεσης και πρέπει να αναπτυχθούν στο κύριο μέρος της έκθεσης. (π.χ. αν η εκφώνηση ζητά να αναφερθούν στα οφέλη της εργασίας, γράφουν στον πρόλογο « η εργασία προσφέρει πολλά στον άνθρωπο και ένα από αυτά είναι οι οικονομικές απολαβές». Το επιχείρημα αυτό θα έπρεπε να αναφερθεί στο κύριο μέρος.

6. Γράφουν παραγράφους που δεν διαθέτουν νοηματική ενότητα. (π.χ. ενώ προαναγγέλλουν στη θεματική πρόταση ότι θα αναφερθούν στις θετικές συνέπειες της τεχνολογίας στον τομέα της ιατρικής, ξαφνικά παρεμβάλλουν το επιχείρημα: «η τεχνολογία άλλωστε, μηδένισε τις αποστάσεις και μας βοήθησε να επικοινωνήσουμε με ανθρώπους σε κάθε γωνιά της γης»). Με αυτόν τον τρόπο όμως διασπάται η ενότητα της παραγράφου και η αλληλουχία των ιδεών.

7. Δεν χωρίζουν το κείμενο σε παραγράφους ή κάνουν τυχαίο χωρισμό, που δεν βασίζεται στο νόημα της παραγράφου.

8.
Διατυπώνουν λανθασμένους συλλογισμούς/επιχειρήματα. Συχνά μάλιστα χρησιμοποιούν την ίδια την αποδεικτέα θέση, ως επιχείρημα για να την αποδείξουν (π.χ. αν πρέπει να αποδείξουν ότι η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, μπορεί να πουν: «Η εργασία δίνει χαρά στον άνθρωπο, γιατί τον κάνει να αισθάνεται χαρούμενος»)

9. Αν η έκθεση έχει 2 ζητούμενα, συχνά τα αναπτύσσουν δυσανάλογα. Υπεραναπτύσσουν το ένα και με το άλλο καταπιάνονται ακροθιγώς. Χωρίς να είναι απαραίτητο τα δύο ζητούμενα να αναπτυχθούν στην ίδια ακριβώς έκταση, γιατί μπορεί να έχουν και διαφορετική βαρύτητα, καλό είναι να μην υπάρχει μεγάλη διαφορά στην έκταση της ανάπτυξής τους.

10. Παραλείπουν τον επίλογο ή κάνουν έναν πολύ μικρό επίλογο που μπορεί να εξαντλείται σε μια απλοϊκή ευχή.

11. Ενώ το θέμα ζητά να εκφράσουν την προσωπική τους γνώμη για ένα ζήτημα, ή να μιλήσουν για τις δικές τους επιλογές, μπορεί να γράψουν σε τρίτο πρόσωπο και να αναφερθούν στην άποψη των πολλών ή στις συνήθεις επιλογές των ανθρώπων (π.χ. το θέμα ζητά να πουν με ποια κριτήρια επιλέγουν οι ίδιοι τους φίλους τους και εκείνοι γράφουν (« Ένα από τα κριτήρια βάσει των οποίων οι άνθρωποι επιλέγουν τους φίλους τους είναι η ύπαρξη κοινών ενδιαφερόντων»)

Β. ΛΑΘΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

1. Διαβάζουν βιαστικά την εκφώνηση της έκθεσης, με αποτέλεσμα να μην κατανοούν το ζητούμενο ή να το παρερμηνεύουν και να απαντούν σε κάτι άλλο. Αυτό αυτόματα τους βγάζει εκτός θέματος (π.χ. το θέμα λέει τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι για να διαφυλάξουν την ατομικότητά τους και εκείνοι καταλαβαίνουν «τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι, για να διατηρήσουν τη μοναχικότητά τους».

2. Παραθέτουν πληθώρα επιχειρημάτων επιγραμματικά, χωρίς καθόλου να τα αναπτύσσουν.

3. Η έκθεσή τους στερείται επαρκών επιχειρημάτων. (φτωχή επιχειρηματολογία)

4. Άλλες φορές πλατειάζουν, υπεραναλύουν, φλυαρούν ακόμα και παλιλλογούν (ξεχνούν τι έχουν γράψει και επαναλαμβάνουν τις ίδιες ιδέες, απόψεις με άλλα λόγια) π.χ. λένε « ένας από τους κινδύνους του διαδικτύου είναι ο εθισμός που οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση» και παρακάτω μπορεί να πουν « οι νέοι κινδυνεύουν, γιατί σταδιακά ασχολούνται μόνο με το διαδίκτυο και χάνουν τους φίλους τους».

5. Ενώ τους ζητείται να γράψουν τι ισχύει στη σύγχρονη πραγματικότητα εκείνοι γράφουν τι πρέπει να ισχύει ή το αντίστροφο. (π.χ. τους ζητείται να πουν «ποια είναι τα χαρακτηριστικά της σχέσης των νέων με τους μεγαλύτερους» και εκείνοι γράφουν «οι νέοι πρέπει να σέβονται τους μεγαλύτερους και να επιζητούν την καθοδήγησή τους».

6. Κάποιοι πάλι δεν τηρούν το μέτρο και διατυπώνουν απόλυτες, ακραίες απόψεις, τις οποίες στη συνέχεια δεν μπορούν να στηρίξουν με λογικά επιχειρήματα ή επιχειρούν αντιδραστικά να διαφοροποιηθούν από εκείνο που συνήθως ονομάζεται «κοινά αποδεκτή άποψη», χωρίς πάλι να μπορούν να αιτιολογήσουν επαρκώς τη θέση τους.

7. Παραθέτουν πληροφορίες που δεν ισχύουν ή είναι ανακριβείς.

8. Διατυπώνουν συλλογισμούς που υστερούν σε λογική αλληλουχία και εγκυρότητα

9. Ο νέος τύπος έκθεσης συνήθως ζητά να καταθέσουν οι μαθητές τις απόψεις τους, αξιοποιώντας τις ιδέες των κειμένων που τους έχουν δοθεί. Κάποιοι μαθητές αγνοούν αυτή την οδηγία και δεν συμπεριλαμβάνουν στο κείμενό τους καμιά από τις ιδέες του κειμένου. Άλλοι πάλι μεταφέρουν αυτούσια τα λόγια του κειμένου στο δικό τους κείμενο αντί να κάνουν μια δημιουργική ανασύνθεση ή τα παραφράζουν ελαφρώς. Αυτό που οφείλουν να κάνουν είναι να αξιοποιήσου 2-3 απόψεις του συγγραφέα και να τις συνδυάσουν με τα δικά τους επιχειρήματα.

10. Υπάρχουν και οι μαθητές που παραβλέπουν το β’ ζητούμενο και δεν το αναπτύσσουν καθόλου.

11. Ορισμένοι υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των λέξεων και άλλοι υπολείπονται σημαντικά του ορίου. Η απόκλιση από το όριο των λέξεων δεν πρέπει να υπερβαίνει ή να υπολείπεται τις 10 λέξεις.

12. Αφήνουν αναιτιολόγητες τις ιδέες που παραθέτουν π.χ. « Η γλωσσομάθεια ενισχύει με έναν τρόπο τη μητρική σου γλώσσα» (Δηλαδή με ποιον τρόπο;)

13. Αοριστολογούν και δεν απαντούν με συγκεκριμένα επιχειρήματα.

14. Χρησιμοποιούν σε μεγάλη έκταση τον παραδειγματικό λόγο και μάλιστα γράφουν απλοϊκά παραδείγματα από την προσωπική τους ζωή, χωρίς συχνά να καταλήγουν σε συγκεκριμένο συμπέρασμα. Η υπερβολική χρήση απλοϊκών παραδειγμάτων συνιστά μειονέκτημα για την έκθεση, γιατί υποβαθμίζει το επίπεδο του λόγου. Άλλωστε τέτοιου είδους παραδείγματα ποτέ δεν υποκαθιστούν ένα ισχυρό επιχείρημα.

15. Κάποιες φορές εκφράζουν μια απαισιόδοξη έως και πεσιμιστική στάση απέναντι στα προβλήματα. Είναι σημαντικό, όσο δύσκολα προβλήματα κι αν πραγματευόμαστε να αφήνουμε στο τέλος ένα παράθυρο ελπίδας για την αντιμετώπισή τους.

16. Πολλοί στον επίλογο επαναλαμβάνουν συνοπτικά, όσα είπαν στο κύριο μέρος. Χωρίς να σημαίνει ότι η ανακεφαλαίωση είναι σφάλμα δεν είναι όμως και ο καλύτερος, ο πιο πρωτότυπος ο πιο ευφάνταστος τρόπος να ολοκληρώσεις μια έκθεση.

Γ. ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ

1. Κάποιοι δεν βάζουν τόνους

2. Κάνουν πολλά ορθογραφικά λάθη (ριζικά και λάθη καταλήξεων).

3. Χρησιμοποιούν λανθασμένο γραμματικό πρόσωπο (π.χ. μόνο γ΄ ενικό αντί α’ ,ενώ τους ζητείται να γράψουν την προσωπική τους εμπειρία ή να εκφράσουν τα προσωπικά τους συναισθήματα)

4.
Στην προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν διολισθαίνουν στον βερμπαλισμό (υπερβολικά εντυπωσιακό λεξιλόγιο) και τη χρήση ακυρολεξιών( λέξεων που δεν ταιριάζουν στο γλωσσικό περιβάλλον, το επικοινωνιακό πλαίσιο, και παίρνουν μια διαφορετική σημασία από αυτή που έχουν) π.χ. «Η πολύχρωμη παλέτα των πρωταγωνιστών στο θέατρο της ιστορίας προσφέρει μια ανεπανάληπτη ομορφιά, με κάθε χρώμα να ξεδιπλώνει έναν μοναδικό χαρακτήρα που προσφέρει πλούσιες συγκινήσεις και συναισθήματα.» ή «πολλοί άνθρωποι αποδίδονται στον αθλητισμό» αντί «επιδίδονται στον αθλητισμό»

5. Χρησιμοποιούν μακροπερίοδο λόγο με περίπλοκη σύνταξη και λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα να προκαλείται στο λόγο ασάφεια, και να καθίσταται ακατάληπτος. Πρέπει κάποιος να είναι έμπειρος χειριστής της γλώσσας, για να χρησιμοποιεί μακροπερίοδο λόγο και να μην υποπίπτει σε λάθη.

6. Γράφουν βιαστικά, χωρίς να προσέχουν την ορθογραφία. Τα εκτεταμένα ορθογραφικά λάθη αφαιρούν τουλάχιστον 4 μόρια.

7. Χρησιμοποιούν απλοϊκό, φτωχό λεξιλόγιο (απλολογίες)

8. Ξεχνούν τις συνδετικές λέξεις, όπου χρειάζονται. Οι συνδετικές λέξεις χρειάζονται, για να συνδέονται τα νοήματα, δεν πρέπει όμως να γίνεται κατάχρηση αυτών, γιατί τότε ο λόγος χάνει τη φυσικότητά του και γίνεται ψυχρός και στερεοτυπικός.

9. Αλλάζουν το πρόσωπο του ρήματος, ενώ το υποκείμενο παραμένει ίδιο (π.χ. « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους και μας αρέσει να συνυπάρχουμε, γιατί σε κάνει να νιώθεις αποδεκτός» αντί του « οι άνθρωποι χρειάζονται τους φίλους τους γιατί τους αρέσει να συνυπάρχουν, αφού νιώθουν αποδεκτοί. »

10. Αποφεύγουν και τις πολύ σύντομες ανολοκλήρωτες προτάσεις π.χ. «Η χώρα μας υστερεί αριθμητικά» (σε τι:)

11. Κάνουν κατάχρηση των αντωνυμιών «μας/του/μου» με αποτέλεσμα ο λόγος να υπεραπλουστεύεται π.χ. « Η τεχνολογία μας υπηρετεί, μας επιταχύνει την εργασία και μας κάνει τη ζωή πιο άνετη».

12. Γίνεται επίσης από πολλούς μαθητές κατάχρηση αρκτικόλεξων: π.χ, κ.τ.λ., κ.α.

13. Χρησιμοποιούν συχνά τη φράση «για παράδειγμα», που δεν είναι λάθος αλλά είναι χαρακτηριστική του προφορικού λόγου. Αντί αυτής θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα: « λόγου χάρη», «παραδειγματικά αναφέρω», «υπάρχουν πολλοί τρόποι επικοινωνίας, όπως…»

14. Ο λόγος συχνά υστερεί σε εκφραστική πυκνότητα, γιατί οι μαθητές χρησιμοποιούν αλλεπάλληλες δευτερεύουσες προτάσεις εις βάρος και της προσπάθειας για εξοικονόμηση λεξιλογίου. Καλό είναι, ό,που μπορούν, να κάνουν ονοματοποίηση του λόγου, να χρησιμοποιούν δηλαδή περισσότερα ουσιαστικά και επίθετα στη θέση των δευτερευουσών προτάσεων. Η ονοματοποίηση του λόγου προσδίδει άλλωστε στο ύφος, μεγαλύτερη επισημότητα και αντικειμενικότητα. π.χ.(αντί να πούμε « Οι άνθρωποι που αγαπούν να ταξιδεύουν», μπορούμε να πούμε « οι λάτρεις των ταξιδιών».)

15. Κάνουν υπερβολική χρήση αοριστόλογων εκφράσεων, όπως την αόριστη αντωνυμία «κάποιος, κάποιοι, κάτι», το επίρρημα «κάπου» αντί των «ορισμένοι, ένα γεγονός, σε κάποιο σημείο κ.τ.λ.»

16. Αρέσκονται στην ΅«πρεπολογία» χρησιμοποιούν δηλαδή επανειλημμένα το ρήμα «πρέπει». Αντί του «πρέπει» μπορούν να χρησιμοποιούν τα: «οφείλουμε, χρειάζεται, επιβάλλεται, είναι καλό, είναι επιτακτική ανάγκη κ.τ.λ.)

17. Ξεκινούν προτάσεις με τα: ● Δηλαδή ● έτσι ώστε ● ο οποίος/ η οποία/ το οποίο ● να ● γιατί

18. Χρησιμοποιούν εκφράσεις του προφορικού λόγου, όπως τα : «στο ότι», «το τι», «το πώς», «για το τι», π.χ. ● Είναι σημαντικό να πούμε το πώς θα λυθεί το πρόβλημα. (Είναι σημαντικό να βρούμε τη λύση του προβλήματος) ● Όλοι συμφωνούμε στο ότι πρέπει να δράσουμε (Όλοι συμφωνούμε στην ανάληψη δράσης) ● Πρέπει να σκεφτούμε το τι θα κάνουμε. ( Πρέπει να σκεφτούμε πώς θα ενεργήσουμε.)  

19. Χρησιμοποιούν πολλά «που» και πολλά «όπου» ειδικά εκεί που δεν ταιριάζουν. π,χ. ● Θα διαλέξω τους φίλους, όπου μου ταιριάζουν. ( Το «όπου» δηλώνει τόπο και δεν έχει καμία θέση εδώ) ● Οι φίλοι που θέλω είναι αυτοί που μπορώ να τους εμπιστευτώ και που θα είναι πάντα εκεί για μένα, που θα είμαι επίσης πιστός σε αυτούς. ( Οι φίλοι της καρδιάς μου είναι οι αξιόπιστοι και οι αφοσιωμένοι, στους οποίους βέβαια κι εγώ θα είμαι πιστός.)

Μαρία Πετροπούλου Φιλόλογος με ειδίκευση στα Νέα Ελληνικά

https://teacherwise.gr/synithi-lathi-i-paraleipseis-ton-mathiton-stin-paragogi-keimenou/




Λάθη που πρέπει να αποφεύγουμε όταν γράφουμε έκθεση


ΤΙ ΠΡΟΣΕΧΟΥΜΕ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ


Λεξιλογικά λάθη.

1. Ακυριολεξία. Είναι η χρήση λέξεων μέσα στο γραπτό με σημασία διαφορετική απ’ αυτήν που είναι γενικώς αποδεκτή.
Π.χ. : η λύση της οικογένειας γίνεται τώρα με εύκολες διαδικασίες.
Αντί :η λύση του γάμου......


2.Πεζολογία. Είναι η χρήση λέξεων του καθημερινού, απλού λεξιλογίου.
Π.χ.: το νέφος έχει κάνει τον κόσμο να μην ξέρει τι να κάνει.


3.Αοριστολογία. Η χρησιμοποίηση λέξεων χωρίς σαφές και ακριβές περιεχόμενο.
Π.χ.: η κοινωνία αντιμετωπίζει τα διάφορα θέματα με όποιον τρόπο μπορεί.


4.Νεολογισμός. Η χρήση λέξεων αδόκιμων ή παράδοξων για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Π.χ.: η επιπέδωση της ιεραρχίας τους εξίσωσε όλους.


5.Ξενισμός.Υιοθέτηση ξένων λέξεων, όταν υπάρχουν αντίστοιχες ελληνικές.
Π.χ.:το κοινωνικό στάτους.


6.Ιδιωματισμοί.
π.χ.:ήταν τυχερός και έπιασε την καλή. Ήταν φτωχός και μπατίρης.


7.Συμπαρουσίαση τριών-τεσσάρων μονοσύλλαβων λέξεων.
Π.χ.:και σαν να μην του έφτανε αυτό .Με το να θέλει συνέχεια...



Εκφραστικά λάθη.

Για την αποφυγή των διαφόρων εκφραστικών λαθών προτείνονται οι εξής λύσεις:


1. Η αλλαγή του ετερόπτωτου σε ομοιόπτωτο προσδιορισμό, όταν οι γενικές πτώσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της χρήσης της βόμβας υδρογόνου à μπορεί να γίνει : η απαλλαγή του ανθρώπου της εποχής μας από το άγχος του αφανισμού ή της υδρογονοβόμβας.


2. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών φράσεων όταν οι ονοματικές φράσεις συσσωρεύονται.
Π.χ. : Η προσπάθεια του ανθρώπου για την απαλλαγή του από τις προλήψεις à η προσπάθεια του ανθρώπου ν’ απαλλαγεί από τις προλήψεις.


3. Η εναλλαγή προσδιορισμένων και μη λέξεων μέσα στις προτάσεις, ώστε να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου.
π.χ. : Η εποχή μας δοκιμάζεται από προβλήματα à η εποχή μας δοκιμάζεται έντονα από ψυχολογικά και κοινωνικά προβλήματα.


4. Η εναλλαγή ρηματικών και ονοματικών όταν συσσωρεύονται πολλοί ρηματικοί τύποι.
π.χ. : Ο πολίτης αποτρέπεται από το να επιχειρεί να υποστηρίζει μία άγονη επιχειρηματολογία à ο πολίτης αποτρέπεται από την υποστήριξη μιας άγονης επιχειρηματολογίας.


5.Η αποφυγή της χρήσης πολλών υποκειμένων μέσα στην πρόταση, τα οποία μάλιστα στη συνέχεια δεν επαναλαμβάνονται αλλά εννοούνται.


6. Η χρήση ονοματικών προσδιορισμών στα ουσιαστικά και επιρρηματικών προσδιορισμών στα ρήματα για να αποφεύγεται η ξηρότητα του λόγου, να υπάρχει σαφήνεια και παραστατικότητα.

Π.χ. : Η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση à η καλόπιστη και ειλικρινής αμφιβολία οδηγεί στη γνώση.
Οι νέοι περιθωριοποιούνται à οι νέοι εύκολα περιθωριοποιούνται.


Συντακτικά λάθη.


1. Ασυμφωνία αριθμών στους κύριους όρους της πρότασης : η κυβέρνηση και ο λαός πρέπει να εργαστεί...
2. Αδόκιμοι εμπρόθετοι προσδιορισμοί : οι νέοι παρασύρονται με τα ναρκωτικά...
3. Η κακή χρήση της χρονικής βαθμίδας : πρέπει να προσπαθούμε για να έχουμε κερδίσει την επιτυχία.
4. Η κακή πλοκή των λέξεων μέσα στην πρόταση : διότι δεν είναι δυνατόν του κάθε ατόμου να ικανοποιείται το συμφέρον ξεχωριστά. à Δεν ξεχνάμε πως η κάθε πρόταση χωρίζεται σε ονοματικό και ρηματικό μέρος : διότι δεν είναι δυνατόν το συμφέρον του κάθε ατόμου να ικανοποιείται ξεχωριστά.
5. Η άτεχνη παθητική σύνταξη : τα πολλά φρούτα και λαχανικά όταν τρώγονται από τους ανθρώπους κάνουν καλό στην υγεία à την μετατρέπουμε σε ενεργητική : Όταν οι άνθρωποι τρώνε πολλά φρούτα και λαχανικά κάνουν καλό στην υγεία τους.


Τα «και» & «έτσι».

Τα πολλά και - έτσι σε μία περίοδο είναι σκόπιμο να αποφεύγονται. Αυτό είναι δυνατόν να γίνει αν χρησιμοποιήσουμε ξεχωριστές περιόδους, δευτερεύουσες ονοματικές προτάσεις, μετοχές, επίθετα, παραθέσεις, εμπρόθετες φράσεις, αιτιολογικές προτάσεις, χρονικές προτάσεις και ασύνδετα σχήματα στη θέση κάποιων από τις προτάσεις που συνδέονται με το και ή το έτσι.


https://mariak-theory.blogspot.com/2011/02/blog-post_637.html


ΤΙ  ΑΠΟΦΕΥΓΩ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΓΡΑΠΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

  1. Την  απόδειξη εκ του αντιθέτου :   Όταν  μου ζητούν  να  αποδείξω τη σημασία  μιας έννοιας ή ενός  φαινομένου  [ π.χ.  του διαλόγου ]   , αποφεύγω να   αναπτύξω την επιχειρηματολογία  μου , παρουσιάζοντας   τις  επιπτώσεις  της αντίθετης έννοιας [ π.χ.  της έλλειψης  επικοινωνίας ]. Εστιάζω στο  ίδιο το  φαινόμενο  ή την έννοια
  2. Την παρουσίαση  απλοϊκών παραδειγμάτων . Φροντίζω ώστε τα  παραδείγματα που θα φέρω , να έχουν καθολικότερη  ισχύ . Μπορώ , ωστόσο, να παρουσιάσω κάποιο παράδειγμα  από την τρέχουσα  επικαιρότητα , χωρίς  να το αναλύσω σχολαστικά 
  3. Την  εκτεταμένη ιστορική  αναδρομή  . Εστιάζω στο παρόν , στη λειτουργία  του φαινομένου  στη σημερινή  εποχή . Μπορώ , ωστόσο , να  κάνω πολύ  σύντομη αναφορά   στο παρελθόν  , ιδιαίτερα  στον πρόλογο  , για  να  φανεί  συγκριτικά   ο ρόλος  μιας έννοιας  ή   η παρουσία  ενός προβλήματος 
  4. Την  απλή αναφορά  των αιτίων , χωρίς  αυτά  να  συνδέονται  με  το προς απόδειξη φαινόμενο / πρόβλημα , διότι στην περίπτωση αυτή  το   επιχείρημά μου είναι ανολοκλήρωτο 
  5. Την  ανάπτυξη   δεύτερης  εισαγωγικής  παραγράφου  μετά τον πρόλογο . Οι  εισαγωγικές   πληροφορίες  δίνονται  στον πρόλογο του κειμένου μας  και στη συνέχεια  απαντώνται   τα  ερωτήματα  που   τίθενται  από το θέμα . Σε περίπτωση  που μετά  τον πρόλογο , παρουσιάσω πάλι γενικόλογες πληροφορίες  , αυτό αποβαίνει  σε βάρος  της  ανάπτυξης  του  κυρίου μέρους  της έκθεσης . Άλλωστε , πρέπει να έχω υπόψη  ότι  πρέπει  να απαντήσω  σε  δύο (συνήθως)  ερωτήματα  μέσα σε   300-350  λέξεις  , άρα   καλό θα ήταν να εστιάσω  στην παρουσίαση  επαρκών  επιχειρημάτων  στο  κύριο  μέρος
  6. Την  αναφορά   γενικόλογων  προτάσεων  αντιμετώπισης  ενός  ζητήματος –προβλήματος . Οι  προτάσεις  μου πρέπει να  είναι  συγκεκριμένες  και  να  περιγράφεται   ο τρόπος με τον οποίο  οδηγούν στην επίλυση  του προβλήματος .
  7. Τη χρήση πολύ μεγάλων περιόδων , χωρίς μάλιστα να αξιοποιώ  σωστά  το κόμμα, διότι  υπάρχει  ο κίνδυνος  να  χαθεί  εύκολα  ο  ειρμός  των σκέψεών μου   και  να μην μπορέσω  να παρουσιάσω  πειστικά  και  ολοκληρωμένα  ένα  επιχείρημα   ή  να υπάρχουν  νοηματικά  άλματα ανάμεσα  στην  αποδεικτέα  θέση  και  στο συμπέρασμα  .  Αυτό δε σημαίνει  ότι η  χρήση  μακροπερίοδου  λόγου είναι  οπωσδήποτε  λανθασμένη . Απλώς  , καλό  θα ήταν να περιορίζεται   , διότι   η  κατάχρησή  του  κουράζει  τον αναγνώστη  και  καθιστά  το ύφος  του κειμένου  μας  ψυχρό και στριφνό .
  8. Τη  χρήση  φράσεων   χωρίς  ρήμα  ή   δευτερευουσών  προτάσεων  χωρίς  κύρια (  κάτι τέτοιο  κάνουν συχνά  οι μαθητές  , όταν παρουσιάζουν  προτάσεις  , ξεκινώντας  τις περιόδους  με  το  «να» ).
  9. Την    κατάχρηση  του ρήματος  «πρέπει»  στην παρουσίαση  προτάσεων. Το συγκεκριμένο  ρήμα  φανερώνει έναν απόλυτο  τρόπο σκέψης και  καλό  θα ήταν να περιορίζεται  η χρήση του . Στη θἐση  του  μπορούμε να  χρησιμοποιήσουμε  φράσεις  που  δηλώνουν  μετριοπάθεια  και  διαλλακτικότητα  :  « μία ενδιαφέρουσα  ιδέα  θα ήταν ….» , «είναι  δυνατόν να …» , «ωφέλιμο  θα ήταν ….»  κλπ
  10. Την  αναφορά  προτάσεων  ή  τη χρήση  δεοντολογικού  λόγου στην παρουσίαση  των αιτίων  ή  των συνεπειών  ενός  προβλήματος . Αυτό  φανερώνει  μία έλλειψη   επιχειρημάτων  από την πλευρά  του  μαθητή  και  μία προσπάθεια  αναπλήρωσής  της   με  πληροφορίες  άσχετες  με  το ζητούμενο
  11. Την   εστίαση  σε ένα  μόνο   αίτιο  /   αποτέλεσμα /μέτρο  αντιμετώπισης  /παράδειγμα  και  την εξαντλητική  παρουσίασή  του .  Καλό θα ήταν σε κάθε ζητούμενο  να παρουσιάζουμε  τρία  περίπου  επιχειρήματα  και  να  τα  σχολιάζουμε  επαρκώς  , αλλά όχι  εξαντλητικά 
  12. Την  άτακτη  παρουσίαση   των  ιδεών –επιχειρημάτων μας .  Πρέπει  να  ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο  σχέδιο  στην ανάπτυξη  του κειμένου  μας  , οργανώνοντας  τις ιδέες  με  άξονες –γενικότερες  κατηγορίες [ π.χ.  ατομικά –συλλογικά  ,   εσωτερικά –εξωτερικά  ,  αναπτυγμένες  - αναπτυσσόμενες  χώρες ,  θεωρητικά –πρακτικά   κλπ ] . Πολλές  φορές  ,  την οργάνωση μας  την αποκαλύπτει  η εκφώνηση  του θέματος 
  13. Την  παρουσίαση  γενικόλογων  απόψεων  , όταν  το  θέμα  ζητά  την προσωπική  μας  σχέση  ή  εμπειρία  . Σε  αυτή  την περίπτωση  αξιοποιούμε  είτε  το α΄ ενικό  πρόσωπο  είτε  φράσεις όπως  :  κατά  τη γνώμη  μου , σύμφωνα  με τις προσωπικές  μου πεποιθήσεις , η  προσωπική  μου εκτίμηση  είναι  κλπ
  14. Την   αξιοποίηση  τυποποιημένων  προλόγων  και επιλόγων ,  οι οποίοι  μάλιστα , αρκετές  φορές  , δίνουν την εντύπωση  ενός ξένου σώματος  στην  έκθεση . Μπορώ  να έχω στο μυαλό  μου  γενικότερους   τρόπους οργάνωσης  του προλόγου  και του επιλόγου   και  να τους εφαρμόζω  κατά  περίπτωση    στο ζητούμενο  θέμα .
  15. Την  υπερβολικά  μεγάλη  έκταση  του προλόγου και  του  επιλόγου . Σε ένα  κείμενο  300-350  λέξεων  , ιδανικό  θα ήταν  ο  πρόλογος  να έχει έκταση  7-8  σειρών ( ανάλογα  και με το μέγεθος  των γραμμάτων του μαθητή ), ενώ  ο επίλογος     έκταση 5-6  σειρών
  16. Την  παρουσίαση   επιχειρημάτων   στον  πρόλογο ή στον  επίλογο  . Τα  τμήματα   αυτά  έχουν αντίστοιχα  εισαγωγικό  και ανακεφαλαιωτικό  ρόλο . Επομένως  ,  δεν περιλαμβάνουν πληροφορίες  που  πρέπει να περιληφθούν    στο     κύριο  μέρος  
  17. Την απότομη  μετάβαση  από  το ένα  τμήμα του  κειμένου στο άλλο . Φροντίζω ώστε είτε στην ολοκλήρωση  ενός  τμήματος  είτε  στην έναρξη  ενός  καινούριου  να  χρησιμοποιώ  τις κατάλληλες  φράσεις  , οι  οποίες εξασφαλίζουν  την απαραίτητη  συνοχή  και  αλληλουχία  στο κείμενό  μου
  18.  Τη  χρήση  πολλών  ρητορικών ερωτημάτων   στην  ανάπτυξη  της επιχειρηματολογίας  μου . Αυτό  που  έχω στο μυαλό  μου το παρουσιάζω  με  αποφαντικές   προτάσεις  [ προτάσεις  κρίσεως ]   και  όχι  με ερωτηματικό  τρόπο. Μπορώ  , ωστόσο , να χρησιμοποιήσω  σε ένα   ή το  πολύ  δύο  σημεία  κάποιο  ρητορικό  ερώτημα  , όταν αυτό δε μεταφέρει κάποιο επιχείρημα , αλλά  έχει κυρίως μεταβατικό  ρόλο . Με  τη χρήση του  το ύφος  του κειμένου μου γίνεται  πιο ζωηρό 
  19. Την  αυτούσια  μεταφορά   ιδεών  των κειμένων αναφοράς   στο  γραπτό  μας , ακόμη και με τη χρήση εισαγωγικών  ή  φράσεων  του  τύπου  « Όπως  επισημαίνει ο συγγραφέας  του κειμένου  Ι  ….» . Αξιοποιούμε τις  πληροφορίες  των κειμένων αναφοράς  ως δικές  μας  ιδέες  , προσαρμόζοντάς  τες   στις σκοπιμότητες  του δικού μας   κειμένου  και    χωρίς να τις αντιγράφουμε 
  20. Την  ανισότιμη  ανάπτυξη   της  απάντησής  μας   στα συνήθως  δύο  ερωτήματα  του θέματος .Φροντίζουμε  ώστε  η  έκταση  της  ανάπτυξης  των   δύο  μερών να είναι  όσο  το δυνατόν  πιο ισορροπημένη
  21. Την  υιοθέτηση  ενός  έντονα   προφορικού   ύφους  στην έκφρασή  μας. Ακόμη  και στην περίπτωση  που θέλουμε να προσδώσουμε ένα  πιο οικείο ύφος  στην έκθεσή  μας  , είναι  θεμιτό να αποφεύγουμε  λέξεις  και φράσεις που χρησιμοποιούμε  στην  καθημερινή μας  συναναστροφή .
  22. Τη   χρήση  προσφώνησης  και  αποφώνησης  ως μοναδικών   υφολογικών  στοιχείων   στους  κειμενικούς  τύπους  της  ομιλίας  και της επιστολής .  Είναι  σωστό  να  χρησιμοποιούμε και άλλα  επικοινωνιακά  στοιχεία  , όπως  :  α΄ ἠ  β’ πρόσωπο   και    αποστροφές  στο  κοινό  ή  στους αποδέκτες  . 
  23. Τις   επαναλήψεις   λέξεων –φράσεων  ή  ιδεών .  Αυτό  μπορεί  να αποφευχθεί  με τον προηγούμενο  σχεδιασμό   της  δομής  του κειμένου  μας   και  την   προσεκτική  ανάγνωσή  του  μετά  την ολοκλήρωση  της συγγραφής
  24. Τη  σύγχυση  στην παρουσίαση  φαινομένων –αιτιών  μιας  έννοιας  .  Όταν μας ζητείται να  αναφέρουμε  χαρακτηριστικά  παραδείγματα  ή φαινόμενα ,  αξιοποιούμε  κυρίως  την περιγραφή ,  αναδεικνύουμε  δηλαδή  και  περιγράφουμε  τις  χαρακτηριστικές   περιπτώσεις  που  επιβεβαιώνουν  την ύπαρξη αυτής  της έννοιας   στο άτομο  ή στο σύνολο
  25. Τη    μεγάλη  υπέρβαση  του ορίου  των λέξεων . Εφόσον  υπάρχει  ένας  τέτοιος περιορισμός , οφείλουμε να τον τηρούμε  και  να  φροντίζουμε  πριν ξεκινήσουμε  τη συγγραφή  να έχουμε  επιλέξει  τις  ιδέες που θα στηρίξουν την επιχειρηματολογία  μας 
  26. Την  εκτεταμένη  και   άτακτη  χρήση  παραπομπών –σημειώσεων . Όταν  θέλουμε να προσθέσουμε  μία πληροφορία  στο γραπτό μας , κάνουμε  τις    παραπομπές   σε εμφανές  σημείο   (  κατά  προτίμηση  στο τέλος  της σελίδας  )  με  συγκεκριμένη σειρά  και  με  τη χρήση  αστερίσκου /αστερίσκων ή    αριθμού/αριθμών   . Η  αταξία  στο γραπτό  και η αναζήτηση  πληροφοριών  κουράζουν  τον διορθωτή  και  ενδέχεται να  μας αφαιρεθούν  μονάδες . Αποφεύγουμε , επίσης , τις  πολλές   μουντζούρες  και   τα άσχημα  , υπερβολικά  μικρά  ή  κολλημένα μεταξύ τους  γράμματα .
  27. Τις  παρενθέσεις  ( Παρουσιάζουμε  τις  παρενθετικές  πληροφορίες  μέσα  σε κόμμα  )  ,  τις συντομογραφίες ( γράφουμε  τις φράσεις  αναλυτικά )   και τους ξενικούς όρους ( εφόσον υπάρχουν οι αντίστοιχοι  ελληνικοί ) .
  28. Την  κατάχρηση  της  επίκλησης  στο συναίσθημα   ( με  την  αξιοποίηση  συναισθηματικά  φορτισμένων  λέξεων –φράσεων )  ή στην αυθεντία ( με την παράθεση  απόψεων  επιστημόνων /πνευματικών ανθρώπων  κλπ )  . Αξιοποιούμε  κυρίως  την επίκληση  στη λογική  , με την παρουσίαση  επιχειρημάτων  και τεκμηρίων  (  αποφεύγοντας  ωστόσο  την  εκτεταμένη  αναφορά  στα τελευταία, εκτός να  ζητείται  κάτι τέτοιο από το θέμα  ) . Επιπλέον , δεν παρουσιάζουμε  στοιχεία  δικής  μας επινόησης  : π.χ.  στατιστικές  έρευνες  που δεν έχουν γίνει  ή  φράσεις  που δεν έχουν ειπωθεί  από  σπουδαίες  προσωπικότητες 
  29. Την  απολυτότητα   ή  την υπερβολή    στη διατύπωση  των απόψεών  μας . Προσπαθούμε  να  είμαστε  συγκρατημένοι  και μετριοπαθείς  , χωρίς να δραματοποιούμε μία κατάσταση  . Στο  πλαίσιο  αυτό , όταν αναφερόμαστε  σε ένα  σύνολο  , είναι  καλό να χρησιμοποιούμε  φράσεις όπως  « οι περισσότεροι από» , « αρκετοί  από» , « σε μεγάλο ποσοστό»  κλπ
  30. ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ  ,  Η  ΣΥΓΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ  ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ   ΤΡΙΑ  ΒΗΜΑΤΑ  : πριν   τη  συγγραφή  ( σχεδιασμός  )    -    συγγραφή ( εφαρμογή  όσων σχεδιάστηκαν )    - μετά  τη συγγραφή  ( έλεγχος  της  επιτυχίας  όσων σχεδιάστηκαν) 
https://www.alfavita.gr/panellinies/382961_panellinies-2022-symboyles-gia-na-apofygete-ta-lathi-sti-neoelliniki-glossa-kai





Συνηθισμένα λάθη στη χρήση της Γλώσσας

 


Συνηθισμένα ορθογραφικά λάθη σε συνηθισμένες λέξεις:


Συνηθισμένα εκφραστικά λάθη σε συνηθισμένες εκφράσεις


• «Ευχαριστούμε όλους όσοι μας συμπαραστάθηκαν» (και όχι: «όλους όσους…» διότι είναι υποκείμενο στο ρήμα που ακολουθεί, αλλά: «ευχαριστούμε όσους μας συμπαραστάθηκαν» (όταν λείπει το όλους).

Προσοχή όμως: «επικοινωνεί με όλους όσους γνωρίζει», επειδή εδώ το «όσους» είναι αντικείμενο του ρήματος)


• π.μ. (=προ μεσημβρίας), μ.μ. (=μετά μεσημβρίαν και όχι μετά μεσημβρίας), π.Χ. (=προ Χριστού), μ.Χ. (=μετά Χριστόν και όχι μετά Χριστού)


• Περισσότεροι από έναν ή περισσότεροι του ενός (και όχι: περισσότεροι από ένας)


• Γίνονται όλοι δεκτοί ανεξαρτήτως ηλικίας (και όχι: ανεξαρτήτου ηλικίας)


• Ενήργησα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου (και όχι: στα πλαίσια)


• πόσο πολλοί, τόσο πολλοί, πόσο πολλή (και όχι: πόσοι πολλοί, τόσοι πολλοί, τόση πολλή)


• κατ’ αρχήν (=στα βασικά σημεία), κατ’ αρχάς (=αρχικά). Π.χ. «Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε κατ’ αρχήν», « Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε…»


• Ο επικεφαλής, του επικεφαλής, τον επικεφαλής, οι επικεφαλής κ.λπ. (και όχι: τον επικεφαλή, του επικεφαλούς)


• Οι μέθοδοι / παράμετροι αυτές (και όχι: οι μέθοδοι / παράμετροι αυτοί). Οι παλαιές οδοί, οι κεντρικές είσοδοι, οι πολλές ψήφοι (και όχι: οι παλιοί οδοί, οι κεντρικοί είσοδοι, οι πολλοί ψήφοι)


• Η αναπληρώτρια διευθύντρια /υπουργός (και όχι: η αναπληρωτής διευθυντής/υπουργός)


• Κλητική: "κυρία Πρόεδρε" (και όχι: "κυρία Πρόεδρος)


• "Δόξα τω Θεώ" και όχι "δόξα το θεό" (αλλά: μα το Θεό)


• "15 Σεπτεμβρίου" ή "15 του Σεπτέμβρη" (και όχι: "15 Σεπτέμβρη")


• Το ουσ. λάθος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως επιθετικός προσδιορισμός: π.χ. «λανθασμένη έκφραση» (και όχι: «λάθος έκφραση»)


• "Έχω απαυδήσει" (και όχι: "έχω απηυδήσει", αλλά: "απηύδησα", "είμαι απηυδισμένος")


• "Γενετικό υλικό" και όχι γεννητικό. Αλλά "προγεννητικός έλεγχος" και όχι προγενετικός


• Εξοκέλλω και όχι εξοκείλλω. Αλλά εξόκειλα, θα εξοκείλω, έχω εξοκείλει. (συνηθέστερα σε γ’ πρόσωπο)


• Αποτείνομαι, μέλλ. θα αποταθώ (και όχι: αποτανθώ)


• Το σωστό είναι “εκτίνω ποινή” και όχι “εκτίω ποινή”. Παρομοίως, το σωστό είναι “αποτίνω φόρο τιμής” και όχι “αποτίω”. Πάντως τα “εκτίω” και “αποτίω” είναι πιο συνηθισμένα και μπορούν να θεωρηθούν, πλέον, αποδεκτά. (Ρηματικοί τύποι όπως “απέτισα”, “θα εκτίσω” είναι σωστοί, καθώς προέρχονται από τα αποτίνω, εκτίνω)


• “Η λέξη αυτή απαντά συχνά στον Όμηρο” (και όχι: απαντάται)


• "Στο βιβλίο του πραγματεύεται το θέμα των κοινωνικών θεσμών" (και όχι: διαπραγματεύεται). Αλλά: "Ο Υπουργός Εξωτερικών διαπραγματεύεται τους όρους της ειρήνης"


• "Απολαύει της εμπιστοσύνης" (και όχι: απολαμβάνει)


• “Μέχρις αποδείξεως του εναντίου” και όχι “του εναντίον”


• Το ρήμα προοιωνίζομαι δεν έχει ενεργητική φωνή. Π.χ. "Η τακτική αυτή προοιωνίζεται την ήττα" (και όχι "προοιωνίζει την ήττα")


• Το "αυξάνω" χρησιμοποιείται πολύ συχνά λανθασμένα: " Τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνονται" (και όχι:"τα τέλη κυκλοφορίας αυξάνουν", αλλά: "η κυβέρνηση αυξάνει τα τέλη κυκλοφορίας"). Ομοίως, "αυξάνονται οι συντάξεις" (και όχι: "αυξάνουν οι συντάξεις", αλλά "τα ταμεία αυξάνουν τις συντάξεις")


• Τα ρήμα διαρρέω και λειτουργώ είναι αμετάβατα: «διέρρευσε από πολιτικούς κύκλους η πληροφορία ότι...» ή: «πολιτικοί κύκλοι φρόντισαν να διαρρεύσει η πληροφορία ότι...» (και όχι: «πολιτικοί κύκλοι διέρρευσαν την πληροφορία ότι...»). «Θα θέσω το μηχάνημα σε λειτουργία» (και όχι: «θα το λειτουργήσω»)


• Ασχολούμαστε, ασχολούμασταν (και όχι: ασχολιόμαστε κ.λπ. διότι το ρήμα είναι ασχολούμαι και όχι ασχολιέμαι). Στον παρατατικό όμως, ασχολιόταν


• "Αυτός επανέλαβε (αόρ.) την προσπάθεια χτες" - " Εσύ επανάλαβε (προστκτ.) την προσπάθεια αύριο"

Οι προστακτικές δεν παίρνουν χρονική αύξηση. Ομοίως, "παρήγγειλα ένα ποτό" - "παράγγειλέ μου ένα ποτό" (ποτέ στην προστακτική: παρήγγειλε ένα ποτό), "αυτός αντέγραψε τις σημειώσεις" - "αντίγραψέ μου τις σημειώσεις", "αυτός απέρριψε την πρότασή του" - "εσύ απόρριψε την πρότασή του"


• Επαναλαμβάνω (και όχι: ξαναεπαναλαμβάνω)


• Πριν από την έναρξη (και όχι: πριν την έναρξη)


• Οποιοσδήποτε, οτιδήποτε (και όχι: ο οποιοσδήποτε, το οτιδήποτε)


• Τέως πρόεδρος: ο μέχρι πρo τινος πρόεδρος, ο προηγούμενος (από τον σημερινό) πρόεδρο. Πρώην πρόεδρος: ο πριν από πολύ καιρό πρόεδρος


• Το άρα δεν είναι σωστό να συνοδεύεται από το λοιπόν(όχι: "άρα λοιπόν") ούτε υποκαθίσταται από το άραγε(!)


• Δεν χρησιμοποιείται το «κύριος» ή το «κυρία» για πρόσωπα που έχουν πεθάνει (παρατίθεται απλώς το όνομα ή προηγείται το «αείμνηστος» ή «μακαρίτης», αν χρειάζεται)


• Δεν χρησιμοποιούμε το «κύριος» ή το «κυρία» όταν παρουσιάζουμε τον εαυτό μας (και όχι: «γεια σας, είμαι ο κύριος Βάγγος»). Η μόνη εξαίρεση του κανόνα που είναι ανεκτή είναι όταν μιλάμε σε μικρά παιδιά


• Το «κ.κ.» χρησιμοποιείται μόνο στο γραπτό λόγο . Γράφουμε «οι κ.κ. ομιλητές» αλλά εκφωνούμε «οι κύριοι ομιλητές» (και όχι: "οι κύριοι κύριοι ομιλητές")


• Το “μέσα” μπροστά από «σ» γίνεται «μες» (αλλά όχι απαραίτητα, μπορεί να μείνει «μέσα»), ποτέ όμως «μεσ’». Π.χ. "Μεσ’ από το δάσος", αλλά "μες στο δάσος" ή "μέσα στο δάσος"


• Το “μέχρι” είναι “μέχρις” μόνο προ φωνήεντος σε λόγιες εκφράσεις: μέχρις αποδείξεως, μέχρις εβδόμης γενιάς, μέχρις εσχάτων, μέχρις υπερβολής, μέχρις ενός


• Το σωστό είναι “πρώτιστα”. Το “πρωτίστως” είναι λάθος που κατάντησε σωστό (και δεν χάλασε ο κόσμος αν το χρησιμοποιήσουμε)


• Ψιλή κυριότητα (νομικός όρος) και όχι υψηλή κυριότητα


• Προσοχή στη διάκριση «σαν» και «ως»: το «σαν» χρησιμοποιείται για παρομοιώσεις, ενώ το «ως» χρησιμοποιείται για πραγματικές ιδιότητες.
Έτσι για παράδειγμα όταν αναφερόμαστε σε ενέργειες δικηγόρων, γιατρών κ.λπ. που έχουν σχέση με την άσκηση του επαγγέλματός τους, τότε λέμε "ενήργησε ως δικηγόρος", "θεωρεί, ως γιατρός". Για ανάλογες ενέργειες ατόμου που δεν ασκεί το επάγγελμα χρησιμοποιούμε το «σαν» : "μίλησε σαν δικηγόρος" (χωρίς να είναι), "τον φρόντισε σαν γιατρός".
Σημειωτέον ότι το «ως» ακολουθείται από κατηγορούμενο που πρέπει να μπει στην κατάλληλη πτώση, π.χ. "η εκλογή του ως καθηγητή" (και όχι: "ως καθηγητής"), "οι ενέργειές του ως δικηγόρου", "η γνωμάτευσή του ως ιατρού".

 

Δημοσιευμένο στο:  https://www.gnomikologikon.gr/greek-lamguage-errata.html

 https://www.kouzas.com/index.php/neoelliniki-glossa/1229-synithismena-lathi-sti-xrisi-tis-glossas




ΣΥΧΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ


ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΑ ΛΑΘΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΛΟΓΟΥ



👉 Μη κατανόηση των ζητούμενων της έκθεσης. Αυτό οφείλεται συχνά στη βιαστική ανάγνωση της εκφώνησης. Ποτέ δεν αρχίζουμε να γράφουμε την έκθεσή μας, αν δεν έχουμε διαβάσει προσεκτικά το θέμα.

👉 Μη διάκριση δεδομένων – ζητούμενων. Απαραίτητη προϋπόθεση, πριν ξεκινήσουμε να γράφουμε την έκθεση μας, είναι να διακρίνουμε τα δεδομένα (τι μας δίδεται ως ισχύον) και τα ζητούμενα (τι καλούμαστε εμείς να γράψουμε). Τα δεδομένα αναπτύσσονται σχεδόν πάντα στον πρόλογο.

👉 Μη ισόρροπη ανάπτυξη των ζητούμενων. Προφανώς, αν έχουμε να καλύψουμε δύο ζητούμενα (αυτό ισχύει συνήθως) δεν είναι υποχρεωτικό να αφιερώσουμε τον ίδιο αριθμό λέξεων και για τα δύο. Είναι εξαιρετικά πιθανόν να απαιτείται διεξοδικότερη ανάλυση για ένα από τα δύο. Ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να αναπτύξουμε εντελώς άνισα τα ζητούμενα π.χ. τρεις παράγραφοι για το ένα – μία για το άλλο.

👉 Απουσία συνοχής και συνεκτικότητας στο κείμενό μας. Πρέπει να μεταβαίνουμε ομαλά από τη μία ιδέα στην άλλη και όχι να συνδέουμε τυχαία τα επιχειρήματά μας ή να καταλήγουμε σε αυθαίρετα συμπεράσματα. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και ως προς τη χρήση των κατάλληλων διαρθρωτικών λέξεων. Λέξεις όπως: επίσης, όμως, αλλά, δεν ταιριάζουν σε όλες τις περιπτώσεις.

👉 Επαναλήψεις. Είναι απαραίτητο να κάνουμε ένα σύντομο σχεδιάγραμμα στο πρόχειρο, όχι μόνο για την πληρότητα του περιεχομένου, την κατάλληλη ομαδοποίηση, την ιεράρχηση των επιχειρημάτων, αλλά και για να αποφύγουμε τις επαναλήψεις. Επίσης, πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τις επαναλήψεις στην έκφρασή μας (π.χ. συχνές επαναλήψεις διαρθρωτικών λέξεων-φράσεων, επαναλήψεις λέξεων-κλειδιών).

👉 Κάθε κειμενικό είδος έχει συγκεκριμένες απαιτήσεις ως προς τη δομή και το ύφος. Δε νοείται, επί παραδείγματι, να ζητείται η σύνταξη άρθρου και να μη βάλουμε τίτλο στο κείμενό μας. Θα πρέπει, ανάλογα με το κειμενικό είδος, να εφαρμόζουμε τους κανόνες, όπως τους έχουμε μάθει από τη θεωρία για την απαιτούμενη δομή. Παράλληλα, πρέπει να προσαρμόζουμε το ύφος μας στις περιστάσεις επικοινωνίας. Δεν μπορεί, παραδείγματος χάριν, ένα αποδεικτικό δοκίμιο να έχει πολλά στοιχεία προφορικού λόγου και απλοϊκό ύφος, όπως, αντίστοιχα, ένα κείμενο σε νεανικό περιοδικό δε θα έπρεπε να είναι «φορτωμένο» με εξεζητημένες λέξεις- φράσεις και υπερβολικά επίσημο ύφος.

👉 Δεν υπάρχει η «πολυτέλεια» να αναπτύσσουμε ένα μόνο επιχείρημα ανά παράγραφο (εκτός κι αν έχουμε κάνει κατάλληλη ομαδοποίηση, με αποτέλεσμα, παραδείγματος χάριν, να εξετάζουμε σε μία παράγραφο χαρακτηριστικά της σύγχρονης εποχής). Για κάθε ζητούμενο μπορούμε ΔΥΝΗΤΙΚΑ να βρούμε πάνω από δέκα επιχειρήματα – ιδέες (δεν αναφερόμαστε κατ’ ανάγκη στην αυστηρή λογική δομή του επιχειρήματος, όπως τη διδασκόμαστε στη θεωρία). Επομένως, δεν είναι λογικό να «θυσιάσουμε» πάνω από τα μισά μας επιχειρήματα, ιδίως, όταν το σημαντικότερο στοιχείο στην αξιολόγηση της παραγωγής λόγου είναι το περιεχόμενο. Ωστόσο, δεν έχουμε την αντικειμενική δυνατότητα να παραθέσουμε όλα τα επιχειρήματά μας με το δεδομένο περιορισμό των λέξεων και την ανάγκη τεκμηρίωσής τους. Άρα, δεν πρέπει απλώς να παραθέτουμε (συσσώρευση με ασύνδετο σχήμα) ιδέες, τις οποίες δεν αναπτύσσουμε. Απαιτείται κριτική ικανότητα για τη διαλογή των σημαντικότερων επιχειρημάτων και στη συνέχεια η κατάλληλη ομαδοποίησή τους, ούτως ώστε και να παραθέσουμε όσο το δυνατόν περισσότερα επιχειρήματα- ιδέες και να τα αναπτύξουμε όσο γίνεται επαρκέστερα.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Μ.Μ.Ε. - Το επικοινωνιακό πλαίσιο και η γλώσσα τους

Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: 

το επικοινωνιακό πλαίσιο και η γλώσσα τους 


Περικλής Πολίτης (2001)




Τα μέσα ενημέρωσης από τη στιγμή που κατόρθωσαν να κερδίσουν ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό και να εδραιώσουν τη λειτουργία τους στη δημόσια ζωή των χωρών της Δύσης (κατά τον 19ο αιώνα), να γίνουν δηλαδή "μαζικά", αποτέλεσαν το σημείο συνάντησης της πολιτικής πληροφόρησης και της προώθησης οικονομικών αγαθών. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται στενά με την άνοδο και την κυριαρχία της αστικής τάξης στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας. Έτσι, οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής γίνονται οι βασικοί δίαυλοι της πολιτικής επικοινωνίας των κομμάτων και του Κοινοβουλίου με τα αστικά (εγγραμματισμένα) στρώματα του πληθυσμού, δηλαδή παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής ιδεολογίας των αναγνωστών τους. Από την άλλη πλευρά, επειδή η βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο βρίσκονται στα χέρια ισχυρών μελών της αστικής τάξης, ο τύπος (με όργανο τη διαφήμιση) μετατρέπεται βαθμιαία σε μοχλό προώθησης των βιομηχανικών προϊόντων, και στη συνέχεια εξελίσσεται σε παράγοντα διαμόρφωσης αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταναλωτική νοοτροπία". Αργότερα (κατά τον 20ο αιώνα) το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, μέσα μεγάλου πληροφοριακού βεληνεκούς, προκαλούν πραγματική επανάσταση στη μαζική επικοινωνία, καθώς "εκλαϊκεύουν" την ενημέρωση και προσφέρουν ζωντανή και ελκυστική πρόσβαση στην επικαιρότητα για εκατομμύρια ακροατών και θεατών. Στις μέρες μας η κατάσταση ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει, μόνο που το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ τείνει να γίνει ολιγοπωλιακό, γεγονός που εξασφαλίζει σ' αυτά ανυπολόγιστη πληροφοριακή και πολιτική δύναμη κι ένα σχεδόν θεσμικό ρόλο ("τέταρτη εξουσία") μέσα στις σύγχρονες δημοκρατίες. Παράλληλα, εντάθηκε η εμπορευματική τους λειτουργία, με την καταιγιστική επέκταση της διαφήμισης και την καθιέρωση οικονομικών στηλών και εκπομπών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν το κοινό τους ταυτόχρονα ως πολίτες και καταναλωτές. Αυτό ευνόησε την παρουσία του στοιχείου της διασκέδασης (ως λόγου, κυρίως όμως ως εικόνας και ήχου) ανταγωνιστικά προς το συστατικό της πληροφόρησης και επηρέασε ποικιλότροπα τη μορφή και το περιεχόμενο όλων των μέσων.

Μέσα σ' αυτά τα ιστορικά συμφραζόμενα πρέπει να νοηθεί και το επικοινωνιακό πλαίσιο των ΜΜΕ. Τα πρόσωπα που "κάνουν το παιχνίδι" της μαζικής επικοινωνίας είναι αφενός τα επιτελεία που παράγουν τον ειδησεογραφικό και σχολιαστικό λόγο -αλλά και κάθε άλλη ποικιλία δημοσιογραφικού κειμένου- και αφετέρου τα «ακροατήρια» που τον προσλαμβάνουν και τον ερμηνεύουν. Η μεταξύ τους σχέση είναι ιδιόμορφη, καθώς υπαγορεύεται από την (τεχνική) φύση και τον κοινωνικό ρόλο των μέσων: η οιονεί συλλογική παραγωγή του δημοσιογραφικού λόγου, η ρητή ή υπόρρητη έκφραση της ιδεολογικής ταυτότητας κάθε μέσου, το μεγάλο πλήθος και η διασπορά των "ακροατηρίων", αλλά και η περιοδικότητα εκπομπής και λήψης μηνυμάτων, θεωρούνται οι κυριότερες συνιστώσες της μαζικής επικοινωνίας. Θα τις εξετάσουμε με συντομία.

Σε αντιδιαστολή προς τις περισσότερες μορφές επικοινωνίας, όπου ο παραγωγός του λόγου είναι ένα πρόσωπο, ο λόγος των ΜΜΕ εκπορεύεται από έναν πομπό πολυπρόσωπο και ιεραρχημένο. Αυτό σημαίνει ότι ενυπόγραφα και ανυπόγραφα κείμενα (προφορικά, όπως ένα ρεπορτάζ ή μια συνέντευξη, ή γραπτά, όπως ένα κύριο άρθρο ή μια έρευνα), που φαίνονται να ξεκινούν από το στόμα ή τη γραφίδα ενός ομιλητή ή συντάκτη, στην πραγματικότητα ελέγχονται και πιθανόν τροποποιούνται από το εκδοτικό επιτελείο (τους αρχισυντάκτες, τον διευθυντή σύνταξης ή τον διευθυντή-εκδότη) είτε ως προς το περιεχόμενό τους -αν η τεκμηρίωσή τους θεωρηθεί ανεπαρκής ή το σχολιαστικό τους μέρος βρεθεί να αποκλίνει από τον ιδεολογικό προσανατολισμό του μέσου-, είτε ως προς το ύφος και την οργάνωσή τους -αν δεν ανταποκρίνονται στην παράδοση που έχει διαμορφώσει το συγκεκριμένο μέσο. Και πίσω απ' όλους ο εκδότης-ιδιοκτήτης, που μπορεί να μην παρεμβαίνει γλωσσικά στην παραγωγή συγκεκριμένων κειμένων, σίγουρα όμως υπαγορεύει την εκδοτική ταυτότητα και το ιδεολογικό στίγμα του εντύπου ή του καναλιού. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να πει ότι ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος είναι στη βάση του πολυφωνικός · και με την έννοια της διακειμενικότητας (το δημοσιογραφικό κείμενο τροφοδοτείται από άλλα κείμενα τεκμηρίωσης) αλλά και με την έννοια της διαστρωμάτωσης (των επανεγγραφών και παρεμβάσεων που έχει δεχθεί ως την τελική του μορφοποίηση).

Η ιδεολογική "επιβάρυνση" των μέσων ενημέρωσης -για την οποία δέχονται συχνά επικρίσεις-, άλλοτε ως δηλωμένη προγραμματική πρόθεση των πιο μαχητικών απ' αυτά και άλλοτε ως διατυμπανιζόμενη ειδησεογραφική αμεροληψία (στην πραγματικότητα ως απόκρυψη ιδεολογίας) εκείνων που απευθύνονται σ' ένα αδιαφοροποίητο κοινό, είναι απόρροια της πρόσδεσής τους σε οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, που τα χρησιμοποιούν ως εργαλεία για την αύξηση της δύναμής τους. Η ρητή έκφραση της ιδεολογίας ενός μέσου ενδιαφέρει κυρίως την κοινωνιολογία και στηρίζεται στην ανάλυση περιεχομένου του δημοσιογραφικού λόγου. Όμως, η γλωσσολογία και η ανάλυση λόγου ειδικότερα ενδιαφέρονται για την υπόρρητη έκφραση της ιδεολογίας, όπως αυτή κωδικοποιείται στις γραμματικές και λεξικές επιλογές ενός συντάκτη ή ομιλητή, ή διαχέεται στις προϋποθέσεις και τα υπονοήματα που μοιράζονται πομπός και δέκτες ενός δημοσιογραφικού κειμένου και που χωρίς αυτά η πρόσληψη και η κατανόησή του καθίσταται προβληματική. 

Πιο συγκεκριμένα:

👉 η χρήση λόγιων λέξεων (όλεθρος, ανέλεγκτος, ολισθαίνω), που θεωρείται ότι προσδίδουν έναν τόνο σοβαρότητας και εγκυρότητας στον λόγο·
👉 η χρήση ορολογίας (κλωνοποίηση, παγκοσμιοποίηση, διαδίκτυο), που υπαγορεύει την ιδέα του αυστηρού επιστημονικού και τεχνικού πνεύματος·
👉 η παθητικοποίηση (συνελήφθησαν είκοσι διαδηλωτές κατά τα χθεσινά επεισόδια αντί, ας πούμε, ύστερα από εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα κ. Τάδε η αστυνομία συνέλαβε κλπ.), δηλαδή η αποφυγή της ενεργητικής σύνταξης, που θα αποκάλυπτε δρώντα πρόσωπα, υπεύθυνα για δυσάρεστα συμβάντα·
👉 η εστίαση σε αξιολογικά επίθετα (σημαντικά κέρδη των μικρών), που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τη διατύπωση κρίσεων και σχολίων·
👉 η "διχαστική" χρήση αντωνυμιών (η ομάδα του εμείς ως έκφραση της ιδεολογικής συμπαράταξης απέναντι στην ομάδα του αυτοί ως έκφραση του αντίπαλου συνασπισμού)·
👉 οι μεταφορές (το «Βατερλό» της εξωτερικής πολιτικής, η «βουτιά» του δείκτη του Χρηματιστηρίου) και οι μετωνυμίες (η δραχμή, η Σοφοκλέους, η Αθήνα, οι Βρυξέλλες), καθιερωμένα εργαλεία μιας διεθνοποιημένης δημοσιογραφικής αργκό· 
👉 η υποδηλωτική χρήση της στίξης στον γραπτό λόγο (υποσμηναγός (!) αφαίρεσε τις απόρρητες δισκέτες, μικροί στις μεγάλες ώρες…) και ο σκόπιμος παρατονισμός στον προφορικό λόγο (ΤΟ γεγονός της χρονιάς), γνωστές στρατηγικές της λαϊκίζουσας δημοσιογραφίας, 

είναι μερικά από τα γλωσσικά μέσα που έχουν μελετηθεί και συνδεθεί με την απόκρυψη ή την υποδήλωση ιδεολογικών επιλογών.  Παράλληλα, στο μακροεπίπεδο ενός κειμένου ή λόγου, και ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας, ανάλογο ρόλο πιστεύεται ότι παίζουν ορισμένες αξιολογικές παραδοχές γύρω από έννοιες όπως λαός, έθνος, φυλή, παράδοση, ιστορία, δημοκρατία, γλώσσα κλπ. Οι παραδοχές αυτές, αν και επίμαχες, συχνά εξυπακούονται ως άρρητες προκείμενες από όπου προκύπτουν -υποτίθεται- συμπεράσματα που το κοινό δέχεται αδιαμαρτύρητα ή, τουλάχιστον, κατανοεί χωρίς να απαιτείται λεπτομερής στήριξή τους. Συνεπώς, η ιδεολογική στράτευση ή η κομψή απόκρυψή της, με γλωσσικά εργαλεία σαν αυτά που προαναφέρθηκαν, πρέπει να θεωρηθούν θεμελιώδη γνωρίσματα του είδους της επικοινωνίας που επιδιώκουν τα ΜΜΕ αλλά και αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το κοινό στο οποίο στοχεύουν.

Τα "ακροατήρια" των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν μια φυσιογνωμία ασυνήθιστη σε άλλες περιστάσεις επικοινωνίας. Είναι γενικά πολυπληθή (όπως δηλώνει και ο φαινομενικά αθροιστικός, στην πραγματικότητα όμως βαθιά περιφρονητικός χαρακτηρισμός "μαζική"), ετερόκλητα, μεταβαλλόμενα σε αριθμό και σύνθεση, και ουσιαστικά άγνωστα ως προς την κοινωνική και δημογραφική τους ταυτότηταστους δημοσιογράφους. Στα μάτια των τελευταίων είναι -αν και υπάρχει η δυνατότητα ανάδρασης από μεριάς του κοινού με τη μορφή προσωπικών παρεμβάσεων- δυνητικά "ακροατήρια", γεγονός που επικαθορίζει την οργάνωση του περιεχομένου, την υφολογική ποικιλία αλλά και τη σημειωτική, δηλαδή την οργάνωση των εικονικών σημείων, κάθε μέσου. Γι' αυτό, τα μέσα ενημέρωσης επιδίδονται σε καθημερινό, αληθινά εξοντωτικό αγώνα, με όλα τα γλωσσικά, οπτικά ή ακουστικά μέσα που διαθέτουν, στην προσπάθειά τους να μαντέψουν προθέσεις και προσδοκίες, αρέσκειες και απαρέσκειες, και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών-καταναλωτών. Ωστόσο, το κοινό ενός μέσου ενημέρωσης αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κατασκεύασμα της μαζικής επικοινωνίας και των συμφερόντων που αυτή εξυπηρετεί. Αν όχι τόσο η τηλεθέαση και η ακρόαση ραδιοφώνου, σίγουρα όμως η ανάγνωση εφημερίδας ή περιοδικού είναι κανονικά μοναχική, δηλαδή υπεύθυνη, πράξη, κάτι που σημαίνει ότι η περιγραφή των "ακροατηρίων" είναι λειψή, αν δεν συνυπολογιστεί και η σκοπιά του αποδέκτη: η επιλογή ενός μέσου, η πρόσληψη και η ερμηνεία της ύλης του είναι σε τελική ανάλυση προσωπική υπόθεση. Η κοινωνική, οικονομική και άλλη διαστρωμάτωση (διάβαζε "κατάτμηση") των "ακροατηρίων", που συνεπάγεται εξατομικευμένη θέαση, ακρόαση και ανάγνωση των μηνυμάτων των ΜΜΕ, είναι ο αντίλογος στην υποτιθέμενη παντοδυναμία τους. Η περιπέτεια της πρόσληψης του δημοσιογραφικού λόγου είναι η περιπέτεια της ίδιας της μαζικής επικοινωνίας με το κοινό της.

Η περιοδικότητα της ενημέρωσης είναι ο τελευταίος ρυθμιστικός της μαζικής επικοινωνίας παράγοντας που εξετάζουμε. Περιοδικότητα σημαίνει δύο πράγματα: ότι κάθε μέσο ενημέρωσης είναι υποχρεωμένο να κινείται στη διάσταση του γραμμικού χρόνου των καθημερινών γεγονότων, να "παρακολουθεί την επικαιρότητα", και ότι δεσμεύεται από τη συχνότητα με την οποία αποστέλλει στο κοινό του καινούρια μηνύματα. Τα έγχρονα μέσα (ραδιόφωνο, τηλεόραση) υπερτερούν έναντι του τύπου σε σχέση με την περιοδικότητα για λόγους προφανείς (τεχνικούς). Αλλά αυτό δεν είναι το κυριότερο: η περιοδικότητα συνδέεται με τις συνήθειες και τις προτιμήσεις που αναπτύσσει το κοινό για την ποιότητα, την ποσότητα και την ταχύτητα των πληροφοριών που δέχεται. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο εθίζουν τους θεατές/ ακροατές τους σε λίγες, εντυπωσιαστικές και ταχύτατα μεταδιδόμενες πληροφορίες-συμβάντα, που τους οδηγούν στο να βιώνουν ένα παρόν χωρίς διάρκεια και σύνδεση με το παρελθόν, το οποίο είναι έτοιμο να δώσει τη θέση του σε πολυάριθμα παρόμοια στιγμιαία "παρόντα" της επικαιρότητας του μέλλοντος. Αυτός ο κατατεμαχισμός του χρόνου είναι μικρότερος στον τύπο, όπου η ανάγκη σχολιασμού των γεγονότων επιτρέπει το καταστάλαγμά τους, το τόσο χρήσιμο για την κατανόηση της πραγματικότητας και των αλλαγών της. Η περιοδικότητα, τέλος, έχει επιπτώσεις και στη γλώσσα των μέσων: ο ασθμαίνων, ελλειπτικός και υποδηλωτικός, συνθηματολογικός και έντονα συναισθηματικός, σύμμετρος με τον ταχύτατα εκφερόμενο λόγο της καθημερινής συνομιλίας λόγος των έγχρονων μέσων αντιπαρατίθεται στον άνετο, πληθωρικό, επεξεργασμένο με προσοχή, λεπτομερειακό και αποδεικτικό λόγο του τύπου.

Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν είδος εισαγωγής στο ζήτημα της "γλώσσας των μέσων μαζικής ενημέρωσης". Υπάρχει, πράγματι, διακριτή ποικιλία ύφους [register] που να χαρακτηρίζει το σύνολο της δημοσιογραφικής γλώσσας -έστω της επαγγελματικής; Μπορούμε να μιλούμε για δημοσιογραφικό ύφος [journalese] άμεσα αναγνωρίσιμο από τους αποδέκτες των ΜΜΕ; Απάντηση σε τέτοια και παρόμοια ερωτήματα επιχείρησαν να δώσουν παλιότερες γλωσσολογικές εργασίες, που υποχρεώθηκαν καταρχήν να ταξινομήσουν τα είδη δημοσιογραφικών κειμένων και εν συνεχεία να επιλέξουν εκείνα που συνδέονται με την ειδησεογραφία (το κατεξοχήν αντικείμενο της δημοσιογραφίας): πρωτίστως την ειδησεογραφία την ίδια [newsreporting] και δευτερευόντως την πολιτική αρθρογραφία [presseditorials] και το πολιτικό ρεπορτάζ [pressreportage] μεταξύ των γραπτών ειδών, και τη συνέντευξη [interview] ή τα "στρογγυλά τραπέζια" [paneldiscussions] μεταξύ των προφορικών ειδών, αναγνωρίζοντας παράλληλα δύο πράγματα: πρώτον, ότι πρέπει να οριοθετήσουμε τη "δημοσιογραφική γλώσσα" αποκλείοντας είδη κειμένων με υβριδική γραμματειακή ταυτότητα, όπως το δοκίμιο, και αδιάφορα προς την επικαιρότητα, όπως το επιστημονικό άρθρο -κι ας φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες και περιοδικά· και, δεύτερον, ότι ο περιληπτικός χαρακτηρισμός "δημοσιογραφική γλώσσα" δεν ορίζει μιαν αυστηρά προσδιορισμένη ποικιλία ύφους, που να μπορεί να αντιδιασταλεί προς άλλες γνωστές (θεολογική, νομική κ.ά.), επειδή η γλώσσα των επαγγελματιών δημοσιογράφων είναι υποχρεωτικά εκλεκτικιστική, καθώς υπαγορεύεται από την παράδοση κάθε είδους κειμένου χωριστά, παράδοση που με τη σειρά της προσδιορίζεται από ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Άρα, ο όρος γλώσσα των ΜΜΕ [medialanguage] είναι λιγότερο υφολογικός και περισσότερο τυπολογικός χαρακτηρισμός του "σκληρού πυρήνα" των κειμένων της επαγγελματικής δημοσιογραφίας, η οποία, όπως προαναφέραμε, ενδιαφέρεται κυρίως για τη μετάδοση και τον σχολιασμό των ειδήσεων.

Οι μελέτες που κινούνται στο πλαίσιο της παραδοσιακής υφολογίας εξετάζουν, μέσα από μια τυπικά περιγραφική οπτική, κυρίως τη σύνταξη και το λεξιλόγιο και -σε μικρότερο βαθμό- τη φωνολογία, τη μορφολογία ή τον επιτονισμό και τη στίξη ειδησεογραφικών και σχολιαστικών κειμένων. Συχνά, μάλιστα, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στους τίτλους της πρώτης σελίδας των εφημερίδων [headlines] ή τις περιλήψεις που ανοίγουν τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, το "σήμα κατατεθέν " της σύγχρονης δημοσιογραφίας..

Έτσι, σε ό,τι αφορά τη σύνταξη, φαινόμενα με σχετικά υψηλή συχνότητα εμφάνισης (ιδιαίτερα στον τύπο) θεωρήθηκαν:

👉 η αντιστροφή της σειράς Υποκείμενο-Ρήμα, που σε γλώσσες όπως η νέα ελληνική δεν είναι η πλέον αναμενόμενη και χρησιμοποιείται για να προβληθεί η καινούρια πληροφορία μιας πρότασης (Σκληραίνει η στάση των Σκοπίων για το όνομα)·
👉 η πρόταξη επιρρηματικών, που φέρνει στο προσκήνιο συστατικά της καινούργιας πληροφορίας, όπως ο χώρος ή ο χρόνος των συμβάντων (Έως τις 6.00 σήμερα τα καταστήματα)·
👉 η εκτεταμένη χρήση τροποποιητών (προσδιορισμών) πριν ή μετά την κεφαλή μιας ονοματικής φράσης (ουσιαστικό) και, μάλιστα, αξιολογικών επιθέτων, που φορτίζουν συναισθηματικά τον λόγο (Ιδιαίτερα ευνοϊκό κλίμα στην οικονομία)·
👉η παθητικοποίηση, σύνταξη που εναρμονίζεται με το τυπικό, επίσημο και απρόσωπο ύφος, το οποίο συχνά υιοθετούν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, κατεξοχήν στους τίτλους (Η διαφορά 3% θεωρείται ασφαλής από τους νικητές και ανατρέψιμη από τους ηττημένους)·
👉 η ονοματοποίηση, δηλαδή η μετατροπή μιας ρηματικής φράσης σε ονοματική, όπου το ρήμα έχει αντικατασταθεί από ομόρριζο μεταβατικό ουσιαστικό (εξοικονομώ ενέργεια --> εξοικονόμηση ενέργειας), σύνταξη που επίσης χρησιμοποιείται ως στρατηγική υψηλού ύφους·
👉 οι ελλειπτικές δομές (για παράδειγμα, η παράλειψη του άρθρου ή του ρήματος της πρότασης), που κυριαρχούν στους τίτλους των ειδήσεων (Δολάριο: σήμερα τα επιτόκια) και έλκουν την καταγωγή τους από τη λαϊκίζουσα δημοσιογραφία, η οποία καθιέρωσε ένα λόγο συνθηματολογικό και υπαινικτικό, κλπ.

Στο επίπεδο του λεξιλογίου χαρακτηριστικά φαινόμενα θεωρήθηκαν:

👉 το πλήθος νέων και ασυνήθιστων συνθέτων-ζευγών (τιμές-φωτιά, τιμολόγιο-μαϊμού, στροφή-καρμανιόλα)·
👉 το πλήθος των αξιολογικών επιθέτων που λειτουργούν ως ποιοτικά υπερθετικά (ανελέητος, πύρινος, αδιανόητος, σατανικός, εφιαλτικός)·
👉 η προτίμηση σε εκφραστικά κλισέ (Ένα βήμα πριν από…, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να…, ραγδαίες εξελίξεις σε…)·
👉 ο εκτεταμένος δανεισμός ιδιαίτερα από την αγγλική (δάνεια μεταφραστικά, όπως κλωνοποίηση, ή δάνεια αναφομοίωτα, όπως θρίλερ, debate)·
👉 η επιμονή στο τεχνικό λεξιλόγιο (για παράδειγμα της οικονομίας, υποτίμηση, διολίσθηση, μετοχοποίηση, κεφαλαιοποίηση)·
👉 οι μεταφορές (Το πόρισμα της επιτροπής καίει τον Χ, ανάχωμα στην ανηθικότητα, τα θύματα της φτώχειας)·
👉 η μίμηση της άτυπης καθημερινής γλώσσας (Μαγειρεύει μεταθέσεις το Υπουργείο, τα βρήκαν τελικά οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών) αλλά και η πομπώδης γλώσσα (Αλώβητη εξέρχεται η οικονομία, το Έθνος θρηνεί τον θάνατο του μεγάλου ηγέτη του)·
👉 ένα μεγάλο φάσμα λέξεων που εισάγουν παραθέματα ή αφηγήσεις (είπε, επανέλαβε, δήλωσε, ομολόγησε) κλπ.

Το πρόβλημα είναι ότι και οι πιο φιλόδοξες από τις εργασίες με περιγραφικό προσανατολισμό δεν κατάφεραν να οδηγηθούν σε μια σύνθεση σχετικά με την ταυτότητα της "δημοσιογραφικής γλώσσας". Συνεισέφεραν, πάντως, στην κριτική αντιμετώπιση της φιλολογίας που σχετίζεται με "τη γλώσσα των ΜΜΕ" και έδειξαν τον κατακερματισμό της όχι μόνο σε σχέση με τα διάφορα είδη δημοσιογραφικών κειμένων, αλλά και σε σχέση με τη δημοσιογραφική παράδοση και τη γλώσσα μιας χώρας, τη διάκριση των μέσων σε "λαϊκά" και "σοβαρά" (τα πρώτα πλειοδοτούν υπέρ του στοιχείου της διασκέδασης, ενώ τα δεύτερα υπέρ εκείνου της πληροφόρησης), τον βαθμό ιδεολογικής στράτευσης του μέσου ή χειραγώγησης του κοινού του, τον εθνικό ή τοπικό χαρακτήρα του μέσου, το αδιαφοροποίητο ή ειδικό "ακροατήριο" στο οποίο απευθύνεται ένα μέσο ή, ακόμη, το ιδιόλεκτο κάθε δημοσιογράφου.

Τα αδιέξοδα της υφολογικής προσέγγισης της "δημοσιογραφικής γλώσσας" επιχείρησε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, να υπερβεί η Κριτική Γλωσσολογία και αργότερα η Kριτική Aνάλυση Λόγου, δύο τάσεις που συνδυάζουν τα πορίσματα της Λειτουργικής Γλωσσολογίας του Halliday με μια δηλωμένη ιδεολογική ανάγνωση του λόγου των ΜΜΕ, δηλαδή μια προσπάθεια να έρθουν στο φως -με στόχο τη διαμόρφωση αναγνωστικής συνείδησης από το κοινό- οι γλωσσικές επιλογές μέσω των οποίων αναπαριστάται (ωραιοποιείται, εξιδανικεύεται, παραποιείται ή συσκοτίζεται) η κοινωνική πραγματικότητα στα μέσα ενημέρωσης. Έτσι, η απόκρυψη μέσα στην πρόταση δρώντων (δηλαδή υπεύθυνων για ανεπιθύμητα γεγονότα) προσώπων με την παθητικοποίηση και την ονοματοποίηση, η σκόπιμη προβολή δρώντων προσώπων (για λόγους ιδεολογικής συμπάθειας) με την έμφαση ή τη χρήση αξιολογικών προσδιοριστικών, η αντίστοιχη απόκρυψη ή προβολή συμβάντων και καταστάσεων με την επιλογή κατάλληλων (ας πούμε, μεταβατικών) ρημάτων, η εκμετάλλευση των τροπικοτήτων -αφενός της επιστημικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το αβέβαιο, το πιθανό ή το αμφίβολο, και μεταδίδουν στον λόγο τον αέρα της μετριοπάθειας και της διάθεσης για διάλογο (Πιθανολογείται ότι οι λόγοι της παραίτησης του κυβερνητικού εκπροσώπου είναι προσωπικοί), και αφετέρου της δεοντικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το πρέπον, το απαγορευμένο ή το επιτρεπόμενο, και προσφέρονται για την υπαγόρευση κοινωνικών κανόνων και στάσεων (Να αποτραπεί η αναμέτρηση)-, η πυροδότηση της συναισθηματικής σημασίας λέξεων-αξιών, που εύκολα ανακαλούν ψυχολογικούς συνειρμούς στο θυμικό του κοινού, και οι κάθε είδους συνδηλωτικές σημασίες (καθιερωμένες ή πρωτότυπες μεταφορές, προσωποποιήσεις κ.ά.) είναι οι κυριότερες στρατηγικές που μελετήθηκαν, προκειμένου να δειχθεί ότι η γλώσσα των ΜΜΕ είναι "ένοχη", αφού σε συγκεκριμένες χρήσεις της εμπεριέχεται ιδεολογία, δηλαδή ρητή ή (συνήθως) υπόρρητη αναπαράσταση αντικρουόμενων κοσμοειδώλων, που αποδίδουν την ασυμφιλίωτη διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε μιαν ολιγομελή ηγέτιδα τάξη και το πλήθος των κυριαρχούμενων πολιτών -και σε πείσμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η "κριτική" προσέγγιση των ΜΜΕ, παρά τις απλουστευτικές κάποτε αναγωγές γλωσσικών επιλογών σε ιδεολογικές, εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη τάση στον χώρο της ανάλυσης του λόγου των ΜΜΕ.

Τέλος, από τις πλέον πρόσφατες μελέτες στον χώρο αυτό αξίζει να αναφέρει κανείς και εκείνες που αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των προφορικών (δηλαδή συνομιλιακών) ειδών δημοσιογραφικού λόγου και συγκεκριμένα της συνέντευξης, η δομή και το ύφος της οποίας μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο και για παρόμοιες περιστάσεις επικοινωνίας ("παράθυρα", "στρογγυλά τραπέζια"). Η μελέτη αυτού του τόσο αντιπροσωπευτικού είδους λόγου, όπου ένας δημοσιογράφος, εκπροσωπώντας υποτίθεται το κοινό της εκπομπής του, συνδιαλέγεται μ' ένα δημόσιο πρόσωπο και προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες ή εκμυστηρεύσεις για θέματα δηλωμένου ενδιαφέροντος, ανέδειξε ιδιαιτερότητες του λόγου των ΜΜΕ που η μελέτη του γραπτού δημοσιογραφικού λόγου δεν μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια: τον ρόλο των κάθε είδους ερωτήσεων (φατικών, δηλαδή εκείνων που εδραιώνουν ένα κλίμα οικειότητας απαραίτητο για την εκκίνηση μιας συζήτησης, αίτησης ή απαίτησης πληροφοριών, αποσαφήνισης ή επιβεβαίωσης πληροφοριών κ.ά.)· τον ρόλο των απαντήσεων (σαφών ή αμφίσημων, πληροφοριακών ή προσχηματικών)· τις δομές εναλλαγής των ερωτο-αποκρίσεων των δύο συνομιλητών· τη διαχείριση των αναγκών της δημόσιας εικόνας των συνομιλητών (γλωσσική ευγένεια)· τη λειτουργία των διακοπών, των διορθώσεων και των αναδιατυπώσεων, των παύσεων· ακόμη, τη λειτουργία των μορίων που εξυπηρετούν την απρόσκοπτη ροή της συνομιλίας κλπ. Παρά την αδιαφορία τους για τον κοινωνικό και ιδεολογικό προσδιορισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μελέτες που στηρίζονται σε μοντέλα συνομιλιακής ανάλυσης (εθνομεθοδολογία, εθνογραφία της επικοινωνίας) έχουν ρίξει καινούριο φως κυρίως στις πτυχές της οργάνωσης και τους συνομιλιακούς ρόλους που χαρακτηρίζουν συμβάντα λόγου του τύπου της συνέντευξης, που κατακλύζουν πλέον τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας.


Η ιδιαιτερότητα της παραγωγής του δημοσιογραφικού λόγου.


Υπάρχουν αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες που επιβάλλουν την πολυπρόσωπη και στρωματική γραφή των ειδήσεων και άλλων δημοσιογραφικών κειμένων. Στους πρώτους συγκαταλέγονται οι αδυσώπητοι χρονικοί περιορισμοί λήψης και επεξεργασίας της πρώτης ύλης των ειδήσεων -διαφορετικοί για τον τύπο και την τηλεόραση- καθώς και άλλες συμβάσεις του επαγγέλματος, όπως η τακτική συνεργασία ενός μέσου με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων και τους τοπικούς ανταποκριτές, που αν δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη, ίσως "τα νέα" να μην φτάσουν έγκαιρα και κατάλληλα στο κοινό τους. Έτσι, μια σειρά από δημοσιογράφους με διακριτούς ρόλους και διαφορετικά μερίδια ευθύνης (τα οποία αυξάνουν όσο η διαδικασία επεξεργασίας της πρώτης ύλης πλησιάζει προς την τελική μορφοποίηση και την έκδοση/ δημοσιοποίησή της) αναλαμβάνουν όχι να αφηγηθούν -αφού αμερόληπτη αφήγηση γεγονότων δεν μπορεί να υπάρξει- αλλά να μετασχηματίσουν σε λόγο ή να αναπλαισιώσουν τα "γεγονότα" σύμφωνα με τις προδιαγραφές κάθε μέσου (Bell 1991). Αλλά από το σημείο αυτό αρχίζουν να εμπλέκονται και οι υποκειμενικοί (ιδεολογικοί) παράγοντες: οι πρωτογενείς πηγές των ειδήσεων (κοινοβούλιο, αστυνομία, δικαστήρια, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, δημόσιες υπηρεσίες, εταιρίες, συνδικάτα, φυσικά πρόσωπα κ.ά.) και οι δευτερογενείς πηγές (πρακτορεία ειδήσεων, άλλα μέσα ενημέρωσης) κρίνονται ως προς την αντικειμενικότητα ή την ποιοτική υπεροχή τους -αν αυτή η κρίση δεν είναι παγιωμένη από καιρό- ανάλογα με το σύστημα αξιών κάθε μέσου ή/και κάθε δημοσιογράφου, και η αποτίμηση αυτή οδηγεί στην τάδε ή τη δείνα επιλογή και οργάνωση του ειδησεογραφικού υλικού. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει όσμωση ανάμεσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις πηγές των πληροφοριών τους. Ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος, αν και διαμεσολαβείται από άλλα "κείμενα" ("τα ίδια τα γεγονότα"), ελέγχεται ως διαστρωματωμένος, δηλαδή με επανεγγραφές, που υπονοούν ότι το είδωλο της πραγματικότητας που προβάλλεται από τα ΜΜΕ δεν είναι η πραγματικότητα "εκεί πέρα", αλλά η πραγματικότητα που κατασκευάζεται μέσα από κοινωνικές, επαγγελματικές και γλωσσικές πρακτικές της δημοσιογραφίας.


Ο σχεδιασμός των "ακροατηρίων" 

από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.


Η μαζική επικοινωνία αφορά ακροατήρια υπό συνεχή διαμόρφωση, είτε ως προς τον πληθυσμό είτε ως προς τη σύνθεσή τους. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ κάθε μέσο έχει τους σκοπούμενους -κατά φύλο, ηλικία ή επάγγελμα- αποδέκτες του [addressees], ταυτόχρονα έχει και, κυρίως, επιδιώκει να έχει ή να προσελκύσει και τους συμπτωματικούς ακροατές [overhearers], θεατές ή αναγνώστες, επειδή κάθε τηλεοπτικό κανάλι, ραδιοφωνικός σταθμός ή εφημερίδα είναι επιχειρήσεις που συντηρούνται οικονομικά από τα "ακροατήριά" τους. Η "σιωπή" του μεγάλου κοινού είναι δίκοπο μαχαίρι για τα ΜΜΕ: αφενός εξασφαλίζει σ' αυτά μιαν επικοινωνιακή (κάποτε και προπαγανδιστική) δύναμη, που απορρέει από τη μονολογική τους φύση/ λειτουργία και είναι πολλές φορές υπερβάλλουσα με τα μέτρα της δημοκρατίας, και αφετέρου τα αφήνει στο σκοτάδι σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις του κοινού τους, γιατί η ανάδραση στη μαζική επικοινωνία είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Ο τεχνικός όρος σχεδιασμός ακροατηρίου (Bell 1991) αναφέρεται σε "ασκήσεις επί χάρτου" που διεξάγουν συνεχώς τα μέσα ενημέρωσης, για να καταφέρουν (αναπαριστώντας τους ρόλους και τις επικοινωνιακές ανάγκες των αποδεκτών τους) να χειραγωγήσουν αλλά και να αυξήσουν το κοινό τους, ένα κοινό που έχει τόση σχέση με το πραγματικό κοινό όση σχέση έχει η άσκηση επί χάρτου με τον πραγματικό πόλεμο. Οι αποκλίσεις ανάμεσα σ' ένα δυνητικό και ένα πραγματικό ακροατήριο συχνά εμβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης σε περιπέτειες που κοστίζουν σε απήχηση και κέρδη και όχι σπάνια τα οδηγούν σε επιχειρηματικό αδιέξοδο.

Με δύο τρόπους προσπαθούν τα ΜΜΕ να "σχεδιάσουν το ακροατήριό" τους: ο πρώτος, που επικεντρώνεται στη συμπεριφορά του "ακροατηρίου", είναι οι μετρήσεις προτιμήσεων του κοινού που παραγγέλλουν σε εταιρίες δημοσκοπήσεων για λογαριασμό τους τα ίδια τα μέσα μαζί με τις αυθόρμητες αντιδράσεις που φθάνουν σε μια εφημερίδα από τη στήλη της αλληλογραφίας ή τα τηλεφωνήματα που δέχεται από το κοινό του ένας τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός σταθμός. Οι εκμαιευμένες και οι αυθόρμητες αντιδράσεις του κοινού είναι για κάθε μέσο το βαρόμετρο της μικρότερης ή μεγαλύτερης ανταπόκρισής του, μόνο που ποτέ δεν είναι αρκετές ή αρκούντως αντιπροσωπευτικές, ώστε να μπορέσει να αξιολογήσει με ασφάλεια την αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που στέλνει στο κοινό του. Ο δεύτερος τρόπος σχεδιασμού ακροατηρίου, που επικεντρώνεται στις δημοσιογραφικές και εκδοτικές πρακτικές, άρα έχει αυτονόητο γλωσσικό ενδιαφέρον, συνδέεται με τη μορφολογία (δηλαδή το ύφος), τη θεματική και, γενικά, την ταυτότητα ενός εντύπου ή ενός καναλιού.

Είναι σχηματικός αλλά όχι παραμορφωτικός ο διαχωρισμός των μέσων ενημέρωσης σε "έγκυρα" και "λαϊκά": τα πρώτα σχεδιάζονται για μάλλον απαιτητικά "ακροατήρια", αφού στοχεύουν κυρίως τον homopoliticus, πριμοδοτούν την πληροφόρηση και όχι το διασκεδαστικό στοιχείο, χωρίς να παραμελούν την ψυχαγωγία (με την έννοια του ελεύθερου παιχνιδιού ή της αναστροφής με την τέχνη), αποφεύγουν θέματα που απευθύνονται στο θυμικό και τα πάθη των ανθρώπων, ενδιαφέρονται για μείζονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, χαρακτηρίζονται από καλώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό, προτιμούν μια υψηλή ποικιλία ύφους και, γενικά, επιζητούν ενεργητικούς, συμμετοχικούς δέκτες. Τα δεύτερα σχεδιάζονται για λιγότερο απαιτητικά "ακροατήρια", αφού στοχεύουν σε κοινό που καταναλώνει πληροφορίες και αγαθά με αλλοτριωμένη (δηλαδή, ψευδή) συνείδηση. Το στοιχείο της διασκέδασης με τη μορφή της γαργαλιστικής θεματολογίας και γραφής και η κυριαρχία της εικόνας ως τεκμηρίου ή διαφήμισης τίθενται στην υπηρεσία της καταγοήτευσης ακροατών ή αναγνωστών που επιλέγουν τον ρόλο του θεατή των δρωμένων. Και μια καταληκτική παρατήρηση: παρά την εγνωσμένη αποτελεσματικότητά τους η "έγκυρη" και η "λαϊκή" δημοσιογραφία δεν κατασκευάζουν "ακροατήρια", προτείνουν "μόδες" υπό συνεχή αναθεώρηση.


Η λειτουργία των τίτλων [headlines] στον τύπο και την τηλεόραση.






Εδώ και δεκαετίες έχει παρατηρηθεί ότι η πρώτη σελίδα των εφημερίδων δεν πληροφορεί απλώς τους αναγνώστες της για τα "νέα" της ημέρας, τα αναγγέλλει κιόλας "φωναχτά". Αυτό το προσκλητήριο σήμα στηρίζεται στη μορφή και τη γλώσσα των τίτλων, που διαφέρουν από το υπόλοιπο σώμα της εφημερίδας -σ' αυτή τη διαπίστωση συγκλίνουν όλοι οι μελετητές της γλώσσας των πρωτοσέλιδων (βλ. ενδεικτικά Mardh 1980· Iarovici & Amel 1989· Thogmartin 1991· Mäkelä 1993). Επειδή οι εφημερίδες επιδιώκουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των δυνητικών αναγνωστών τους, να τους οδηγήσουν δηλαδή στην ανάγνωση και των εσωτερικών σελίδων, οικονομούν τις σημαντικότερες ειδήσεις με γλώσσα υφολογικά σημαδεμένη (ελλειπτικές προτάσεις, καθημερινό και "λαϊκό" λεξιλόγιο που μεταδίδει τον τόνο της οικειότητας, υποδηλώσεις που εύκολα αναγνωρίζονται από το αναγνωστικό κοινό, μεταφορές και μετωνυμίες, μη δηλωτικές γλωσσικές πράξεις, όπως ερωτήσεις, προτροπές και αναφωνήσεις, κλπ,) και σημειωτικά πριμοδοτημένη (κεφαλαία και έντονα στοιχεία, εμβληματική χρήση των λέξεων, ρητορική χρήση της στίξης, σύμπλεξη του λόγου με την εικόνα κλπ). Έτσι, οι τίτλοι μπορούν να θεωρηθούν ταυτόχρονα είδος κειμένου -ίσως το ευκολότερα αναγνωρίσιμο ανάμεσα στα δημοσιογραφικά-, αφού τα γλωσσικά χαρακτηριστικά τους αποκλίνουν και από την κυρίαρχη νόρμα αλλά και από το "ιδίωμα" των εσωτερικών σελίδων της εφημερίδας, και μετα-κείμενο, αφού συνοψίζουν και σχολιάζουν το κείμενο ή τα κείμενα που ακολουθούν.

Στην εποχή μας έχει συντελεστεί ένας βαθμιαίος μετασχηματισμός της μορφής (κυρίως) αλλά και της γλώσσας των τίτλων. Η προώθηση οικονομικών αγαθών από τα ΜΜΕ, που μεταφράζεται σε αύξηση της ποσότητας και της επιρροής της εικόνας (διαφημιστικής και μη) πάνω στο κείμενο, είχε επιπτώσεις και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η παλαιότερη διάκριση των τίτλων σε τίτλους που πληροφορούν, δηλαδή εισάγουν άμεσα τον αναγνώστη στη θεματολογία του εντύπου, (και συνεπώς προτιμούνται από τις "έγκυρες" εφημερίδες και περιοδικά) και τίτλους που διασκεδάζουν, δηλαδή παρελκύουν τον αναγνώστη σοκάροντάς τον ευχάριστα, (και συνεπώς προτιμούνται από τις "λαϊκές" εφημερίδες και περιοδικά) έχει εν μέρει ανατραπεί: όλα τα έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας, "έγκυρα" και μη, υποκύπτουν εύκολα στον πειρασμό της συναισθηματικής χρήσης των τίτλων και της παραχώρησης όλο και περισσότερου χώρου στην εικόνα, που είναι άλλοτε συμμαχική προς τον λόγο και άλλοτε κυριαρχική πάνω του. Το συμπέρασμα είναι ότι στο πεδίο της πρώτης σελίδας το πληροφοριακό στοιχείο του τύπου φαίνεται να στενάζει κάτω από την πίεση του διασκεδαστικού στοιχείου, που υπηρετεί όχι μόνο πρακτικά (αναγγέλλοντας προϊόντα και υπηρεσίες) αλλά και ιδεολογικά τα μέσα ενημέρωσης-οικονομικές επιχειρήσεις. Αξιοσημείωτο είναι και το σχετικά πρόσφατο (στην Ελλάδα) φαινόμενο της χρήσης τίτλων στις τηλεοπτικές ειδήσεις: η τηλεόραση, μετά από αγώνα δεκαετιών να οπτικοποιήσει τα γεγονότα, προκειμένου να πείθουν αυτά τα ίδια για την αλήθεια τους και να προσλαμβάνονται από τους θεατές πιο ευχάριστα, μοιάζει να επιστρέφει στον λόγο. Μόνο που οι τίτλοι των τηλεοπτικών ειδήσεων δεν αποτελούν δυστυχώς κριτικά σχόλια αλλά σφραγίδες που εντυπώνονται (με την επίμονη προβολή τους) στο υποσυνείδητο των θεατών χειραγωγώντας τους προς αντιλήψεις στερεοτυπικές και αξίες όπως αυτές που αναπαράγουν οι τίτλοι-κράχτες της έντυπης δημοσιογραφίας.


Πηγή:






Η ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ







Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Το Κείμενο!

Κείμενο [text]





Η έννοια του κειμένου έχει περιγραφεί από δύο κυρίως σκοπιές: ως δομή ανώτερης τάξης από την πρόταση, προϊόν της διαδικασίας γραφής , και ως διαδικασία σε εξέλιξη, που ενσωματώνει συμφραστικούς παράγοντες (κυρίως το συνομιλιακό κείμενο). 

Η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει το κείμενο ως στατική γλωσσική οντότητα, της οποίας ο κύκλος ζωής έχει ολοκληρωθεί από τη στιγμή που το κείμενο έφυγε από τα χέρια του συγγραφέα (ή και του ομιλητή στην περίπτωση του μονολόγου), ενώ η δεύτερη το αντιλαμβάνεται ως διαδικασία παραγωγής μέσα σε συμφραζόμενα (καταστασιακά, ποιος γράφει/μιλάει σε ποιον κλπ.· πολιτισμικά, ποιο είναι το θέμα του κειμένου ή ποιο είδος λόγου επιλέχτηκε κλπ.· και γνωσιακά, ποιες είναι οι κοινές αντιλήψεις, αξίες, συμβάσεις κλπ. που μοιράζεται ο συγγραφέας/ομιλητής με τους αναγνώστες/ακροατές του). 

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι υποχρεωτικά συμπληρωματικές, αφού το κείμενο είναι ταυτόχρονα το «υλικό κείμενο», δηλαδή το καταγεγραμμένο ή ηλεκτρονικής μορφής προϊόν της διαδικασίας γραφής ή το καταγράψιμο προϊόν του συνομιλιακού λόγου , χωρίς το οποίο δεν είναι καν δυνατό να μιλούμε για κείμενο, αλλά και το «διαπραγματεύσιμο κείμενο», δηλαδή το κείμενο ως αντικείμενο κατανόησης και ερμηνείας από πλευράς του αναγνώστη. 

Σε αντιστοιχία προς τα παραπάνω θα ήταν ίσως προτιμότερο, μελετώντας ένα συγκεκριμένο κείμενο, να εννοούμε παράλληλα «το κείμενο του συγγραφέα/ομιλητή» και «το κείμενο του αναγνώστη/ακροατή», δηλαδή ενός αναγνώστη/ακροατή που «διαβάζει» (ερμηνεύει) ή «ξαναδιαβάζει» το ίδιο κείμενο ή πολλών αναγνωστών/ ακροατών που «διαβάζουν» ή «ξαναδιαβάζουν» το ίδιο κείμενο. 

«Κείμενο του συγγραφέα/ομιλητή» είναι ένα κείμενο από το πλήθος των νοητικών κειμένων (σχεδίων), προϊόν της σκέψης και των προθέσεων του συγγραφέα/ομιλητή, που καταλήγει να γίνει «υλικό κείμενο», δηλαδή μια σημασιολογική ενότητα, ανεξάρτητη από μέγεθος, που κωδικοποιείται σε προτάσεις τις οποίες υπερβαίνει δομικά, συνδέεται με συγκεκριμένα συμφραζόμενα, είναι ομοιογενής υφολογικά και σημαδεύεται από ορισμένα συνεκτικά γλωσσικά στοιχεία. Κάθε συγγραφέας/ομιλητής μπορεί να συλλάβει άπειρα νοητικά κείμενα, χωρίς, ωστόσο, κάποιο από αυτά να βρει τον δρόμο της πραγμάτωσής του. Από την άλλη πλευρά, κανένα πραγματωμένο κείμενο δεν πρέπει να θεωρείται η «καλύτερη» έκφραση των νοητικών του προπλασμάτων. Είναι απλώς το αποτέλεσμα των υποκειμενικών (του συγγραφέα/ομιλητή) και των συμφραστικών περιορισμών που επέδρασαν κατά τη διαδικασία παραγωγής του. 

«Κείμενο του αναγνώστη/ακροατή» είναι η νοητική αναπαράσταση του «κειμένου του συγγραφέα/ομιλητή» που σχηματίζεται στο μυαλό του αναγνώστη/ακροατή, καθώς διαβάζει το «υλικό κείμενο». Είναι όλη η προσπάθεια του τελευταίου να ενεργοποιήσει το κοινό με τον συγγραφέα/ομιλητή αντιληπτικό δυναμικό του, δηλαδή τα γλωσσικά και τα συμφραστικά δεδομένα του «υλικού κειμένου», ώστε να καταλήξει σε μια ερμηνεία. 

Ο βαθμός σύμπτωσης του «κειμένου του συγγραφέα/ομιλητή» με το «κείμενο του αναγνώστη/ακροατή» παραμένει ακόμη ζήτημα εκτίμησης του μελετητή.





Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Τα Συνδετικά Ρήματα



👉Τα ρήματα που συνδέουν το Υποκείμενο ή το Αντικείμενο με το Κατηγορούμενο ονομάζονται Συνδετικά.

👉 Το κατεξοχήν συνδετικό ρήμα, το οποίο συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, είναι το ρήμα εἰμί (είμαι). Ως συνδετικά όμως χρησιμοποιούνται και άλλα ρήματα συγγενικά ως προς τη σημασία με το εἰμί, όπως ὑπάρχω (είμαι), τυγχάνω (συμβαίνει να είμαι), διαμένω, διατελῶ (είμαι συνεχώς), ἔφυν (γεννήθηκα, είμαι), πέφυκα (είμαι από τη φύση μου), γίγνομαι (γίνομαι), καθίσταμαι (γίνομαι), ἀποβαίνω (καταντώ, γίνομαι, αποδεικνύομαι), ἐκβαίνω, φαίνομαι κά.

ΘΟΥΚ 4.4.3 τὸ γὰρ πλέον τοῦ χωρίου αὐτὸ καρτερὸν ὑπῆρχε καὶ οὐδὲν ἔδει τείχους || γιατί το μεγαλύτερο μέρος της τοποθεσίας ήταν από μόνη της οχυρή και δεν χρειαζόταν καθόλου τείχος.

ΠΛ Πρωτ 313e εἰ μὲν οὖν σὺ τυγχάνεις ἐπιστήμων τούτων || αν λοιπόν εσύ συμβαίνει να είσαι καλός γνώστης αυτών των ζητημάτων.

ΞΕΝ Απομν 1.6.2 ἀνυπόδητός τε καὶ ἀχίτων διατελεῖς
|| είσαι συνεχώς χωρίς παπούτσια και χιτώνα.

ΘΟΥΚ 1.34.3 ὁ γὰρ ἐλαχίστας τὰς μεταμελείας ἐκ τοῦ χαρίζεσθαι τοῖς ἐναντίοις λαμβάνων ἀσφαλέστατος ἂν διατελοίη || γιατί όποιος ελάχιστες φορές έχει αφορμή να μετανιώσει επειδή χαρίστηκε στους αντιπάλους του, αυτός έχει τη δυνατότητα να ζήσει με τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

ΞΕΝ Αγ 3.5 ἢν μέντοι ἐγὼ γένωμαι στρατηγός || άν όμως εγώ γίνω στρατηγός.

ΘΟΥΚ 1.24.3 προελθόντος δὲ τοῦ χρόνου ἐγένετο ἡ τῶν Ἐπιδαμνίων δύναμις μεγάλη καὶ πολυάνθρωπος || με το πέρασμα του χρόνου η δύναμη των Επιδαμνίων έγινε μεγάλη και πολυάνθρωπη.

ΘΟΥΚ 7.28.1 καὶ ἀντὶ τοῦ πόλις εἶναι φρούριον κατέστη 
|| κι αντί να είναι πόλη έγινε φρούριο.

ΘΟΥΚ 3.53.2 καὶ ὑμᾶς (ὑποπτεύομεν) μὴ οὐ κοινοὶ ἀποβῆτε 
|| υποπτευόμαστε κι εσάς μήπως δεν φανείτε αμερόληπτοι.

ΘΟΥΚ 2.20.4 ὁ χῶρος ἐπιτήδειος ἐφαίνετο ἐνστρατοπεδεῦσαι || ο χώρος φαινόταν κατάλληλος για να στρατοπεδεύσουν.

ΠΛ Πρωτ 327c ὅστις σοι ἀδικώτατος φαίνεται ἄνθρωπος || όποιος σου φαίνεται ο πιο άδικος άνθρωπος.



👉 Επίσης ως συνδετικά χρησιμοποιούνται και τα ρήματα των παρακάτω κατηγοριών:

(α) τα δοξαστικά: νομίζω/νομίζομαι (θεωρούμαι), κρίνω/κρίνομαι, ὑπολαμβάνω/ὑπολαμβάνομαι (θεωρούμαι), φαίνομαι, δοκῶ/δοκοῦμαι, ἡγοῦμαι, λαμβάνω (βρίσκω κάποιον κάπως/θεωρώ κάτι ως κάτι), ποιῶ (θεωρώ, νομίζω κάτι ως), τίθημι (θεωρώ κάτι ως), χρῶμαι (χρησιμοποιώ, θεωρώ, έχω κάποιον ως κάτι) κά.

ΠΛ Πολ 569b ὅσοι ἂν διαφερόντως ἐν τῷ βίῳ ἀγαθοὶ κριθῶσι || όσοι κριθούν εξαιρετικά ενάρετοι στη ζωή τους.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1361a25 εὐδοξία δ' ἐστὶν τὸ ὑπὸ πάντων σπουδαῖον ὑπολαμβάνεσθαι || η καλή φήμη συνίσταται στο να θεωρείται το άτομο αξιόλογο από όλους.

(β) τα κλητικά:λέγομαι, καλῶ/καλοῦμαι, ὀνομάζω/ὀνομάζομαι, ἀκούω (έχω τη φήμη, χαρακτηρίζομαι), προσαγορεύω/προσαγορεύομαι κά.

ΠΛ Νομ 681d αὐτοὶ νομοθέται κληθήσονται || οι ίδιοι θα ονομαστούν νομοθέτες.

ΔΗΜ 18.46 νῦν κόλακες καὶ θεοῖς ἐχθροὶ […] ἀκούουσιν 
|| τώρα αποκαλούνται κόλακες κι εχθροί των θεών.

(γ) τα μεταποιητικά και προχειριστικά: αἱροῦμαι (εκλέγομαι),ἀποδείκνυμαι (διορίζομαι), χειροτονοῦμαι (εκλέγομαι), λαγχάνω (εκλέγομαι με κλήρο)/λαγχάνομαι, κληροῦμαι , ἐκλέγω, ἵσταμαι (τοποθετώ κάποιον ως κάτι), καθίστημι (διορίζω, κάνω κάποιον κάτι), λαγχάνω (ορίζω με κλήρο κάποιον ως), ὁρίζω (ορίζω κάποιον ως κάτι), τάττω (διορίζω κάποιον κάτι) κά.

ΛΥΣ 12.65 (Θηραμένης) στρατηγὸς ὑπ' αὐτῶν ᾑρέθη || ο Θηραμένης εκλέχθηκε απ' αυτούς στρατηγός.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.2.19 Κροῖσος μὲν ᾕρηται τῶν πολεμίων στρατηγός || ο Κροίσος έχει εκλεγεί στρατηγός των εχθρών.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.7 στρατηγὸς δὲ καὶ πάντων ἀπεδείχθη οἷς καθήκει εἰς Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζεσθαι || διορίσθηκε επιπλέον στρατηγός και όλων όσοι είναι καθιερωμένο να συναθροίζονται στην πεδιάδα του Καστωλού.

ΑΙΣΧΙΝ 3.28 (Δημοσθένης) οὔτ' ἔλαχε τειχοποιός, οὔτ' ἐχειροτονήθη ὑπὸ τοῦ δήμου || ο Δημοσθένης ούτε ορίστηκε με κλήρο, ούτε εκλέχθηκε από τον λαό ως επιμελητής των τειχών.


(δ) Διάφορα ρήματα:

δέχομαι (αποδέχομαι κάποιον ως)
ἔχω (έχω κάποιον κάτι)
παρέχω (δείχνω, παρουσιάζω)
κτάομαι/κτῶμαι (κάνω κάποιον κάτι)
παρασκευάζω (καθιστώ κάποιον κάτι)
τυγχάνω (βρίσκω κάποιον κάτι) + 2 Γενικές
φυλάττω (φυλάω κάποιον κάπως)


ΣΧΕΤΙΚΑ ONLINE ΜΑΘΗΜΑΤΑ:

14, 15, 17







Πηγή:










Το Υποκείμενο στα Αρχαία Ελληνικά

"Αρχές Σύνταξης 

της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας"





👉 Η πιο απλή μορφή πρότασης της αρχαίας ελληνικής αποτελείται, όπως και στα νέα ελληνικά, από δύο όρους: το υποκείμενο και το κατηγόρημα, π.χ. Σωκράτης ἀπῆλθε, Κῦρος ἦν φιλομαθέστατος. Το υποκείμενο δηλώνει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση, όπως τα κύρια ονόματα Σωκράτης και Κῦρος στα προηγούμενα παραδείγματα. Κατηγόρημα ονομάζεται οτιδήποτε λέγεται στην πρόταση για το υποκείμενο και μπορεί είτε να εκφέρεται μόνο με έναν ρηματικό τύπο π.χ. ἀπῆλθε (μονολεκτικό κατηγόρημα), είτε να αποτελείται από έναν τύπο του ρήματος εἰμί ή συγγενικού ρήματος και ένα επίθετο ή ουσιαστικό το οποίο χαρακτηρίζει το υποκείμενο π.χ. ἦν φιλομαθέστατος (περιφραστικό κατηγόρημα). Στο περιφραστικό κατηγόρημα το επίθετο ή το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει το υποκείμενο λέγεται κατηγορούμενο, ενώ το ρήμα που συνδέει το υποκείμενο με τη χαρακτηριστική ιδιότητά του ονομάζεται συνδετικό ρήμα.


ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ



👉 Ως υποκείμενο των προσωπικών ρημάτων χρησιμοποιούνται τα ουσιαστικά (ή κάποιος όρος ισοδύναμος με ουσιαστικό) σε πτώση πάντοτε ονομαστική.

ΘΟΥΚ 1.1.1 Θουκυδίδης … ξυνέγραψε || ο Θουκυδίδης συνέγραψε.

ΘΟΥΚ 1.28.1 ἐπύθοντο οἱ Κερκυραῖοι || πληροφορήθηκαν οι Κερκυραίοι.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.5.6 ὁ σῖτος ἐπέλιπε || τέλειωσαν τα τρόφιμα.

ΔΗΜ 18.6 οἱ νόμοι κελεύουσι || οι νόμοι προστάζουν.

ΠΛ Φαιδ 59d ἕως ἀνοιχθείη τὸ δεσμωτήριον || ώσπου να ανοίξει το δεσμωτήριο.



👉 Τη λειτουργία του υποκειμένου μπορούν να αναλάβουν και οι παρακάτω όροι, οι οποίοι ισοδυναμούν με ουσιαστικό:

• Αντωνυμίες και αριθμητικά:

ΔΗΜ 54.17 θαυμάζω γὰρ ἔγωγε || εγώ τουλάχιστον εκπλήσσομαι.

ΔΗΜ 20.73 ἐπειδὴ δ' οὐχ ἧκον οὗτοι || κι όταν αυτοί δεν επέστρεψαν.

ΔΗΜ 45.64 ἐπειδὴ δ' ἀπώλετ' ἐκεῖνος || κι όταν εκείνος καταστράφηκε.


• Ουσιαστικοποιημένα επίθετα ή μετοχές:

ΙΣΟΚΡ 10.49 οἱ δὲ βάρβαροι τοσοῦτον ἐφρόνησαν || οι βάρβαροι απέκτησαν τόση αυτοπεποίθηση.

ΛΥΣ 19.2 πάντες ἴσασιν || όλοι γνωρίζουν.

ΘΟΥΚ 2.34.4 ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων || συμμετέχει στην τελετή της εκφοράς (των νεκρών) όποιος θέλει και από τους πολίτες και από τους ξένους.


• Αναφορικές προτάσεις:

ΛΥΣ 12.35 ὅσοι δὲ ξένοι ἐπιδημοῦσιν, εἴσονται πότερον ἀδίκως τοὺς τριάκοντα ἐκκηρύττουσιν ἐκ τῶν πόλεων ἢ δικαίως || κι όσοι ξένοι βρίσκονται στην πόλη μας θα μάθουν αν δίκαια ή άδικα απελαύνουν τους Τριάκοντα από τις πόλεις τους.

ΛΥΣ 31.23 ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλοτρίους ποιήσειεν; || όποιος διαπράττει τέτοια αδικήματα σε βάρος των δικών του συγγενών, τι θα ήταν άραγε ικανός να πράξει αναφορικά με τους ξένους;


• Εμπρόθετο, επίρρημα ή γενική με άρθρο:


ΘΟΥΚ 8.75.3 ξυνώμνυσαν δὲ καὶ Σαμίων πάντες τὸν αὐτὸν ὅρκον οἱ ἐν τῇ ἡλικίᾳ || ορκίστηκαν συγχρόνως κάνοντας τον ίδιο όρκο και όλοι οι Σάμιοι που βρίσκονταν σε ηλικία στράτευσης.

ΘΟΥΚ 2.11.4 ἄδηλα γὰρ τὰ τῶν πολέμων || γιατί η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι άγνωστη.

• Έναρθρο απαρέμφατο:

ΠΛ Φαιδ 71c τῷ ζῆν ἐστί τι ἐναντίον, ὥσπερ τῷ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν || υπάρχει κάτι το αντίθετο προς τη ζωή, όπως ο ύπνος είναι αντίθετος προς την εγρήγορση.

Όταν το υποκείμενο δηλώνει ποσό κατά προσέγγιση, τότε εκφέρεται εμπρόθετα με τις προθέσεις εἰς, ἀμφί, περί, κατά, ὑπέρ και αιτιατική:

ΞΕΝ Ελλ 6.5.10 ἔφυγον εἰς Λακεδαίμονα περὶ ὀκτακοσίους || κατέφυγαν στη Σπάρτη περίπου οχτακόσιοι.

ΘΟΥΚ 1.8.1 ὑπὲρ ἥμισυ (τῶν τεθνεώτων) Κᾶρες ἐφάνησαν || πάνω από τους μισούς νεκρούς αποδείχτηκαν Κάρες.

ΛΥΣ 13.8 εἰ κατασκαφείη τῶν τειχῶν τῶν μακρῶν ἐπὶ δέκα στάδια ἑκατέρου || αν γκρεμιστεί σε έκταση δέκα σταδίων καθένα από τα μακρά τείχη.


👉 Παράλειψη του υποκειμένου. Το υποκείμενο του ρήματος παραλείπεται κανονικά όταν είναι αντωνυμία του πρώτου ή δευτέρου προσώπου, όπως συμβαίνει και στα νέα ελληνικά, γιατί υποδηλώνεται από την κατάληξη του ρήματος. Διατηρείται μόνο στις περιπτώσεις που εκφράζεται έμφαση ή αντιδιαστολή.

ΔΗΜ 15.6 παρελθὼν πρῶτος ἐγὼ παρῄνεσα || αφού ανέβηκα στο βήμα πρώτος εγώ σας συμβούλευσα (έμφαση).

ΔΗΜ 48.3 οὐκ ἐγὼ αἴτιός εἰμι τοῦ εἰς τὸ δικαστήριον εἰσιέναι, ἀλλ' οὗτος αὐτός || δεν είμαι εγώ αίτιος της παραπομπής του στο δικαστήριο, αλλά αυτός ο ίδιος (αντιδιαστολή).


👉 Το υποκείμενο του ρήματος σε τρίτο πρόσωπο παραλείπεται συνήθως όταν:

(α) μπορεί να εννοηθεί εύκολα από τα συμφραζόμενα, 
(β) είναι αόριστο, οπότε εννοείται ως υποκείμενο η αόριστη αντωνυμία τις ή ο κάποιος άλλος αόριστος όρος π.χ. οἱ ἄνθρωποι, τὰ πράγματα κ.ά. και 
(γ) η ενέργεια που εκφράζει το ρήμα αρμόζει σε ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, όπως με τα ρήματα ἐσάλπιγξε (ὁ σαλπιγκτής), ἐκήρυξε (ὁ κῆρυξ), ἀναγνώσεται (ὁ γραμματεύς) κ.ά., καθώς και με ρήματα δηλωτικά φυσικών φαινομένων, όπως ὕει βρέχει, νίφει χιονίζει, ἀστράπτει, ἔσεισε έγινε σεισμός κλπ.,για τα οποία ως υποκείμενο εννοείται ὁ θεός ή Ζεύς.

ΞΕΝ Αγ 1.13 μέγα φρονήσας ὁ Τισσαφέρνης ἐπὶ τῷ καταβάντι στρατεύματι προεῖπεν Ἀγησιλάῳ πόλεμον, εἰ μὴ ἀπίοι ἐκ τῆς Ἀσίας (ενν. ὁ Ἀγησίλαος) || ο Τισσαφέρνης, επειδή αλαζονεύτηκε από την άφιξη του νέου στρατεύματος, απείλησε τον Αγησίλαο ότι θα του επιτεθεί, αν δεν αποχωρήσει από την Ασία.

ΙΣΑΙΟΣ 2.13 ὁ νόμος, ὅς κελεύει τὰ ἑαυτοῦ ἐξεῖναι διαθέσθαι ὅπως ἄν ἐθέλῃ (ενν. τις) || ο νόμος, ο οποίος ορίζει ότι μπορεί κανείς να διαθέσει την περιουσία του όπως θέλει.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.3.16 καὶ τὸ μνῆμα ὑπερμέγεθες ἐχώσθη, ὥς φασιν (ενν. οἱ ἄνθρωποι) || και το μνήμα με συσσώρευση χώματος κατασκευάστηκε τεράστιο, όπως λένε.

ΑΙΣΧΙΝ 3.15 τοὺς νόμους ἀναγνώσεται (ενν.ὁ γραμματεύς) || ο γραμματέας θα διαβάσει τους νόμους.


👉 Συμφωνία του υποκειμένου με το ρήμα. Το ρήμα της πρότασης κανονικά συμφωνεί με το υποκείμενό του ως προς το πρόσωπο και τον αριθμό, όπως και στα νέα ελληνικά: σὺ λέγεις, ἡμεῖς λέγομεν, οὗτοι λέγουσι. Όταν όμως το υποκείμενο είναι ουδέτερο πληθυντικού αριθμού, τότε στην αττική διάλεκτο το ρήμα βρίσκεται κανονικά σε ενικό αριθμό (αττική σύνταξη).

ΞΕΝ Ελλ 2.3.11 τὰ μακρὰ τείχη καὶ τὰ περὶ τὸν Πειραιᾶ καθῃρέθη || γκρεμίστηκαν τα μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά.

ΞΕΝ Ελλ 5.1.32 ὥσπερ τὰ βασιλέως γράμματα ἔλεγεν 
||  όπως όριζαν οι επιστολές του Βασιλιά.

ΛΥΣ 13.20 τὰ ψηφίσματα <τὰ> ἐξ ἐκείνης τῆς βουλῆς […] ἐπὶ καταλύσει τοῦ δήμου τοῦ ὑμετέρου ἅπαντα ἐγένετο
||όλα ανεξαιρέτως τα ψηφίσματα εκείνης της βουλής έγιναν με σκοπό την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ακόμη και στην αττική διάλεκτο όμως, δεν λείπουν περιπτώσεις που η αττική σύνταξη παραβιάζεται,

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.17 φανερὰ ἦσαν καὶ ἵππων καὶ ἀνθρώπων ἴχνη πολλά (αντί ἦν) || ήταν ορατά πολλά ίχνη και αλόγων και ανθρώπων.

👉 Όταν το υποκείμενο είναι περιληπτικό ουσιαστικό (ουσιαστικό το οποίο γραμματικά είναι ενικού αριθμού, ως προς τη σημασία του όμως δηλώνει πλήθος προσώπων, π.χ. οι λέξεις τὸ πλῆθος, ἡ πόλις, τὸ στράτευμα, ὁ ὅμιλος, κλπ.), το ρήμα είναι δυνατόν να βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό, συμφωνώντας με τον σημασιολογικό και όχι τον γραμματικό αριθμό του υποκειμένου (σύνταξη κατά το νοούμενο).

ΘΟΥΚ 1.20.1 Ἀθηναίων γοῦν τὸ πλῆθος Ἵππαρχον οἴονται ὑφ' Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος τύραννον ὄντα ἀποθανεῖν || οι περισσότεροι λοιπόν από τους Αθηναίους πιστεύουν πως ο Ίππαρχος σκοτώθηκε από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, ενώ ήταν τύραννος.

ΘΟΥΚ 1.125.1 τὸ πλῆθος ἐψηφίσαντο πολεμεῖν || η πλειοψηφία υπερψήφισε την πρόταση για πόλεμο.

ΘΟΥΚ 6.32.2 ξυνεπηύχοντο δὲ καὶ ὁ ἄλλος ὅμιλος ὁ ἐκ τῆς γῆς || μαζί με τους προηγούμενους (δηλ. εκείνους που βρίσκονταν πάνω στα πλοία) πρόσθετε τις προσευχές του και το άλλο πλήθος που βρισκόταν στην ακτή.

👉 Στην περίπτωση που το ρήμα έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα, κανονικά βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό. Αν, επιπλέον, τα υποκείμενά του διαφέρουν ως προς το πρόσωπο, το ρήμα συμφωνεί με το επικρατέστερο πρόσωπο (επικρατέστερο είναι το πρώτο σε σχέση με το δεύτερο και το τρίτο, και το δεύτερο σε σχέση με το τρίτο).

ΠΛ Γοργ 523a διενείμαντο τὴν ἀρχὴν ὁ Ζεὺς καὶ ὁ Ποσειδῶν καὶ ὁ Πλούτων || μοίρασαν την εξουσία μεταξύ τους ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.1 καὶ ὁ μὲν πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ πάλαι δὴ […] ἐτετελευτήκεσαν αὐτῷ || ο πατέρας και η μητέρα του από καιρό πια του είχαν πεθάνει.

ΠΛ Πρωτ 361a ἐγώ τε καὶ σὺ μακρὸν λόγον ἑκάτερος ἀπετείναμεν || και εγώ και εσύ, ο καθένας από τη σκοπιά του, μιλήσαμε για πολλή ώρα.

ΛΥΣ 18.21 Διόμνηστος καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφὸς ἐκ μιᾶς οἰκίας τρεῖς ὄντες τριηραρχοῦμεν || ο Διόμνηστος και εγώ και αδελφός μου, τρεις από μια οικογένεια, είμαστε τριήραρχοι.


👉 Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που το ρήμα, παρότι έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα, βρίσκεται σε ενικό αριθμό και συμφωνεί ως προς το πρόσωπο με το πλησιέστερο ή το επικρατέστερο υποκείμενο.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.3.11 παρῆν δὲ ὁ Γωβρύας καὶ ὁ Γαδάτας (αντί παρῆσαν) || ήταν παρόντες ο Γωβρύας και ο Γαδάτας.

ΔΗΜ 18.172 ἐκεῖνος ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἡμέρα 'κείνη οὐ μόνον εὔνουν καὶ πλούσιον ἄνδρ' ἐκάλει, ἀλλὰ καὶ παρηκολουθηκότα τοῖς πράγμασιν ἐξ ἀρχῆς (αντί ἐκάλουν) 
|| η περίσταση και η ημέρα εκείνη απαιτούσαν έναν άνδρα όχι μόνο με καλές διαθέσεις για την πόλη και πλούσιο, αλλά και κάποιον που είχε παρακολουθήσει εξ αρχής την εξέλιξη των πραγμάτων.

ΛΥΣ 19.1 ἐὰν ἐγὼ μὲν μὴ νῦν εὖ εἴπω, οὐ μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ δόξει ἄδικος εἶναι (αντί δόξομεν ἄδικοι εἶναι) || αν εγώ τώρα δεν υπερασπιστώ σωστά την υπόθεση, όχι μόνο εγώ, αλλά και ο πατέρας μου θα φανεί άδικος.

ΠΛ Νομ 699d ἐπισκόπει μὴν καὶ σὺ καὶ Κλεινίας (αντί ἐπισκοπεῖτε) || εξετάστε λοιπόν κι εσύ και ο Κλεινίας.


Σχετικά Online Μαθήματα:

16









Πηγή: