Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Αρχαία Ελληνικά, Συντακτικό

Μεταβατικά  & Αμετάβατα
Μονόπτωτα & Δίπτωτα Ρήματα
στα Αρχαία Ελληνικά!

(Άμεσο & Έμμεσο Αντικείμενο)

ΤΟ ΡΗΜΑ

💕 Το ρήμα θεωρείται το βασικό στοιχείο για το σχηματισμό μιας προτάσεως κάθε είδους.

💕Όπως και στη ν.ε., οι διαθέσεις του ρήματος είναι τέσσερις: Ενεργητική, Μέση, Παθητική και Ουδέτερη. 

Έτσι και τα ρήματα είναι:

1. Ενεργητικής διαθέσεως ή Ενεργητικά (λαμβάνω, γελῶ),

2. Μέσης διαθέσεως ή Μέσα (γυμνάζομαι, πολιτεύομαι),

3. Παθητικής διαθέσεως ή Παθητικά (διδάσκομαι, ὀνομάζομαι),

4. Ουδέτερης διαθέσεως ή Ουδέτερα (ὑγιαίνω, ζῶ).

TA ENEPΓHTIKA ΡΗΜΑΤA

Ενεργητικά ρήματα ή ρήματα ενεργητικής διάθεσης ονομάζονται όσα δηλώνουν ότι το υποκείμενό τους ενεργεί. Διακρίνονται σε:

  1. α) Μεταβατικά· σημαίνουν ενέργεια του υποκειμένου η οποία μεταβαίνει σε ένα άλλο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα, που αποτελεί το αντικείμενο του ρήματος:
    Ἀγησίλαος τοὺς συμμάχους συνεκάλεσε.
    Οἱ Θηβαῖοι ἔπεμψαν κήρυκας.
    N.E.: Πλένω το αυτοκίνητο.
  2. β) Αμετάβατα· σημαίνουν ενέργεια του υποκειμένου η οποία δε μεταβαίνει σε άλλο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα. Τα αμετάβατα ρήματα δεν έχουν αντικείμενο:
    Οὔτε γελᾷ οὔτε δακρύει.
    Οἱ πολέμιοι ἔφευγον.
    N.E.: Το παιδί παίζει.

 Πολλά ενεργητικά ρήματα, ανάλογα με τα συμφραζόμενα και τη σημασία τους, χρησιμοποιούνται, όπως και στη Ν.Ε., άλλοτε ως μεταβατικά και άλλοτε ως αμετάβατα:

  1. α) Ρήματα που αρχικά ήταν μεταβατικά, αλλά χρησιμοποιούνται και ως αμετάβατα:
  2. Ρήμα

    Ως μεταβατικό

    Ως αμετάβατο

    ἄγω

    ἄγω τὴν στρατιὰν (οδηγώ)

    ἄγω ἐπὶ τοὺς πολεμίους
    (βαδίζω εναντίον των εχθρών)

    ἀπαγορεύω

    ἀπηγόρευσεν αὐτῷ
    (απαγόρευσε σ' αυτόν)

    ἀπηγόρευσεν ὑπὸ τοῦ δρόμου
    (κουράστηκε από τον δρόμο)

    βάλλω

    ἔβαλλον λίθους (έριχναν πέτρες)

    βάλλ' ἐς κόρακας (άντε χάσου!)

    ἔχω

    ἔχω χρήματα

    εὖ ἔχω (είμαι καλά)

    καταλύω

    κατέλυσε τὴν δημοκρατίαν

    οὐδαμοῦ κατέλυσε
    (πουθενά δε στάθμευσε)

    πράττω

    πράττω τὰ πολιτικὰ
    (ασχολούμαι με την πολιτική)

    εὖ πράττω (ευτυχώ) –
    κακῶς πράττω
     (δυστυχώ)

    τελευτῶ
    κ.ά.

    εὖ ἐτελεύτα τάδε
    (τα έφερε σε πέρας)

    οὕτως ἐτελεύτα (έτσι πέθανε) –
    ὁ χειμὼν ἐτελεύτα
     (ο χειμώνας τελείωνε)


    N.E.: •
     δεν άλλαξα γνώμη – αλλάξανε τα πράγματα

     το δόντι με πέθανε – πέθανε ξαφνικά
  1. β) Ρήματα που αρχικά ήταν αμετάβατα, αλλά χρησιμοποιούνται και ως μεταβατικά:

  2. Ρήμα

    Ως αμετάβατο

    Ως μεταβατικό

    ἀποδιδράσκω

    οὗτοι ἀπέδρασαν (δραπέτευσαν)

    ἀπέδρασαν ἡμᾶς (μας ξέφυγαν)

    γελῶ

    οὐδεὶς ἐγέλασε

    μὴ γελάσῃς μοῖραν (μην περιγελάσεις τη μοίρα)

    μένω

    ἐνταῦθα ἔμενον

    τὸν ἐλεύθερον μένει (περιμένει)

    πλέω

    ἔπλεον ἐπὶ τὴν Κέρκυραν

    ἔπλεον τὸν Ἀράβιον κόλπον

    χωρῶ
    κ.ά.

    ἄνω ἐχώρουν
    (προχωρούσαν προς τα πάνω)

    ἐχώρουν τὴν ὁδὸν (βάδιζαν τον δρόμο)

    N.E.: • η πόρτα τρίζει – τρίζει τα δόντια
             το νερό έβρασε – βράζει τα μακαρόνια

➤ Mερικά ενεργητικά ρήματα μεταβάλλονται από μεταβατικά σε αμετάβατα, και αντίστροφα, όταν συντίθενται με πρόθεση:


βάλλω: ἔβαλλον τοὺς Ἀθηναίους – εἰσέβαλον εἰς τὴν χώραν
βαίνω: μετὰ ῥυθμοῦ βαίνουσι (προχωρούν) – διέβαινον τὸν ποταμὸν
ἵσταμαι: ἐνταῦθα ἵσταντο οἱ πολέμιοι (στέκονταν) – ὑφίστανται τὸν πόνον
N.E.: στέκεται στην πόρτα – μου παραστέκεται

 ΤO ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝO

*μετοχή ουδετέρου του ρήματος "ἀντίκειμαι"(= κείμαι, τοποθετούμαι απέναντι), δηλαδή είναι αυτό που βρίσκεται απέναντι από το ρήμα, ως αποδέκτης της ενέργειας του ρήματος!

Αντικείμενο ονομάζεται ο όρος της πρότασης που δηλώνει το πρόσωπο, το ζώο ή το πράγμα στο οποίο μεταβαίνει ή στο οποίο αναφέρεται η ενέργεια του υποκειμένου.

Αντικείμενο μπορούν να πάρουν τα ρήματα, τα απαρέμφατα, οι μετοχές (δηλαδή οι ρηματικοί τύποι), με την προϋπόθεση να είναι μεταβατικά!

Προσοχή!!!
Το ίδιο ρήμα μπορεί να λειτουργεί άλλοτε ως μεταβατικό και άλλοτε ως αμετάβατο κι έχουν συνήθως διαφορετική μετάφραση στην κάθε περίπτωση. Θα προσέξεις το ΝΟΗΜΑ για  να μην κάνεις λάθος!

Το αντικείμενο, όταν είναι ουσιαστικό ή λέξη / φράση σε θέση ουσιαστικού (ουσιαστικοποιημένη), τίθεται πάντοτε σε μια από τις πλάγιες πτώσεις: γενική, δοτική, αιτιατική.

Όταν ένα ρήμα έχει 2 ή περισσότερα αντικείμενα στην ίδια πτώση και συνδέονται παρατακτικά ή με κόμματα, τότε είναι ΜΟΝΟΠΤΩΤΟ!
Οι περιφράσεις (ρήμα + ουσιαστικό συνήθως) ισοδυναμούν με ΡΗΜΑ που παίρνει ένα αντικείμενο. Επομένως το ουσιαστικό που συνάπτεται με το ρήμα δε λογίζεται ως αντικείμενο! 
 Π.χ. Πόλεμον ποιοῦμαι (= πολεμώ) τοῖς Ἔλλησιν (Αντικείμενο).

Ως αντικείμενο τίθεται:

  1. α) Oυσιαστικό:
    Οἱ Ἀθηναῖοι ἐφρούρουν τὰ τείχη.
    N.E.: Η μητέρα έφτιαξε φαγητό.
  2. β) Επίθετομετοχή ή αντωνυμία:
    Τοὺς ξένους ἀδικεῖ σφόδρα.
    Ἐκάλεσε τοὺς ἐργαζομένους.
    Εὐμενῶς ἐδέξατο ἡμᾶς.
    N.E.: • Aπέφευγε τους πονηρούς και τους ξιπασμένους Πρότεινα εσένα για αρχηγό.
  3. γ) Απαρέμφατο (άναρθρο ή έναρθρο):
    Ξύνεδροι βούλονται γίγνεσθαι.
    Οἱ ἔφιπποι φοβοῦνται τὸ καταπεσεῖν.
    N.E.: Έχουν διατηρηθεί κάποια αρχαία απαρέμφατα που τίθενται στον λόγο και ως αντικείμενα:
              Αυτό το παιδί έχει λέγειν.
  4. δ) Άκλιτη λέξη ή φράση με άρθρο:
    Τοὺς μὲν ἀπέκτεινε, τοὺς δὲ ἠνδραπόδισε. (υποδούλωσε)
    N.E.: • Δεν είπα ακόμη το ναι.  Ποιος είπε το «μολών λαβέ»;
  5. ε) Εμπρόθετος προσδιορισμός με ή χωρίς άρθρο (Πρόθεση + Αιτιατική):
    Ἑώρων τοὺς ἀπὸ Φυλῆς εὐτυχοῦντας.
    Διέφθειραν ἐς ὀκτακοσίους. (Σκότωσαν περίπου οχτακόσιους.)
    N.E.: Μίλησα στον διευθυντή.
  6. στ) Δευτερεύουσα ονοματική πρόταση (Ειδική, Ενδοιαστική, Πλάγια Ερωτηματική, Αναφορική):
    Λέγουσιν ὅτι δεκαταῖος ἀφίκετο ἐπὶ τὸ ὄρος.
    Φοβεῖται μὴ τὰ ἔσχατα πάθῃ.
    N.E.: • Είπε ότι θα έρθει.  Φοβάται μην εκτεθεί.

Γενικές παρατηρήσεις

  1. α) Το αντικείμενο μπορεί να παραλείπεται, όταν εύκολα εννοείται:
    Τἀληθῆ ἐρῶ καὶ οὐκ ἀποκρύψομαι. [τἀληθῆ ]
    N.E.: Ξεκλείδωσε να μπω. [την πόρτα]
  2. β) Το αντικείμενο μπορεί να είναι:

    1. άμεσο ή έμμεσο 
    2. εξωτερικό 
    3. εσωτερικό:
      • εσωτερικό αντικείμενο του αποτελέσματος 
      • κυρίως εσωτερικό αντικείμενο ή σύστοιχο.

Το αντικείμενο των μεταβατικών ρημάτων

Τα μεταβατικά ρήματα διακρίνονται σε:

  1. α) Μονόπτωτα· δέχονται ένα αντικείμενο ή περισσότερα στην ίδια πλάγια πτώση, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους παρατακτικά ή χωρίζονται με κόμμα:
    Ἐπαινοῦμεν τοὺς δικαίους.
    Ἐπαινοῦμεν οὐ μόνον τοὺς δικαίους ἀλλὰ καὶ τοὺς συνετοὺς καὶ τοὺς σοφούς.
    N.E.: • Αγόρασε βιβλία Αγόρασε βιβλία και τετράδια.
  2. β) Δίπτωτα· δέχονται δύο αντικείμενα σε δύο διαφορετικές πλάγιες πτώσεις ή δύο αντικείμενα σε αιτιατική, από τα οποία το ένα είναι πρόσωπο και το άλλο πράγμα:
    Ἔδωκε τὰ γράμματα τοῖς φίλοις.
    Διδάσκουσι τοὺς παῖδας σωφροσύνην.
    N.E.: • Της πήραν το δίπλωμα Μαθαίνει την Άννα χορό.
  3. Συγκεντρωτικός πίνακας

    Μονόπτωτα: αντικείμενο σε:

    Γενική
    Δοτική
    Αιτιατική

    Δίπτωτα: αντικείμενο σε:

    Αιτιατική και Αιτιατική
    Αιτιατική και  Γενική
    Αιτιατική και  Δοτική
    Γενική      και  Δοτική

 Αντί της αιτιατικής πράγματος ως αντικείμενο μπορεί να τεθεί απαρέμφατο ή, όπως και στη Ν.Ε., δευτερεύουσα πρόταση:
Ἐκέλευσεν τοὺς τοξότας ἐκτοξεύειν ἐς τοὺς βαρβάρους.
Δείξομεν τοῖς βαρβάροις ὅτι δυνάμεθα τοὺς ἐχθροὺς τιμωρεῖσθαι.
N.E.: Μου είπε ότι βιάζεται.

Aπό τα δύο διαφορετικά αντικείμενα ενός δίπτωτου ρήματος το ένα ονομάζεται άμεσο, γιατί σ' αυτό μεταβαίνει άμεσα η ενέργεια του υποκειμένου, και το άλλο ονομάζεται έμμεσο, γιατί σ' αυτό μεταβαίνει έμμεσα η ενέργεια του υποκειμένου. Με βάση την πτώση εκφοράς του αντικειμένου, άμεσο είναι το αντικείμενο σε αιτιατική και έμμεσο το αντικείμενο σε γενική ή δοτική. Όταν το ρήμα συντάσσεται με γενική και δοτική, άμεσο είναι το αντικείμενο σε γενική, ενώ, όταν το ρήμα συντάσσεται με δύο αιτιατικές, άμεσο είναι το αντικείμενο που δηλώνει πρόσωπο:

Άμεσο

+

Έμμεσο

αιτιατική

γενική ή δοτική

αιτιατική
προσώπου

αιτιατική πράγματος ή
απαρέμφατο ή
δευτερεύουσα πρόταση

γενική

δοτική

απαρέμφατο ή
δευτερεύουσα πρόταση

γενική ή δοτική

Αὐτοὺς ἀπεστέρησαν βίου. [άμεσο – έμμεσο]
Ἀποδώσω τὰ ἡμίσεα τοῖς φίλοις. [άμεσο – έμμεσο]
Διδάσκει τοὺς νέους τὴν ἀρετήν. [άμεσο – έμμεσο]
Ἔπεισαν τοὺς Θηβαίους βοηθεῖν. [άμεσο – έμμεσο]
Ἡ ἀριθμητικὴ διδάσκει ἡμᾶς ὅσα ἐστὶν τὰ τοῦ ἀριθμοῦ. [άμεσο – έμμεσο]
Τῶν τιμῶν τοῖς φίλοις μεταλαμβάνομεν. [άμεσο – έμμεσο]
Πρόξενος ἐδεῖτο τοῦ Κλεάρχου μὴ ποιεῖν ταῦτα. [έμμεσο – άμεσο]
Εἶπε τῷ Ξενοφῶντι ὅτι ἀποπέμψει αὐτόν. [έμμεσο – άμεσο]


N.E.: Η πτώση του άμεσου αντικειμένου είναι η αιτιατική (έναντι της γενικής, που είναι η πτώση του έμμεσου αντικειμένου) και μάλιστα η αιτιατική προσώπου (όταν και τα δύο αντικείμενα είναι σε αιτιατική), όπως και στην Α.Ε. Όταν όμως η αιτιατική προσώπου ισοδυναμεί με εμπρόθετο προσδιορισμό, τότε αυτή είναι έμμεσο αντικείμενο. Γενικά, έμμεσο είναι το αντικείμενο (σε γενική ή σε αιτιατική) που μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο προσδιορισμό:
 Κάνεις κακό του παιδιού. • Έδωσε τροφή στα ζώα.  Με ρώτησε κάτι.
 [αλλά:] Με έμαθε γράμματα. [σ' εμένα: έμμεσο]


1. Μονόπτωτα ρήματα


  1. α) Μονόπτωτα ρήματα με Γενική

    Αντικείμενο σε γενική δέχονται ρήματα τα οποία σημαίνουν:

    1. Μνήμη ή λήθη, όπως μέμνημαι (θυμάμαι), μνημονεύωἐπιλανθάνομαι (ξεχνώ) κ.τ.ό.:
      Ἀχιλλέως καὶ Πατρόκλου μέμνησθε καὶ Ὁμήρου.
      Δέδοικα μὴ ἐπιλαθώμεθα τῆς οἴκαδε ὁδοῦ.
    2. Επιμέλεια, φροντίδα, φειδώ και τα αντίθετά τους, όπως ἐπιμελοῦμαι, κήδομαι (φροντίζω), ἀμελῶ, ὀλιγωρῶ, φείδομαι, ἀφειδῶ κ.τ.ό.:
      Ἐπιμελοῦνται τῆς ἀρετῆς.
      Οἱ θεοὶ τῶν ἀσεβούντων οὐκ ἀμελοῦσι.
      Χρόνου φείδου.
    3. Χωρισμό, αποχή, απομάκρυνση, απαλλαγή, όπως χωρίζομαι, ἀπέχω, ἀφίεμαι, ἀφίσταμαι, ἀπαλλάττομαι κ.τ.ό.:
      Λακεδαιμόνιοι πλέον ἀπέχουσι τῶν βαρβάρων.
      Χῖοι ἀφίστανται Ἀθηναίων.
    4. Έναρξη ή λήξη, όπως ἄρχω, ἄρχομαι, λήγω, παύομαι κ.τ.ό.:
      Παρόντων πάντων ἤρχετο τοιοῦδε λόγου.
      Λῆγε τῶν πόνων ἔτι πονεῖν δυνάμενος.
    5. Εξουσία, όπως ἄρχω, βασιλεύω, δεσπόζω, ἡγεμονεύω, ἡγοῦμαι, κρατῶ (νικώ, υπερισχύω), προΐσταμαι, στρατηγῶ κ.τ.ό.:
      Γῆς καὶ θαλάττης ἦρχον Λακεδαιμόνιοι.
      Νηλεὺς τῆς Ἰωνικῆς ἀποικίας ἡγεῖτο.
      Ἀθηναῖοι Μήδων ἐκράτησαν.
    6. Συμμετοχή, πλησμονή (αφθονία) ή στέρηση, όπως κοινωνῶ, μεταλαμβάνω, μετέχω, γέμω, δέω, δέομαι (έχω ανάγκη), στεροῦμαι, χρῄζω κ.τ.ό.:
      Τὸ ἀνθρώπινον γένος μετείληφεν ἀθανασίας.
      Kαὶ τὰ φυτὰ μετέχει ζωῆς.
      Παραδείγματος τὸ παράδειγμα αὐτὸ δεδέηκε.
    7. Επιθυμία, απόλαυση –εκτός από τα ρήματα ἀγαπῶ, ποθῶ, φιλῶ που συντάσσονται με αιτιατική– όπως ἐπιθυμῶ, ἐρῶ (αγαπώ με πάθος), ἐφίεμαι (επιθυμώ πολύ), ὀρέγομαι κ.τ.ό.:
      Τῆς εἰρήνης ἐπεθυμήσαμεν.
      Οἱ φιλοχρήματοι ἐφίενται τῶν δώρων.
      Ὁ φιλότιμος τῆς ὑπεροχῆς ὀρέγεται.
    8. Αίσθηση, αντίληψη –εκτός από το ρήμα ὁρῶ που συντάσσεται με αιτιατική– όπως αἰσθάνομαι, ἅπτομαι, ἀκούω, γεύομαι, ἀντιλαμβάνομαι, ἐπιλαμβάνομαι, ὀσφραίνομαι, πυνθάνομαι (πληροφορούμαι) κ.τ.ό.:
      Σιγῇ καὶ δικαίως ἡμῶν ἀκούετε.
      Ἡ ψυχὴ τῆς ἀληθείας ἅπτεται.
      Ὀλίγοι αὐτῶν σίτου ἐγεύσαντο.
    9. Απόπειρα, επιτυχία ή αποτυχία, όπως πειρῶμαι, (ἐπι)τυγχάνω, ἀξιοῦμαι, ἀποτυγχάνω, ἁμαρτάνω (σφάλλω, αποτυγχάνω), ψεύδομαι (εξαπατώμαι) κ.τ.ό.:
      Οἱ εὐγενεῖς ἀξιοῦνται τιμῆς.
      Φοβούμεθα μὴ ἀμφοτέρων ἅμα ἡμαρτήκαμεν.
      Τῆς ἰδίας ἐλπίδος ἅπαντες ἐψεύσθησαν.
    10. Υπεροχή, διαφορά, σύγκριση, όπως πλεονεκτῶ, ὑπερτερῶ, προέχω, ὑπερέχω, ἀριστεύω, πρωτεύω, διαφέρω, (ὑπο)λείπομαι, ὑστερῶ, ἡττῶμαι, μειονεκτῶ, προτιμῶ κ.τ.ό.:
      Ἰδίᾳ οὐδεὶς ὑπερεῖχε τῶν πολλῶν.
      Διαφέρει τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος.
      Μειονεκτοῦσιν οἱ τύραννοι τῶν ἰδιωτῶν.
    11. Tέλος, όσα ρήματα είναι σύνθετα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, κατά, πρό, ὑπέρ:
      Τὸ μέσον ἴσον τῶν ἐσχάτων ἀπέχει.
      Μὴ καταφρόνει ἐθῶν γεροντικῶν.
      Πολλοῖς ἡ γλῶττα προτρέχει τῆς διανοίας.
      Ὑπερορᾷ τῶν καθεστώτων νόμων. (περιφρονεί)

    N.E.: Oι παραπάνω κατηγορίες ρημάτων συντάσσονται με αιτιατική ή εμπρόθετο προσδιορισμό σε θέση αντικειμένου. Λίγα είναι άλλωστε τα ρήματα που στη Ν.Ε. συντάσσονται με γενική, η οποία μάλιστα μπορεί να αντικατασταθεί από εμπρόθετο:
    Μου διέφυγε μια λεπτομέρεια. [διέφυγε από μένα]

Γενική παρατήρηση

  1. Πολλά από τα ρήματα που συντάσσονται με γενική απαντούν και με άλλη σύνταξη, όπως με αιτιατική, απαρέμφατο, κατηγορηματική μετοχή, δευτερεύουσα πρόταση κ.ά.:
    Ἐκεῖνος ἔπαυσε τοὺς τυράννους.
    Οὐδεὶς γὰρ ἐπιθυμεῖ ἀκόλαστος εἶναι.
    Αἰσθάνομαι ταῦτα οὕτως ἔχοντα.
    Ἄκουε τοὺς λόγους τοὺς περὶ ἀλλήλων καὶ πειρῶ γνωρίζειν τοὺς λέγοντας.
    Πυνθάνομαι ὅτι οὐκ ἄβατόν ἐστι τὸ ὄρος.

  1. β) Μονόπτωτα ρήματα με Δοτική

    Αντικείμενο σε δοτική δέχονται ρήματα τα οποία σημαίνουν:

    1. Φιλική ή εχθρική διάθεση ή ενέργεια, όπως ἀρέσκω, (δια)αμιλλῶμαι, εὐνοῶ, βοηθῶ, ἀμύνω, τιμωρῶ, λυσιτελῶ (ωφελώ), ἀπειλῶ, ἐπιτιμῶ, πολεμῶ, μάχομαι, ἐναντιοῦμαι, μέμφομαι (επικρίνω), ὀργίζομαι, φθονῶ κ.τ.ό.:
      Οἱ νέοι πρεσβυτέροις διαμιλλῶνται.
      Οἱ Ἀθηναῖοι τῷ Ἀντιόχῳ ἐβοήθουν.
      Μὴ πάθωμεν ὃ ἄλλοις ἐπιτιμῶμεν.
      Πολεμοῦσι τοῖς πρότερον ἀδικήσασιν.
      Ἀνόπλοις ὡπλισμένοι μάχονται.

       Εκτός από το ρήμα λυσιτελῶ, τα ρήματα που σημαίνουν ωφέλεια ή βλάβη συντάσσονται με αιτιατική:
      Ἐκείνους μὲν οὐκ ὠφελεῖ τὸ οἰκεῖον, τούτους δὲ καὶ βλάπτει.

    2. Ευπείθεια ή υποταγή και τα αντίθετά τους, όπως πείθομαι, πιστεύω, ὑπακούω, ὑπηρετῶ, δουλεύω (είμαι δούλος), ἀπειθῶ, ἀπιστῶ κ.τ.ό.:
      Ῥᾳδίως πείθεται τοῖς διαβάλλουσιν.
      Δαίδαλος Μίνῳ ἐδούλευεν.
      Ἑκὼν ἀπειθεῖ Ἀλέξανδρος τῷ μάντει.
    3. Προσέγγιση, ακολουθία, διαδοχή, μείξη ή επικοινωνία, όπως πλησιάζω, πελάζω (πλησιάζω), ἀκολουθῶ, ἕπομαι (ακολουθώ), μείγνυμαι, (ἐπι)κοινωνῶ, ὁμιλῶ (συναναστρέφομαι), χρῶμαι (χρησιμοποιώ), (ἐν) (συν) (περι)τυγχάνω (συναντώ) κ.τ.ό.:
      Ὅμοιος ὁμοίῳ ἀεὶ πελάζει.
      Τὸ Γ ἕπεται τῷ Β.
      Ἐπικοινωνοῦσι αἱ ἐπιστῆμαι ἀλλήλαις.
      Μὴ πονηροῖς ὁμίλει.
      Οὐ δικαίως χρῆται τοῖς παραδείγμασι.
      Ἐκεῖ περιτυγχάνουσι τῷ στρατεύματι.

       Το ρήμα χρῶμαι συντάσσεται και με δύο δοτικές, από τις οποίες η μία είναι αντικείμενο και η άλλη κατηγορούμενο του αντικειμένου:
      Χρῶμαι τῷ προδότῃ συμβούλῳ. (ως σύμβουλο)

    4. Ισότητα, ομοιότητα, συμφωνία και τα αντίθετά τους, όπως ἰσοῦμαι, ἔοικα (μοιάζω), ὁμοιάζω, ὁμοιοῦμαι, συμφωνῶ, συνᾴδω (συμφωνώ), ὁμολογῶ, ὁμονοῶ κ.τ.ό.:
      Φιλοσόφῳ ἔοικας, ὦ νεανίσκε.
      Τὸ τῆς πόλεως ἦθος ὁμοιοῦται τοῖς ἄρχουσι.
      Τὰ γὰρ ἔργα οὐ συμφωνεῖ τοῖς λόγοις.
      Οὗτος Ἐμπεδοκλεῖ ὁμονοεῖ ἢ οὔ;
    5. Έριδα ή συμφιλίωση, όπως ἀμφισβητῶ, ἐρίζω, διαλλάττομαι, σπένδομαι (συνθηκολογώ) κ.τ.ό.:
      Οἱ ἐχθροὶ ἐρίζουσιν ἀλλήλοις.
      Ὁ κῆρυξ τῇ πρεσβείᾳ σπένδεται.
    6. «Aρμόζει», «ταιριάζει», όπως ἁρμόττει, πρέπει, προσήκει:
      Τῇ βασιλείᾳ προσήκει καλοκαγαθία.

       Όταν τα ρήματα αυτά είναι απρόσωπα, η δοτική είναι δοτική προσωπική.

    7. Tέλος, όσα ρήματα είναι σύνθετα με τις προθέσεις ἐν, ἐπί, παρά, περί, πρός, σύν, ὑπὸ ή το επίρρημα ὁμοῦ:
      Oὐκ ἐνέμεινε τοῖς ὅρκοις καὶ ταῖς σπονδαῖς.
      Οἱ δὲ ἐπιτίθενται τῷ στρατεύματι.
      Νοῦς ἀνθρώποις παρίσταται.
      Οὐδὲν ἡμῖν ἀγαθὸν παραγίγνεται.
      Πλέοντες νυκτὸς σφοδρῷ περιπίπτουσι χειμῶνι.
      Προσηύχοντο θεοῖς τοῖς Mηδίαν γῆν κατέχουσιν.
      Ἡ τούτου ἀδελφὴ ἐμοὶ συνοικεῖ.
      Ὀργὴ μεγάλη καὶ τιμωρία ὑπόκειται τοῖς τὰ ψευδῆ μαρτυροῦσιν.
      Οὐκ ὁμοφρονοῦσιν ἀλλήλοις. [Bλ. και παραπάνω τα ρ. ὁμονοῶ, ὁμολογῶ.]

      N.E.: Oι παραπάνω κατηγορίες ρημάτων συντάσσονται με αιτιατική ή εμπρόθετο προσδιορισμό σε θέση αντικειμένου και σπάνια με γενική:
       Πολεμά τους εχθρούς Μοιάζει του παππού του. [ή: στον παππού του]

  2. γ) Μονόπτωτα ρήματα με Αιτιατική

    Η αιτιατική είναι η κυρίως πτώση του αντικειμένου. Με αιτιατική συντάσσονται ρήματα ποικίλων σημασιών, όπως βιάζομαι, ἐπιορκῶ, θαρρῶ, κελεύω, λανθάνω (διαφεύγω την προσοχή κάποιου), λαμβάνω, μένω, οἰκῶ, ὄμνυμι (ορκίζομαι), φθάνω, (δια)φυλάττω, τιμῶ, κολακεύω, ἀδικῶ, διώκω, αἰσχύνομαι κ.ά., καθώς και ρήματα που ως απλά είναι αμετάβατα, σύνθετα όμως με πρόθεση λειτουργούν ως μεταβατικά, όπως διαβαίνω, διέρχομαι, περιίσταμαι (κυκλώνω) κ.ά.:

    Πτολεμαῖος λανθάνει τοὺς βαρβάρους.
    Παρὰ βασιλέως πολλὰς ἔλαβον καὶ μεγάλας δωρεάς.
    Τοὺς δικαίους καὶ ἀνδρείους τιμῶσι.
    Οὐ μόνον ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους ἀδικεῖ.
    Οἱ δημαγωγοὶ τὰ πλήθη κολακεύουσι.
    Αἱ Γοργόνες τὸν Περσέα ἐδίωκον.
    Τοὺς μὲν θεοὺς φοβοῦ, τοὺς δὲ φίλους αἰσχύνου.
    Ὁ Κῦρος περιίσταται τὸν λόφον τῷ παρόντι στρατεύματι.

    Το αντικείμενο σε αιτιατική διακρίνεται σε:

    1. α) Εξωτερικό αντικείμενο· φανερώνει το πρόσωπο, το ζώο ή το πράγμα που προϋπάρχει της ενέργειας του υποκειμένου, η οποία είτε επιδρά στο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα και μεταβάλλει την αρχική του κατάσταση είτε μεταβαίνει σ' αυτό χωρίς να το μεταβάλλει:
      Τὸν λιμένα ἐτείχισαν. [μεταβολή της αρχικής κατάστασης του αντικειμένου]
      Oὐ γιγνώσκω σε. [αμετάβλητη η αρχική κατάσταση του αντικειμένου]
    2. β) Εσωτερικό αντικείμενο:
      1. Eσωτερικό αντικείμενο του αποτελέσματος· φανερώνει το αποτέλεσμα της ενέργειας του υποκειμένου και τίθεται με ρήματα που έχουν την έννοια της δημιουργίας κάποιου πράγματος το οποίο δεν υπήρχε πριν συντελεστεί η ενέργεια του ρήματος. Tέτοια ρήματα είναι τα γεννῶ, γράφω, δημιουργῶ, ἱδρύω, κατασκευάζω, κτίζω, οἰκοδομῶ, ὀρύττω (σκάβω), παρασκευάζω, ποιῶ, τίκτω, ὑφαίνω κ.τ.ό.:
        Γράφω ἐπιστολὴν πρὸς τὸν πατέρα σου.
        Ἀλέξανδρος κατεσκεύασε φρούριον.
        Ὤρυττε τάφρον ὑπερμεγέθη.
        Ἀγῶνα ποιεῖ γυμνικόν τε καὶ ἱππικόν.
      2. Κυρίως εσωτερικό αντικείμενο ή σύστοιχο· φανερώνει το περιεχόμενο της ενέργειας του ρήματος. Eίναι α) ομόρριζο με το ρήμα ή β) προέρχεται από τη ρίζα άλλου συνώνυμου ρήματος και συνοδεύεται συνήθως από επιθετικό προσδιορισμό ή γ) αντωνυμία ή επίθετο ουδετέρου γένους (παραλείφθηκε το σύστοιχο ουσιαστικό και ο επιθετικός προσδιορισμός που το συνοδεύει μετατράπηκε σε ουδέτερο πληθυντικού κυρίως ή ενικού αριθμού)
        νικῶ νίκην – πολεμῶ πόλεμον – θύω θυσίας
        Τὸν ἔσχατον κίνδυνον κινδυνεύουσι.
        Οἱ Ἀθηναῖοι τοσαύτας ἑορτὰς ἑώρταζον, ὅσας οὐδεμία τῶν ἄλλων Ἑλληνίδων πόλεων, καὶ
        τοσαύτας δίκας ἐδικάζοντο, ὅσας οὐδὲ πάντες ἄνθρωποι.

        N.E.: Το αντικείμενο σε αιτιατική διακρίνεται σε εξωτερικό και σε εσωτερικό ή σύστοιχο αντικείμενο.

 Παρατηρήσεις

      1. α) Με σύστοιχο αντικείμενο συντάσσονται και ρήματα που δεν είναι ενεργητικά μεταβατικά:
        νοσῶ νόσον [αλλά και: ἀσθενῶ νόσον ] – ζῶ ζωὴν
      2. β) Ένα ρήμα που συντάσσεται με αιτιατική προσώπου ως εξωτερικό αντικείμενο μπορεί να δεχτεί και σύστοιχο αντικείμενο:
        Ἕκαστον εὐεργετῶ τὴν μεγίστην εὐεργεσίαν.
        N.E.: Τη στόλισε στολίδια πλουμιστά.
      3. γ) Πολλές φορές, όπως προείπαμε, η σύστοιχη αιτιατική παραλείπεται και τότε ως σύστοιχο αντικείμενο λειτουργεί ο επιθετικός προσδιορισμός σε ουδέτερο γένος πληθυντικού, συνήθως, αριθμού:
        Θηβαῖοι πολλὰ καὶ μεγάλα ἡμᾶς ἠδίκησαν. [πολλὰς καὶ μεγάλας ἀδικίας]
        Οἱ τύραννοι πλείω καὶ μείζω λυποῦνται τῶν ἰδιωτῶν. [πλείονας καὶ μείζονας λύπας]
        Ταῦτα καὶ τοιαῦτα εἶπεν Ἀλέξανδρος. [τούτους καὶ τοιούτους λόγους]
        N.E.: Ρώτησε πολλά. [πολλές ερωτήσεις]

2. Δίπτωτα ρήματα

  1. α) Δίπτωτα ρήματα με 2 Αιτιατικές

    Με δύο αιτιατικές ως αντικείμενα, αιτιατική προσώπου (άμεσο) και αιτιατική πράγματος ή σύστοιχο αντικείμενο (έμμεσο), συντάσσονται τα παρακάτω ρήματα και τα συνώνυμά τους:

    1. διδάσκω, παιδεύω, ἀναμιμνῄσκω (υπενθυμίζω), ὑπομιμνῄσκω:
      Γλῶσσαν τὴν Ἀττικὴν ἐδίδασκον τοὺς παῖδας.
      Τοῦθ' ὑμᾶς ἀναμνήσω.
      N.E.: Μας διδάσκει ιστορία.
    2. ἐνδύω, ἀμφιέννυμι, ἐκδύω (ξεντύνω):
      Ὁ πάππος τὸν Κῦρον στολὴν καλὴν ἐνέδυσε.
      N.E.: Την έντυσαν λευκά.
    3. (ἀν)ερωτῶ, αἰτῶ (ζητώ), ἀπαιτῶ:
      Αἰτεῖ τὸν Ἀγησίλαον ὁπλίτας.
      N.E.: [αλλά:] Μου ζήτησε βοήθεια. [γεν. + αιτ.]
    4. ἀποκρύπτομαι, κρύπτω, ἀφαιροῦμαι, (ἀπο)στερῶ, εἰσπράττω:
      Τὴν θυγατέραν ἔκρυπτεν τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρός.
      Τοὺς διδασκάλους τοὺς μισθοὺς ἀπεστέρηκεν.
      N.E.: [αλλά:] Μου στέρησε τις διακοπές. [γεν. + αιτ.]

Παρατήρηση

  1. Υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι δύο αιτιατικές δεν είναι πάντοτε αντικείμενα του ρήματος. Αυτές οι αιτιατικές μπορεί να είναι:

    1. α) Αντικείμενο και κατηγορούμενο του αντικειμένου, με ρήματα που έχουν τη σημασία του καλῶ, ὀνομάζω, λέγω, νομίζω, κρίνω, ἡγοῦμαι (νομίζω), θεωρῶ, ποιῶ, καθίστημι, διορίζω, αἱροῦμαι (εκλέγω), ἔχω, παρέχω:
      Δαρεῖος Κῦρον σατράπην ἐποίησε. [Α: Kῦρον]
      Φύλακας κατέστησαν ἡμᾶς. [Α: ἡμᾶς]
      Ἔχω συμμάχους τὰς μεγίστας πόλεις. [Α: πόλεις]
      N.E.: • Έκανε τον γιο του διευθυντή.  Η τάξη με εξέλεξε πρόεδρο.
    2. β) Αντικείμενο και κατηγορούμενο επιρρηματικό, με ρήματα κίνησης κυρίως, ή προληπτικό, με ρήματα που δηλώνουν αύξηση ή εξέλιξη:
      Παρετάξαντο τὰς ναῦς μετεώρους. (στο ανοιχτό πέλαγος) [Α: τὰς ναῦς]
      Τούτους ἱππέας ἐδίδαξεν. [Α: τούτους]
      N.E.: • Έστησε το ξύλο όρθιο.  Σπουδάζει τον γιο του γιατρό.
    3. γ) Αντικείμενο και αιτιατική της αναφοράς:
      Κορινθίους δὲ καὶ Ἀρκάδας καὶ Ἀχαιοὺς τί φῶμεν; (Tι να πούμε για τους Kορινθίους...;) [Α: τί]
  2. β) Δίπτωτα ρήματα με Αιτιατική και Γενική

    Με δύο αντικείμενα, το ένα σε αιτιατική (άμεσο) και το άλλο σε γενική (έμμεσο), συντάσσονται ρήματα όπως:

    1. ἀκούω, μανθάνω, πυνθάνομαι (πληροφορούμαι):
      Ὑμεῖς δέ μου ἀκούσεσθε πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.
      Ἀεὶ ἐπυνθανόμην ὑμῶν τὰ ἄριστα.
      N.E.: Μου έμαθε πολλά.
    2. λαμβάνω (πιάνω), ἕλκω (τραβώ), ἄγω (οδηγώ):
      Τὸν πεσόντα ποδὸς ἔλαβε.
      Ὁ ἱπποκόμος ἄγει τῆς ἡνίας τὸν ἵππον.
      N.E.: Μου τράβηξε το μανίκι.
    3. ἑστιῶ (φιλεύω), πληρῶ, πίμπλημι (γεμίζω), γεμίζω, κενῶ (αδειάζω), ἐρημῶ:
      Τῶν λόγων ἡμᾶς Λυσίας εἱστία.
      Ἐνέπλησαν βοῆς τὴν ἀγοράν.
      N.E.: [αλλά:] Με γέμισε υποσχέσεις. [αιτ. + αιτ.]
    4. ἀπαλλάττω, ἀποκλείω, ἀπολύω, ἀποστερῶ, ἐλευθερῶ:
      Πολλοὺς τῆς εἰσόδου ἀπέκλεισεν.
      Οἱ τριάκοντα ἡμᾶς πόλεως ἀπεστέρουν.
      N.E.: Του απέκλεισαν κάθε πιθανότητα.
    5. Σύνθετα με την πρόθεση κατὰ που έχουν δικανική σημασία, όπως καταγιγνώσκω, καταψηφίζομαι (καταδικάζω) κ.τ.ό.:
      Οἱ Ἀθηναῖοι θάνατον κατέγνωσαν αὐτοῦ.
      N.E.: [αλλά:] Τον καταδίκασαν σε θάνατο. [αιτ. + αιτ.]

       Με αυτά τα ρήματα η αιτιατική μπορεί να χαρακτηριστεί και ως αιτιατική της ποινής.

    6. Σύνθετα με τις προθέσεις ἀπό, ἐκ, πρό:
      Ἀποτρέπει τοὺς νεωτέρους ἁμαρτημάτων.
      Ἐξέβαλον ἕδρας Κρόνον. (εκδίωξαν)
      Ἀλέξανδρος προέταξε τῶν πεζῶν τοὺς τοξότας.
      N.E.: Προτάσσει το κοινό συμφέρον του ατομικού.

Παρατήρηση

  1. Η γενική στα ρήματα που συντάσσονται με αιτιατική και γενική δεν είναι πάντοτε αντικείμενο. Έτσι μπορούμε να έχουμε:

    1. α) Αιτιατική ως αντικείμενο και γενική της αξίας ή του ποσού με ρήματα όπως (ἀντ)αλλάσσω, ἀγοράζω, ὠνοῦμαι (αγοράζω), πωλῶ, ἀποδίδομαι (πουλώ), ἀξιῶ, τιμῶ κ.τ.ό.:
      Ἠλλάξαντο πολλῆς εὐδαιμονίας πολλὴν κακοδαιμονίαν.
      Ἠξίωσαν τὸν Θεμιστοκλέα τῶν μεγίστων τιμῶν.
    2. β) Αιτιατική ως αντικείμενο και γενική της αιτίας με ρήματα ψυχικού πάθους, όπως θαυμάζω, εὐδαιμονίζω, μακαρίζω, ζηλῶ, ὀργίζομαι κ.τ.ό., ή με ρήματα δικανικής σημασίας, όπως αἰτιῶμαι (κατηγορώ), δικάζω, γράφομαι (καταγγέλλω) κ.τ.ό.:
      Ζηλῶ σε καὶ μακαρίζω τῆς εὐδαιμονίας.
      Εὐκτήμων ἐγράψατο Δημοσθένην λιποταξίου.
  2. γ) Δίπτωτα ρήματα με Αιτιατική και Δοτική

    Με δύο αντικείμενα, το ένα σε αιτιατική (άμεσο) και το άλλο σε δοτική (έμμεσο), συντάσσονται ρήματα που σημαίνουν:

    1. Εξίσωση, εξομοίωση, μείξη, συμφιλίωση, όπως ἐξισῶ, ἀνισῶ (εξισώνω), ὁμοιῶ, παραβάλλω, μείγνυμι, συναλλάττω (συμφιλιώνω) κ.τ.ό.:
      Ὁ σίδηρος ἀνισοῖ τοὺς ἀσθενεῖς τοῖς ἰσχυροῖς ἐν τῷ πολέμῳ.
      Ἐδέοντο τοὺς φεύγοντας ξυναλλάξαι σφίσιν.
    2. Λόγο, δείξη, εντολή, προσαρμογή, αντιπαράθεση, όπως λέγω, ἀνακοινῶ, ἀποκρίνομαι, δηλῶ, σημαίνω, φαίνω, δείκνυμι, παραινῶ, ἀναγγέλλω, ἀγγέλλω, ἀντιτάσσω κ.τ.ό.:
      Οὐδὲν αὐτοῖς ἀπεκρίνατο.
      Τὰ ἱερὰ ἡμῖν οἱ θεοὶ φαίνουσιν.
      Κακίαν ἐμοὶ οὐδεμίαν δείξει.
      Ἀγγέλλει τοῖς στρατιώταις τὰ ἐκ τῶν Ἀθηνῶν.
    3. Παροχή, όπως δίδωμι, ἀποδίδωμι, παραδίδωμι, ἐπιστέλλω, παρέχω, πέμπω, φέρω, κομίζω, παρασκευάζω κ.τ.ό.:
      Οἱ θεοὶ νίκην ἡμῖν διδόασιν.
      Νικίας Γυλίππῳ ἑαυτὸν παραδίδωσι.
      Ταῦτα τοῖς προγόνοις δόξαν φέρει.
    4. Tέλος, όσα ρήματα είναι σύνθετα κυρίως με τις προθέσεις ἐν, σύν, ἐπί:
      Ἀγανακτήσασα δὲ Ἥρα μανίαν αὐτοῖς ἐνέβαλε.
      Ἁμίππους πεζοὺς συνέταξεν αὐτοῖς. (Πεζούς γρήγορους σαν άλογα παρέταξε δίπλα τους.)
      Ὁ δὲ Λυκοῦργος πλείστους πόνους αὐτοῖς ἐπέβαλε.

      N.E.: Στα ρήματα των παραπάνω κατηγοριών η δοτική της A.E. αποδίδεται με γενική ή εμπρόθετο (με, σε + αιτιατική):
       Σου είπε την αλήθεια Τον συμφιλίωσε με τον αδερφό του Αντέταξαν στον διάλογο τη
      βία.

  3. δ) Δίπτωτα ρήματα με Γενική και Δοτική

    Με δύο αντικείμενα, το ένα σε γενική (άμεσο) και το άλλο σε δοτική (έμμεσο), συντάσσονται ρήματα που σημαίνουν:

    1. Παραχώρηση, όπως παραχωρῶ, ὑπείκω / ὑπανίσταμαι (παραχωρώ), συγγιγνώσκω (συγχωρώ κάτι σε κάποιον) κ.τ.ό.:
      Παραχωρῶ σοι τοῦ βήματος.
      Ἕδρας πάντες ὑπανίστανται βασιλεῖ.
    2. Συμμετοχή, μετάδοση, όπως μετέχω, κοινωνῶ, μεταδίδωμι, μεταλαμβάνω κ.τ.ό.:
      Μετεσχήκαμεν ὑμῖν ἱερῶν τῶν σεμνοτάτων.
      Ὀλιγαρχία τῶν κινδύνων τοῖς πολλοῖς μεταδίδωσι.
    3. Επίσης, τα ρήματα φθονῶ (με τη σημασία: αρνούμαι κάτι σε κάποιον από φθόνο), μέμφομαι (επικρίνω κάποιον για κάτι), ἀντιποιοῦμαι (διεκδικώ από κάποιον κάτι) και ἀμφισβητῶ:
      Μή μοι φθονήσῃς τοῦ μαθήματος.
      Τοῦδ' οὐδεὶς ἂν ἐνδίκως μέμψαιτό μοι.
      Oὔτε βασιλεῖ ἀντιποιούμεθα τῆς ἀρχῆς.
      Oὐδεὶς ἠμφεσβήτησε τῆς κληρονομίας ἐκείνῳ.
    4. Tέλος, τα ρήματα τιμῶ (με τη σημασία: ορίζω για κάποιον ποινή ως δικαστής) και τιμῶμαι (με τη σημασία: προτείνω για κάποιον ποινή ως κατήγορος ή για τον εαυτό μου ως κατηγορούμενος):
      Ἀθηναῖοι Περικλεῖ ὀλίγου δὲ καὶ θανάτου ἐτίμησαν. (παρά λίγο να καταδικάσουν και σε θάνατο)
      Τῷ πατρὶ ἐτιμήσατο δέκα ταλάντων. (πρότεινε πρόστιμο)

       Η γενική με αυτά τα δικανικά ρήματα ονομάζεται γενική της ποινής ή του τιμήματος.

    N.E.: Τα ρήματα των παραπάνω κατηγοριών συντάσσονται με γενική και αιτιατική, με αιτιατική και εμπρόθετο ή με δύο εμπρόθετους προσδιορισμούς:
     Μου παραχώρησε το σπίτι του. • Τον καταδίκασαν σε φυλάκιση δύο ετών.  Συμμετείχε με την
    ομάδα του στους ημιτελικούς.





Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Όμοιοι & Ομόηχοι Τύποι

 Όμοιοι & Ομόηχοι Τύποι







Σχετικό Online Μάθημα:

193

(...)




Ενότητα 8η - Διδαγμένο

Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού   
Φάκελος Υλικού - Γ' Λυκείου
Ενότητα 8η 


"Η αλληγορία του σπηλαίου: οι δεσμώτες"

ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία 514a-515c



Ανάλυση από κ. καθηγητή Α.Π.Θ. Αθανάσιο Στογιαννίδη




Εισαγωγή:

Ο διάλογος έχει προχωρήσει και διεξάγεται στη μέση της νύχτας. Ο Σωκράτης βάζει τον συνομιλητή του, τον Γλαύκωνα, να φανταστεί ένα υπόγειο μέρος σαν σπηλιά και σκηνοθετεί μια παράδοξη ιστορία, την οποία όμως θεωρεί απλή αναπαράσταση της κοινής ανθρώπινης συνθήκης: όπως τα ανθρώπινα σώματα είναι ακινητοποιημένα και δέσμια στο υπόγειο, έτσι και η ψυχή είναι φυλακισμένη στις αισθήσεις του σώματος. Οι δεσμώτες γνωρίζουν μόνον ό,τι ακούν και βλέπουν, δεν έχουν άμεση αντίληψη του φωτός και των όντων, αλλά εμπιστεύονται απόλυτα τις αισθήσεις τους. Παρά την περιγραφή επαναλαμβανόμενων κινήσεων των ανθρώπων που περπατούν πίσω από το τειχάκι, η όλη εικόνα είναι στατική και τίποτε δεν προοιωνίζεται την αιφνίδια αλλαγή της κατάστασης.


Το Κείμενο:

Μετὰ ταῦτα δή, εἶπον, ἀπείκασον τοιούτῳ πάθει τὴν ἡμετέραν φύσιν παιδείας τε πέρι καὶ ἀπαιδευσίας. Ἰδὲ γὰρ ἀνθρώπους οἷον ἐν καταγείῳ οἰκήσει σπηλαιώδει, ἀναπεπταμένην πρὸς τὸ φῶς τὴν εἴσοδον ἐχούσῃ μακρὰν παρὰ πᾶν τὸ σπήλαιον, ἐν ταύτῃ ἐκ παίδων ὄντας ἐν δεσμοῖς καὶ τὰ σκέλη καὶ τοὺς αὐχένας, ὥστε μένειν τε αὐτοὺς εἴς τε τὸ πρόσθεν μόνον ὁρᾶν, κύκλῳ δὲ τὰς κεφαλὰς ὑπὸ τοῦ δεσμοῦ ἀδυνάτους περιάγειν, φῶς δὲ αὐτοῖς πυρὸς ἄνωθεν καὶ πόρρωθεν καόμενον ὄπισθεν αὐτῶν, μεταξὺ δὲ τοῦ πυρὸς καὶ τῶν δεσμωτῶν ἐπάνω ὁδόν, παρ’ ἣν ἰδὲ τειχίον παρῳκοδομημένον, ὥσπερ τοῖς θαυματοποιοῖς πρὸ τῶν ἀνθρώπων πρόκειται τὰ παραφράγματα, ὑπὲρ ὧν τὰ θαύματα δεικνύασιν.

Ὁρῶ, ἔφη.

Ὅρα τοίνυν παρὰ τοῦτο τὸ τειχίον φέροντας ἀνθρώπους σκεύη τε παντοδαπὰ ὑπερέχοντα τοῦ τειχίου καὶ ἀνδριάντας καὶ ἄλλα ζῷα λίθινά τε καὶ ξύλινα καὶ παντοῖα εἰργασμένα, οἷον εἰκὸς τοὺς μὲν φθεγγομένους, τοὺς δὲ σιγῶντας τῶν παραφερόντων.

Ἄτοπον, ἔφη, λέγεις εἰκόνα καὶ δεσμώτας ἀτόπους.

Ὁμοίους ἡμῖν, ἦν δ’ ἐγώ· τοὺς γὰρ τοιούτους πρῶτον μὲν ἑαυτῶν τε καὶ ἀλλήλων οἴει ἄν τι ἑωρακέναι ἄλλο πλὴν τὰς σκιὰς τὰς ὑπὸ τοῦ πυρὸς εἰς τὸ καταντικρὺ αὐτῶν τοῦ σπηλαίου προσπιπτούσας;

Πῶς γάρ, ἔφη, εἰ ἀκινήτους γε τὰς κεφαλὰς ἔχειν ἠναγκασμένοι εἶεν διὰ βίου;

Τί δὲ τῶν παραφερομένων; οὐ ταὐτὸν τοῦτο;

Τί μήν;

Εἰ οὖν διαλέγεσθαι οἷοί τ’ εἶεν πρὸς ἀλλήλους, οὐ ταῦτα ἡγῇ ἂν τὰ ὄντα αὐτοὺς νομίζειν ἅπερ ὁρῷεν;

Ἀνάγκη.

Τί δ’ εἰ καὶ ἠχὼ τὸ δεσμωτήριον ἐκ τοῦ καταντικρὺ ἔχοι; ὁπότε τις τῶν παριόντων φθέγξαι­ το, οἴει ἂν ἄλλο τι αὐτοὺς ἡγεῖσθαι τὸ φθεγγόμενον ἢ τὴν παριοῦσαν σκιάν;

Μὰ Δί’ οὐκ ἔγωγ’, ἔφη.

Παντάπασι δή, ἦν δ’ ἐγώ, οἱ τοιοῦτοι οὐκ ἂν ἄλλο τι νομίζοιεν τὸ ἀληθὲς ἢ τὰς τῶν σκευαστῶν σκιάς.

Πολλὴ ἀνάγκη, ἔφη.


Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

1) Ύστερ' από αυτά, είπα, δοκίμασε να απεικονίσεις την ανθρώπινη φύση μας ως προς την παιδεία και την απαιδευσία της πλάθοντας με τον νου σου μια κατάσταση όπως η ακόλουθη. Φαντάσου δηλαδή ανθρώπους σ' ένα οίκημα υπόγειο, κάτι σαν σπηλιά, που το άνοιγμά της, ελεύθερο στο φως σε μεγάλη απόσταση, θα απλώνεται σε όλο το πλάτος της σπηλιάς, και τους ανθρώπους αυτούς να βρίσκονται μέσα εκεί από παιδιά αλυσοδεμένοι από τα σκέλια και τον αυχένα ώστε να μένουν ακινητοποιημένοι και να κοιτάζουν μόνο προς τα εμπρός χωρίς να μπορούν, έτσι αλυσοδεμένοι καθώς θα είναι, να στρέφουν γύρω το κεφάλι τους. κι ένα φως να τους έρχεται από ψηλά κι από μακριά, από μια φωτιά που θα καίει πίσω τους, κι ανάμεσα στη φωτιά και στους δεσμώτες, στην επιφάνεια του εδάφους, να περνάει ένας δρόμος· κι εκεί δίπλα φαντάσου ένα τειχάκι χτισμένο παράλληλα στον δρόμο σαν εκείνα τα χαμηλά παραπετάσματα που στήνουν οι ταχυδακτυλουργοί μπροστά στους θεατές για να δείχνουν από 'κει τα τεχνάσματά τους.

Το φαντάζομαι, είπε.

Φαντάσου ακόμη ότι κατά μήκος σ' αυτό το τειχάκι κάποιοι άνθρωποι μεταφέρουν κάθε λογής κατασκευάσματα που εξέχουν από το τειχάκι, αγάλματα και άλλα ομοιώματα ζώων, από πέτρα, από ξύλο ή από οτιδήποτε άλλο, κι ότι, όπως είναι φυσικό, άλλοι από τους ανθρώπους που κουβαλάνε αυτά τα πράγματα μιλούν ενώ άλλοι είναι σιωπηλοί.

Αλλόκοτη, είπε, η εικόνα που περιγράφεις, και οι δεσμώτες αλλόκοτοι κι αυτοί.

Όμοιοι με εμάς, έκανα εγώ· γιατί πρώτα-πρώτα μήπως φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες αυτοί εκτός από τον εαυτό τους και τους διπλανούς τους βλέπουν ποτέ τους τίποτε άλλο πέρα από τις σκιές που ρίχνει το φως αντικρύ τους στον τοίχο της σπηλιάς;

Μα πώς θα ήταν δυνατόν, είπε, αφού σ' όλη τους τη ζωή είναι αναγκασμένοι να έχουν το κεφάλι τους ακίνητο;

Και με τα πράγματα που περνούν μπροστά στο τειχάκι τι γίνεται; Τι άλλο εκτός από τις σκιές τους βλέπουν οι δεσμώτες;

Σαν τι άλλο θα μπορούσαν να δουν;

Αν, τώρα, είχαν τη δυνατότητα να συνομιλούν, δεν νομίζεις ότι θα πίστευαν πως αυτά για τα οποία μιλούν δεν είναι παρά οι σκιές που έβλεπαν να περνούν μπροστά από τα μάτια τους;

Κατανάγκην, είπε.

Κι αν υποθέσουμε ακόμη ότι στο δεσμωτήριο ερχόταν και αντίλαλος από τον αντικρυνό τοίχο; Κάθε φορά που θα μιλούσε κάποιος από όσους περνούσαν πίσω τους, φαντάζεσαι ότι οι δεσμώτες δεν θα πίστευαν ότι η φωνή βγαίνει από τη σκιά που θα έβλεπαν να περνά από μπροστά τους;

Μα το Δία, είπε, και βέβαια.

Ασφαλώς λοιπόν, είπα εγώ, οι άνθρωποι αυτοί δεν θα ήταν δυνατόν να πιστέψουν για αληθινό τίποτε άλλο παρά μονάχα τις σκιές των κατασκευασμάτων.

Ανάγκη αδήριτη, είπε.

(μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόττουλος)

2) Ύστερ' απ' αυτά παράστησε τώρα την ανθρώπινη φύση, σχετικά με την παιδεία και την απαιδευσία, με την ακόλουθη εικόνα που θα σου ειπώ: Φαντάσου σαν μέσα σ' ένα σπήλαιο κάτω από τη γη, που να έχει την είσοδο του ανοιγμένη προς το φως σ' όλο το μάκρος της· ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκουνται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι από τα πόδια και τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω την κεφαλή τους εξ αιτίας τα δεσμά τους· και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερα τους να υπάρχει αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς και ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ένας δρόμος προς τα επάνω· και πλάι στον δρόμο φαντάσου ακόμα παράλληλα του χτισμένο ένα μακρύ τοιχαράκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός από τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των.

Τα φαντάζομαι όλ' αυτά.

Φαντάσου τώρα ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα ή ό,τι άλλο, που να ξεπερνούν όλ' αυτά πιο ψηλά από το τοιχαράκι, κι αυτοί που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους κι άλλοι να σωπαίνουν.

Πολύ παράξενη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες σου.

Και μολαταύτα όμοιοι με μας· και πρώτα πρώτα νομίζεις πως αυτοί οι δεσμώτες έχουν ιδεί ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους τριγυρνούς των τίποτε άλλο, εκτός από τις σκιές που πέφτουν από τη λάμψη της φωτιάς επάνω στο αντικρυνό τους μέρος της σπηλιάς;

Και πώς να δουν, αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν ακίνητα τα κεφάλια όλη τους τη ζωή;

Ακόμα και από τα αντικείμενα που περνοδιαβαίνουν, άλλο τίποτα από τις σκιές των;

Τι άλλο βέβαια;

Κι αν θα μπορούσαν να μιλούν μεταξύ τους, δε νομίζεις να πιστεύουν πως τα ονόματα που δίνουν στις σκιές που βλέπουν να διαβαίνουν εμπρός τους, αναφέρονται σ' αυτά τα ίδια τα αντικείμενα;

Αναγκαστικά.

Κι αν ακόμα η φυλακή τούς έστελνε αντίλαλο από αντικρύ τους, όταν θα μιλούσε κανείς απ' όσους περνούν, νομίζεις πως τίποτ' άλλο θα φαντάζονταν, παρά ότι η σκιά είναι εκείνη που μιλά;

Τι άλλο βέβαια;

Και εξάπαντος, τίποτ' άλλο οι τέτοιοι δε θα πίστευαν αληθινό, παρά μονάχα εκείνες τις σκιές.

Ανάγκη πάσα.

(μετάφραση Ι. Γρυπάρης)



Ερμηνευτικά Σχόλια:

ἀπεικάζω: Απομιμούμαι, απεικονίζω, παρουσιάζω μέσα από μια παραβολή/σύγκριση. Η χρήση του συγκεκριμένου ρήματος στην αρχή της αφήγησης, που είναι γνωστή ως ο «(πλατωνικός) μύθος του σπηλαίου», σηματοδοτεί την έναρξη ενός λόγου αλληγορικού. Μια αλληγορία συνεπάγεται πως όσα λέγονται έχουν και ένα άλλο επίπεδο σημασιών, πως οι λέξεις, οι έννοιες και οι περιγραφές έχουν πέρα από την κυριολεκτική τους και μια συμβολική σημασία.

παιδεία καὶ ἀπαιδευσία: Με τις λέξεις αυτές ορίζεται μια πρώτη θεματική για τον μύθο του σπηλαίου: ο Πλάτων θα μιλήσει αλληγορικά περί παιδείας (και έλλειψη παιδείας). Στην Πολιτεία γενικότερα η αναφορά στην παιδεία γίνεται πάντα σε σύνδεση με την ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών (424a): τροφὴ γὰρ καὶ παίδευσις χρηστὴ σῳζομένη φύσεις ἀγαθὰς ἐμποιεῖ, καὶ αὖ φύσεις χρησταὶ τοιαύτης παιδείας ἀντιλαμβανόμεναι ἔτι βελτίους τῶν προτέρων φύονται [: γιατί η καλή εκπαίδευση και η ανατροφή, αν διατηρείται, γεννά καλές φύσεις, και πάλι οι χρηστές αυτές φύσεις, όταν λάβουν μια τέτοια ανατροφή, θα γίνουν ακόμη καλύτερες από τις προηγούμενες - μετάφραση Ι. Γρυπάρης]. Στον μύθο του σπηλαίου, ειδικότερα, η αναφορά στην παιδεία έχει και γνωσιολογικό περιεχόμενο: πώς μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την αλήθεια, και μάλιστα το αληθινά υπαρκτό;

ἄτοπος: Στερούμενος του τόπου του, άρα παράδοξος, αλλόκοτος, παράλογος. Η εμφατική αυτή λέξη, που παραπέμπει σχεδόν σε κάτι ανύπαρκτο, χρησιμοποιείται για να προετοιμάσει τον επερχόμενο αιφνιδιασμό της απόφανσης του Σωκράτη: οι αλλόκοτοι δεσμώτες είναι όμοιοι με εμάς. Μέσα από λογοτεχνικές χρήσεις της γλώσσας ο Πλάτων επιδιώκει να προωθήσει τον φιλοσοφικό του στοχασμό. Στην προκειμένη περίπτωση υποβάλλεται η θέση πως η τόσο αυτονόητη ένταξη των ανθρώπων στον κόσμο των αισθήσεων είναι ἄτοπος, αποτελεί μια αλλόκοτη στέρηση λογικής.

τὸ ἀληθές: Εδώ η λέξη δεν παραπέμπει στην ορθότητα μιας απόφανσης, όπως την χρησιμοποιούμε εμείς σήμερα και λέμε π.χ. «αυτό που αναφέρεις είναι αληθές/αληθινό», αλλά έχει έντονη φιλοσοφική χροιά, και μάλιστα οντολογική: αναφέρεται στο αληθινά υπαρκτό. Το ἀληθές δεν λανθάνει, έρχεται στο φως, όντως υπάρχει. Για τους δεσμώτες, όμως, του σπηλαίου, που αντλούν τη γνώση με τις περιορισμένες αισθήσεις τους, αληθινά υπαρκτό είναι οι σκιές. Οι δεσμώτες ζουν μέσα σε μια ψευδαίσθηση. Εφόσον και εμείς —διδάσκει ο Πλάτων— έχουμε συνηθίσει και αντιλαμβανόμαστε και ζούμε την καθημερινή μας πραγματικότητα με βάση την επισφαλή γνωσιολογικά εικόνα που μας δίνουν οι αισθήσεις, και δεν είμαστε πρόθυμοι να αμφισβητήσουμε τους περιορισμούς τους, ζούμε επίσης εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο απατηλό.


Ενότητα 7η - Διδαγμένο

Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού
Φάκελος Υλικού - Γ' Λυκείου
Ενότητα 7η


" Η συγκρότηση της πόλεως " 


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Πολιτικά, A 1.12, 1253a29-39


Εισαγωγή:

Ο Αριστοτέλης δεν διαφοροποιείται από τη βασική ιδέα του πρωταγόρειου μύθου: η δημιουργία της πολιτικής κοινωνίας είναι αποτέλεσμα μιας φυσικής εξελικτικής πορείας, που απέβλεπε τόσο στην επιβίωση όσο και στην ευτυχία των ανθρώπων και ουσιαστική, δομική προϋπόθεση για τη δημιουργία των πόλεων αλλά και την αντοχή τους μέσα στον χρόνο είναι το αίσθημα του δικαίου και οι θεσμοί εύρεσης και πραγμάτωσής του μέσα στις πόλεις. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζει ο φιλόσοφος, οι πανάρχαιοι ιδρυτές των διαφόρων πόλεων, για τους οποίους καθεμιά είχε τις δικές της μυθολογικές παραδόσεις, λειτούργησαν ως καταλύτης της φυσικής εξέλιξης.

Το Κείμενο:

Φύσει μὲν οὖν ἡ ὁρμὴ ἐν πᾶσιν ἐπὶ τὴν τοιαύτην κοινωνίαν [: την πόλιν]· ὁ δὲ πρῶτος συστήσας μεγίστων ἀγαθῶν αἴτιος. Ὥσπερ γὰρ καὶ τελεωθεὶς βέλτιστον τῶν ζῴων ἄνθρωπός ἐστιν, οὕτω καὶ χωρισθεὶς νόμου καὶ δίκης χείριστον πάντων. Χαλεπωτάτη γὰρ ἀδικία ἔχουσα ὅπλα· ὁ δὲ ἄνθρωπος ὅπλα ἔχων φύεται φρονήσει καὶ ἀρετῇ, οἷς ἐπὶ τἀναντία ἔστι χρῆσθαι μάλιστα. Διὸ ἀνοσιώτατον καὶ ἀγριώτατον ἄνευ ἀρετῆς, καὶ πρὸς ἀφροδίσια καὶ ἐδωδὴν χείριστον. Ἡ δὲ δικαιοσύνη πολιτικόν· ἡ γὰρ δίκη πολιτικῆς κοινωνίας τάξις ἐστίν, ἡ δὲ δικαιοσύνη τοῦ δικαίου κρίσις.

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

1) Φυσική, επομένως, είναι η ορμή που σπρώχνει όλους τους ανθρώπους σ' αυτή την κοινωνία. Κι εκείνος που τη σύστησε πρώτος έγινε αιτία των μεγαλυτέρων αγαθών. Γιατί, αν ο άνθρωπος είναι το ανώτερο από τα όντα, όταν φθάσει στην τελειότητά του, έτσι κι όταν διακόπτει κάθε σχέση με το νόμο και τη δικαιοσύνη, γίνεται το χειρότερο απ' όλα. Γιατί η αδικία είναι ανυπόφορη όταν διαθέτει όπλα, και ο άνθρωπος γεννιέται έχοντας όπλα την φρόνηση και την αρετή, τα οποία μπορεί να χρησιμοποιήσει και για αντίθετους σκοπούς. Γι' αυτό ο χωρίς αρετή άνθρωπος είναι το πιο ανόσιο, το πιο άγριο ον, και το πιο επιρρεπές στις ερωτικές ηδονές και τη λαιμαργία. Η δικαιοσύνη είναι πολιτική αξία και αποτελεί κανόνα της κοινωνίας. Και η ορθή εφαρμογή της καθορίζει τι είναι δίκαιο.

(μετάφραση Β. Μοσκόβης)

2) Αφ' ενός λοιπόν φύσει υπάρχει εις τον άνθρωπον η προς την τοιαύτην κοινωνίαν ενόρμησις, αφ' έτερου δε μεγίστων αγαθών αίτιος κατέστη ο πρώτος συστήσας ταύτην. διότι ο άνθρωπος, ως ακριβώς είναι το υπεροχότερον των ζώων εάν τελειοποιηθεί, ούτω και εάν αποχωρισθεί «νόμου» και «δίκης» αποβαίνει το χείριστον όλων. Τούτο δε διότι κατ' εξοχήν φοβερά είναι η έχουσα όπλα αδικία, ο δε άνθρωπος γεννάται έχων εκ φύσεως όπλα, όπως μεταχειρισθεί ταύτα επί φρονήσει και αρετή, τα οποία όμως δύναται και διά τα άκρως αντίθετα να χρησιμοποιήσει. Διό και ο άνευ αρετής άνθρωπος είναι το ανοσιότατον και αγριότατον των όντων και ως προς τα αφροδίσια και την λαιμαργίαν το χείριστον. Απ' εναντίας, στοιχείον της πολιτείας είναι η δικαιοσύνη· διότι τάξις της πολιτειακώς οργανωμένης κοινωνίας είναι η «δίκη»· «δίκης» δε είναι η εν πάση περιπτώσει διακρίβωσις του δικαίου.

(μετάφραση Π. Λεκατσάς)

Ερμηνευτικά Σχόλια:


φύσει: Όπως θα δούμε στη 16η Διδακτική Ενότητα, τόσο η κοινωνικότητα του ανθρώπου όσο και η σύσταση της πόλεως ανάγονται στη φύση, είναι φυσικά φαινόμενα.

τελειοῦμαι (τέλος): Με τον όρο τέλος ο Αριστοτέλης δηλώνει τον απώτερο σκοπό, τον λόγο, μιας σειράς ενεργειών ή την ολοκληρωμένη μορφή προς την πραγμάτωση της οποίας τείνει ένα ον. Έτσι, το τέλος δεν είναι αποτελείωμα αλλά τελείωση, ολοκλήρωση (βλ. και το εισαγωγικό σημείωμα της 16ης Διδακτικής Ενότητας). Ο άνθρωπος τελειοῦται, όταν ολοκληρώσει τη σωματική και πνευματική του ανάπτυξη και φτάσει στην πληρότητα των δυνατοτήτων του. Τότε μόνο μπορεί να πετύχει την ευτυχία.

Βλ. Ἠθικὰ Μεγάλα, 1.4.5, 1185a1-4:
«Αφού, πάλι, η ευτυχία είναι τέλειο αγαθό και τελικός στόχος, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι και ο άνθρωπος που θα την έχει θα είναι τέλειος - ολοκληρωμένος (την ευτυχία δεν θα την έχει ένα παιδί, ούτε υπάρχει παιδί ευτυχισμένο, αλλά θα την έχει ο ενήλικος, για τον λόγο ότι αυτός είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος)» (μετάφραση Β. Μπετσάκος). Ασφαλώς και δεν αποστερεί ο Αριστοτέλης τη δυνατότητα της ευτυχίας από το παιδί· δεν λέει πως δεν υπάρχουν παιδιά ευτυχισμένα! Αυτό που ο φιλόσοφος αρνείται στην παιδική ηλικία είναι η ευτυχία στην ολοκληρωμένη της μορφή, η ευτυχία ενός ενήλικου· αυτήν και μόνο αυτήν δεν μπορούν να έχουν τα παιδιά.

φρόνησις:
Εδώ σημαίνει τη διανοητική ικανότητα του ανθρώπου στο σύνολό της. Ο όρος, δηλαδή, δεν έχει την ειδική σημασία της πρακτικής σοφίας, της ικανότητας να παίρνει ο άνθρωπος τις σωστές αποφάσεις σε καθημερινά συμβάντα της ζωής του. Με αυτή την ειδικότερη σημασία χρησιμοποιεί συχνά ο Αριστοτέλης τον όρο φρόνησις στα Ἠθικὰ Νικομάχεια, όπως θα δούμε στη 12η Διδακτική Ενότητα.

φύεται ἀρετῇ: Η φράση δεν σημαίνει ότι η αρετή είναι έμφυτη στον άνθρωπο, αλλά ότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις να την αποκτήσει, ίσως και έχει μια έμφυτη τάση προς αυτήν.


Online Μαθήματα:

Η Ενότητα στο Youtube

https://youtu.be/7hFvk7_RaRc?si=CgZ3RPrPaJGc1-E5

165ο Μάθημα στο Youtube

https://youtu.be/wsRwlQrSWCA?si=sfzIgL-JARkTtFRe

167o Μάθημα στο Youtube

https://youtu.be/HBIqI6pMlM0?si=gqN1H92aujhyOYFb


Πηγές:

https://users.sch.gr/ipap/Ellinikos_Politismos/lcy/2-4.htm

https://katerinapothou.blogspot.com/2020/08/blog-post.html

https://akisambelas.wordpress.com/wp-content/uploads/2020/01/fakelos_ylikou_g_lyk_d.e._12-19.pdf







Ενότητα 6η - Διδαγμένο

Αρχαία Ελληνικά Προσανατολισμού   
Φάκελος Υλικού - Γ' Λυκείου
Ενότητα 6η 

"Ο πρωταγόρειος μύθος: το δώρο του Δία.

Η πολιτική αρετή ως κοινή και αναγκαία 

ιδιότητα των ανθρώπων "

ΠΛΑΤΩΝ, Πρωταγόρας 322a-323a


Εισαγωγή:

Τα «δώρα» του Προμηθέα καθιστούν τον άνθρωπο ικανό να επεμβαίνει στη φύση, να προσπαθεί να την αλλάξει και να βελτιώσει τη ζωή του. Ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας την πρακτική νοημοσύνη του εξασφάλισε τροφή, στέγη, ενδυμασία· ακόμη περισσότερο, άρθρωσε λόγο και αισθητοποίησε τη μεταφυσική του αγωνία σε θρησκευτικά σύμβολα, με τα οποία εκδηλώνεται εντονότερα η διαφορά του είδους του από τα άλλα έμβια όντα και η έλλογη ιδιότητά του.

Όσα είχαν επιτευχθεί ήταν σημαντικά, αλλά δεν ήταν αρκετά. Απέβλεπαν κυρίως στην αυτοσυντήρηση των ανθρώπων, οι οποίοι ζούσαν διασκορπισμένοι, και στο πλαίσιο αυτό εκδηλώθηκαν οι πρώτες ομάδες συμβίωσης χωρίς όμως σταθερές δομές, για να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των ζώων. Ωστόσο, οι άνθρωποι γίνονταν επιθετικοί και βίαιοι μεταξύ τους και συνεπώς επικίνδυνοι ο ένας για τον άλλον. Έτσι, μαζί με τον φυσικό κίνδυνο από τα άγρια θηρία, ο άνθρωπος αντιμετώπιζε τώρα και τον κοινωνικό κίνδυνο που απέρρεε από την τυχαία και χωρίς οργάνωση συνύπαρξή του με τους ομοίους του. Ακόμη μία φορά ήταν αντιμέτωπος με την πρόκληση της επιβίωσής του.



Το Κείμενο:

Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἄνθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρῶτον μὲν διὰ τὴν τοῦ θεοῦ συγγένειαν ζῴων μόνον θεοὺς ἐνόμισεν, καὶ ἐπεχείρει βωμούς τε ἱδρύεσθαι καὶ ἀγάλματα θεῶν· ἔπειτα φωνὴν καὶ ὀνόματα ταχὺ διηρθρώσατο τῇ τέχνῃ, καὶ οἰκήσεις καὶ ἐσθῆτας καὶ ὑποδέσεις καὶ στρωμνὰς καὶ τὰς ἐκ γῆς τροφὰς ηὕρετο. Οὕτω δὴ παρεσκευασμένοι κατ’ ἀρχὰς ἄνθρωποι ᾤκουν σποράδην, πόλεις δὲ οὐκ ἦσαν· ἀπώλλυντο οὖν ὑπὸ τῶν θηρίων διὰ τὸ πανταχῇ αὐτῶν ἀσθενέστεροι εἶναι, καὶ ἡ δημιουργικὴ τέχνη αὐτοῖς πρὸς μὲν τροφὴν ἱκανὴ βοηθὸς ἦν, πρὸς δὲ τὸν τῶν θηρίων πόλεμον ἐνδεής —πολιτικὴν γὰρ τέχνην οὔπω εἶχον, ἧς μέρος πολεμική— ἐζήτουν δὴ ἀθροίζεσθαι καὶ σῴζεσθαι κτίζοντες πόλεις· ὅτ’ οὖν ἀθροισθεῖεν, ἠδίκουν ἀλλήλους ἅτε οὐκ ἔχοντες τὴν πολιτικὴν τέχνην, ὥστε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο.

Ζεὺς οὖν δείσας περὶ τῷ γένει ἡμῶν μὴ ἀπόλοιτο πᾶν, Ἑρμῆν πέμπει ἄγοντα εἰς ἀνθρώπους αἰδῶ τε καὶ δίκην, ἵν’ εἶεν πόλεων κόσμοι τε καὶ δεσμοὶ φιλίας συναγωγοί. Ἐρωτᾷ οὖν Ἑρμῆς Δία τίνα οὖν τρόπον δοίη δίκην καὶ αἰδῶ ἀνθρώποις· «Πότερον ὡς αἱ τέχναι νενέμηνται, οὕτω καὶ ταύτας νείμω; νενέμηνται δὲ ὧδε· εἷς ἔχων ἰατρικὴν πολλοῖς ἱκανὸς ἰδιώταις, καὶ οἱ ἄλλοι δημιουργοί· καὶ δίκην δὴ καὶ αἰδῶ οὕτω θῶ ἐν τοῖς ἀνθρώποις, ἢ ἐπὶ πάντας νείμω;» «Ἐπὶ πάντας», ἔφη ὁ Ζεύς, «καὶ πάντες μετεχόντων· οὐ γὰρ ἂν γένοιντο πόλεις, εἰ ὀλίγοι αὐτῶν μετέχοιεν ὥσπερ ἄλλων τεχνῶν· καὶ νόμον γε θὲς παρ’ ἐμοῦ τὸν μὴ δυνάμενον αἰδοῦς καὶ δίκης μετέχειν κτείνειν ὡς νόσον πόλεως». Οὕτω δή, ὦ Σώκρατες, καὶ διὰ ταῦτα οἵ τε ἄλλοι καὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν μὲν περὶ ἀρετῆς τεκτονικῆς ᾖ λόγος ἢ ἄλλης τινὸς δημιουργικῆς, ὀλίγοις οἴονται μετεῖναι συμβουλῆς, καὶ ἐάν τις ἐκτὸς ὢν τῶν ὀλίγων συμβουλεύῃ, οὐκ ἀνέχονται, ὡς σὺ φῄς—εἰκότως, ὡς ἐγώ φημι—ὅταν δὲ εἰς συμβουλὴν πολιτικῆς ἀρετῆς ἴωσιν, ἣν δεῖ διὰ δικαιοσύνης πᾶσαν ἰέναι καὶ σωφροσύνης, εἰκότως ἅπαντος ἀνδρὸς ἀνέχονται, ὡς παντὶ προσῆκον ταύτης γε μετέχειν τῆς ἀρετῆς ἢ μὴ εἶναι πόλεις. Αὕτη, ὦ Σώκρατες, τούτου αἰτία.




Απόδοση στα Νέα Ελληνικά:

1) Και επειδή ο άνθρωπος κρατεί από θεϊκή μοίρα, πρώτα πρώτα ένεκα της συγγένειας προς τον θεό, μόνος από τα ζώα πίστεψε θεούς, και προσπαθούσε να ιδρύει και βωμούς και αγάλματα θεών· έπειτα γλήγορα κατώρθωσε να διαρθρώσει με τη γνωστή τέχνη φωνή και λέξεις, και βρήκε κατοικίες και ενδύματα και υποδήματα και στρωσίδια και τις τροφές από τη γη. Έτσι εφοδιασμένοι οι άνθρωποι στην αρχή κατοικούσαν διασκορπισμένοι· δεν υπήρχαν όμως πόλεις. Καταστρέφονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί παντού και πάντα ήταν ασθενέστεροι απ' αυτά· οι τεχνικές τους δεξιότητες, καλός βοηθός για τον πορισμό τροφής, υστερούσαν στον πόλεμο με τα θηρία· γιατί δεν είχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, που μέρος της είναι η πολεμική. Επιδίωκαν λοιπόν να συγκεντρωθούν πολλοί μαζί και να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις· όταν όμως μαζεύονταν, αδικούσαν ένας τον άλλον, γιατί δεν είχαν την πολιτική τέχνη, ώστε πίσω πάλι σκορπίζονταν εδώ και κει και καταστρέφονταν.

Ο Ζευς τότε επειδή φοβήθηκε για το γένος μας, μήπως ολότελα εξαφανιστεί, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη, για να υπάρξει αρμονία στις πόλεις και δεσμοί φιλίας δημιουργοί. Ρωτά λοιπόν ο Ερμής το Δία, με τι τρόπο να δώσει τη δικαιοσύνη και την αιδώ στους ανθρώπους· να τις μοιράσει κι αυτές έτσι όπως έχουν μοιραστεί οι τέχνες; Τούτες έτσι έχουν μοιραστεί ένας που ξέρει την ιατρική είναι αρκετός για πολλούς που δεν την ξέρουν· έτσι και οι άλλοι τεχνίτες. Και τη δικαιοσύνη λοιπόν και τη ντροπή έτσι να τις βάλω μέσα στους ανθρώπους, ή να τις μοιράσω σε όλους; Σε όλους, είπεν ο Ζευς, και όλοι να έχουν το μερδικό τους· γιατί δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν πόλεις, αν λίγοι μόνο μετείχαν σ' αυτά, όπως στις άλλες τέχνες· και να βάλεις νόμο από μέρους μου όποιον δεν είναι ικανός να μετέχει στη δικαιοσύνη και την εντροπή να τον σκοτώνουν ως αρρώστεια για την πόλη.

Έτσι λοιπόν, Σωκράτη, και γι' αυτούς τους λόγους και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν πρόκειται για τεκτονική ή καμμιά άλλη τεχνική ικανότητα, νομίζουν ότι λίγοι έχουν το δικαίωμα να δίνουν γνώμη, κι αν κάποιος όντας έξω από τους λίγους επιχειρεί να δίνει γνώμη, δεν ανέχονται, όπως συ υποστηρίζεις· με το δίκιο τους, όπως λέγω εγώ· όταν όμως έρχονται να ζητήσουν γνώμη σε θέμα που αναφέρεται σε πολιτική ικανότητα, γνώμη που ολόκληρη πρέπει να περνά από τη δικαιοσύνη και τη σωφροσύνη, τότε σωστά δέχονται να ακούν κάθε άνδρα, με τη σκέψη ότι καθένας ταιριάζει να έχει μέρος στην αρετή, αλλιώς δε θα υπάρχουν πόλεις. Τούτη είναι, Σωκράτη, η αιτία αυτού του πράγματος.

(μετάφραση Β.Τατάκης)


2) Λοιπόν, μια και ο άνθρωπος πήρε κι αυτός μερίδιο από τον κλήρο των θεών, πρώτα πρώτα αυτός μόνο απ' όλα τα ζωντανά, σαν συγγενής των θεών βέβαια, πίστεψε σε θεούς και άρχισε να χτίζει βωμούς και αγάλματα των θεών· κατόπι, με την αξιοσύνη του γρήγορα σχημάτισε γλώσσα και λέξεις, συνταιριάζοντας τις συλλαβές, και βρήκε και κατοικίες και ρούχα και υποδήματα και στρώματα και τις τροφές που δίνει η γη. Μ' αυτά λοιπόν τα εφόδια οι άνθρωποι τον πρώτο καιρό ζούσαν σκόρπιοι, πολιτείες όμως δεν υπήρχαν. Έτσι τους αφάνιζαν τα θηρία, γιατί, σ' όλα τα σημεία ήταν πιο δυνατά απ' αυτούς· κι η βιοτεχνία τους τούς βοηθούσε βέβαια σ' ό,τι χρειάζονταν για να βρουν την τροφή τους, όμως δεν μπορούσε να τους σώσει στον πόλεμο με τα θηρία· κι αιτία ήταν που δεν κάτεχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, που ένα μέρος της είναι η τέχνη του πολέμου· τότε ένιωσαν την ανάγκη να συγκεντρώνονται και να χτίζουν πολιτείες, για να σωθούν. Ομως, όποτε συγκεντρώνονταν, αδικούσε ο ένας τον άλλο, μια και δεν είχαν την πολιτική τέχνη, κι έτσι πάλι σκορπίζονταν και τους έτρωγαν τα θηρία.

Τότε ο Δίας ανησύχησε μήπως χαθεί η ράτσα μας από το πρόσωπο της γης και στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη, για να δημιουργηθούν μονιασμένες πολιτείες και δεσμοί που να δένουν με φιλία τους ανθρώπους. Ομως ρωτά ο Ερμής τον Δία με ποιον τρόπο τέλος πάντων να δώσει στους ανθρώπους την αιδώ και τη δικαιοσύνη: «Με ποιο τρόπο, όπως έχουν μοιραστεί τα επαγγέλματα, έτσι να τις μοιράσω κι αυτές; Ξέρεις πώς έχουν μοιραστεί εκείνα: ένας γιατρός εξυπηρετεί πολύν κόσμο, το ίδιο και οι άλλοι τεχνίτες. Με τον ίδιο τρόπο να βάλω στους ανθρώπους και τη δικαιοσύνη και την αιδώ, ή να τις μοιράσω σ' όλους;». «Σε όλους, είπε ο Δίας, και ο καθένας να έχει το μερίδιό του· γιατί πώς θα σταθούν πολιτείες, αν —όπως έγινε με τα άλλα επαγγέλματα— λίγοι έχουν μερίδιο απ' αυτές; Και βάλε ένα νόμο με τη σφραγίδα μου: όποιος είναι ανίκανος να κρατήσει το μερίδιό του στην αιδώ και τη δικαιοσύνη, να τον σκοτώνουν, γιατί είναι πανούκλα της πολιτείας.»

Να λοιπόν, Σωκράτη, πώς και γιατί και οι άλλοι και οι Αθηναίοι, όταν γίνεται συζήτηση για θέμα που χρειάζεται αξιοσύνη αρχιτέκτονα ή κάποιου άλλου τεχνίτη, νομίζουν ότι λίγοι έχουν το δικαίωμα να συμβουλεύουν· κι αν πάει να δώσει συμβουλή κάποιος έξω απ' αυτούς τους λίγους, χαλούν τον κόσμο, όπως λες —με το δίκιο τους, νομίζω. Οταν όμως είναι να δώσουν γνώμη για θέμα που χρειάζεται πολιτικήν αξιοσύνη, και που πρέπει απ' την αρχή ως το τέλος να το πραγματευθούν με δικαιοσύνη και σωφροσύνη, δίνουν το ελεύτερο να μιλήσει ο καθένας, και μ' όλο τους το δίκαιο· γιατί όλοι πρέπει να 'χουν το μερίδιό τους σ' αυτή την αρετή· αλλιώς δεν στέκονται οι πολιτείες. Αυτή είναι η αιτία για ό,τι συμβαίνει, Σωκράτη.

(μετάφραση Η. Σπυρόπουλος)


Ερμηνευτικά Σχόλια:

θεία μοῖρα:
Εδώ η λέξη έχει την πρώτη της σημασία: μέρος, μερίδιο. Με την έκφραση θεία μοῖρα ο Πρωταγόρας αναφέρεται στη φωτιά και την έλλογη ικανότητα της χρήσης της (ἔμπυρος τέχνη), που ο άνθρωπος είχε πάρει από τους θεούς Ήφαιστο και Αθηνά.

Υπονοείται η αρχαιοελληνική αντίληψη ότι η —ανεξήγητη κατά τα άλλα—ανθρώπινη λογικότητα ανάγεται στον θεό ή είναι ο θεός μέσα μας. Μια τέτοια αναγωγή κάνει ο Πλάτων: «Πρέπει όμως να καταλάβουμε ότι το κυρίαρχο είδος της ψυχής, που δώρισε ο Θεός στον καθένα μας, είναι ένας δαίμων. Είναι αυτό που, όπως είπαμε, κατοικεί στην κορυφή του σώματος και μας ανυψώνει από τη Γη προς τον συγγενικό μας ουρανό, γιατί η αλήθεια είναι ότι είμαστε φυτά όχι της Γης αλλά του ουρανού» (Τίμαιος 90a, μετάφραση Β. Κάλφας). Ο Αριστοτέλης υποστηρίζει: «Μπορούμε, δηλαδή, να πούμε ότι κινεί τα πάντα μέσα μας ένας θεός εσωτερικός. Και του λογικού στοιχείου ακόμα, αρχή δεν είναι το λογικό στοιχείο, αλλά κάτι ανώτερο. Τι άλλο, λοιπόν, θα είναι ανώτερο και από την επιστήμη και από τον νου, παρά ο θεός;» (Ἠθικὰ Εὐδήμια 1248a26-29, μετάφραση Β. Μπετσάκος).

φωνὴ καὶ ὀνόματα:
Ο Πρωταγόρας αναφέρεται στη γλώσσα, τον έναρθρο λόγο (διηρθρώσατο, διὰ + ἄρθρον = μέλος). Η φωνή είναι καταρχάς ο άναρθρος ήχος που παράγεται από τον λάρυγγα, τις φωνητικές χορδές και τη στοματική κοιλότητα είτε των ζώων είτε των ανθρώπων. Η αρθρωμένη φωνή αποτελείται σε πρώτο επίπεδο από διακριτούς ήχους (φθόγγους), που από μόνοι τους δεν έχουν νοηματικό φορτίο· κατά τον Πλάτωνα: ὧν γε τὰ ἐναργέστατα αὐτὰ τὰ ἑπτὰ [τα φωνήεντα] φωνὴν μόνον ἔχει, λόγον δὲ οὐδ’ ὁντινοῦν (Θεαίτητος 203b). Νοηματικό φορτίο έχουν τα σύνολα φθόγγων, τα ονόματα, δηλαδή οι λέξεις.

δημιουργική τέχνη:
Στην προηγούμενη (5η) Διδακτική Ενότητα είχαν χρησιμοποιηθεί με ανάλογη σημασία οι εκφράσεις ἔντεχνος σοφία σὺν πυρὶ και ἔμπυρος τέχνη. Καθώς, όμως, στην πορεία του πρωταγόρειου μύθου αναπτύσσεται ο πολιτισμός της ανθρωπότητας, δεν είναι πλέον αναγκαία η παρουσία της φωτιάς σε κάθε δραστηριότητα, και έτσι γίνεται κυρίαρχο το δημιουργικό στοιχείο της ανθρώπινης λογικότητας.

αἰδώς:
Το αίσθημα σεβασμού ενός μέλους της κοινότητας έναντι των υπολοίπων, όλες οι ηθικές αναστολές και φόβοι που προφυλάσσουν τον άνθρωπο από αντικοινωνική συμπεριφορά (με άλλα λόγια: ο αυτοσεβασμός, η ντροπή που νιώθει ο άνθρωπος όταν έχει προβεί σε τέτοια συμπεριφορά). Σε ένα λεξικό με τον τίτλο Ὅροι, το οποίο ανάγεται στην πλατωνική Ακαδημία, η αἰδώς ορίζεται ως «εκούσια υποχώρηση από απερίσκεπτη συμπεριφορά, σύμφωνα με το δίκαιο και αυτό που φαίνεται καλύτερο· εκούσια κατανόηση του καλύτερου· προσοχή για αποφυγή της δικαιολογημένης επίκρισης» (412c). Το δίπολο των αρετών αἰδώς καὶ δίκη ισοδυναμεί με το σωφροσύνη καὶ δικαιοσύνη, το οποίο χρησιμοποιεί ο Πρωταγόρας στο επιμύθιο του λόγου του.

δίκη: Στο συγκεκριμένο απόσπασμα η λέξη δίκη δεν χρησιμοποιείται με τη σημασία της δικαστικής διαδικασίας. Βρίσκεται κοντά στην αρχική της σημασία· δίκη: το ορθό, το δίκαιο. Κατά προέκταση, η δίκη δηλώνει εδώ την έμφυτη αντίληψη για το σωστό, το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Βλ. και τη χρήση της λέξης στην επόμενη (7η) Διδακτική Ενότητα από τα Πολιτικά του Αριστοτέλη.



Online Μαθήματα: