Παρασκευή 30 Μαΐου 2025

Η μεγάλη αντίφαση του εκπαιδευτικού μας συστήματος! (Σπυρίδων Κ. Κούτρας)

Η μεγάλη αντίφαση του εκπαιδευτικού μας συστήματος


Δεν μπορεί η διδασκαλία αρχών αμφισβήτησης, διαλόγου, ελεύθερης δημιουργίας, πρωτοβουλίας, πρωτοτυπίας και δημοκρατίας στο σχολείο να γίνεται με όρους συγκεντρωτισμού


Δημοσίευση: 13/06/2020

Σπυρίδων Κ. Κούτρας
Φιλόλογος-συγγραφέας εκπαιδευτικών βοηθημάτων


Η συγκεντρωτική δομή της ελληνικής κρατικής διοίκησης είναι εμφανής και στη συγκεντρωτική δομή του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Άλλωστε, το εκπαιδευτικό μας σύστημα αποτελεί υποσύστημα του ευρύτερου συστήματος της δημόσιας διοίκησης. Συγκεντρωτικό είναι ένα σύστημα στο οποίο όλες οι αποφάσεις λαμβάνονται από το κεντρικό όργανο εξουσίας και οι ελάχιστες αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται στα αποκεντρωμένα όργανα έχουν διαχειριστικό χαρακτήρα, καθιστώντας τα απλά εκτελεστικά όργανα.

Αυτό ακριβώς ισχύει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Η όλη δομή και λειτουργία, η διοίκηση, η εποπτεία και η παιδαγωγική καθοδήγηση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης -και της Πρωτοβάθμιας-, προσδιορίζεται από τις αποφάσεις του Υπουργείου Παιδείας και των γνωμοδοτικών του οργάνων και από ένα πλέγμα νόμων, προεδρικών διαταγμάτων καθώς επίσης και υπουργικών αποφάσεων και εγκυκλίων, που καθορίζουν μέχρι και την τελευταία τους λεπτομέρεια όλες τις πτυχές της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Έτσι, οι ρυθμίσεις, οι οποίες γίνονται όλο και πιο λεπτομερειακές, αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για την ανάπτυξη και την ανάληψη δημιουργικών πρωτοβουλιών, από διδάσκοντες, από συλλόγους και ενώσεις διδασκόντων και άλλων αποκεντρωμένων οργάνων τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης. Και μάλιστα σε μια εποχή που λόγω της πολυπλοκότητας των θεμάτων που απασχολούν την εκπαιδευτική κοινότητα, των ταχύτατα μεταβαλλόμενων συνθηκών, της προσαρμογής σε αυτές και της δυσκίνητης γραφειοκρατίας της δημόσιας διοίκησης οι πρωτοβουλίες αυτές είναι απολύτως απαραίτητες.

Εδώ έγκειται και η μεγάλη αντίφαση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ως προς τους εκπαιδευτικούς σκοπούς που επιδιώκονται: από τη μια συγκεντρωτική δομή και λειτουργία της Εκπαίδευσης και από την άλλη στόχος της η πρωτοβουλία και η δημιουργία. Θεωρητικά στον νόμο στον οποίο ορίζονται οι σκοποί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης αναφέρεται ότι αυτή υποβοηθεί τους μαθητές να αναπτύσσουν δημιουργική και κριτική σκέψη, ώστε να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες. Και για τους διδάσκοντες αναφέρεται ότι αυτοί προγραμματίζουν τη διδακτέα ύλη των μαθημάτων τους και συμμετέχουν στον γενικότερο προγραμματισμό δραστηριοτήτων της σχολικής μονάδας, λαμβάνοντας υπόψη τους τις οδηγίες του Υπουργείου Παιδεία, του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής και των Σχολικών Συμβούλων.

Στην πράξη, όμως, με τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα που έχει η Εκπαίδευσή μας, σχεδόν τα πάντα καθορίζονται και ελέγχονται από τα κεντρικά εκπαιδευτικά όργανα. Και δεν εννοούμε μόνο ό,τι έχει σχέση με τη διοίκηση, εννοούμε ό,τι έχει σχέση με τη διδακτική πράξη, αν και αυτά τα δύο δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Περιεχόμενο σπουδών, διδακτέα ύλη για κάθε μάθημα, ώρες εβδομαδιαίας διδασκαλίας κάθε μαθήματος, ρυθμός διδασκαλίας και κάλυψης της διδακτέας ύλης, σχολικά βιβλία, μέσα διδασκαλίας και «οδηγίες (sic) διδασκαλίας», όλα ορίζονται, ελέγχονται και καθοδηγούνται από έναν συγκεντρωτικό μηχανισμό διοίκησης και εποπτείας της Εκπαίδευσης. Ο έλεγχος και η καθοδήγηση φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπαγορεύονται ακόμα και οι ερωτήσεις, ο τρόπος διατύπωσης των θεμάτων στα οποία εξετάζονται οι μαθητές! Για τη νομιμοποίηση, μάλιστα, αυτής της ομοιορφίας γίνεται επίκληση της ισότητας των εκπαιδευτικών ευκαιριών. Με όλα αυτά δεν εννοούμε, ασφαλώς, ότι πρέπει να λείπει η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου που κάθε εκπαιδευτικός προσφέρει στο αντικείμενο που διδάσκει.

Εννοούμε την έλλειψη της απαραίτητης αυτονομίας των εκπαιδευτικών, της σχολικής μονάδας, της εκπαιδευτικής περιφέρειας να προγραμματίζουν το περιεχόμενο της διδασκαλίας τους, να οργανώνουν, να συνεργάζονται και να συντονίζουν τον τρόπο διδασκαλίας τους, να επιλέγουν τα βιβλία και τα μέσα διδασκαλίας τους, για να φτάσουν στο διδακτικό αποτέλεσμα που επιδιώκεται και στους εκπαιδευτικούς στόχους που σε ένα ευρύτερο περιφερειακό και εθνικό πλαίσιο ορίζονται. Εννοούμε τη δυνατότητα της μικρότερης και μεγαλύτερης εκπαιδευτικής κοινότητας (σχολικής, τοπικής και περιφερειακής) να επιλέγει, να παίρνει αποφάσεις, να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να πρωτοτυπεί στη διδασκαλία των μαθημάτων και στους τρόπους επίτευξης των διδακτικών στόχων. Και το σημαντικότερο, να μεταδίδει στους μαθητές αυτό το πνεύμα ελευθερίας, συμμετοχής και συνεργασίας στη μάθηση και στη δημιουργία. Δεν μπορεί η διδασκαλία αρχών αμφισβήτησης, διαλόγου, ελεύθερης δημιουργίας, πρωτοβουλίας, πρωτοτυπίας και δημοκρατίας στο σχολείο να γίνεται με όρους συγκεντρωτισμού που αποτελούν υποδείγματα ομοιομορφίας και τυποποίησης στον τρόπο σκέψης και μάθησης και καταπνίγουν κάθε ελεύθερη, αυτόβουλη, δημιουργική πρωτοβουλία των διδασκόντων και των διδασκομένων.

Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι, σίγουρα, καθόλου εύκολο. Είναι, όμως, αναγκαίο και για την παιδεία και για την κοινωνία μας. Για τη σταδιακή απαλλαγή και απελευθέρωση της εκπαίδευσή μας από τον ασφυκτικό έλεγχο και την κηδεμονία της από τον συγκεντρωτισμό είναι απαραίτητη η αποκέντρωση των εκπαιδευτικών αρμοδιοτήτων, η μόρφωση και η διαρκής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ώστε να γίνουν αυτόφωτοι και υπεύθυνοι για το εκπαιδευτικό έργο που προσφέρουν και το αποτέλεσμα που φέρουν.

Σπυρίδων Κ. Κούτρας

Πηγή:

https://www.esos.gr/arthra/68108/i-megali-antifasi-toy-ekpaideytikoy-mas-systimatos?fbclid=IwY2xjawKm9-VleHRuA2FlbQIxMQBicmlkETA2elVGT25YVjQxMzhEUERvAR7KHCI_DC4S0xfYOLZWaBr2kacNkd5nqjF-ZUFC80paWyLYvOfu_1LMHEL6-w_aem_dPk3O5-Ds4vE32DsX9Fudw

Σχολιασμός θεμάτων Νεοελληνικής Γλώσσας ΓΕΛ 30/5/2025

 💬Ποιες είναι λοιπόν οι πιο SOS θεματικές ενότητες;


Παιδεία και διά βίου μάθηση; 

Εκπαίδευση;

Αυτοβελτίωση;

Τεχνολογία;

Επιστήμη;

Τέχνη;

Ελεύθερος χρόνος - Ψυχαγωγία;

Επάγγελμα - Εργασία;

...


Σήμερα έγινε φανερό τοῖς πᾶσιν ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΠΙΑ να συζητούμε και να βαδίζουμε με τη λογική και τη στρατηγική των SOS ενοτήτων... (Ποτέ δεν ήμουν υπέρμαχος, αντιθέτως!) 


Γιατί, πολύ απλά, δεν υπάρχουν SOS θεματικές ενότητες και γιατί μπορεί κάλλιστα να "συγχωνευθούν" όλες οι ενότητες σε μία, όπως π.χ. με τη δημιουργικότητα, που άπτεται σχεδόν όλων των θεματικών τομέων! 


(Πανέξυπνο, σαν επιλογή θέματος, αλλά και λίγο αιφνιδιαστικό, όπως πάντα, σαν "μη αναμενόμενο", "αντιSOS" και ουτοπικό θέμα!)


Οι παγίδες υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν κάθε χρόνο και θα διαπιστώνονται σε πολλά γραπτά. Θα πρέπει να είναι ΠΟΛΥ προσεκτικοί οι μαθητές,να μη βιαστούν, για να μη μπερδευτούν, κυρίως λόγω άγχους!


Ευτυχώς οι εκφωνήσεις και τα ζητούμενα ήταν όλα ξεκάθαρα και αναμενόμενα, όπως ακριβώς τα έχουν διδαχθεί τα παιδιά και προφανώς δεν θα υπήρξαν σημαντικές εκπλήξεις ή παρανοήσεις...


Ωστόσο, θεωρώ πως το λογοτεχνικό κείμενο, όπως και το Κείμενο 1, θα δυσκόλεψε αρκετά την πλειοψηφία των παιδιών...


Ας μη "διαβάζουμε" τα θέματα από τη δική μας οπτική γωνία, αλλά από τη θέση των παιδιών καλύτερα...


Ήταν βατά για έναν άριστα προετοιμασμένο μαθητή, αλλά λίγο απαιτητικά για το σύνολο των μαθητών!


Υ.Γ. Αναρωτιέμαι για ποια δημιουργικότητα μιλάμε, όταν τα περισσότερα παιδιά έμαθαν (κατευθυνόμενα ή μη) να αποστηθίζουν όχι μόνο το βιβλίο της Ιστορίας τους, αλλά ακόμη και σχεδιαγράμματα (ω ναι!!!!) με θέσεις και επιχειρήματα!!! 



Καλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά!


Αισιοδοξία και πάμε για τα επόμενα!


Το "έχετε"! Αποδεδειγμένα πια! 👏👏👏


💥Σχολιασμός πανελλαδικώς εξεταζομένων θεμάτων ΓΕΛ Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας 30/5/2025


https://philologikipaideia.blogspot.com/?m=1



 

Φιλολογική Παιδεία 









✅️Πανελλαδικές Εξετάσεις Ημερήσιων και Εσπερινών ΓΕΛ ✅️Θέματα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας ✅️Παρασκευή 30 Μαΐου 2025 🖊Δημιουργικότητα





 

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Επίπεδο ύφους!

Λόγος Κείμενο

ΕΠΙΠΕΔΟ ΥΦΟΥΣ


Το κειμενικό είδος καθορίζει τις γλωσσικές επιλογές στο επίπεδο της δομής του κειμένου ως ολοκληρωμένου μηνύματος με αρχή, μέση και τέλος, όπως λ.χ. ένα έγγραφο από τη δημόσια διοίκηση με τη μορφή φόρμας και οδηγιών για τη συμπλήρωσή του.
Το επίπεδο ύφους, από την άλλη μεριά, -το οποίο αποτελεί μετάφραση του αγγλικού όρου register- πραγματώνει γλωσσικές επιλογές στο επίπεδο της σύνταξης των φράσεων του κειμένου και του λεξιλογίου του (πρβ. Couture 1986). Έτσι, στην περίπτωση του δημόσιου έγγραφου, για παράδειγμα, οι γλωσσικές επιλογές μπορεί να είναι τέτοιες που να συγκροτούν ένα κείμενο η γλώσσα του οποίου μπορεί να έχει ύφος γραφειοκρατικό ή φιλικό προς το αναγνωστικό κοινό. Οι γλωσσικές επιλογές μιας συνέντευξης μπορεί να της προσδίδουν ύφος δημοσιογραφικό ή επιστημονικό. Οι γλωσσικές επιλογές ενός σχολικού κειμένου μπορεί να το καθιστούν κείμενο διδακτικό ή μαθησιακό. Με άλλα λόγια, το επίπεδο ύφους αφορά στις γενικευμένες γλωσσικές επιλογές που προσδιορίζουν το γενικό ύφος του κειμένου.

Τη δεκαετία του '50, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος "επίπεδο ύφους" θεωρήθηκε ως μια ακόμη κειμενική ποικιλία (Reid 1956), όπως κειμενική ποικιλία θεωρείται ακόμη -σύμφωνα με ορισμένες σχολές κοινωνιογλωσσολογικής σκέψης- η γλώσσα των νέων, το γκράφιτι, η επιστολή. Τη δεκαετία του '60 ξεκινά το ενδιαφέρον για την ανάλυση των λεξικογραμματικών στοιχείων που προσδιορίζουν διαφορετικά επίπεδα ύφους, το οποίο κατέληξε σε πληροφορίες για τη συχνή ή σπάνια χρήση συγκεκριμένων λέξεων ή συντακτικών δομών σε συγκεκριμένου τύπου κείμενα. Αν και χρήσιμες οι πληροφορίες αυτές, δεν μας βοήθησαν να κατανοήσουμε το πώς δομείται η πληροφορία σε συγκεκριμένου τύπου κείμενα, ούτε τους λόγους που οδηγούσαν στην επιλογή κάποιων λεξικογραμματικών στοιχείων αντί άλλων. Έτσι, στη δεκαετία του '70 πλέον, εμφανίζονται ποικίλες και διαφορετικές προσεγγίσεις και ορισμοί για το επίπεδο ύφους.

Η πιο ολοκληρωμένη άποψη για την έννοια "επίπεδο ύφους", η οποία τελικά έχει κυριαρχήσει, είναι η άποψη που διατυπώθηκε από τη σχολή της συστημικής λειτουργικής γλωσσολογίας. Ολοκληρωμένη, γιατί ορίζει το επίπεδο ύφους σε σχέση με την οργάνωση του κειμένου αλλά και του συγκειμενικού του πλαισίου (context στην αγγλική και contexte στη γαλλική γλώσσα). Σύμφωνα με τους Halliday & Hasan (1989), το επίπεδο ύφους αναφέρεται σε μια συσχέτιση νοημάτων που συνδέονται με -και σε μεγάλο βαθμό καθορίζονται από- τα στοιχεία του άμεσου συγκειμενικού πλαισίου, και συγκεκριμένα από:

α. Το "πεδίο" (field στην αγγλική γλώσσα), το οποίο αφορά στον σκοπό της εκφοράς λόγου ως κοινωνικής (επικοινωνιακής) πράξης και προσδιορίζει το περιεχόμενο του κειμένου (π.χ. αν ο σκοπός του κειμένου είναι δημοσιογραφικός ή πολιτικός).

β. Το "συνομιλιακό ρόλο" (tenor στην αγγλική γλώσσα), που προσδιορίζει τις κοινωνικές σχέσεις εκείνων που μετέχουν σε μια περίσταση επικοινωνίας, την κοινωνική θέση και στάση τους (π.χ. σχέση ισότητας, όπως στην περίπτωση δύο φίλων, ή ανισότητας όπως στην περίπτωση εργοδότη-υπαλλήλου).

γ. Τον "τρόπο" (mode στην αγγλική γλώσσα) εκφοράς του λόγου που έχει σχέση με το κανάλι επικοινωνίας. Αν ένα κείμενο είναι προφορικό, γραπτό, γραπτό που θα διαβαστεί, ομιλία που δεν στηρίζεται σε γραπτό κείμενο κλπ., τα ρητορικά και γλωσσικά του στοιχεία θα διαφέρουν.

Τα τρία αυτά στοιχεία δεν αποτελούν γλωσσικές κατηγορίες αλλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του συγκειμενικού πλαισίου του κειμένου που καθορίζουν και το επίπεδο ύφους του. Για παράδειγμα, ξέρουμε πως τα προφορικά κείμενα που παράγουν οι διευθυντές μιας επιχείρησης κατά τη διάρκεια σύσκεψής τους διαφέρουν ως προς το επίπεδο ύφους από τα κείμενα που παράγει μια ομάδα γονέων κατά τη σύσκεψή τους σχετικά με ένα πρόβλημα που προέκυψε στο σχολείο των παιδιών τους. Το επίπεδο ύφους κατά τον αθλητικό σχολιασμό ενός ποδοσφαιρικού αγώνα από το ραδιόφωνο διαφέρει από εκείνο του σχολιασμού στην τηλεόραση μιας καλλιτεχνικής εκδήλωσης, ενώ αυτή διαφέρει ως προς το επίπεδο ύφους όταν σχολιάζεται σε μια κοινωνική συγκέντρωση μεταξύ φίλων. Βλέπουμε δηλαδή ότι όσο πιο πολλές πληροφορίες διαθέτουμε για τις συνθήκες παραγωγής του κειμένου, τόσο πιο συγκεκριμένα μπορούμε να προσδιορίσουμε το επίπεδο ύφους του και να κατανοήσουμε τις γλωσσικές επιλογές του. Μάλιστα, σκοπός της ανάλυσης του επιπέδου ύφους ενός κειμένου είναι ο προσδιορισμός των γενικών εκείνων αρχών και επικοινωνιακών παραμέτρων που καθορίζουν τις εκάστοτε γλωσσικές επιλογές του. Το επίπεδο ύφους, ως ένα σύνολο εννοιών, το οποίο πραγματώνεται μέσα από συγκεκριμένες λεξικογραμματικές επιλογές, κατάλληλες για συγκεκριμένη περίσταση επικοινωνίας, αποτελεί μια σημασιολογική κατηγορία που μας βοηθά να κατανοήσουμε ότι η γλώσσα που μιλάμε και γράφουμε ποικίλλει ανάλογα με το συγκειμενικό της πλαίσιο.

Στη μελέτη της θεωρητικής έννοιας "επίπεδο ύφους", όπως ορίζεται πλέον σήμερα, διακρίνονται δύο κατηγορίες. Η πρώτη αναφέρεται σε "κλειστά επίπεδα ύφους" και περιλαμβάνει κείμενα των οποίων η γλώσσα είναι αυστηρά προσδιορισμένη, ενώ υπάρχουν ελάχιστα περιθώρια επιλογών. Παραδείγματα τέτοιων κειμένων αποτελούν οι διάφοροι στρατιωτικοί κώδικες που χρησιμοποιούνται σε περίπτωση πολέμου, οι προσευχές και τα δελτία καιρού. Η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται σε "ανοικτά επίπεδα ύφους" και σε αυτή συγκαταλέγονται κείμενα που η η γλώσσα τους δεν είναι τόσο αυστηρά προκαθορισμένη. Παράδειγμα τέτοιου κειμένου είναι μια προσωπική επιστολή ή ένα ρομαντικό διήγημα ενός περιοδικού για κορίτσια στην εφηβεία. Στις κατηγορίες αυτές υπάρχουν βέβαια και διαβαθμίσεις, με αποτέλεσμα το ύφος ενός κειμένου να είναι σχετικά περιορισμένο, όπως για παράδειγμα το επίπεδο ύφους που έχουν οι ευχετήριες κάρτες και οι διάφορες αιτήσεις σε δημόσιες υπηρεσίες. Το επίπεδο ύφους των τίτλων άρθρων σε εφημερίδες είναι σχετικά πιο ανοιχτό από εκείνο των συνταγών μαγειρικής κλπ. Πάντως, παρ' όλες τις διαβαθμίσεις των περιορισμών για τις επιλογές στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στα κείμενα, οι περιορισμοί στο επίπεδο ύφους πάντα υπάρχουν, γιατί τους επιβάλλει το συγκειμενικό πλαίσιο του κειμένου.



Πηγή:

Βασιλική Μητσικοπούλου




Λόγος και Κείμενο!

Λόγος και Κείμενο


Η έννοια του όρου "λόγος"


Η έννοια του όρου λόγος (discourse στην αγγλική και discours στη γαλλική γλώσσα), όπως θα αναπτυχθεί εδώ, βασίζεται στην άποψη ότι η γλώσσα αποτελεί πηγή κοινωνικά οριοθετημένων νοημάτων και όχι μέσο έκφρασης ατομικών ιδεών. Η συγκεκριμένη οπτική μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε ότι η διαφορά στους τρόπους ανάγνωσης μηνυμάτων και στις μορφές γλωσσικής παραγωγής δεν οφείλεται στις ιδιοσυγκρασιακές διαφορές των ομιλητών μιας γλώσσας, αλλά συνδέεται με τη χρήση της στα πλαίσια συγκεκριμένων κοινωνικών θεσμών, ο κάθε ένας από τους οποίους προσδιορίζει και προσδιορίζεται από τις πρακτικές, τις αξίες και τις έννοιες που συγκροτούν τον λόγο του. Ο κάθε λόγος, δηλαδή, -όπως υποστηρίζει και ο Kress (1989,7) ο οποίος υιοθετεί τις αντιλήψεις του γάλλου φιλοσόφου Michel Foucault- είναι μια συστηματικά οργανωμένη ομάδα δυνάμει δηλώσεων μέσω των οποίων λεκτικοποιούνται τα νοήματα ενός θεσμού. Ο κάθε θεσμός (λ.χ. ο θεσμός της οικογένειας, της εκπαίδευσης, της θρησκείας, των κομμάτων κλπ.) καθορίζει, περιγράφει και περιορίζει το τί είναι πιθανόν να ειπωθεί ή να γραφτεί και τί όχι (και κατ' επέκταση, τί είναι εφικτό να γίνει και τί όχι). Ο λόγος του κάθε κοινωνικού θεσμού, δηλαδή, παρέχει ένα σύνολο δηλώσεων για μια συγκεκριμένη περιοχή γνώσης και πρακτικών, ενώ παράλληλα οργανώνει και διαγράφει τον τρόπο με τον οποίο θα συζητηθεί ένα θέμα, μια διαδικασία κλπ. Με αυτή την έννοια, παρέχει, κανόνες, περιορισμούς και απαγορεύσεις για τους τρόπους (επικοινωνιακής) δράσης.

Η οπτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να βλέπουμε τον λόγο σε συνάρτηση με όλες τις άλλες κοινωνικές πρακτικές και να τον προσεγγίζουμε ως διαδικασία και δραστηριότητα -όχι ως κατάσταση ή αντικείμενο. Ως διαδικασία που εξελίσσεται στο πλαίσιο του πολιτισμικού γίγνεσθαι και ως κατεξοχήν κοινωνική δραστηριότητα, καθορίζεται από τις ευρύτερες κοινωνικές και ιδεολογικές συνθήκες παραγωγής του. Επομένως, ο λόγος δεν είναι ένα φαινόμενο ατομικό.

Είναι μέσα από τη θέση μας ως κοινωνικά υποκείμενα που δρούμε στα πλαίσια των κοινωνικών θεσμών για να κατανοήσουμε ή να παραγάγουμε γραπτά ή προφορικά κείμενα. Ένα κείμενο σχολικού παιδαγωγικού λόγου, για παράδειγμα, έχει διαφορετικό νόημα για κάποιον που έχει θέση μαθητή ή μαθήτριας και διαφορετικό για εκείνον που έχει τη θέση καθηγητή ή καθηγήτριας. Οι τρόποι ανάγνωσης του κειμένου αυτού διαφέρουν στις δύο περιπτώσεις όχι μόνο επειδή ο παραγόμενος λόγος εξυπηρετεί διαφορετικούς σκοπούς σε κάθε περίπτωση αλλά και γιατί η κοινωνική θέση που καταλαμβάνει καθένας μας στο πλαίσιο των θεσμού της εκπαίδευσης προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε τα μηνύματα που εκπέμπονται. Αντίστοιχα, η θέση που καταλαμβάνουμε κάθε φορά καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε τα μηνύματά μας. Έτσι, για παράδειγμα, διαφέρει η μορφή του παιδαγωγικού λόγου που παράγει ο μαθητής ή η μαθήτρια από εκείνον που παράγει ο εκπαιδευτικός όταν έχει τη θέση του καθηγητή στην τάξη ή, αντίθετα, του εκπαιδευομένου καθηγητή που παρακολουθεί κάποιο επιμορφωτικό πρόγραμμα.

Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει άπειρα παραδείγματα σχετικά με το πώς η θέση που καταλαμβάνει καθένας μας -θέση κοινωνικού υποκειμένου, κατά την ορολογία- καθορίζει και τον τρόπο με τον οποίο παράγουμε και κατανοούμε τον λόγο. Θα περιοριστούμε εδώ σε ένα ακόμη παράδειγμα που έχει συζητηθεί αρκετά από ειδικούς επιστήμονες και μη. Πρόκειται για την κατανόηση και παραγωγή λόγου από τη θέση ως θηλυκού ή αρσενικού κοινωνικού υποκειμένου. Πολλή συζήτηση έχει γίνει γύρω από το ζήτημα του γυναικείου και ανδρικού λόγου, ενώ αρχίζει να γίνεται συνείδηση ότι και οι προσλαμβάνουσες διαφέρουν ανάλογα με το φύλο, αφού το κοινωνικό φύλο προσδιορίζεται ιδεολογικά.




Πηγή:


Βασιλική Μητσικοπούλου






Για μια καλή περίληψη...!

Πώς η γνώση του τρόπου ανάπτυξης του αρχικού κειμένου μάς βοηθάει να γράψουμε καλή περίληψή του…



Σε αδρές γραμμές, μια καλή περίληψη πρέπει να αποδίδει με ακρίβεια και πιστότητα το περιεχόμενο του αρχικού κειμένου, δηλαδή το θέμα του και τη θέση, αν υπάρχει, του συγγραφέα και τις σημαντικές πληροφορίες ανάπτυξης του θέματος ή/και τα επιχειρήματα απόδειξης της θέσης. Πρέπει, επίσης, σε αυτή να πυκνώνονται σε παράφραση, όσο γίνεται, οι σημαντικές πληροφορίες.

Η γνώση, η κατανόηση του τρόπου ανάπτυξης του αρχικού κειμένου είναι πολύ σημαντική για να γράψουμε καλή περίληψή του.


Για παράδειγμα:

👉 Αν το αρχικό κείμενο αναπτύσσεται με διαίρεση –η καλύτερη περίπτωση–, η διαιρετέα έννοια δίνει το θέμα και τα μέλη της διαίρεσης τις σημαντικές/κύριες πληροφορίες. Οι δευτερεύουσες πληροφορίες αξιοποιούνται ανάλογα με την έκταση της περίληψης σε σχέση με το αρχικό κείμενο.


👉 Αν το αρχικό κείμενο αναπτύσσεται με ορισμό –επίσης, καλή περίπτωση–, η οριστέα έννοια είναι το θέμα του κειμένου και τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματά της είναι οι σημαντικές πληροφορίες που δεν πρέπει να λείπουν από την περίληψή μας.


👉 Αν το αρχικό κείμενο αναπτύσσεται με σύγκριση και αντίθεση, η αντίθεση/αντιπαραβολή/αντιδιαστολή των μελών της αντίθεσης είναι το θέμα του και οι διαφορές τους είναι οι σημαντικές πληροφορίες. Η δομή της περίληψης ακολουθεί τον τρόπο, την πορεία δομής του αρχικού κειμένου.


👉 Αν το αρχικό κείμενο αναπτύσσεται με αναλογία, ο παραλληλισμός/παρομοίωση των μελών της είναι το θέμα του και οι ομοιότητές τους είναι οι σημαντικές πληροφορίες.


👉 Αν το αρχικό κείμενο αναπτύσσεται με αιτιολόγηση ή με αίτιο και αποτέλεσμα, οι αιτιολογήσεις και τα αποτελέσματα/συμπεράσματα είναι τα επιχειρήματα με τα οποία τεκμηριώνεται η θέση που διατυπώνεται.

Τετάρτη 28 Μαΐου 2025

Πανελλήνιες 2025 – Έκθεση: Οι τελευταίες συμβουλές !

Πανελλήνιες 2025 – Έκθεση: Οι τελευταίες συμβουλές για υψηλή βαθμολογία στη Νεοελληνική Γλώσσα 


Newsroom Ipaidia 27/05/2025 - 11:32 






Πίνακας περιεχομένων:

Α. Περίληψη / Συνοπτική νοηματική απόδοση 
  • Οι «προβληματικές» περιλήψεις
Β. Αποκωδικοποίηση των ΘΕΜΑΤΩΝ Β’ 

Γ. Το ερμηνευτικό σχόλιο / Παραγωγή λόγου στη Λογοτεχνία 

Δ. Παραγωγή λόγου: 
  • Το περιεχόμενο της παραγωγής λόγου
  • Η δομή και ύφος της παραγωγής λόγου

Πανελλήνιες 2025 –  Νεοελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία: Οι τελευταίες οδηγίες για ένα δυνατό γραπτό.


Με το βλέμμα στραμμένο στην ερχόμενη πρεμιέρα των Πανελληνίων Εξετάσεων, χιλιάδες υποψήφιοι προετοιμάζονται εντατικά για το πρώτο και κρίσιμο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. 

Οι απαιτήσεις του μαθήματος δεν περιορίζονται μόνο στη γνώση της θεωρίας αλλά επεκτείνονται στην εφαρμογή της σε πραγματικές συνθήκες γραφής, με στόχο την ακρίβεια, τη σαφήνεια και τη λειτουργική χρήση της γλώσσας. 

Από τη συνοπτική απόδοση νοημάτων και τη δομημένη περίληψη μέχρι την ερμηνευτική προσέγγιση του λογοτεχνικού κειμένου και την παραγωγή λόγου με προσωπική σφραγίδα, οι μαθητές καλούνται να δείξουν ωριμότητα, κριτική ικανότητα και οργανωτική συνέπεια. Με βάση τις οδηγίες του φιλολόγου Γιώργου Χρυσουδάκη, συγκεντρώνουμε όλα τα κρίσιμα σημεία που πρέπει να έχουν υπόψη τους οι υποψήφιοι για να διεκδικήσουν υψηλή βαθμολογία στο γραπτό τους. 

Αναλυτικά όλα όσα αναφέρει ο Χρυσουδάκης Γιώργος , Φιλόλογος – Συγγραφέας / MEd Διδακτική Ν. Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο iPaidia.gr: 


Α. Περίληψη / Συνοπτική νοηματική απόδοση 


– Πληροφοριακή περίληψη: Οι μαθητές καλούνται να παρουσιάσουν περιληπτικά ένα απόσπασμα του κειμένου ή να εστιάσουν σε συγκεκριμένες απόψεις του συγγραφέα και να τις αποδώσουν συνοπτικά. 

– Περιεχόμενο: Επιλογή των ουσιωδέστερων επιχειρημάτων τού αποσπάσματος ή του χωρίου της εστίασης / Οι μαθητές, μέσω της περίληψής τους, θα πρέπει ν’ αποδείξουν ότι έχουν κατανοήσει το βασικό θέμα του κειμένου και πώς αυτό συσχετίζεται με την επιχειρηματολογία που αναπτύσσει ο συγγραφέας στο συγκεκριμένο κομμάτι της συνοπτική απόδοσης. 

– Δομή – Οργάνωση: Οι μαθητές μπορούν να προτάξουν τον κεντρικό άξονα του αποσπάσματος ή του χωρίου που αποδίδουν συνοπτικά / Αλληλουχία νοημάτων (η λογική πορεία των νοημάτων στο αρχικό κείμενο) / Αναδιάταξη – αν αυτό απαιτείται – της αρχικής δομής του κειμένου (για παράδειγμα, εάν επαναλαμβάνονται στο κείμενο νοήματα ή διαφόρων ειδών τεκμήρια, επιλέγουν να τα αναφέρουν μία φορά, στο σημείο που πιστεύουν ότι εξυπηρετεί καλύτερα την οργάνωση των πληροφοριών τους) / Λειτουργική χρήση κειμενικών δεικτών (συνοχικών, μεταβατικών τρόπων). 

– Εκφραστική επάρκεια – Μορφή: Σαφής καταγραφή της κύριας επιχειρηματολογίας του αρχικού κειμένου και ως προς τη νοηματική τους αυτοτέλεια, αλλά και ως προς τη, μεταξύ τους, νοηματική διαπλοκή / Αποφυγή αυτούσιας μεταφοράς λέξεων – φράσεων του αρχικού κειμένου και σχολιασμού των απόψεων του συγγραφέα / Τήρηση των κανόνων της στίξης, της ορθογραφίας, της γραμματικής και του συντακτικού. 

– Τήρηση του ορίου των λέξεων: Η ποιοτική προσέγγιση στη διόρθωση της περίληψης επιβάλλει στους βαθμολογητές να παραβλέπουν μία υπέρβαση του ορίου, της τάξης των 10, περίπου, λέξεων. 






Οι «προβληματικές» περιλήψεις: 


– Υπερβολική αναδιατύπωση του αρχικού κειμένου, που αποδεικνύει την αδυναμία του μαθητή να κατανοήσει τις βασικές θέσεις του συγγραφέα και να τις μεταφέρει στο τετράδιό του, επιλέγοντας τις κατάλληλες, νοηματικά, συνωνυμικές λέξεις και φράσεις. 

– Άμετρη χρήση μεταδιατυπώσεων (ρήματα αναφοράς / συγγραφέας), οι οποίες, σε συνδυασμό με μία μηχανιστική επιλογή μεταβατικών λέξεων και φράσεων, διαμορφώνουν ένα τυποποιημένο μοντέλο περίληψης, προσθετικής και χρονολογικής οργάνωσης, που δεν αποτυπώνει με λειτουργικό τρόπο το «ξετύλιγμα» της σκέψης του συγγραφέα. 

 – Αδυναμία αναδιάταξης, στην περίληψη, της δομής του αρχικού κειμένου, όταν αυτό επιβάλλεται, εξαιτίας επαναλήψεων κάποιων στοιχείων (τεκμηρίων κ.λπ.). 

– Αδυναμία επιλογής της βασικής επιχειρηματολογίας του αρχικού κειμένου. 

Υπερβολική υπέρβαση του ορίου των λέξεων (ισχύει ο «κανόνας» του 10%). 



Β. Αποκωδικοποίηση των ΘΕΜΑΤΩΝ Β’ 


– Στα Β’ ΘΕΜΑΤΑ κυριαρχούν ερωτήματα στα οποία η θεωρία πρέπει να συνδυαστεί κειμενοκεντρικά με την πρόθεση του συγγραφέα των κειμένων της Ν. Γλώσσας και να τεκμηριωθεί με κατάλληλες γλωσσικές επιλογές. Ειδικότερα, οι υποψήφιοι μπορεί να συναντήσουν ερωτήσεις: 

  • Σωστού / λάθους ή αντιστοίχισης, με ή χωρίς τεκμηρίωση από τα κείμενα. 

  • Κατανόησης ή σύγκρισης των δύο κειμένων αναφοράς. 

  • Χαρακτηρισμού του ύφους των κειμένων αναφοράς (π.χ. επίσημο, οικείο κ.λπ.) 

  • Λειτουργίας των ρηματικών προσώπων. 

  • Λειτουργίας των ρηματικών χρόνων και εγκλίσεων. 

  • Επικοινωνιακής αποτελεσματικότητας του τίτλου ενός κειμένου ή της συνάφειάς του με το περιεχόμενο του κειμένου. 

  • Λειτουργίας των ερωτημάτων στον λόγο, σε ό,τι αφορά την οργάνωση τού κειμένου ή το επικοινωνιακό τους αποτέλεσμα. 

  • Σχέσης των τρόπων ανάπτυξης / οργάνωσης παραγράφων με την πρόθεση τού συγγραφέα σ’ αυτές. 

  • Επικοινωνιακής λειτουργικότητας τού μεταφορικού λόγου στο κείμενο. 

  • Χαρακτηριστικών των κειμενικών ειδών και τύπων. 

  • Επιλογής κειμενικών δεικτών και λεξιλογικών στοιχείων για την τεκμηρίωση της πρόθεσης τού συγγραφέα.  

  • Συνοχής και συνεκτικότητας (Πανελλαδικές 2023 και ’24). 

  • Επιχειρηματολογικού χαρακτήρα - Ισχυρισμός συγγραφέα και δεδομένα απόδειξης τού ισχυρισμού / Πειστικότητα ισχυρισμού. 

  • Επιλογής γλωσσικών στοιχείων για την απόδειξη τού βαθμού βεβαιότητας μιας άποψης τού συγγραφέα. 

  • Αλλαγής τού τρόπου εκφοράς τού μηνύματος (π.χ. από προτροπή να δηλώνει αναγκαιότητα κ.λπ.) / Ευθύς και πλάγιος λόγος (ύφος και πειστικότητα). 

  • Λεξιλογικών ασκήσεων (π.χ. συνώνυμα σε άλλο ύφος ή σε άλλη λειτουργία της γλώσσας). 

  • Λειτουργίας των σημείων στίξης. 



Γ. Το ερμηνευτικό σχόλιο / Παραγωγή λόγου στη Λογοτεχνία 


Η προσέγγιση του λογοτεχνικού κειμένου – το λεγόμενο ερμηνευτικό σχόλιο – μπορεί να οργανωθεί και να γραφεί στο πλαίσιο δύο παραγράφων και ως εξής: 

- Στην πρώτη παράγραφο, οι μαθητές επιλέγουν το βασικό θέμα ή το κεντρικό ερώτημα που φαίνεται να προκύπτει από το ποίημα ή το πεζό που τους δίνεται. Παράλληλα, γράφουν σύντομα το συνολικό νόημα του κειμένου, αφιερώνοντας σ’ αυτήν τους την προσπάθεια 4 – 5 σειρές. Συνεχίζοντας στην ίδια παράγραφο, οι μαθητές επιλέγουν στοιχεία του κειμένου ή του συγκειμένου (κειμενικοί δείκτες ) που νοηματοδοτούν το θέμα / ερώτημα που έχουν επιλέξει. 

- Στη δεύτερη παράγραφο του ερμηνευτικού σχολίου, οι μαθητές καταγράφουν την προσωπική τους θέση για το θέμα / ερώτημα που σχολίασαν. Σ’ αυτήν, δεν ενδιαφέρει η συμφωνία ή η διαφωνία τους, αλλά η σύντομη και ουσιαστική αιτιολόγηση τής όποια θέσης τους. 

– Είναι πολύ χρήσιμο για την οργάνωση του κειμένου, οι παραπομπές ν’ ακολουθούν τη ροή του λόγου και να μην «φυτρώνουν» ξαφνικά, από το πουθενά… 

– Είναι απαραίτητο οι κειμενικοί δείκτες να ερμηνεύονται (νοηματική απόδοση) και όχι μόνο να τονίζεται ότι προσδίδουν ζωντάνια και παραστατικότητα στο κείμενο (υφολογική προσέγγιση). 

– Η πρώτη παράγραφος είναι φυσικό να είναι μεγαλύτερη από τη δεύτερη. 




Δ. Παραγωγή λόγου: 


 Κατά την παραγωγή λόγου, οι μαθητές αξιοποιούν λειτουργικά τα προσωπικά τους βιώματα και τις εμπειρίες, αλλά και πτυχές τής σύγχρονης πραγματικότητας, ώστε να εκφράσουν με σαφήνεια τον προβληματισμό τους για ποικίλα θέματα, σύμφωνα με τους άξονες της ανάλυσης που τους δίνει το θέμα της παραγωγής λόγου. Παράλληλα, καλούνται να χρησιμοποιήσουν δημιουργικά απόψεις των συγγραφέων στα κείμενα αναφοράς, συμφωνώντας ή διαφωνώντας μαζί τους ή και προεκτείνοντας τη σκέψη τους, ανάλογα με τα δεδομένα της ανάλυσης. 


Το περιεχόμενο της παραγωγής λόγου: 

 - Η μηχανιστική καταγραφή ιδεών λειτουργεί απολύτως αρνητικά στην ανάλυση και αιτιολόγηση των επιχειρημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, συνήθως, οι μαθητές ακολουθούν το «μοντέλο της παράθεσης πληροφοριών» («knowledge telling»), το οποίο δε συνιστά ουσιαστική ανάπτυξη των ζητουμένων του θέματος και, παράλληλα, πλήττει ευθέως και τη συνεκτικότητα του κειμένου. Συνεπώς, εκείνο που κρίνεται απολύτως αναγκαίο είναι οι μαθητές να μπορούν να μετατρέψουν τις αποδεικτέες θέσεις σε επιχειρήματα, στα οποία θα φαίνεται η πορεία ανάλυσής τους και οι εννοιολογικές σχέσεις μεταξύ των προτάσεων / περιόδων του επιχειρήματος. 

- Επίσης, εκείνο που, συχνά, παρατηρείται είναι ότι ο μαθητής «σηκώνει τα χέρια ψηλά», όταν δεν μπορεί να ανακαλέσει στη σκέψη του το υλικό που υπάρχει σε κάποιο βιβλίο. Κάποιες φορές, μάλιστα, έχοντας τυποποιήσει στην αντίληψή του έναν αριθμό πληροφοριών, προσπαθεί, «εκβιαστικά» να τις προσαρμόσει παντού, με συνέπεια να προκύπτει μία ανάλυση «πληθωριστική», με επαναλήψεις ιδεών και επιχειρημάτων, η οποία, συνήθως, δεν ανταποκρίνεται στην ουσιαστική προσέγγιση των ζητουμένων, αλλά τα θίγει περιφερειακά και, συνεπώς, αναποτελεσματικά. 

- Ο παραπάνω κίνδυνος γίνεται «απειλητικότερος», όταν οι μαθητές επιμένουν να προσεγγίζουν τα ζητούμενα, αντλώντας ιδέες από διάφορους τομείς, όπως ο υλικός, ο ηθικός κ.λπ, με αποτέλεσμα να «χάνονται» σ’ έναν «κυκεώνα» πληροφοριών, ο οποίος δεν οδηγεί σε ουσιαστική ανάλυση του θέματος. Εκείνο που απαιτείται, λοιπόν, είναι η ψύχραιμη αποκωδικοποίηση της παραγωγής λόγου, η πλήρης κατανόηση των ζητουμένων στο πλαίσιο μιας κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά και σε σχέση με τις δικές τους εμπειρίες και η οργάνωση ενός λειτουργικού κειμένου. Είναι σημαντικό, επίσης, κάθε παράγραφος, ανάλογα με τον οργανωτικό στόχο που επιτελεί, να διακρίνεται για τη δομική της αρτιότητα. Κάθε παράγραφος του κυρίως θέματος μπορεί να περιέχει 2-3 επιχειρήματα, επαρκώς αναλυμένα. Ένα επιχείρημα αναπτύσσεται σωστά, όταν δεν παρατηρούνται σ’ αυτό νοηματικά «άλματα» και η συνεκτικότητά του ανταποκρίνεται στις λογικές σχέσεις που δημιουργούνται κατά την πορεία ανάλυσης. 

- Ας τονισθεί, στο σημείο αυτό, ότι το κομμάτι της παραγωγής λόγου, στην εξέταση της Ν. Γλώσσας, δεν προσφέρεται για ανούσια επίδειξη γνώσεων. Ο μαθητής θα κριθεί για την ποιότητα των επιχειρημάτων του και όχι για την ποσότητα. Πόσο μάλλον, όταν αυτή δημιουργεί «χαώδεις» αναλύσεις. Το μάθημα της Ν. Γλώσσας, εκτός των άλλων, είναι και μάθημα βιωμάτων και εμπειριών, στοιχεία που οι μαθητές μπορούν ν’ αξιοποιήσουν για την επιλογή της αναγκαίας επιχειρηματολογίας. 

- Οι μαθητές δε θα πρέπει να υπερβαίνουν το όριο των λέξεων (πέραν του «δικαιώματος» του + – 10%). 



Η δομή και ύφος της παραγωγής λόγου: 

- Η επαρκής συγγραφή της παραγωγής λόγου, κυρίως σε ό,τι αφορά στις κειμενικές αρετές της συνοχής και της συνεκτικότητας, είναι μία διαρκής «πληγή» στα γραπτά των υποψηφίων. Οι δυσκολίες εντοπίζονται, κατά βάση, στο γεγονός ότι οι μαθητές λειτουργούν με μία λογική προσθετική, αθροίζοντας, δηλαδή, στο χαρτί «σκόρπιες» απόψεις και ιδέες και χωρίς να συνειδητοποιούν πάντοτε την αναγκαιότητα να οργανώσουν λειτουργικά τα κείμενά τους. 

- Ως εκ τούτου, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στο σημείο αυτό. Οι στερεότυπες μεταβάσεις προσθετικής λογικής (Μία αιτία… Επιπροσθέτως, μία άλλη αιτία…), είτε μεταξύ των επιμέρους νοημάτων είτε μεταξύ των παραγράφων, πλεονάζουν, με αποτέλεσμα να μην αναδεικνύονται οι νοηματικές σχέσεις που «διατρέχουν» το κείμενο. Παράλληλα, οι παράγραφοι σπανίως διακρίνονται για τη δομική τους αυτοτέλεια (θεματική πρόταση / περίοδος + ανάλυση 2 – 3 λεπτομερειών / επιχειρημάτων + κατακλείδα), επιτείνοντας, όχι μόνο την οργανωτική, αλλά και τη νοηματική σύγχυση. 

- Ας μην ξεχνάμε, μάλιστα, ότι το κείμενο «παίρνει ζωή», εντασσόμενο σ’ ένα συγκεκριμένο επικοινωνιακό «περιβάλλον», η γνώση του οποίου είναι απαραίτητη για τους μαθητές, προκειμένου να οργανώσουν και να αναπτύξουν λειτουργικά το θέμα τους. Ωστόσο, συχνά, ιδίως σε περιπτώσεις προσχεδιασμένου προφορικού λόγου (ομιλίας), οι μαθητές περιορίζονται στο να καταγράψουν μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του είδους (π.χ. προσφώνηση και αποφώνηση), χωρίς να τηρούν τις προϋποθέσεις του αντίστοιχου ύφους που απαιτούνται και κατά τη διάρκεια της ανάλυσης του θέματος. Το κείμενο, έτσι, χάνει την επικοινωνιακή του «ετοιμότητα», γεγονός που πλήττει τόσο τη μορφή του κειμένου όσο και τη δομή του. Δείτε επίσης Πανελλήνιες 2025: Τι απαγορεύεται 

- Βέβαια, και στο σημείο αυτό χρειάζεται προσοχή. Η υπερβολική ή η άστοχη χρήση επικοινωνιακών δεικτών (π.χ. ρητορικών ερωτήσεων, επαναφοράς της αρχικής προσφώνησης κ.λπ.), λειτουργεί εις βάρος της δομικής και υφολογικής αρμονίας του κειμένου. 

- Ο πρόλογος και ο επίλογος της παραγωγής λόγου, «υπηρετώντας» τον οργανωτικό τους ρόλο, είναι κανονικές παράγραφοι. Πρόλογοι και επίλογοι των 2 – 3 σειρών δε βοηθούν στη συνολική οργάνωση του κειμένου. Ούτε, βέβαια, και η ένταξή τους σε τυποποιημένα σχήματα γραφής, όπως, για παράδειγμα, οι δύο ερωτήσεις – ζητούμενα στο τέλος του προλόγου, με τις οποίες οι μαθητές προσπαθούν να δημιουργήσουν μία νοηματική «γέφυρα» μετάβασης στο κυρίως θέμα. Αντίστοιχη τυποποίηση παρατηρείται και στον πρόλογο του άρθρου, όταν διαβάζουμε: «Με αφορμή + επίκαιρο γεγονός…» 

- Ο λόγος των μαθητών πρέπει να είναι απλός και σαφής, αλλά όχι απλοϊκός, ακολουθώντας πάντα την επικοινωνιακή περίσταση του θέματος. Ούτε η άγονη προφορικότητα ούτε το εξεζητημένο ύφος οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. 

- Οι μαθητές μπορούν να χρησιμοποιούν σημεία στίξης, πέραν των κλασικών, όταν ο λόγος το επιτρέπει. Προφανώς, οφείλουν να τηρούν τους κανόνες ορθογραφίας.







Σχολεία «λειτουργικού αναλφαβητισμού» έδειξε η Pisa – Γιατί «πατώνουν» οι έλληνες μαθητές.

Σχολεία «λειτουργικού αναλφαβητισμού» έδειξε η Pisa – Γιατί «πατώνουν» οι έλληνες μαθητές

Προβληματικό λεξιλόγιο, έλλειμμα κριτικής σκέψης και «βιαστική διδασκαλία» σε Δημοτικό και Γυμνάσιο διαπιστώνει η έκθεση της «ελληνικής PISA»

16.05.2025

Μάρνυ Παπαματθαίου

https://www.google.com/amp/s/www.tovima.gr/print/society/sxoleia-leitourgikou-analfavitismou/amp/



Τα μηνύματα για το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι διαρκή και σαφή: «Φορτώνουμε» όλο και περισσότερες έννοιες στη διδακτική ύλη των σχολείων μας χωρίς να μελετάμε πριν αν τα παιδιά μπορούν να τα αφομοιώσουν. Ζητάμε από τους μαθητές και τις μαθήτριες «πολλά» και «πολύ νωρίς». Στηριζόμαστε κυρίως σε ένα σύστημα «γνωσιοκεντρικό», χωρίς να δίνουμε βάρος σε διδακτικές μεθόδους που έχει αποδειχθεί ποικιλοτρόπως ότι ωφελούν: συνεργατικά προγράμματα, εργασίες ή projects, δράσεις ή πειράματα…

Ετσι, με την τρίτη χρονιά εφαρμογής της περίφημης «ελληνικής PISA» (των εξετάσεων δηλαδή αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου στα ελληνικά σχολεία στα πρότυπα της εκπαιδευτικής αξιολόγησης του ΟΟΣΑ), το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έρχεται αντιμέτωπο με τη «σκοτεινή» πλευρά του και κυρίως με το δεδομένο ότι φαίνεται πια να συγκεντρώνει αποτιμήσεις και στοιχεία χωρίς να μπορεί (ή να θέλει) να τα αξιοποιήσει. Οι επιστήμονες που ασχολούνται με την αποτίμηση ωστόσο, την τελευταία έκθεση της οποίας παρουσιάζει σήμερα «Το Βήμα», κάνουν τη δουλειά τους καλά και τα συμπεράσματά τους είναι σημαντικά και ακολουθούνται από πλήθος προτάσεων.


Τα ευρήματα

Η τελευταία έκθεση της «ελληνικής PISA» που συντάχθηκε από την Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ΑΔΙΠΠΔΕ) αφορά τις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στις 22 Μαΐου του 2024 και συμμετείχαν 4.815 μαθητές της Στ’ τάξης από 330 δημοτικά σχολεία και 6.325 μαθητές της Γ’ τάξης Γυμνασίου που φοιτούσαν σε 330 γυμνάσια. Στην έκθεση μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: Ενα ικανό ποσοστό μαθητών και μαθητριών σήμερα κινδυνεύουν να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση με προβλήματα λειτουργικού αναλφαβητισμού.

Το δημογραφικό πρόβλημα σκοντάφτει πάνω στην εκπαιδευτική μας αξιολόγηση. Οι μαθητές που εγγράφονται στην πρώτη τάξη Δημοτικού πριν συμπληρώσουν την ηλικία των έξι ετών παρουσιάζουν συνήθως χαμηλότερες επιδόσεις από άλλους, καθώς προφανώς δεν μπορούν να παρακολουθήσουν το επίπεδό της λόγω χαμηλής σχολικής ετοιμότητας. Για αυτούς δεν υπάρχουν επαρκείς προβλέψεις.

Οι χαμηλές αυτές επιδόσεις αμβλύνονται ως τη Γ’ Γυμνασίου, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις δεν διορθώνονται πραγματικά ποτέ. Ο γνωσιοκεντρικός χαρακτήρας του εκπαιδευτικού συστήματός μας περιλαμβάνει σειρά αφαιρετικού τύπου εννοιών, η διδακτέα ύλη είναι υπερβολική σε όγκο και ακολουθεί η προσδοκία ότι οι μαθητές και οι μαθήτριες θα έχουν αναπτύξει σειρά δεξιοτήτων σε πολύ μικρή ηλικία, κάτι που συχνά δεν συμβαίνει.

Στη Γλώσσα το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι το λεξιλόγιο, κάτι που αποκαλύπτει και τη γλωσσική ένδεια της εποχής, με την έλλειψη φιλαναγνωσίας και επαφής των νέων με τη λογοτεχνία ή τα βιβλία.

Στα Μαθηματικά, όπου υπάρχουν απλές πράξεις, οι μαθητές και οι μαθήτριες των δημοτικών και των γυμνασίων της χώρας ανταποκρίνονται σχετικά εύκολα. Οπου οι πράξεις που απαιτούνται συνδέονται με την επίλυση ενός προβλήματος εκεί οι νέοι δυσκολεύονται. Συμπέρασμα: έλλειψη κριτικής σκέψης. Κάτι για το οποίο βέβαια δεν ευθύνονται τα παιδιά, αλλά το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Οπως έλεγε μάλιστα στο «Βήμα» πηγή από τον χώρο των επιστημόνων που συνέταξαν την έκθεση «γιατί θα πρέπει τα παιδιά να μαθαίνουν την προπαίδεια από τη δεύτερη τάξη του Δημοτικού και γιατί θα πρέπει να μάθουν να γράφουν από το νηπιαγωγείο; Είναι λάθος…».

Οι εκπαιδευτικοί στην τάξη, πιεζόμενοι από την υπερβολική διδακτική ύλη, συχνά δεν αφιερώνουν τον απαραίτητο χρόνο στα παιδιά προκειμένου να επεξεργαστούν τα ζητούμενα της εκφώνησης, εφόσον κύριο μέλημά τους είναι η ολοκλήρωση της διδακτέας ύλης.


Οι επόμενες κινήσεις

Οι εξετάσεις τύπου Pisa στα ελληνικά σχολεία αποτελούν έναν νέο θεσμό σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν είχε εμπειρία από αντίστοιχες διαδικασίες. Θα μπορούσε κανείς να πει έτσι, ότι η τρίτη χρονιά εφαρμογής του θεσμού είναι η κρίσιμη για την εισήγηση και προώθηση συγκεκριμένων προτάσεων και μέτρων που θα αλλάξουν τον προσανατολισμό του. Και στην πραγματικότητα αυτό μάλλον εύχονταν όσοι συνέταξαν την έκθεση αυτή από την πλευρά της ΑΔΙΠΠΔΕ.

Η έκθεση βέβαια συντάχθηκε σε συνεργασία και με το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ). Τα όποια μέτρα ακολουθήσουν, μάλιστα, θα πρέπει να συνδυαστούν με μεγάλα πανελλαδικά προγράμματα επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, κάτι το οποίο παραδοσιακά λείπει, και φυσικά αν γινόταν μια αντίστοιχη έκθεση PISA για τις εκπαιδευτικές μας πολιτικές, εκεί η βαθμολογία της χώρας μας θα ήταν πραγματικά ντροπιαστική.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΑΔΙΠΠΔΕ, ομότιμος καθηγητής Ηλίας Ματσαγγούρας, διαπιστώνει στην φετινή έκθεση της Αρχής που παραδόθηκε πρόσφατα στη νέα υπουργό Παιδείας ότι «από τα συμπεράσματα και τους προβληματισμούς που διατυπώνονται στις επιμέρους εκθέσεις, ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί στην επισήμανση και της ομάδας της Γλώσσας και της ομάδας των Μαθηματικών του Γυμνασίου ότι ικανό ποσοστό μαθητών κινδυνεύουν να ολοκληρώσουν την υποχρεωτική εκπαίδευση με προβλήματα λειτουργικού αναλφαβητισμού». «Δεδομένου ότι τέτοιου είδους προβλήματα δεν ανακύπτουν στις γυμνασιακές τάξεις αλλά έχουν τις ρίζες τους στην προσχολική και στην πρωτοσχολική εκπαίδευση, πρέπει σε πρώτη φάση το εκπαιδευτικό μας σύστημα να διασφαλίσει ότι οι εγγραφόμενοι μαθητές στην πρώτη τάξη του Δημοτικού κατέχουν την απαιτούμενη σχολική ετοιμότητα» συμπληρώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος.


Δυσκολίες και προτάσεις

Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τα συμπεράσματα της έρευνας των διαγνωστικών εξετάσεων που παρουσιάζει «Το Βήμα»:

Στη Γλώσσα: Οι μαθητές και μαθήτριες των σχολείων μας στο τέλος του Δημοτικού δυσκολεύονται να ανταποκριθούν σε ιεραρχήσεις, συγκρίσεις ή συνδυασμό διαφορετικών πληροφοριών του κειμένου. Μόλις το 36% των μαθητών και μαθητριών φέρεται να εκφράζει και να αναπτύσσει τις δικές του ιδέες και να τεκμηριώνει την άποψή του αξιοποιώντας πληροφορίες του κειμένου. Στο λεξιλόγιο, μόλις το 56,74% των μαθητών και μαθητριών έδωσε ορθές απαντήσεις. Προτείνεται μείωση της ύλης προκειμένου να διασφαλίζεται ο απαιτούμενος χρόνος στον εκπαιδευτικό να εμβαθύνει στη διδασκαλία επιμέρους θεμάτων του γλωσσικού μαθήματος, επαναλήψεις, αλλά και για δημιουργικές δραστηριότητες. Διαπιστώνεται επίσης ότι στην καθημερινή σχολική πρακτική τις περισσότερες φορές δεν επαρκεί ο διδακτικός χρόνος για να ψάξουν οι μαθητές ή οι μαθήτριες σε βάθος πληροφορίες, μηνύματα, να αναζητήσουν αξίες, στάσεις ή να αναγνωρίσουν συναισθήματα. Στο Γυμνάσιο, ενώ καταγράφονται υψηλές επιδόσεις στην αναγνώριση στοιχείων συνοχής και βασικών κειμενικών χαρακτηριστικών, παρατηρείται ότι οι μαθητές δυσκολεύονται σε ερωτήσεις υψηλότερου επιπέδου που απαιτούν σύνθεση πληροφοριών, κριτική ανάλυση και εμβάθυνση στο λεξιλόγιο.

Στα Μαθηματικά: Στο Δημοτικό οι μαθητές και οι μαθήτριες της ΣΤ΄ τάξης ανταποκρίνονται σε ένα ποσοστό περίπου 70% στους στόχους των αναλυτικών τους προγραμμάτων. Στις επόμενες τάξεις διαπιστώνεται κενό γνώσεων στην Τριγωνομετρία. Προτείνεται να παρέχεται επαρκής χρόνος κατά την εισαγωγή αλλά και την εφαρμογή μιας νέας μαθηματικής έννοιας ή διαδικασίας, προκειμένου τα παιδιά να εκθέσουν τις προσωπικές τους απόψεις και στρατηγικές και να χρησιμοποιούνται μοντέλα και οπτικές αναπαραστάσεις κατά τη διδασκαλία, αλλά και να εμπλέκονται οι ίδιοι με κατάλληλες δράσεις ή δραστηριότητες στην εις βάθος κατανόηση των εννοιών και στις μεταξύ τους σχέσεις. Στα Μαθηματικά Γυμνασίου περίπου ένας στους δύο μαθητές φαίνεται να έχει κατακτήσει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα του προγράμματος σπουδών, ενώ περίπου ένας στους τέσσερις μαθητές φαίνεται να μην έχει κατακτήσει τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα του Προγράμματος Σπουδών, δεδομένου ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί ούτε στα θέματα χαμηλής δυσκολίας, παρότι έχει φθάσει στη Γ΄ τάξη.

Κυριακή 25 Μαΐου 2025

Άλλη μια σχολική χρονιά έφτασε στο τέλος της...!


Άλλη μια σχολική χρονιά έφτασε στο τέλος της...


Πώς να εξηγήσεις στα παιδιά που αγχώνονται λίγο περισσότερο τώρα πριν τις πανελλαδικές ότι εσύ λυπάσαι από τώρα που ένα μεγάλο ταξίδι που κάνατε ΜΑΖΙ τώρα φτάνει στο τέλος του; 

Πώς να τους εξηγήσεις ότι η αγάπη που τους έχουμε μοιάζει με τη μητρική, γιατί δεν παύει ποτέ;!

Κάθε χρονιά μας "πονάει" το ίδιο ο αποχωρισμός...

Κι αναρωτιέμαι...

Γιατί κάθε χρονιά αισθάνομαι ότι σκίζεται η καρδιά μου σε χίλια κομμάτια βλέποντας τα παιδιά που μοιράστηκα μαζί τους χαρές και λύπες, που δέθηκα μαζί τους, να ανοίγουν τα φτερά τους και να φεύγουν από δίπλα μου, εφόσον γνωρίζω ότι είναι για το καλό τους;!

Οι συνάδελφοι, κυρίως, μπορούν να με καταλάβουν απόλυτα!

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ παιδιά!

Όλα σας τα όνειρα να γίνουν πραγματικότητα...

Σας εύχομαι να γίνετε ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ! 
Μετά είναι όλα τα άλλα...

Με αγάπη,
Γλυκερία!
(Φιλολογική Παιδεία)




Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Όμοια εισαγωγή δευτερευουσών προτάσεων στα Αρχαία Ελληνικά!

Όμοια εισαγωγή δευτερευουσών προτάσεων


Η μελέτη των δευτερευουσών προτάσεων στα αρχαία ελληνικά μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι συγκεκριμένες λέξεις ή σύνδεσμοί εισάγουν περισσότερες από μία προτάσεις.

Λέξεις που εισάγουν περισσότερα από ένα είδη δευτερευουσών προτάσεων είναι οι εξής:

1. ὅτι
Eισάγει προτάσεις:

α) Ειδικές, μετά από ρήματα λεκτικά, δοξαστικά, αισθητικά, δηλωτικά, γνωστικά κ.α. Δηλώνει αντικειμενική κρίση.
π.χ Ὁρᾷς ὅτι οὐ πρῶτος αἰτιᾷ τὸν κλέπτοντα (μτφρ. Βλέπεις ότι δεν κατηγορεί πρώτος τον κλέφτη.)

β) Αιτιολογικές, μετά από ρήματα ψυχικού πάθους, δικανικά κ.α. Δηλώνει αντικειμενική αιτιολογία.
π.χ. Ἄντρες στρατιῶται, μὴ θαυμάζετε ὅτι χαλεπῶς φέρω (μτφρ. δυσφορώ) τοῖς παροῦσι πράγμασι.


2. ὡς
Eισάγει προτάσεις:

α) Ειδικές, μετά από ρήματα λεκτικά, δοξαστικά, αισθητικά, δηλωτικά, γνωστικά κ.α. Δηλώνει υποκειμενική κρίση.
π.χ. Ταῦτα λέγω, ὡς τὸ παράπαν οὐ νομίζεις θεούς. (μτφρ. Αυτά λέω ότι δηλαδή καθόλου δε σέβεσαι τους θεούς.)

β) Αιτιολογικές, μετά από ρήματα ψυχικού πάθους, δικανικά κ.α. Δηλώνει υποκειμενική αιτιολογία.
π.χ. Ὡς δ’ οὐκ ἐπείθοντο, οἱ μὲν Κερκυραῖοι ἐπολιόρκουν τὴν πόλιν. (μτφρ. Επειδή δήθεν δεν υπάκουαν, οι Κερκυραίοι πολιορκούσαν την πόλη.)

γ) Πλάγιες ερωτηματικές, μετά από ρήματα αποδεικτικά, δηλωτικά, απορηματικά, αποπειρατικά κ.α.
π.χ. Ἔφη (ενν. ὁ Θεμιστοκλῆς) τοὺς ξυμπρέσβεις […] προσδέχεσθαι μέντοι ἐν τάχει ἥξειν καὶ θαυμάζειν ὡς οὔπω πάρεισιν. (μτφρ. Είπε ο Θεμιστοκλής ότι όμως περίμενε τους συμπρεσβευτές να έρθουν γρήγορα και απορούσε πώς δεν ήρθαν ήδη.)

δ) Τελικές, μετά από ρήματα κίνησης ή σκόπιμης ενέργειας. Δηλώνει υποκειμενικό σκοπό.
π.χ. Ἄκουσον, ὡς ἂν μάθῃς. (μτφρ. Άκουσε για να μάθεις.)

ε) Συμπερασματικές, όταν στην κύρια πρόταση προηγούνται δεικτικές λέξεις οὕτως, τοιοῦτος, τοσοῦτος κ.α.
π.χ. Τοιαύτη δόξα γέγονεν, ὡς ὁ βάρβαρος κήδεται τῆς Ἑλλάδος καὶ φύλαξ τῆς εἰρήνης ἐστι. (μτφρ. Τέτοια φήμη έχει δημιουργηθεί, ώστε ο βάρβαρος φροντίζει και είναι φύλακας της ειρήνης.)

στ) Χρονικές. Συνήθως όταν εκφέρονται με ρήμα ιστορικού χρόνου.
π.χ. Ὡς δὲ ἡμέρη τάχιστα ἐγεγόνεε, […ἡ βασίλεια] ἐκάλεε τὸν Γύγεα. (μτφρ. Όμως ευθύς όταν ξημέρωσε …η βασίλισσα έστειλε να φωνάξουν τον Γύγη.)
π.χ. Ἀθηναῖοι δὲ ὡς ᾔσθοντο, πλεύσαντες ναυσὶν ἑξήκοντα ἐπὶ Σάμου… (μτφρ. Όταν άκουσαν τα γεγονότα, αφού με εξήντα καράβια έπλευσαν εναντίον της Σάμου…)

ζ) Αναφορικές επιρρηματικές παραβολικές του ποιού ή του τρόπου, όταν στην κύρια πρόταση προηγούνται ή εννοούνται δεικτικά επίρρηματα (οὕτως, ὧδε).
π.χ. Διὸ δεῖ ἦχθαί πως εὐθὺς ἐκ νέων, ὡς ὁ Πλάτων φησίν, ὥστε χαίρειν τε καὶ λυπεῖσθαι οἷς δεῖ. (μτφρ. Γι' αυτό πρέπει να έχουμε πάρει, όπως λέει ο Πλάτωνας, από τη νεαρή ηλικία την αγωγή που θα μας κάνει να ευχαριστιόμαστε και να λυπούμαστε με αυτά που πρέπει.)


3. ἐπεί, ἐπειδὴ
Eισάγουν προτάσεις:

α) Χρονικές. Συνήθως όταν εκφέρονται με ρήμα ιστορικού χρόνου.
π.χ. Ἐπεὶ δὲ ὁ Κριτίας ταῦτα ἤκουσεν, ἀπῆλθεν. (μτφρ. Αφού ο Κριτίας άκουσε αυτά, έφυγε.)

β) Αιτιολογικές, μετά από ρήματα ψυχικού πάθους, δικανικά κ.α. Συνήθως εκφέρονται με οριστική, δυνητικές εγκλίσεις και ευκτική του πλαγίου λόγου . Ο ἐπεί, στην αρχή περιόδου, κυρίως στον ποιητικό λόγο, μπορεί να εισάγει κύριες προτάσεις που σημαίνουν προσταγή, ευχή, ερώτηση.
π.χ. Ἐπεὶ οὐκ ἤθελον καθαιρεῖν τὰ τείχη, φρουρὰν φαίνουσιν ἐπ’ αὐτούς. (μτφρ. Επειδή δεν ήθελαν να γκρεμίσουν τα τείχη, τους κήρυξαν τον πόλεμο.)


4. ὅτε, ὁπότε
Eισάγουν προτάσεις:

α) Χρονικές. Συνήθως όταν εκφέρονται με ρήμα ιστορικού χρόνου.
π.χ. Ὅτε τὴν συμμαχίαν ἐποιήσασθε πρὸς τοὺς Βοιωτοὺς καὶ εἰς Ἀλίαρτον ἔδει βοηθεῖν, ἐγὼ προσελθὼν τῷ Ὀρθοβούλῳ ἔφην. (μτφρ. Όταν συνάψατε τη συμμαχία με τους Βοιωτούς και έπρεπε να σπεύσετε για βοήθειά τους στην Αλίαρτο, εγώ αφού παρουσιάστηκα στον Ορθόβουλο, είπα.)

β) Αιτιολογικές (σπάνια).
π.χ. Ὅτε τοίνυν οὕτως ἔχει, προσήκει προθύμως ἐθέλειν ἀκούειν. (μτφρ. Επειδή (αφού) λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα, αρμόζει με προθυμία να θέλω να ακούω.)


5. ὅπως
Eισάγει προτάσεις:

α) Πλάγιες ερωτηματικές, μετά από ρήματα αποδεικτικά, δηλωτικά, απορηματικά, αποπειρατικά κ.α.
π.χ. Ἐνθυμεῖσθε δ’, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅπως μὴ πάντων ἔργον σχετλιώτατον ἐργάσησθε. (μτφρ. Θυμηθείτε, άνδρες Αθηναίοι, πως δεν εργάζεστε για έργο προσβλητικότατο όλων.)

β) Τελικές, μετά από ρήματα κίνησης ή σκόπιμης ενέργειας.
π.χ. Ἐκάλεσέ τις αὐτὸν τῶν ὑπηρετῶν, ὅπως ἴδοι τὰ ἱερὰ ἐξῃρημένα. (μτφρ. Κάλεσε κάποιος από τους υπηρέτες αυτόν, για να δει τα ιερά κατεστραμμένα.)

γ) Ενδοιαστικές (ὅπως μή), μετά από ρήματα που σημαίνουν φόβο, δισταγμό, επιφύλαξη κ.α.
π.χ. Ὁρᾶτε ὅπως μὴ τι αἰσχρὸν πράξωμεν. (μτφρ. Προσέξτε να μην κάνουμε κάτι κακό.)

δ) Αναφορικές (Παραβολικές του Τρόπου).
π.χ. Ὅπως γιγνώσκετε, οὕτω καὶ ποεῖτε.


6. εἰ
Eισάγει προτάσεις:

α) Πλάγιες ερωτηματικές (μονομελείς), μετά από ρήματα αποδεικτικά, δηλωτικά, απορηματικά, αποπειρατικά κ.α.
π.χ. Σαφῶς δ’ οὐκ οἶδ’ εἰ θεός ἐστιν. (μτφρ. Mε ακρίβεια δε γνωρίζω αν υπάρχει θεός.)

β) Αιτιολογικές, μετά από ρήματα ψυχικού πάθους, δικανικά κ.α. Δηλώνει υποθετική αιτιολογία.
π.χ. Τοὺς δ’ ἀπαιδεύτους ἀρετῆς θαυμάζοιμι ἄν, εἴ τι πλέον ἂν ὠφελήσειε λόγος. (μτφρ. Θα απορούσα, αν, τους απαίδευτους στην αρετή, ο λόγος θα μπορούσε να ωφελήσει κάπως περισσότερο.)

γ) Υποθετικές.
π.χ. Εἰ μὲν ποτε ἠδίκησέ με, προσῆκεν αὐτῷ δίκην διδόναι. (μτφρ. Αν βέβαια με αδίκησε κάποτε, έπρεπε αυτός να τιμωρηθεί.)


7. ἐάν, ἄν, ἢν
Eισάγουν προτάσεις:

α) Πλάγιες ερωτηματικές (μονομελείς), μετά από ρήματα αποδεικτικά, δηλωτικά, απορηματικά, αποπειρατικά κ.α.
π.χ. Σκέψαι ἐὰν τόδε ἀρέσκῃ σοι. (μτφρ. Σκέψου, αν σου αρέσει αυτό.)

β) Υποθετικές. (ανήκει στο σκέλος του υποθετικού λόγου που εισάγει την υπόθεση)
π.χ. Ἐὰν πάντα ἀκούσητε, κρίνατε. (μτφρ. Αν ακούσατε τα πάντα, αποφασίστε.)


8. αναφορικές αντωνυμίες, αναφορικά επιρρήματα
Eισάγουν προτάσεις:

α) Πλάγιες ερωτηματικές (μερικής άγνοιας), μετά από ρήματα αποδεικτικά, δηλωτικά, απορηματικά, αποπειρατικά κ.α.
π.χ. Ἐκελεύομεν τούτους ἐπιμελεῖσθαι ὅπως ἂν ὡς τάχιστα ἀπολάβωμεν τὰ χρήματα. (μτφρ. Προστάζαμε αυτούς να φροντίσουν πώς θα πάρουμε τα χρήματα όσο το δυνατόν ταχύτερα.)

β) Αναφορικές προτάσεις (ονοματικές ή επιρρηματικές), xωρίς εξάρτηση από συγκεκριμένες κατηγορίες ρημάτων.
π.χ. Οἶμαι γὰρ ἂν ἡμᾶς τοιαῦτα παθεῖν οἷα τοὺς ἐχθροὺς οἱ θεοὶ ποιήσειαν. (μτφρ. Γιατί νομίζω ότι θα παθαίναμε τέτοια κακά σαν αυτά που μακάρι οι θεοί να τα δώσουν στους αντιπάλους μας.)


"Οι πανελλαδικές είναι ένας δρόμος για την επιτυχία, όχι όμως ο μοναδικός!"


"Οι πανελλήνιες είναι ένας δρόμος για την επιτυχία, 

όχι όμως ο μοναδικός!"


Της Χρύσας Λεϊμονή,

ψυχολόγου, MSc Συμβουλευτικής Ψυχολογίας



Ειδικά αυτήν τη χρονική περίοδο, με τις πανελλήνιες προ των πυλών, είναι πολύ σημαντικό τόσο τα παιδιά, όσο και οι γονείς τους να αντιληφθούν το τι χρειάζονται πραγματικά για να είναι ευτυχισμένα και να αισθάνονται επιτυχημένα στη ζωή τους. Οι πανελλήνιες είναι μόνο ένα σκαλοπάτι προς την επιτυχία, δεν είναι όμως το μοναδικό. Η εξέλιξη των παιδιών συνεχίζεται πέρα και μετά από αυτές. Άλλωστε, το τι ορίζει καθένας ως επιτυχία μπορεί να ποικίλλει σημαντικά και αυτό είναι δικαίωμα και άξιο σεβασμού.

Αυτή την περίοδο, επομένως, συζητάμε με τους εφήβους για το πώς βιώνουν τη συνθήκη της συγκεκριμένης εξέτασης. Μιλάμε για τα συναισθήματα, τα άγχη, τις προσδοκίες, τα θέλω αυτής της περιόδου, από τα οποία φαίνεται να κατακλύζονται συχνά, δίχως να γνωρίζουν πώς να τα διαχειριστούν. Οι γονείς, πολλές φορές, πιέζουν τις καταστάσεις δίχως να κατανοούν τον βαθμό που επηρεάζουν τα παιδιά σε αυτή την ιδιαίτερα ευαίσθητη περίοδο.


-Νιώθω κουρασμένη. Δεν αντέχω άλλο. Δεν σας κρύβω, έχω σκεφτεί κάμποσες φορές να τα παρατήσω.

-Τι σε κάνει να θες να τα παρατήσεις τώρα;

-Η εξάντληση. Νομίζω θα καταρρεύσω. Το κεφάλι μου είναι γεμάτο τύπους μαθηματικών και φυσικής. Τα βλέπω να χορεύουν μπροστά μου και να με κοροϊδεύουν. Ναι, πιστεύω μετά από τόση προετοιμασία πως δεν ξέρω τίποτα.

-Αναρωτιέμαι πώς γίνεται μετά από τόση προετοιμασία να μην ξέρεις τίποτα; Πού πάνε όλες αυτές οι γνώσεις άραγε;

-Εντάξει, ίσως και να ξέρω κάτι, αλλά ό,τι και να ξέρω δεν είναι αρκετό.

-Αρκετό για ποιο πράγμα;

-Για να πετύχω.

-Τι να πετύχεις;

-Τον στόχο μου.

-Ποιος είναι ο στόχος σου;

-Δεν ξέρω ακριβώς. Ξέρω απλά ότι πρέπει να περάσω.

-Διαφορετικά τι θα γίνει;

-Πφφ δεν έχω ιδέα. Οι γονείς μου λένε πως δεν θα βρω ποτέ δουλειά. Πως δεν θα καταφέρω πράγματα στη ζωή μου…

-Πώς νιώθεις όταν το ακούς αυτό;

-Πίεση… άγχος… τότε είναι που θέλω να τα παρατήσω. Είναι πολύ βαρύ όλο αυτό. Το νιώθω ασήκωτο. Θέλω, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ και γιατί πρέπει να το κάνω.

-Ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό, αρχικά να βρεις το γιατί, το γιατί σου. Όχι των άλλων, το δικό σου. Υπάρχει;

-Νομίζω πως ναι. Θέλω να μαθαίνω. Θέλω να εξελίσσομαι. Πιστεύω πως με βοηθά να γίνομαι καλύτερη, όμως όχι έτσι. Αρνούμαι.

-Πώς έτσι;

-Με αυτόν τον τρόπο, να προετοιμάζομαι όλα τα σχολικά μου χρόνια για τις πανελλήνιες. Να κάνω φροντιστήρια επί φροντιστηρίων πέρα του σχολείου. Να μην προλαβαίνω να φάω και να κοιμηθώ καλά για να βγάλω την ύλη. Να κάνω κακό στον εαυτό μου λόγω του υπερβολικού άγχους, και να οι στομαχόπονοι και να οι ζαλάδες, και να οι δύσπνοιες και να οι βιταμίνες και οι εξετάσεις… Τον περισσότερο καιρό νιώθω άρρωστη, αδύναμη. Και όλα αυτά γιατί; Για να κριθώ για μια στιγμή μου; Και όλα τα άλλα χρόνια διαβάσματος; Τα διαγωνίσματα, τα ξενύχτια; Καμία σημασία; Δεν μετράνε στον λογαριασμό;

-Μετράνε. Φυσικά και μετράνε. Αυτά είναι όλα όσα σε οδήγησαν εδώ που είσαι και μάλιστα με κόπο. Δεν μπορούμε να τα διαγράψουμε.

-Κι όμως έτσι δεν γίνεται;

-Ίσως έτσι φαίνεται. Το ξέρω. Είναι αλήθεια. Ο δρόμος των πανελληνίων στη χώρα μας δεν είναι εύκολος. Ποτέ δεν ήταν. Ίσως είναι καιρός να αλλάξει αυτό. Ίσως αν η φωνή σας ακουστεί, να φτάσει το μήνυμα πως είναι ώρα για αλλαγή, ανάγκη για κατανόηση των νέων και αναδιαπραγμάτευση των αναγκών τους. Αλλά μέχρι τότε, εσύ τι μπορείς να κάνεις για να μετράνε όλα αυτά για σένα;

-Ίσως να μου τα θυμίζω.

-Δηλαδή;

-Να θυμίζω στον εαυτό μου τι έχει περάσει και τι έχει επενδύσει σε όλο αυτό το κομμάτι. Να μου θυμίζω πως για να έχω αντέξει μέχρι στιγμής, σημαίνει πως μπορώ να τα καταφέρω, όχι για τους γονείς μου, όχι για τους δασκάλους μου, αλλά κυρίως για μένα.

Ας θυμόμαστε, λοιπόν, πως η ζωή έχεις πολλούς δρόμους, και αν ένας από αυτούς δεν μας οδηγήσει εκεί που θέλουμε, μπορούμε πάντα να επιλέξουμε τον επόμενο και τον επόμενο έως ότου βρεθούμε εκεί που πραγματικά επιθυμούμε και αισθανόμαστε όμορφα!

(Καλή επιτυχία σε όλα τα παιδιά που πρόκειται να δοκιμάσουν φέτος τους εαυτούς τους στις πανελλαδικές εξετάσεις!) ❤️💯💪




Τρίτη 20 Μαΐου 2025

Αφήγηση - Αφηγητής - Αφηγηματικές τεχνικές – Αφηγηματικοί τρόποι

Αφήγηση - Αφηγητής -
Αφηγηματικές τεχνικές – Αφηγηματικοί τρόποι





Ορισμός της αφήγησης


👉 Αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας με την οποία παρουσιάζεται προφορικά ή γραπτά μια σειρά πραγματικών ή πλασματικών (επινοημένων) γεγονότων. Επομένως κάθε αφήγηση , ως πράξη επικοινωνίας, προϋποθέτει τουλάχιστον δύο πρόσωπα: ένα πομπό - τον αφηγητή- και κάποιον στον οποίο απευθύνεται ο αφηγητής -τον αποδέκτη - της αφήγησης. Ο αφηγητής φροντίζει να δώσει στον αποδέκτη τις απαραίτητες πληροφορίες για τον τόπο, το χρόνο, τα πρόσωπα και τα πιθανά αίτια ενός συμβάντος. Η έκταση της αφήγησης ποικίλλει· μπορεί η αφήγηση να είναι πολύ εκτεταμένη ή να περιορίζεται σε μια μόνο φράση. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η ρήση του Καίσαρα "Veni, Vidi, Vici" («ήρθα, είδα, νίκησα»), που θεωρείται η συντομότερη αφήγηση.

Αφήγηση


👉Ο όρος «αφήγηση» καλύπτει στη γλώσσα μας ένα αρκετά ευρύ φάσμα εννοιών. Συγκεκριμένα, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τουλάχιστον έννοιες, τις οποίες συναντάμε και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Πρώτα απ' όλα, αφήγηση ονομάζουμε την πράξη επικοινωνίας με την οποία παρουσιάζεται, προφορικά ή γραπτά, ένα γεγονός ή μια σειρά γεγονότων, πραγματικών ή μυθοπλαστικών. Με την έννοια αυτή, η αφήγηση είναι μια διαδικασία που δε συνδέεται αποκλειστικά με τη λογοτεχνία αλλά τη συναντάμε τόσο σε άλλες μορφές τέχνης (π.χ. στον κινηματογράφο) όσο και στην καθημερινή μας ζωή. Η διαδικασία αυτή προϋποθέτει τη συμμετοχή διάφορων παραγόντων, με πιο σημαντικούς τον πομπό (=αφηγητή), το δέκτη (=αποδέκτη της αφήγησης) και το μήνυμα (=θέμα, περιεχόμενο).

👉 Αυτό, ακριβώς, το τελευταίο στοιχείο, δηλαδή το περιεχόμενο, μπορεί επίσης να δηλωθεί με τον όρο «αφήγηση». Μ' άλλα λόγια, η ίδια η ιστορία στην οποία αναφέρεται η παραπάνω αφηγηματική διαδικασία, η διαδοχή των γεγονότων και οι ποικίλες σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους, συνιστούν κι αυτά μιαν «αφήγηση». Τέλος, ως «αφήγηση» μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και το προϊόν, το αποτέλεσμα της αφηγηματικής διαδικασίας, δηλαδή το κείμενο, εφόσον βέβαια μιλάμε για λογοτεχνία.

Τα παραπάνω μπορούν να γίνουν ευκολότερα κατανοητά αν λάβουμε υπόψη μας το εξής παράδειγμα από το χώρο της λογοτεχνίας: αφήγηση είναι το γεγονός ότι ο ραψωδός Όμηρος απευθύνεται σ' ένα ακροατήριο ευγενών, που περιμένει από αυτόν να ακούσει κάποιες ιστορίες και την εξέλιξή τους· αυτές οι ίδιες οι ιστορίες — ο θυμός του Αχιλλέα, οι περιπέτειες του Οδυσσέα κτλ. — συνιστούν επίσης αφηγήσεις· τέλος, αφηγήσεις είναι και τα κείμενα που προκύπτουν τελικά από αυτήν την εξιστόρηση του Ομήρου, δηλαδή η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, που τις διαβάζουμε και τις μελετούμε μέχρι σήμερα.

Ξεφεύγοντας λίγο από το χώρο της λογοτεχνίας και διευρύνοντας την οπτική μας, θα πρέπει να πούμε ότι τις τελευταίες δεκαετίες, έχει διεθνώς εκφραστεί η άποψη ότι ο όρος «αφήγηση» δε σχετίζεται αποκλειστικά ούτε με τη λογοτεχνία ούτε και με τη γλώσσα: αφήγηση μπορούμε καταρχήν να έχουμε στην καθημερινή ζωή αλλά και σε άλλες τέχνες, όπως, για παράδειγμα, στον κινηματογράφο ή ακόμη και σ' ένα έργο ζωγραφικής ή γλυπτικής (π.χ. τα γλυπτά της ζωφόρου του Παρθενώνα συνιστούν σύμφωνα με την άποψη αυτή μιαν «αφήγηση»). Γενικότερα, πολλοί σήμερα υποστηρίζουν ότι ο άνθρωπος έχει την έμφυτη ικανότητα να οργανώνει με τρόπο αφηγηματικό τις εμπειρίες του. Από την άποψη αυτή, ο όρος «αφήγηση» είναι ασφαλώς ένας από τους σημαντικότερους της εποχής μας, όχι μόνο για τη μελέτη της λογοτεχνίας αλλά για όλες σχεδόν τις επιστήμες του ανθρώπου.

[Τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια, στα πλαίσια των λογοτεχνικών σπουδών, αναπτύχθηκε ένας ξεχωριστός κλάδος που ονομάστηκε αφηγηματολογία και έχει ως αντικείμενο την αφήγηση στην ευρύτερη έννοιά της, όπως την είδαμε παραπάνω. Πιο συγκεκριμένα, η αφηγηματολογία ενδιαφέρεται για το ζήτημα του αφηγητή, του αφηγηματικού χρόνου και της πλοκής, των χαρακτήρων και του ρόλου τους, της περιγραφής κτλ. Μ' άλλα λόγια, η αφηγηματολογία αναλύει τα αφηγηματικά κείμενα, προκειμένου να ανακαλύψει τις βασικές έννοιες και αρχές της αφήγησης.

Η αφηγηματολογία έχει τις ρίζες της σε κάποιες θεωρίες Άγγλων μελετητών ήδη από τα τέλη του προηγούμενου αιώνα. Στην ουσία, όμως, γεννιέται στη Γαλλία κατά τη δεκαετία του 1960 και αργότερα αναπτύσσεται ιδιαίτερα σε αρκετές χώρες, ανάμεσα στις οποίες και οι ΗΠΑ. Σήμερα, θεωρείται από τους πλέον αναπτυγμένους κλάδους στο χώρο των λογοτεχνικών σπουδών.]



Αφηγητής



👉 Με τον όρο «αφηγητής» χαρακτηρίζουμε συνήθως το πρόσωπο που αφηγείται, που μεταφέρει δηλαδή λεκτικά —γραπτά ή προφορικά— σε κάποιους άλλους, μιαν ιστορία. Μ' άλλα λόγια, σ' ένα αφηγηματικό κείμενο, ο αφηγητής είναι η «φωνή» που αναλαμβάνει την ευθύνη της αφηγηματικής πράξης. Στις μη μυθοπλαστικές αφηγήσεις, η φωνή αυτή ταυτίζεται με το υποκείμενο που μιλά και κυριολεκτικά παράγει και εκπέμπει τον αφηγηματικό λόγο· στα μυθοπλαστικά κείμενα, όμως, η ταύτιση αυτή δεν ισχύει: ο αφηγητής είναι απλά ο φορέας της αφήγησης, ένα γλωσσικό υποκείμενο που εκφράζεται σε μια γλώσσα η οποία συγκροτεί το κείμενο· είναι, δηλαδή, μια λειτουργία του κειμένου και όχι ένα πρόσωπο. Πράγματι, στην περίπτωση της λογοτεχνίας, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχέει κανείς τον αφηγητή με το συγγραφέα του κειμένου ή του βιβλίου που κρατά στα χέρια του. Από τα ίδια τα κείμενα, άλλωστε, γίνεται φανερό ότι η αφήγηση δεν είναι η γραφή με την οποία ο συγγραφέας παράγει το κείμενό του. Αυτός που μιλά στην αφήγηση δεν ταυτίζεται με εκείνον που γράφει στη ζωή: ο συγγραφέας είναι ένα ιστορικό δεδομένο, ένα υπαρκτό πρόσωπο που ανήκει στον πραγματικό κόσμο και εκπέμπει μια πλαστή ιστορία προς ένα άλλο υπαρκτό πρόσωπο, τον αναγνώστη· από την άλλη πλευρά, ο αφηγητής αποτελεί μέλος του μυθοπλαστικού κόσμου του κειμένου και απευθύνεται σε ένα άλλο μέλος αυτού του κόσμου, το λεγόμενο αποδέκτη της αφήγησης. Μ' άλλα λόγια, τα ζεύγη συγγραφέα / αναγνώστη και αφηγητή / αποδέκτη της αφήγησης ανήκουν σε δύο διαφορετικές πραγματικότητες, οι οποίες ως ένα βαθμό συνδέονται χάρη σε μιαν ευρύτερα αποδεκτή σύμβαση: ο συγγραφέας μιλά σα να ήταν εκείνος ο αφηγητής και ο αναγνώστης αποδέχεται το μήνυμα σαν να ήταν ο αποδέκτης της αφήγησης. Κατά κάποιο τρόπο, λοιπόν, ο αφηγητής συνιστά την εγγραφή του συγγραφέα στο κείμενο· δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια περσόνα, ένα μυθοπλαστικό υποκείμενο, μια αυτόνομη κατασκευασμένη μυθοπλαστική ταυτότητα που μιλά και ανήκει στον κόσμο του λογοτεχνικού έργου, όπως και τα πρόσωπα· ενδεχομένως να επιδέχεται κάποιου είδους σύγκριση ή να εμφανίζει κάποια μορφή συγγένειας με το υπαρκτό, με το ιστορικό πρόσωπο που ονομάζουμε συγγραφέα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν ταυτίζεται με αυτόν.

Σε παλαιότερες εποχές, η ταύτιση του αφηγητή με το ιστορικό πρόσωπο του συγγραφέα ήταν μία από τις αιτίες που οδήγησαν στην άνθηση της βιογραφικής κριτικής μεθόδου, που στην ουσία ασχολούνταν ελάχιστα με το ίδιο το κείμενο. Στον αιώνα μας, όμως, η μελέτη της λογοτεχνίας ξέφυγε σταδιακά από τέτοιου είδους λάθη και άρχισε να βλέπει τα πράγματα με διαφορετικό πνεύμα. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι η μελέτη του αφηγητή απασχόλησε κατά καιρούς — και εξακολουθεί να απασχολεί — σχεδόν όλους τους θεωρητικούς της αφήγησης. Καθώς μάλιστα η αφηγηματολογία είναι ίσως ο πιο αναπτυγμένος κλάδος της σύγχρονης θεωρίας της λογοτεχνίας, υπάρχει μια μεγάλη ποικιλία απόψεων, που άλλοτε αντικρούουν και άλλοτε συμπληρώνουν η μια την άλλη, σχετικά με τη θέση, το ρόλο και τα είδη των αφηγητών.

Βασικό αξίωμα της σύγχρονης αφηγηματολογίας είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει αφήγηση χωρίς αφηγητή. Η αφήγηση είναι μια μορφή λόγου· συνεπώς, εκφέρεται από κάποιον, ο οποίος αναγκαστικά αφήνει στο κείμενο κάποια ίχνη, λιγότερο ή περισσότερο αισθητά. Με βάση αυτό το σκεπτικό, μπορούμε να διακρίνουμε τις αφηγήσεις σε διαφανείς ή ελάχιστες και σε αδιαφανείς. Στις πρώτες, ο αφηγητής προσπαθεί να περάσει απαρατήρητος· παραμένει σχεδόν άφαντος μέσα στο κείμενο και περιορίζεται στη μετάδοση των γεγονότων χωρίς καμία ανάμειξη από μέρους του. Ο αναγνώστης ξεχνά την ύπαρξη του, βρίσκεται, θα λέγαμε, μέσα στα γεγονότα, τα οποία βιώνει ως αληθινά. Ο αφηγητής αυτού του τύπου απαντάται συχνά στο αστυνομικό ή και το περιπετειώδες μυθιστόρημα, καθώς και στα ιστορικού χαρακτήρα κείμενα. Ο Αμερικανός θεωρητικός Seymour Chatman τον ονομάζει καλυμμένο (covert)· δεν παραλείπει όμως να τονίσει ότι όσο και αν ο αφηγητής επιθυμεί να παραμείνει αφανής, υπάρχουν πάντοτε ορισμένα στοιχεία του κειμένου που προδίδουν την παρουσία του.

Από την άλλη πλευρά, στις λεγόμενες αδιαφανείς αφηγήσεις, ο αφηγητής προσδιορίζεται και παράλληλα προβάλλεται ως ο παραγωγός ή και ο εμπνευστής της αφήγησης. Έχει δηλαδή, επίγνωση της αφηγηματικής λειτουργίας που επιτελεί, μιλά για την ιδιότητά του, σχολιάζει τη δράση, τους χαρακτήρες και την ίδια την αφήγησή του, και φυσικά εντοπίζεται εύκολα από τον αναγνώστη. Πρόκειται για το είδος του αφηγητή που ο Chatman ονομάζει φανερό (overt). Ανάλογα με την ένταση της παρουσίας του, η ρεαλιστική ψευδαίσθηση και η αληθοφάνεια υπονομεύονται ή και καταργούνται εντελώς. Ο αναγνώστης δεν μπορεί πια να ζήσει αθώα την ιστορία ούτε να παρασυρθεί από τα γεγονότα.

👉 Ένας άλλος Αμερικανός μελετητής, ο Wayne C. Booth, υιοθετεί μια μεγάλη ποικιλία και διαχωρίζει τους αφηγητές σε: 

α) δραματοποιημένους και μη δραματοποιημένους: οι πρώτοι συμμετέχουν στην αναπαράσταση των γεγονότων, εμφανίζονται δηλαδή ως πρόσωπα της ιστορίας που αφηγούνται· αντίθετα, οι δεύτεροι δε μετέχουν στην αναπαράσταση των γεγονότων και εμφανίζονται ως απλές φωνές (ακόμη, οι δραματοποιημένοι αφηγητές μπορούν να διακριθούν σε παρατηρητές και σε δρώντες, ανάλογα με το αν συμμετέχουν στην ιστορία ως απλοί μάρτυρες ή ως δρώντα πρόσωπα)
β) αυτοσυνειδητοποιημένους και μη συνειδητοποιημένους· οι πρώτοι έχουν πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι αφηγούνται μιαν ιστορία, ενώ οι δεύτεροι όχι
γ) προνομιακούς και περιορισμένους, ανάλογα με το αν έχουν βαθιά ή επιφανειακή γνώση των γεγονότων που αφηγούνται (π.χ. αν ο αφηγητής είναι ένα μικρό παιδί, είναι λογικό να έχει περιορισμένες δυνατότητες κατανόησης σε σχέση με τα γεγονότα που αφηγείται)
δ) αξιόπιστους και αναξιόπιστους: ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευθεί τα λεγόμενα και τις κρίσεις των πρώτων, όχι όμως και των δεύτερων, που ενδέχεται κάποια στιγμή είτε να διορθώσουν οι ίδιοι τον εαυτό τους είτε να διορθωθούν από κάποιον άλλο αφηγητή.

Την πιο ουσιαστική αλλά και την πιο πλήρη μελέτη του αφηγητή την οφείλουμε στο Γάλλο αφηγηματολόγο Gérard Genette, ο οποίος αποφάσισε να ταξινομήσει τους αφηγητές με βάση δύο κριτήρια: τη συμμετοχή τους στην ιστορία που αφηγούνται και το αφηγηματικό επίπεδο όπου ανήκουν. Σύμφωνα με το πρώτο κριτήριο, υπάρχουν οι ομοδιηγητικοί αφηγητές, που συμμετέχουν στην ιστορία την οποία αφηγούνται είτε ως πρωταγωνιστές (αυτοδιηγητικές αφηγήσεις) είτε ως παρατηρητές και αυτόπτες μάρτυρες, και οι ετεροδιηγητικοί αφηγητές, οι οποίοι δεν έχουν καμία συμμετοχή στην ιστορία που αφηγούνται. Σύμφωνα με το δεύτερο κριτήριο, οι αφηγητές είναι εξωδιηγητικοί η ενδοδιηγητικοί.

👉 Με βάση το συνδυασμό των δύο αυτών κριτηρίων, λέει ο Genette, προκύπτουν οι παρακάτω τέσσερις βασικοί τύποι αφηγητή:

α. Ο εξωδιηγητικός-ετεροδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή πρώτου βαθμού, που αφηγείται μιαν ιστορία στην οποία δε μετέχει. Παράδειγμα: ο Όμηρος (δηλαδή ο αφηγητής της Ιλιάδας και της Οδύσσειας).
β. Ο εξωδιηγητικός-ομοδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή πρώτου βαθμού, ο οποίος διηγείται την ιστορία του. Παράδειγμα αυτού του τύπου αποτελούν όλες οι αυτοβιογραφικές αφηγήσεις.
γ. Ο ενδοδιηγητικός-ετεροδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή δευτέρου βαθμού, ο οποίος δε μετέχει στην ιστορία που αφηγείται. Παράδειγμα: η Σεχραζάτ (Χίλιες και μία νύχτες), πρόσωπο της κύριας ιστορίας, απουσιάζει από τις δευτερεύουσες ιστορίες που αφηγείται.
δ. Ο ενδοδιηγητικός-ομοδιηγητικός τύπος. Πρόκειται για έναν αφηγητή δευτέρου βαθμού, ο οποίος αφηγείται την ιστορία του. Παράδειγμα: ο Οδυσσέας στις ραψωδίες θ έως μ.





Αφηγηματικό περιεχόμενο και 

αφηγηματική πράξη


👉 Σε κάθε αφήγηση διακρίνουμε το αφηγηματικό περιεχόμενο (γεγονότα – πράξεις προσώπων που συνιστούν μια ιστορία) και την αφηγηματική πράξη (τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα από τον αφηγητή). Έτσι μπορούμε να έχουμε δύο αφηγήσεις με κοινό αφηγηματικό περιεχόμενο, στις οποίες όμως τα γεγονότα παρουσιάζονται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Με άλλον τρόπο π.χ. έχει συνταχτεί η υπηρεσιακή έκθεση/αναφορά ενός αστυνομικού για ένα φόνο και με άλλον τρόπο είναι γραμμένο το διήγημα που εμπνεύστηκε ένας συγγραφέας με αφορμή το ίδιο περιστατικό. Φυσικά κάθε αφήγηση χρησιμοποιεί και γλωσσική ποικιλία ανάλογη με τον αφηγητή και το κοινό (δέκτη/δέκτες) στο οποίο απευθύνεται.



Αφηγηματικά είδη, το ύφος 

και ο σκοπός τους


👉 Είναι γνωστό ότι υπάρχουν διάφορα είδη αφήγησης που αποβλέπουν το καθένα σε ένα διαφορετικό σκοπό. Η λογοτεχνική και η ιστορική αφήγηση εξυπηρετούν η καθεμιά τους γενικότερους στόχους της λογοτεχνίας και της ιστορίας αντίστοιχα, ενώ υπάρχουν ορισμένα είδη αφηγήσεων που καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες της ζωής, όπως είναι π.χ. η δημοσιογραφική είδηση, το ημερολόγιο, το (αυτο)βιογραφικό σημείωμα, η υπηρεσιακή αναφορά, η μαρτυρική κατάθεση κτλ.
  • Τα αφηγηματικά είδη μπορούν να ενταχθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων και στις αφηγήσεις πλασματικών γεγονότων.
👉 Μια αφήγηση μπορεί να έχει ως στόχο: να πληροφορήσει την κοινή γνώμη για κάτι, να μεταδώσει προσωπικές εμπειρίες, να προκαλέσει ορισμένες επιθυμητές αντιδράσεις / ενέργειες.


Ποιος αφηγείται;

Διάκριση συγγραφέα – αφηγητή 


👉 Στις αφηγήσεις πραγματικών γεγονότων συνήθως είναι φανερό ποιος αφηγείται. Σε μια μαρτυρική κατάθεση π.χ. ο αφηγητής είναι το ίδιο πρόσωπο που καταθέτει προφορικά ή γραπτά τη μαρτυρία του. Στην περίπτωση της λογοτεχνίας όμως τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Ο αφηγητής και ο συγγραφέας είναι δύο διαφορετικά πρόσωπα που δεν πρέπει να συγχέονται. Ο συγγραφέας είναι ένα πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή· υπάρχει έξω από το κείμενο. Αντίθετα, ο αφηγητής είναι ένα πρόσωπο του κειμένου που υπάρχει μόνο μέσα στο πλαίσιο του πλασματικού λόγου, είναι δηλαδή ένα κατασκεύασμα από λέξεις. Φυσικά, αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα μπορεί να υπάρχουν στον αφηγητή, όπως εξάλλου και σε όλα τα πρόσωπα του έργου.

Συνεπώς:
👉Συγγραφέας και αφηγητής δεν πρέπει να συγχέονται, ακόμη και στην περίπτωση πρωτοπρόσωπης αφήγησης, όπου είναι δυνατόν να ανιχνεύονται αυτοβιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.  
  • Συγγραφέας: είναι πραγματικό πρόσωπο με αληθινή ζωή, υπάρχει έξω από το κείμενο. 
  • Αφηγητής: επινοείται από τον συγγραφέα για να πει την ‘ιστορία’, είναι ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη. Είναι πρόσωπο του κειμένου, υπάρχει μόνο στο πλαίσιο του πλασματικού λόγου, συνιστά ένα κατασκεύασμα από λέξεις. Πρόκειται για το υποκείμενο ή τον φορέα της αφήγησης, ο οποίος είναι δυνατόν να αφηγείται  σε πρώτο /δεύτερο /τρίτο πρόσωπο.  

Και στις δύο περιπτώσεις πάντως μπορούμε να διακρίνουμε δύο τύπους αφηγητή, ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής του στα γεγονότα που αφηγείται: 
α) ο αφηγητής συμμετέχει στα γεγονότα είτε ως πρωταγωνιστής είτε ως αυτόπτης μάρτυρας, π.χ. ο αφηγητής σε μια αυτοβιογραφία ή σε απομνημονεύματα, οπότε στο κείμενο επικρατεί το πρώτο ρηματικό πρόσωπο, και 
β) ο αφηγητής δε μετέχει καθόλου στα γεγονότα, π.χ. ο ιστορικός, ο δημοσιογράφος, ο αφηγητής στο ιστορικό μυθιστόρημα κτλ., οπότε επικρατεί συνήθως το τρίτο ρηματικό πρόσωπο.


Αναγνώστης


Αν θεωρήσουμε ότι η λογοτεχνία είναι μια μορφή επικοινωνίας, όπως υποστηρίζουν οι γλωσσολόγοι, τότε οι πιο σημαντικοί παράγοντες αυτής της ιδιόμορφης οπωσδήποτε επικοινωνίας είναι τρεις: ο συγγραφέας, το κείμενο και ο αναγνώστης. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, ως κεντρικό παράγοντα στη λογοτεχνική επικοινωνία θεωρούσαμε το συγγραφέα και το ενδιαφέρον των μελετητών στρεφόταν γύρω από αυτόν. Στη συνέχεια, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκε το κείμενο, που από ένα σημείο και μετά θεωρήθηκε αυτόνομο και ανεξάρτητο από το δημιουργό του. Τέλος, από τη δεκαετία του 1960 και μετά, την πρωτοκαθεδρία έχει χωρίς αμφιβολία ο αναγνώστης.

Πράγματι, γύρω από τον αναγνώστη και την ανάγνωση αναπτύχθηκε τα τελευταία τριάντα περίπου χρόνια μια ολόκληρη σειρά θεωριών, τις οποίες συνοπτικά ονομάζουμε αναγνωστικές θεωρίες. Σύμφωνα με αυτές, ο ρόλος του αναγνώστη στη λογοτεχνική επικοινωνία δεν είναι ο παθητικός ρόλος του δέκτη, που απλά προσπαθεί να ανακαλύψει αυτό που «λέει» ο συγγραφέας ή το κείμενο. Κάθε άλλο: η ανάγνωση είναι μια καθαρά δημιουργική διαδικασία, μέσα από την οποία ο αναγνώστης δίνει ένα συγκεκριμένο νόημα στο κείμενο που διαβάζει.

Πώς ακριβώς όμως εξελίσσεται αυτή η αναγνωστική διαδικασία και ποιοι παράγοντες την επηρεάζουν; Μ' άλλα λόγια, τι ακριβώς συμβαίνει στο νου του αναγνώστη κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης; Σήμερα πιστεύουμε ότι η αναγνωστική πράξη είναι ένας συνδυασμός πολλών παραγόντων. Ορισμένοι από αυτούς είναι οι εξής:
— το ίδιο το κείμενο, που ως ένα βαθμό κατευθύνει τον αναγνώστη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι του στερεί κάθε ελευθερία
— ο ψυχισμός του αναγνώστη
— οι γνώσεις και οι εμπειρίες του αναγνώστη σε σχέση τόσο με τον πραγματικό κόσμο όσο και με τη λογοτεχνία.

Ανεξάρτητα, πάντως, από την ακριβή φύση της αναγνωστικής διαδικασίας, ο ενεργός και δημιουργικός ρόλος του αναγνώστη μπορεί να εξηγήσει πολύ καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη θεωρία ένα σημαντικό ζήτημα: πώς, δηλαδή, το ίδιο λογοτεχνικό έργο γίνεται αντιληπτό με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εποχή σε εποχή και από άνθρωπο σε άνθρωπο· ακόμη και ο ίδιος άνθρωπος πολλές φορές ερμηνεύει διαφορετικά το ίδιο κείμενο, αν το διαβάσει σε δύο διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Το τελευταίο ερώτημα που μένει να απαντηθεί, είναι αν οποιαδήποτε ερμηνεία από κάθε τυχαίο αναγνώστη μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σ' αυτό το σημείο οι απόψεις των μελετητών διίστανται: άλλοι δέχονται μόνο μία σωστή ερμηνεία, αν και δυσκολεύονται να εξηγήσουν τα κριτήρια με τα οποία την επιλέγουν· άλλοι θεωρούν ότι οι ερμηνείες είναι άπειρες και ότι δεν μπορούμε να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε σωστές και λανθασμένες. Τα τελευταία χρόνια, πάντως, η άποψη που τείνει να επικρατήσει, βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα: υπάρχουν πολλές ερμηνείες για κάθε λογοτεχνικό έργο, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η ιστορία, ασφαλώς όμως τα ίδια τα έργα θέτουν κάποιους περιορισμούς στους αναγνώστες τους.




Αποδέκτης της αφήγησης



Εάν δεχθούμε ότι κάθε αφήγηση, τόσο στην πραγματική ζωή όσο και στη λογοτεχνία, είναι μια προσπάθεια για επικοινωνία, τότε λογικά θα πρέπει να υπάρχει ένας πομπός και ένας δέκτης. Πράγματι, στην καθημερινή ζωή, όταν κάποιος αφηγείται ένα γεγονός ή μια ιστορία, λογικά απευθύνεται σε κάποιον άλλο, ο οποίος τον ακούει. Το ίδιο ισχύει και στη λογοτεχνία: σε ένα αφηγηματικό κείμενο, ο πομπός είναι ο αφηγητής, από τον οποίο εκφέρεται η αφήγηση. Από την άλλη πλευρά, εκείνος που προσλαμβάνει την ίδια αυτή αφήγηση είναι ο λεγόμενος «αποδέκτης».

Ο αφηγητής και ο αποδέκτης είναι δύο από τους πλέον σημαντικούς παράγοντες μιας αφήγησης και γι' αυτό αποτελούν εδώ και μερικές δεκαετίες ένα από τα βασικά αντικείμενα τα οποία μελετά η αφηγηματολογία. Εκτός από πολύ σπάνιες και ειδικές περιπτώσεις, ο αποδέκτης της αφήγησης δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον αναγνώστη, ακριβώς όπως δεν πρέπει να ταυτίζουμε τον αφηγητή με το συγγραφέα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, ενώ ο συγγραφέας και ο αναγνώστης είναι πρόσωπα του πραγματικού κόσμου (ο ένας γράφει βιβλία και ο άλλος τα διαβάζει), ο αφηγητής και ο αποδέκτης της αφήγησης ανήκουν στον κόσμο του κειμένου, που είναι καθαρά μυθοπλαστικός και, επομένως, τεχνητός και κατασκευασμένος.

Σύμφωνα με τη διάκριση του Γάλλου μελετητή Gerard Genette, οι αποδέκτες της αφήγησης — όπως και οι αφηγητές — είναι είτε εξωδιηγητικοί είτε ενδοδιηγητικοί. Ο εξωδιηγητικός αποδέκτης ταυτίζεται πάντα με κάποιο πρόσωπο έξω από την ιστορία και σπανίως με τον αναγνώστη· αντίθετα, ο ενδοδιηγητικός αποδέκτης είναι ένας απ' τους χαρακτήρες που συμμετέχουν ενεργά στην ιστορία και κάποια στιγμή βρίσκεται στη θέση του ακροατή ή συνομιλητή. Στα δύο προοίμια του Ομήρου, για παράδειγμα, η επίκληση του αφηγητή στη Μούσα απευθύνεται σε έναν εξωδιηγητικό αποδέκτη. Αντίθετα, όταν ο Οδυσσέας αφηγείται στους Φαίακες τις περιπέτειές του, ο αποδέκτης είναι ενδοδιηγητικός.

Πώς, όμως, μπορούμε να διακρίνουμε με βεβαιότητα τον αποδέκτη μιας αφήγησης; Στο σημείο αυτό μας βοηθά ο Αμερικανός Gerald Prince, που έχει μελετήσει συστηματικά όλα τα ζητήματα τα σχετικά με τον αποδέκτη της αφήγησης. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Prince, για να μπορέσει κανείς να διακρίνει την παρουσία του αποδέκτη μιας αφήγησης, πρέπει να εντοπίσει τα «σήματα» που απευθύνονται προς αυτόν και υπάρχουν στο κείμενο. Ορισμένα από αυτά είναι τα εξής:
α) χρήση της προσωπικής αντωνυμίας στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο·
β) ερωτήσεις ή ψευδοερωτήσεις, που χρησιμοποιούνται για να εξάψουν την περιέργεια του αναγνώστη·
γ) χρήση ρητορικών ερωτήσεων, προκειμένου να εξηγηθεί ένα ιδιόρρυθμο στοιχείο του κειμένου·
δ) αρνητικές απαντήσεις με στόχο τη διόρθωση μιας ενδεχόμενης παρανόησης από μέρους του αποδέκτη·
ε) τέλος, τμήματα του κειμένου στα οποία κάποιος όρος δεν αναφέρεται σε άλλο σημείο του ίδιου κειμένου αλλά σε άλλο κείμενο ή σε κάποιον άλλο κόσμο, γνωστό τόσο στον αφηγητή όσο και στον αποδέκτη.

Ακόμη, ο Prince διατυπώνει την άποψη ότι οι αποδέκτες διαθέτουν ορισμένα σταθερά χαρακτηριστικά:
α) γνωρίζουν τη γλώσσα, τον προσωπικό λόγο του αφηγητή, καθώς και τη γραμματική της αφήγησης·
β) είναι σε θέση να κατανοήσουν τις προϋποθέσεις ή τις συνέπειες ενός γεγονότος και διαθέτουν καλή μνήμη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της αφήγησης·
γ) στερούνται κάθε στοιχείου προσωπικότητας ή κοινωνικού χαρακτηριστικού·
δ) δεν μπορούν να παρακολουθήσουν μιαν αφήγηση παρά μόνο μέσα από ένα σαφώς προσδιορισμένο νόημα·
ε) δε γνωρίζουν τίποτε για τα γεγονότα ή τα πρόσωπα που τους μιλούν· δε γνωρίζουν τις συμβάσεις·
στ) δεν έχουν λογική ή προηγούμενες εμπειρίες· χωρίς τη βοήθεια του αφηγητή δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την αξία μιας πράξης ούτε να κατανοήσουν τις προεκτάσεις της·
ζ) είναι ανίκανοι να προσδιορίσουν την ηθική ή την υπερβολή μιας περιγραφής, την πειστικότητα ενός αντιλόγου, τη σατιρική πρόθεση ενός αποσπάσματος·
η) έννοιες, όπως αληθοφάνεια και σχέση αιτίου-αιτιατού, δεν έχουν νόημα γι' αυτούς.


Τέλος, ο Prince ταξινομεί τους αποδέκτες με βάση τέσσερα κριτήρια: την αφηγηματική τους κατάσταση, τη θέση τους σε σχέση με τον αφηγητή, τα πρόσωπα της αφήγησης και την ίδια την αφήγηση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του μυθιστορήματος, τον αποδέκτη που έχει πρόσβαση σε όλα τα συμβάντα της αφήγησης ο Prince τον ονομάζει κύριο αποδέκτη· αντίθετα, τους αποδέκτες που έχουν πρόσβαση σε ένα ή σε μερικά από τα συμβάντα αυτά τους ονομάζει δευτερεύοντες αποδέκτες. Όσο για τις λειτουργίες που μπορεί να επιτελέσει ο αποδέκτης, είναι αρκετές: για παράδειγμα, ενδέχεται να αποτελεί έναν κρίκο επικοινωνίας μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη ή να βοήθα στον προσδιορισμό του πλαισίου της αφήγησης ή στο χαρακτηρισμό του αφηγητή· ακόμη να προβάλλει ορισμένα θέματα ή να συντελεί στην εξέλιξη της πλοκής· τέλος, να συνιστά τον απολογητή της ηθικής του έργου.



Αφηγηματικές τεχνικές – Αφηγηματικοί τρόποι




👉 Αφηγηματικοί τρόποι είναι οι ακόλουθοι:

Αφήγηση (= διήγηση των γεγονότων από τον αφηγητή)
Διάλογος
Περιγραφή (= περιγραφή τοπίων, τόπων και προσώπων)
Σχόλια
Ελεύθερος Πλάγιος Λόγος
Εσωτερικός μονόλογος


👉 Αφηγηματικές τεχνικές είναι οι ακόλουθες:

- Ο αφηγητής
- Το είδος της αφήγησης (δηλαδή, οι αφηγηματικοί τρόποι)
- Η οπτική γωνία
- Η εστίαση
- Ο χρόνος της αφήγησης
- Ο ρυθμός της αφήγησης


Ειδικότερα:

Αφηγηματικοί τρόποι


👉 Μέρος των αφηγηματικών τεχνικών ενός κειμένου είναι και οι αφηγηματικοί τρόποι που απαντούν στο ερώτημα «πώς αφηγείται» κάποιος. Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ο όρος αφηγηματικές τεχνικές είναι ευρύτερος και σ’ αυτόν υπάγονται και οι τρόποι με τους οποίους αφηγείται κάποιος και οι οποίοι είναι οι εξής:

- Έκθεση ή αφήγηση: είναι η παρουσίαση γεγονότων και πράξεων, την οποία ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης διέκριναν σε «διήγηση» και «μίμηση». Στη διήγηση ο αφηγητής αφηγείται μια ιστορία με τη δική του φωνή, ενώ στη μίμηση δανείζεται τη φωνή άλλων προσώπων. Ειδικότερα, όταν ο τριτοπρόσωπος αφηγητής ενσωματώνει τις φωνές όλων των προσώπων στη δική του, μεταφέροντας τα λόγια τους σε πλάγιο λόγο ή σε ελεύθερο πλάγιο λόγο, και αποφεύγει την καταγραφή διαλόγων ή έστω την παράθεση σε ευθύ λόγο όσων λένε τα άλλα πρόσωπα, έχουμε διήγηση. Ενώ όταν ο αφηγητής είναι πρωτοπρόσωπος ή τριτοπρόσωπος αλλά παραθέτει σε ευθύ λόγο τα όσα λένε τα άλλα πρόσωπα, έχουμε μίμηση, εφόσον ακούγονται αυτούσιες οι φωνές των πρωταγωνιστών της ιστορίας.

Λειτουργίες διήγησης
  • Προσφέρει αντικειμενικότητα και πειστικότητα στον λόγο.
  • Πρέχει ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα στο κείμενο.
  • Παρουσιάζει σφαιρικά το χαρακτήρα των ηρώων.
  • Κεντρίζει αδιάκοπα το ενδιαφέρον του αναγνώστη.         
Λειτουργίες αφήγησης (μίμηση):
  • Εξασφαλίζει αληθοφάνεια και αμεσότητα τόσο αναφορικά με τα πρόσωπα, όσο και αναφορικά με τα γεγονότα.
  • Έχει το ύφος προσωπικής μαρτυρίας και βιωμάτων.
  • Και συνεπώς ο αναγνώστης έρχεται σε άμεση επαφή με τον ήρωα.
Ρόλος αφήγησης γενικότερα: μας πληροφορεί για το « γίγνεσθαι» δηλ. για την εξέλιξη της δράσης.

- Διάλογος: είναι τα διαλογικά μέρη σε ευθύ λόγο και σε πρώτο πρόσωπο. 

Ρόλος – λειτουργία του διαλόγου: 
  • Προσδίδει στην αφήγηση δραματικότητα/θεατρικότητα, φυσικότητα, ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα. Επίσης προσδίδει μια χροιά δραματικότητας και φυσικότητας σε όσα διατυπώνονται.
  • Συντελεί στην πειστικότερη διαγραφή των χαρακτήρων – τα πρόσωπα αποκτούν αληθοφάνεια, καθώς μεταφέρονται αυτούσιες οι απόψεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων.
  • Ο αναγνώστης αντλεί μέσω του διαλόγου πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα.
  • Προωθεί τη λειτουργία της πλοκής και συμβάλλει στην εξέλιξή της.
  • Επιτρέπει στον αναγνώστη να δημιουργήσει προσωπική άποψη για τους ήρωες και για τα γεγονότα.
  • Μεταφέρει τον αναγνώστη μέσα στο πεδίο της δράσης και κάνει το κείμενο περισσότερο ελκυστικό, επιτείνοντας το ενδιαφέρον.

- Περιγραφή: η αναπαράσταση προσώπων, τόπων, αντικειμένων, η αφήγηση καταστάσεων. 

Ρόλος – λειτουργία της περιγραφής: 
  • Σκιαγραφεί τα πρόσωπα, στήνει το σκηνικό της δράσης και γενικά φωτίζει την αφήγηση με διάφορες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες.
  • Στην περίπτωση περιγραφής προσώπων, αποκαλύπτει ξεκάθαρα το χαρακτήρα τους και φωτίζει ολόπλευρα τόσο τις θετικές όσο και τις σκοτεινές τους διαστάσεις.
  • Συντελεί στη μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο.
  • Επιβραδύνει την εξέλιξη της πλοκής, εντείνει την αγωνία και το ενδιαφέρον του αναγνώστη και πιθανόν αποφορτίζει από οιανδήποτε ένταση που προηγήθηκε.
  • Προκαλεί αγωνία και αναμονή στον αναγνώστη με την επιβράδυνση της δράσης.
  • Προσδίδει ζωντάνια, αμεσότητα και παραστατικότητα στο λόγο και προβάλλει έντονο λυρισμό (αναδύει συναισθήματα στους δέκτες).
  • Προσφέρει αισθητική απόλαυση στον αναγνώστη
*** Η χρησιμοποίηση της εικόνας , της μεταφοράς, της προσωποποίησης , της παρομοίωσης και γενικά των σχημάτων λόγου ενισχύουν την περιγραφή και την καθιστούν αποτελεσματική.

- Σχόλιο: η παρεμβολή σχολίων, σκέψεων, γνωμών από τον αφηγητή, έξω από τη ροή της αφήγησης, που στοιχειοθετεί, όπως και η περιγραφή, μια επιβράδυνσή της. 

Λειτουργία σχολίου:
  • Δίνει την εντύπωση ότι κάνει έναν διάλογο με τον αναγνώστη, ότι του ζητά να εστιάσει σε κάποια συγκεκριμένη πτυχή της ιστορίας.
  • Παρουσιάζει πλήρως και με τρόπο αποκαλυπτικό την προσωπικότητα του αφηγητή. Αντανακλά την ιδεολογία που τον χαρακτηρίζει και τη στάση του απέναντι στη ζωή και την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα.
  • Συχνά προετοιμάζει τον αναγνώστη για όσα θα επακολουθήσουν.
  • Θέτει προβληματισμούς στον αναγνώστη και τον ωθεί με έμμεσο τρόπο να τοποθετηθεί (έστω νοερά).

- Ελεύθερος πλάγιος λόγος: η πιστή απόδοση σκέψεων, διαθέσεων ή συναισθημάτων σε γ’ πρόσωπο και σε παρωχημένο χρόνο. To τμήμα αυτό φαίνεται να ανήκει στην καθαρή αφήγηση, στην ουσία όμως εύκολα μετατρέπεται σε ευθύ λόγο. Ουσιαστικά πρόκειται για τον συνδυασμό δύο φωνών: του αφηγητή και του χαρακτήρα του οποίου τα λόγια μεταφέρει ο αφηγητής.

Λειτουργίες ελεύθερου πλάγιου λόγου:

  • Παρέχει ζωντάνια, αμεσότητα, παραστατικότητα και πειστικότητα στο λόγο. Εξασφαλίζεται αληθοφάνεια, καθώς δίνεται η εντύπωση στον αναγνώστη ότι μιλάει ο ήρωας.
  • Αποτυπώνει συχνά και τις σκέψεις του αφηγητή μέσω της φωνής του ήρωα, αφού συχνά συνυπάρχουν ο αφηγητής και ο ήρωας.
  • Επιτυγχάνει μια έντονη αμφισημία και συνεπώς αφηγηματική ευελιξία.


- Εσωτερικός μονόλογος: η απόδοση των σκέψεων ή συναισθημάτων σε α’ πρόσωπο και σε χρόνο ενεστώτα. Εστιάζει στη ροή των σκέψεων ενός πρωταγωνιστή. Συναισθήματα, σκέψεις, αναμνήσεις, μελλοντικές προβολές περνούν από μπροστά μας, όπως οι εικόνες μιας ταινίας.

Λειτουργίες εσωτερικού μονολόγου:

  • Αποτυπώνονται οι ενδόμυχες σκέψεις, οι ιδεολογίες και ο συναισθηματικός κόσμος του ήρωα. Εκφράζεται με τρόπο ξεκάθαρο το περιεχόμενο της συνείδησης του ήρωα-αφηγητή.
  • Συντελεί στην αρτιότερη παρουσίαση του ήρωα.
  • Η απόδοση των ενδόμυχων σκέψεων του ήρωα δίνει έναν εξομολογητικό χαρακτήρα στα λεγόμενα του ήρωα.
  • Επιτυγχάνει την απόλυτη εξοικείωση του αναγνώστη με τον ήρωα και με τον τρόπο αυτόν συμμετέχει ο αναγνώστης στη δράση.



🆘🆘🆘Οι αφηγηματικοί τρόποι θα πρέπει να διακρίνονται από τους εκφραστικούς τρόπους!
Όταν αναζητούμε τους εκφραστικούς τρόπους, αναζητούμε ουσιαστικά το πώς λέγεται κάτι, τα σχήματα λόγου δηλαδή που χρησιμοποιεί ο αφηγητής, και ό,τι άλλο σχετίζεται με την ιδιαιτερότητα της έκφρασής του.




 Αφηγηματικές τεχνικές


Ο αφηγητής



💥Είδος αφηγητή ανάλογα με τη συμμετοχή του στα γεγονότα:

👉Ομοδιηγητικός αφηγητής: Ο αφηγητής αυτού του είδους αποτελεί ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Μπορεί να είναι είτε ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, ο βασικός, δηλαδή, ήρωας, είτε ένα από τα δευτερεύοντα πρόσωπα. Σε περίπτωση που ο αφηγητής αυτός είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, τότε χαρακτηρίζεται αυτοδιηγητικός.
👉Ετεροδιηγητικός αφηγητής: Ο αφηγητής αυτού του είδους αφηγείται μια ιστορία στην οποία δεν έχει καμία συμμετοχή. Αφηγείται συνήθως σε τρίτο πρόσωπο και συμπίπτει με τον «παντογνώστη αφηγητή».
👉 Παντογνώστης αφηγητής: Είναι ο αφηγητής που γνωρίζει τα πάντα, εποπτεύει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση, δεν είναι δηλαδή ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας. Στον παντογνώστη αφηγητή αντιστοιχεί η αφήγηση χωρίς εστίαση (μηδενική), δεδομένου ότι αυτός δεν παρακολουθεί την αφήγηση από μια οπτική γωνία, αλλά είναι πανταχού παρών σαν ένας μικρός θεός.

💥 Είδος αφηγητή ανάλογα με την οπτική γωνία:

👉 Αφηγητής-Θεός: Είναι ο παντογνώστης αφηγητής που εποπτεύει τα πάντα, αλλά δεν μετέχει στη δράση, δεν είναι δηλαδή ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας.
👉 Αφηγητής-άνθρωπος: Ο αφηγητής αυτού του είδους έχει περιορισμένη γνώση των πραγμάτων, εφόσον γνωρίζει τόσα μόνο όσα μπορεί να γνωρίζει ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας.


💥 Είδος αφηγητή ανάλογα με το αφηγηματικό επίπεδο στο οποίο ανήκει:

👉 Εξωδιηγητικός αφηγητής: Εξωδιηγητικός ονομάζεται ο κύριος αφηγητής της ιστορίας -αφηγητής πρώτου βαθμού- ο οποίος είτε διηγείται μια ιστορία στην οποία δεν έχει συμμετοχή εξωδιηγητικός-ετεροδιηγητικός, είτε τη δική του ιστορία εξωδιηγητικός-ομοδιηγητικός.
👉 Ενδοδιηγητικός αφηγητής: Ενδοδιηγητικός ονομάζεται ο αφηγητής που αποτελεί πρόσωπο της κύριας ιστορίας και μέσα στο πλαίσιο αυτής διηγείται μια άλλη εγκιβωτισμένη ιστορία, και κατ’ αυτό τον τρόπο γίνεται αφηγητής δεύτερου βαθμού. Η εγκιβωτισμένη αυτή ιστορία μπορεί να αφορά το ίδιο το πρόσωπο, οπότε να λειτουργεί ως ομοδιηγητικός αφηγητής, ή να αποτελεί μια ιστορία στην οποία δεν έχει καμία προσωπική συμμετοχή, οπότε να λειτουργεί ως ετεροδιηγητικός αφηγητής.
👉 Μεταδιηγητικός (το μεταδιηγητικό ή υποδιηγητικό επίπεδο):  Βρίσκεται μέσα στη δευτερεύουσα ιστορία (στη μετα-αφήγηση) και αφηγείται μια άλλη ιστορία. Περιλαμβάνει κάθε δευτερεύουσα αφήγηση, η οποία ενσωματώνεται στην κύρια (π.χ. στις Χίλιες και μία νύχτες, η ηρωίδα της κύριας αφήγησης αφηγείται κάθε βράδυ μια νέα ιστορία, προκειμένου να σώσει τη ζωή της)

Ένα ολοκληρωμένο παράδειγμα γι’ αυτή την κατηγοριοποίηση των επιπέδων μας προσφέρει η Οδύσσεια του Ομήρου: η επίκληση του ποιητή στη Μούσα ανήκει στο εξωδιηγητικό επίπεδο, οι περιπέτειες του Οδυσσέα από το νησί της Καλυψώς ως την Ιθάκη συνιστούν το ενδοδιηγητικό επίπεδο, ενώ τα παλαιότερα γεγονότα που ο ίδιος αφηγείται στους Φαίακες ανήκουν στο μεταδιηγητικό επίπεδο.
Ειδικά για τις μεταδιηγητικές αφηγήσεις, ο Genette επεξεργάστηκε μια τυπολογία των λειτουργιών που είναι δυνατόν να επιτελούν. Για παράδειγμα, σε μερικές περιπτώσεις, οι αφηγήσεις αυτές αναλαμβάνουν να επεξηγήσουν την κύρια ιστορία ή έχουν χαρακτήρα επιβραδυντικό ή αποτρεπτικό, όπως στην περίπτωση του έργου Χίλιες και μία νύχτες, όπου η βασική ηρωίδα αφηγείται συνεχώς για να κερδίσει χρόνο και να σώσει τη ζωή της. Άλλοτε πάλι εγκαθιδρύουν μια καθαρά θεματική – αντιθετική ή αναλογική – σχέση με την κύρια αφήγηση. Μια ιδιαίτερη μορφή αναλογικής θεματικής σχέσης είναι το μεταδιηγητικό επίπεδο να αντικατοπτρίζει σε μικρογραφία το διηγητικό.

👉 Τύποι αφήγησης:

i. Αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο 
  •  Έχει τη δύναμη της προσωπικής μαρτυρίας, εξασφαλίζει αμεσότητα, πειστικότητα και αληθοφάνεια στην αφήγηση, της προσδίδει εμπιστευτικό, εξομολογητικό χαρακτήρα (όπως στα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου). 
  • Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ή η ταυτότητα αφηγητή και ήρωα δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι η αφήγηση είναι εστιασμένη στον ήρωα.  
ii. Αφήγηση σε δεύτερο πρόσωπο 
  • Αποτελεί αποστροφή εις εαυτόν, μονόλογο. Το δεύτερο πρόσωπο ουσιαστικά υποκρύπτει ένα «εγώ» (όπως στο έργο του Στρ. Τσίρκα «Η Λέσχη»).  
  • Είναι πιθανόν να αποτελεί αποστροφή και προς τον αναγνώστη (όπως στα αφηγηματικά ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη).  
  • Προσδίδει δραματικότητα στην αφήγηση. 
iii. Αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο 
  • Αποδίδεται συνήθως με αυτήν η απόλυτη παντογνωσία ή η σχετική γνώση του αφηγητή. 
  •  Δημιουργεί την αίσθηση της αντικειμενικότητας, της αποστασιοποίησης από τα δρώμενα. 



Η οπτική γωνία στην αφήγηση


Η έννοια της οπτικής γωνίας αφορά το «ποιος βλέπει» την ιστορία, μέσα, δηλαδή, από τα μάτια ποιου προσώπου παρακολουθούμε τα γεγονότα.

Σε μια αφήγηση δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε όλα τα γεγονότα που συνέβησαν. Αναγκαστικά γίνεται μία επιλογή γεγονότων, όπως στην περιγραφή γίνεται επιλογή λεπτομερειών. Η επιλογή αυτή εξαρτάται από την οπτική γωνία του προσώπου που κάνει την αφήγηση, δηλαδή είναι ανάλογη με τη γνώση του για τα γεγονότα (άμεση ή έμμεση), τη συναισθηματική του φόρτιση, τον τρόπο που σκέφτεται, το αποτέλεσμα που επιδιώκει κτλ.


 Η οπτική γωνία στη λογοτεχνική αφήγηση


Ειδικά στην ανάλυση μιας λογοτεχνικής αφήγησης αναφερόμαστε συχνά στην οπτική γωνία του αφηγητή, δηλαδή στη σκοπιά/θέση από την οποία ο αφηγητής ή κάποιος ήρωας βλέπει (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) τα δρώμενα. Φυσικά τη θέση αυτή την καθορίζει ο συγγραφέας, όπως εξάλλου καθορίζει και τον ίδιο τον αφηγητή, και επομένως, η οπτική γωνία στη λογοτεχνία αποτελεί βασικά μια αφηγηματική τεχνική.

Ο συγγραφέας πάντως επιλέγει συνήθως μία από τις εξής δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς :

α) αφήγηση με μηδενική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση χωρίς συγκεκριμένη οπτική γωνία από έναν παντογνώστη αφηγητή.

β) αφήγηση με εσωτερική εστίαση: πρόκειται για αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου, με περιορισμένη κατά συνέπεια γνώση στα όριά του.

Στην πρώτη περίπτωση ο αφηγητής γνωρίζει τα πάντα για τα πρόσωπα της αφήγησης, ακόμα και τις πιο μύχιες σκέψεις τους. Θα λέγαμε λοιπόν ότι πρόκειται για έναν αφηγητή - Θεό που βλέπει τον κόσμο από παντού, όχι από ένα συγκεκριμένο σημείο, και επομένως η απόλυτη γνώση του ισοδυναμεί με έλλειψη συγκεκριμένης οπτικής γωνίας (εστίαση μηδέν). Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχουμε αφήγηση από την οπτική γωνία ενός προσώπου (εσωτερική εστίαση), από έναν «αφηγητή - άνθρωπο», που σε αντίθεση με τον «αφηγητή - Θεό» έχει γνώση περιορισμένη στις ανθρώπινες δυνατότητες.

*Πρέπει να τονιστεί πάντως ότι πολύ συχνά ο συγγραφέας αξιοποιεί στο ίδιο έργο και τις δύο δυνατότητες αφηγηματικής σκοπιάς, μεταβάλλοντας την οπτική γωνία και τον αφηγητή σε διάφορα μέρη της αφήγησης, ανάλογα με το τι θέλει να μεταδώσει κάθε φορά στον αναγνώστη.


Εστίαση


Η εστίαση σχετίζεται με την απόσταση που παίρνει ο αφηγητής από τα πρόσωπα της αφήγησης.
👉 Αφήγηση χωρίς εστίαση (μηδενική εστίαση): Σε μια τέτοια αφήγηση ο αναγνώστης έχει πρόσβαση σε κάθε πιθανή πληροφορία είτε αυτή αφορά τις σκέψεις των ηρώων είτε των γεγονότων. Ο αφηγητής είναι παντογνώστης και γνωρίζει περισσότερα από οποιοδήποτε πρόσωπο της ιστορίας.
👉 Αφήγηση με εσωτερική εστίαση: Η θέαση της ιστορίας είναι περιορισμένη και ανήκει σε ένα από τα πρόσωπα του έργου. Η εστίαση αυτού του είδους μπορεί να είναι: «σταθερή», με το σύνολο του αφηγηματικού υλικού να δίνεται από ένα μόνο πρόσωπο, «μεταβλητή», με εναλλαγή των προσώπων που αφηγούνται, και «πολλαπλή», με το ίδιο γεγονός να παρουσιάζεται από διάφορα πρόσωπα της ιστορίας.
👉 Αφήγηση με εξωτερική εστίαση: Σε αυτού του είδους την αφήγηση ο αφηγητής «λέει» λιγότερα από όσα πιθανώς γνωρίζει κάποιο από τα αφηγηματικά πρόσωπα, ως εκ τούτου, οι ήρωες της ιστορίας δρουν χωρίς ο αναγνώστης να έχει πρόσβαση στις σκέψεις ή στις προθέσεις τους. Πρόκειται για ένα είδος αφήγησης που επιλέγεται σε αστυνομικά μυθιστορήματα και έργα μυστηρίου.




Χρόνος της ιστορίας – Χρόνος της αφήγησης



Σε κάθε λογοτεχνικό κείμενο υπάρχουν δύο μορφές χρόνου: ο χρόνος της ιστορίας, που συνιστά τον πραγματικό χρόνο στο πλαίσιο του οποίου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα της αφήγησης και αντιστοιχεί στην πραγματική τους διάρκεια, και ο χρόνος της αφήγησης που περιλαμβάνει τη διάρκεια που αποκτούν τα ίδια γεγονότα στο πλαίσιο της αφήγησης και τη σειρά με την οποία παρουσιάζονται.

👉 Αφηγηματικός χρόνος 

α) Ο χρόνος του πομπού, του δέκτη, των γεγονότων

👉 Βασικό στοιχείο της αφήγησης είναι ο χρόνος. Με βάση το δεδομένο ότι η αφήγηση είναι μια πράξη επικοινωνίας, στην οποία ο πομπός είναι το πρόσωπο που αφηγείται (ομιλητής ή συγγραφέας), μπορούμε να διακρίνουμε τους εξής χρόνους:  
  • το χρόνο του πομπού (δηλαδή την εποχή κατά την οποία ζει ο πομπός, και ειδικότερα τη χρονική στιγμή κατά την οποία στέλνει το μήνυμα του), 
  • το χρόνο του δέκτη (δηλαδή την εποχή κατά την οποία ζει ο δέκτης, και ιδιαίτερα τη χρονική στιγμή κατά την οποία δέχεται το μήνυμα) και 
  • το χρόνο των γεγονότων (την εποχή/χρονική στιγμή κατά την οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα της αφήγησης). Για παράδειγμα· θεωρείται ότι στα ομηρικά έπη ο χρόνος του πομπού είναι ο 8ος αι. π.Χ., και ο χρόνος των γεγονότων ο 12ος αι. π.Χ.· ο χρόνος του δέκτη βέβαια μπορεί να είναι οποιαδήποτε εποχή.
👉 Σε μια αφήγηση πραγματικών γεγονότων ο χρόνος του πομπού είναι πάντοτε μεταγενέστερος από το χρόνο των γεγονότων, δηλαδή πρώτα συμβαίνουν τα γεγονότα και μετά κάποιος τα αφηγείται. Το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μπορεί να εκτείνεται σε λίγες στιγμές/ώρες/μέρες, σε μια ολόκληρη ζωή ή ακόμη και σε αιώνες.


β) Ο χρόνος της ιστορίας και ο χρόνος της αφήγησης

👉 Εκτός από τους χρόνους που είδαμε προηγουμένως, και οι οποίοι μπορούν να θεωρηθούν εξωτερικοί/εξωκειμενικοί σε σχέση με την αφήγηση, πρέπει να αναφερθούμε και σε δύο εσωτερικούς/εσωκειμενικούς χρόνους, το χρόνο της ιστορίας και το χρόνο της αφήγησηςΧρόνο της ιστορίας ονομάζουμε το χρόνο μέσα στον οποίο εκτυλίσσονται τα γεγονότα που συνιστούν την ιστορία (story) της αφήγησης. Με το χρόνο αυτό εννοούμε τη φυσική διαδοχή των γεγονότων. Ο χρόνος της ιστορίας παρουσιάζεται στην αφήγηση με διάφορους τρόπους και έτσι προκύπτει ο χρόνος της αφήγησης. Ο χρόνος της αφήγησης γενικά δε συμπίπτει με το χρόνο της ιστορίας. Τα γεγονότα παρουσιάζονται στην αφήγηση συνήθως με διαφορετική χρονική σειρά, διάρκεια και συχνότητα απ' ό,τι διαδραματίζονται στην ιστορία.


👉 Αν συγκρίνουμε το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας ως προς τη χρονική σειρά, παρατηρούμε ότι, ενώ τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο σε μια χρονική ακολουθία, ο αφηγητής συχνά παραβιάζει τη χρονική σειρά, και προκύπτουν έτσι οι λεγόμενες αναχρονίες. Δηλαδή, άλλοτε κάνει αναδρομικές αφηγήσεις (flash back), που αναφέρονται σε γεγονότα προγενέστερα από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια δεδομένη στιγμή  και άλλοτε κάνει πρόδρομες αφηγήσεις, που αφηγούνται/ανακαλούν εκ των προτέρων γεγονότα τα οποία θα διαδραματιστούν αργότερα (π.χ. «Και τότε ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά του ο άνθρωπος που τρία χρόνια αργότερα θα τον τραυμάτιζε θανάσιμα με το αυτοκίνητό του σε μια φοβερή μετωπική σύγκρουση»).

👉 Συγκρίνοντας το χρόνο της αφήγησης με το χρόνο της ιστορίας, ως προς τη διάρκεια, μπορούμε να διακρίνουμε βασικά τις εξής περιπτώσεις:

α) Ο χ(ρόνος) της αφ(ήγησης) έχει μικρότερη διάρκεια από το χ(ρόνο) της ιστ(ορίας) (χ.αφ.<χ.ιστ.), όταν ο αφηγητής συμπυκνώνει το χρόνο και παρουσιάζει συνοπτικά, ακόμα και σε μια φράση, ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι επιταχύνεται ο ρυθμός της αφήγησης 

β) Ο χρόνος της αφήγησης έχει μεγαλύτερη διάρκεια από το χρόνο της ιστορίας (χ.αφ.>χ.ιστ.), όταν ο αφηγητής απλώνει/παρατείνει το χρόνο και παρουσιάζει αναλυτικά, ορισμένες φορές μάλιστα σε πολλές σελίδες, ένα γεγονός που διαρκεί ελάχιστες στιγμές. Με αυτό τον τρόπο επιβραδύνεται ο ρυθμός της αφήγησης. Εννοείται ότι η συμπύκνωση ή το άπλωμα του χρόνου εξαρτάται από την ιεράρχηση των γεγονότων και επομένως από το σκοπό της αφήγησης.

γ) Ο χρόνος της αφήγησης έχει την ίδια διάρκεια με το χρόνο της ιστορίας (χ.αφ. = χ.ιστ.), οπότε έχουμε τη λεγόμενη «σκηνή» που συχνά είναι διαλογική.


👉 Τέλος, παρατηρούμε ότι ο χρόνος της αφήγησης μπορεί να διαφέρει από τον πραγματικό χρόνο και ως προς τη συχνότητα, π.χ. υπάρχει η περίπτωση ένα γεγονός που συνέβη μια φορά να παρουσιάζεται στην αφήγηση περισσότερες από μία φορές. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουμε πανομοιότυπη επανάληψη· παρουσιάζεται επανειλημμένα το ίδιο γεγονός, αφηγημένο όμως κάθε φορά με διαφορετικό τρόπο, ύφος, προοπτική.


💥 Ο χρόνος ως προς τη σειρά παρουσίασης των γεγονότων:

👉Ευθύγραμμη αφήγηση: Τα γεγονότα παρουσιάζονται στην αφήγηση με τη σειρά που συνέβησαν. Πρόκειται για μια επιλογή που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη, εφόσον καθιστά την αφήγηση μονότονη και λιγότερο ενδιαφέρουσα.
👉Αφήγηση με αναχρονίες: Η παρουσίαση των γεγονότων δεν ακολουθεί την πραγματική τους σειρά και στην αφήγηση παρατηρούνται αναλήψεις και προλήψεις.
👉Ανάληψη (ή αναδρομή): Ο αφηγητής προχωρά σε αναδρομική αφήγηση γεγονότων του παρελθόντος, διακόπτοντας την πορεία της αφήγησης (flashback).
Στα αφηγηματικά κείμενα (διήγημα, νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα με αφηγηματικό χαρακτήρα), ο κλασικός τρόπος με τον οποίο εξιστορούνται τα διάφορα γεγονότα και περιστατικά, είναι η λεγόμενη ευθύγραμμη αφήγηση: τα εξιστορούμενα, δηλαδή, περιστατικά παρατάσσονται και παρουσιάζονται με τη σειρά που έγιναν. Η αφήγηση τα παρακολουθεί στη χρονική τους τάξη και αλληλουχία. (Από το Α προς το Β, από το Β προς το Γ και ούτω καθεξής.)
Αυτός ο αφηγηματικός τρόπος είναι, βέβαια, ο πιο απλοϊκός αλλά παράλληλα είναι και ο πιο μονότονος. Δημιουργεί τη λεγόμενη αφηγηματική μονοτροπία: στερεί από την αφήγηση την ποικιλία, τις εναλλαγές στην αφηγηματική ένταση και τις περισσότερες φορές μειώνει το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
Γι’ αυτό στα αφηγηματικά κείμενα, τις περισσότερες φορές, δεν ακολουθείται η λεγόμενη ευθύγραμμη αφήγηση. Ο αφηγητής, είτε συμμετέχει ο ίδιος στη δράση είτε βρίσκεται είτε βρίσκεται έξω από αυτή, επιλέγει και εφαρμόζει και ποικίλες άλλες αφηγηματικές τεχνικές.
Μία από αυτές τις τεχνικές είναι η ακόλουθη: κάποια στιγμή διακόπτεται η κανονική ροή της αφήγησης και ο αφηγητής, μετατοπιζόμενος από το «τώρα» στο «τότε» της ιστορίας που αφηγείται, ανάγεται σε γεγονότα χρονικά προγενέστερα και παλαιότερα.
Αυτή η χρονική μετατόπιση της αφήγησης προς το παρελθόν ονομάζεται αναδρομή ή ανάληψη. Όπως γίνεται κατανοητό, με την αναδρομή, η αφήγηση «εγκαταλείπει» το συγκεκριμένο χρονικό σημείο στο οποίο βρίσκεται μια ορισμένη στιγμή, και ανάγεται σε προγενέστερες χρονικές στιγμές.
Με την τεχνική της αναδρομής η αφήγηση παύει να είναι επίπεδη και ευθύγραμμη και αποκτά χρονικό βάθος. Παράλληλα, φωτίζονται γεγονότα και καταστάσεις που η αιτία τους ανάγεται στο παρελθόν και όχι στο «τώρα» του αφηγηματικού μύθου.
Συμβολικά και παραστατικά, την αναδρομή μπορούμε να την απεικονίσουμε με το ακόλουθο σχήμα:

Α__________χ..............Β................. Α΄___________


Το σημείο Α συμβολίζει την κανονική ροή της αφήγησης. Στο σημείο χ η ροή διακόπτεται και η αφήγηση, ανατρέχοντας στο παρελθόν, παρεμβάλλει την αναδρομή που συμβολίζεται με το σημείο Β. Μετά την ολοκλήρωση της αναδρομής, η αφήγηση επανέρχεται στην κανονική της ροή, που συμβολίζεται με το σημείο Α΄.
Φυσικά, στη διάρκεια μιας αφήγησης, μπορεί να συμβεί και το αντίθετο: ο αφηγητής δηλαδή από το «τώρα» της ιστορίας να αναχθεί στο μέλλον και να εκθέσει τα πράγματα που πιστεύει ή γνωρίζει ή εικάζει ότι θα συμβούν μελλοντικά. Αυτή η αναγωγή στο μέλλον ονομάζεται προβολή ή πρόληψη.
Η Οδύσσεια, που είναι ένα από τα πρώτα αφηγηματικά κείμενα στον κόσμο, στηρίζεται και στην τέχνη της αναδρομής: Συγκεκριμένα, όταν ο Οδυσσέας θα φτάσει στον νησί των Φαιάκων και θα συναντηθεί με τον Αλκίνοο, θα του διηγηθεί τις θαλασσινές του περιπέτειες. Στην ουσία, αυτή η εξιστόρηση είναι μια αναδρομή. Η αφήγηση μετατοπίζεται από το «τώρα» της συζήτησης Οδυσσέα – Αλκίνοου και ανάγεται στο παρελθόν. Έτσι, ο αναγνώστης πληροφορείται γεγονότα και περιστατικά που τον μετακινούν χρονικά και τον ανάγουν στο παρελθόν του ήρωα και της αφηγηματικής πράξης.
👉Πρόληψη: Ο αφηγητής παραβιάζει τη χρονική σειρά και παρουσιάζει γεγονότα που θα γίνουν σε κάποιο μελλοντικό σημείο, προοικονομώντας κατ’ αυτό τον τρόπο μεταγενέστερες εξελίξεις.
👉 In medias res: η λατινική αυτή φράση σημαίνει «στο μέσο των πραγμάτων», δηλαδή στη μέση της υπόθεσης, και αποτελεί μια τεχνική της αφήγησης σύμφωνα με την οποία το νήμα της ιστορίας δεν ξετυλίγεται από την αρχή, αλλά ο αφηγητής αρχίζει την ιστορία από το κρισιμότερο σημείο της πλοκής και, έπειτα, με αναδρομή στο παρελθόν, παρουσιάζονται όσα προηγούνται του σημείου αυτού. Με την τεχνική αυτή διεγείρεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη και η αφήγηση δεν γίνεται κουραστική.
(Ο απλούστερος και ο πιο φυσικός τρόπος να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία, είναι ο εξής: να διατάξει και να παρουσιάσει τα γεγονότα σύμφωνα με τη χρονική τους σειρά και τάξη. Μια τέτοια αφήγηση λέμε ότι έχει ως προς την πλοκή το χαρακτηριστικό της χρονικής αλληλουχίας.
Όμως η αφήγηση που παρουσιάζει τα πράγματα με τη σειρά που έγιναν δεν εξασφαλίζει πάντα και το μέγιστο αναγνωστικό ενδιαφέρον. Γι’ αυτό, οι συγγραφείς αφηγηματικών κειμένων επινοούν ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές, για να κρατήσουν αδιάπτωτο το ενδιαφέρον και την προσοχή του αναγνώστη.
Μια τέτοια τεχνική είναι να αρχίζει ένα κείμενο in medias res. Αυτή η λατινική φράση μεταφραζόμενη κατά λέξη κυριολεκτικά σημαίνει: στο μέσο των πραγμάτων, στο μέσο της υπόθεσης, στο μέσο της πλοκής. Δεν πρέπει, όμως, με βάση την κυριολεκτική σημασία να σχηματίσουμε την εντύπωση ότι η αφήγηση αρχίζει από το μέσο της υπόθεσης. Η ακριβής σημασία του όρου είναι η εξής: η αφήγηση δεν παρακολουθεί τα γεγονότα του μύθου και δεν τα παρουσιάζει στη χρονική τους σειρά και αλληλουχία. Η αφήγηση αρχίζει από το «κέντρο» του μύθου, δηλαδή από το γεγονός που αποτελεί την «καρδιά» της πλοκής∙ από το πιο ουσιαστικό και το πιο καίριο περιστατικό.
Όταν ένα αφηγηματικό κείμενο αρχίζει in medias res, δημιουργείται στον αναγνώστη ένα αφηγηματικό κενό, δηλαδή κάποια απορία και ορισμένα ερωτηματικά για τα γεγονότα που χρονικά προηγούνται και τα οποία ο αναγνώστης προς το παρόν αγνοεί.
Το αφηγηματικό κενό προκαλεί το ενδιαφέρον και διεγείρει την προσοχή του αναγνώστη, επειδή ακριβώς του δημιουργεί εύλογες απορίες. Στη συνέχεια, βέβαια, οι απορίες και το «κενό» του αναγνώστη αίρονται, γιατί ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία, με αναδρομική αφήγηση, να αναφερθεί στα όσα προηγούνται χρονικά. Μ’ αυτή την αναδρομική αφήγηση αποκαθίσταται η ομαλή ροή και εξέλιξη του μύθου.
Στο δημοτικό π.χ. τραγούδι Ο θάνατος του Διγενή, που έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, η ποιητική αφήγηση αρχίζει in medias res∙ προβάλλει δηλαδή πρώτο το πιο καίριο γεγονός, που είναι το ψυχομαχητό του Διγενή. Ο αναγνώστης, βέβαια, απορεί: πώς είναι δυνατόν ένας Διγενής να ψυχομαχεί; Η απορία αυτή σταδιακά αίρεται με την αναδρομική αφήγηση του Διγενή, που αναφέρεται στα όσα προηγήθηκαν του ψυχομαχητού.
Το αντίθετο, ακριβώς, του in medias res δηλώνεται με τον επίσης λατινικό όρο ab ovo. Ο όρος αυτός, που οφείλεται στο Λατίνο ποιητή Οράτιο (τον καθιερώνει στο έργο του Ars Poetica [=Ποιητική]), κατά λέξη σημαίνει «από το αυγό». Ως λογοτεχνικός όρος, όμως, δηλώνει μια συγκεκριμένη αφηγηματική τεχνική ή, απλούστερα, έναν τρόπο να αφηγηθεί κανείς μια ιστορία σε ένα εκτενές επικό κείμενο ή σε ένα μυθιστόρημα. Συγκεκριμένα, ο όρος αυτός δηλώνει ότι η αφήγηση μιας ιστορίας ξεκινάει απ’ την αρχή και παρακολουθεί τα γεγονότα σε μια ευθύγραμμη, λεπτομερειακή και χρονική σειρά και τάξη. Αυτός ο γραμμικός και λεπτομερειακός τρόπος παρουσίασης των γεγονότων σε μια αφήγηση δημιουργεί τελικά αφηγηματικό κείμενο κουραστικό, ανιαρό και υπερβολικά εκτενές.)
👉 Εγκιβωτισμός: σε κάθε αφηγηματικό κείμενο υπάρχει μια κύρια αφήγηση που αποτελεί την αρχική ιστορία και υπάρχουν και μικρότερες, δευτερεύουσες αφηγήσεις μέσα στην κύρια αφήγηση που διακόπτουν την ομαλή ροή του χρόνου. Αυτή η «αφήγηση μέσα στην αφήγηση» ονομάζεται εγκιβωτισμένη αφήγηση ή εγκιβωτισμός.
👉 Παρέκβαση/παρέμβλητη (εμβόλιμη) αφήγηση: είναι η προσωρινή διακοπή της φυσικής ροής των γεγονότων και η αναφορά σε άλλο θέμα που δεν σχετίζεται άμεσα με την υπόθεση του έργου.
👉 Προϊδεασμός/προσήμανση: είναι η ψυχολογική προετοιμασία του αναγνώστη από τον αφηγητή για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Ο προϊδεασμός εύκολα συγχέεται με την προοικονομία. Οι δυο όμως όροι δεν ταυτίζονται ούτε και συγγενεύουν. Ο προϊδεασμός δεν προετοιμάζει τον αναγνώστη για μελλοντικές σκηνές ούτε και προ-ρυθμίζει επόμενες λεπτομέρειες και γεγονότα του λογοτεχνικού μύθου. Απλώς στη διάρκεια και στη ροή μιας αφήγησης συμβαίνει συχνά το εξής: ο αφηγητής μας δίνει μια γενική ιδέα, κάπως αόριστη βέβαια, για κάτι που πρόκειται να συμβεί μετά.
Η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στην προοικονομία και τον προϊδεασμό είναι η εξής: η προοικονομία σχετίζεται πιο πολύ με την πλοκή του μύθου και των γεγονότων. Με την προοικονομία ένα μελλοντικό γεγονός του μύθου προετοιμάζεται κατάλληλα, για να το δεχθεί ο αναγνώστης ως κάτι το απόλυτα λογικό και φυσικό. Αντίθετα, με τον προϊδεασμό παίρνουμε μια μικρή υποψία, ένα είδος πρόγευσης και διαμορφώνουμε μια πρώτη γενική και αόριστη ιδέα για κάτι που θα συμβεί σε επόμενες στιγμές και στη μετέπειτα εξέλιξη του μύθου.
👉 Προοικονομία: είναι ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας διευθετεί τα γεγονότα και δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις, ώστε η εξέλιξη της πλοκής να είναι για τον αναγνώστη φυσική και λογική.
Στην τραγωδία του Ευρυπίδη Ιφιγένεια η εν Ταύροις, υπάρχει η εξής σκηνή. Η Ιφιγένεια, η ηρωίδα της τραγωδίας, πρόκειται να αναχωρήσει για την Αυλίδα. Υποτίθεται ότι θα παντρευτεί τον Αχιλλέα. Την ώρα του αποχαιρετισμού δε σήκωσε στα χέρια της το μικρό Ορέστη – πίστευε ότι θα γύριζε ξανά στο Άργος.
Αυτή η φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία και ειδικό βάρος για όσα πρόκειται να συμβούν: προετοιμάζει το θεατή κατάλληλα για τη μελλοντική σκηνή της αναγνώρισης. Συγκεκριμένα, όταν τα δυο αδέλφια θα ανταμώσουν στην Ταυρίδα, δε θα αναγνωρίζει ο ένας τον άλλο. Αυτό όμως το γεγονός δε μας ξαφνιάζει ούτε μας κάνει να απορούμε. Ο τραγικός ποιητής μας έχεις προετοιμάσει με την προαναφερόμενη σκηνή του αποχαιρετισμού. Σ’ αυτή τη σκηνή, ο Ορέστης ήταν ακόμη νήπιο. Και έτσι, είναι πολύ φυσικό τα δυο αδέρφια, όταν ανταμώνουν στην Ταυρίδα, να μη γνωρίζονται μεταξύ τους.
Το παράδειγμα αυτό μας διευκολύνει να καταλάβουμε την έννοια της προοικονομίας και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί στα λογοτεχνικά κείμενα. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι η προοικονομία προετοιμάζει κατάλληλα το θεατή ή τον αναγνώστη για κάτι που πρόκειται να συμβεί ή να ακολουθήσει στη μελλοντική πορεία και εξέλιξη του μύθου. Ουσιαστικά, δηλαδή, η προοικονομία είναι ένας τρόπος να προ-ρυθμίζονται και να διευθετούνται από τα πριν μελλοντικές σκηνές και γεγονότα που θα ακολουθήσουν μέσα στη διαρκή ροή μας αφήγησης. Αυτή η προ-ρύθμιση προετοιμάζει τον αναγνώστη να δεχτεί αργότερα κάτι και να το βιώσει ως απόλυτα φυσικό και λογικό.
👉 Αμφισημία (ή αμφιλογία): Με τον όρο «αμφισημία» (ή «αμφιλογία») χαρακτηρίζουμε το γλωσσικό φαινόμενο κατά το οποίο μια λέξη ή και μια ολόκληρη φράση χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκτά μια διφορούμενη σημασία, και τελικά, να γίνεται κατανοητή με δύο διαφορετικούς τρόπους. Σε μια τέτοια περίπτωση που στο λόγο λειτουργεί το φαινόμενο της αμφισημίας, η λέξη ή η φράση μπορούν να διαβαστούν και να κατανοηθούν με δύο διαφορετικούς τρόπους. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της αμφισημίας είναι ότι και οι δύο τρόποι ανάγνωσης και κατανόησης θεωρούνται νοηματικά έγκυροι και αποδεκτοί.
Το στοιχείο που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον στην περίπτωση της αμφισημίας είναι ότι οι διάφορες σημασίες μιας αμφίσημης λέξης ή φράσης δε διαθέτουν κάποιο κοινό νοηματικό πυρήνα και ανάμεσά τους δεν υπάρχει κανενός είδους σχέση. Για το λόγο αυτό, είναι αδύνατον να εξηγήσει κανείς τη μια σημασία με τη βοήθεια της άλλης ή να θεωρήσει ότι και οι δύο προκύπτουν από κάποια αρχική θεμελιώδη έννοια∙ δεν πρόκειται, δηλαδή, για κάποιο είδος συνωνυμίας. Συνεπώς, αν μια αμφίσημη έκφραση έχει δύο σημασίες, η χρήση της με την πρώτη ή τη δεύτερη αντιστοιχεί σε δύο εντελώς ξεχωριστές επιλογές, σαν να επρόκειτο για δύο διαφορετικές εκφράσεις.
Στην καθημερινή χρήση της γλώσσας ή σε κείμενα όπου απαιτείται σαφήνεια και ακρίβεια (π.χ. στα επιστημονικά), η αμφισημία θεωρείται γενικά μειονέκτημα, καθώς ενδέχεται να προκαλέσει προβλήματα κατανόησης. Όταν, όμως, χρησιμοποιείται ηθελημένα και πετύχει το στόχο της, τότε είναι ένα αδιαμφισβήτητο προτέρημα (π.χ. στους αρχαίους χρησμούς ή στην κωμωδία, προκειμένου να δημιουργηθεί μια κωμική κατάσταση). Ειδικά στη λογοτεχνία, το γεγονός ότι μια λέξη ή φράση μπορεί να αναπαριστά την ίδια στιγμή και σε απόλυτη ισοδυναμία δύο τουλάχιστον διαφορετικά πράγματα είναι ένα από τα πλέον σημαντικά και θετικά στοιχεία.
Στη διάρκεια του 20ου αιώνα, υπήρξαν αρκετοί κριτικοί που τόνισαν την ιδιαίτερη σημασία του φαινομένου της αμφισημίας. Κάποιοι το θεώρησαν φυσικό χαρακτηριστικό της γλώσσας, το οποίο όμως εμφανίζεται με πολύ πιο έντονο τρόπο στη λογοτεχνία, και κυρίως στην ποίηση∙ κι αυτό, διότι η ποιητική γλώσσα είναι πολύ πιο πυκνή σε νοήματα.
Ένας Άγγλος κριτικός, ο William Empson, ο οποίος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το ζήτημα της αμφισημίας, την όρισε ως εξής: «κάθε λεκτική απόχρωση, όσο λεπτή κι αν είναι, η οποία δίνει το έναυσμα για εναλλακτικές αντιδράσεις στο ίδιο απόσπασμα». Στη συνέχεια, η χρησιμοποίησε για να περιγράψει τον πλούτο των συσχετισμών που συναντάμε στη μοντέρνα (νεοτερική) ποίηση.


Ρυθμός της αφήγησης
(τεχνικές)



💥Ο χρόνος ως προς τη διάρκεια των γεγονότων
 
Στο πλαίσιο της αφήγησης παρατηρείται συνήθως ανισοχρονία ανάμεσα στον χρόνο της ιστορίας και τον χρόνο της αφήγησης.

1. Ο χρόνος της αφήγησης είναι μικρότερος από το χρόνο της ιστορίας.

Οι τεχνικές που σχετίζονται με τον περιορισμό του χρόνου της αφήγησης είναι οι ακόλουθες:
👉 Επιτάχυνση: Γεγονότα μεγάλης διάρκειας παρουσιάζονται σύντομα. Ο χρόνος της αφήγησης διαρκεί λιγότερο από τον χρόνο της ιστορίας είτε γιατί ο αφηγητής παρουσιάζει με συντομία γεγονότα που έχουν μεγάλη διάρκεια (περίληψη), είτε γιατί δεν τα αναφέρει καθόλου (έλλειψη).
👉 Περίληψη: Συνοπτική παρουσίαση ενδιάμεσων γεγονότων. Ο αφηγητής παρουσιάζει συνοπτικά κάποια γεγονότα που μεσολαβούν ανάμεσα σε κρίσιμα σημεία της ιστορίας. 
👉 Έλλειψη ή αφηγηματικό κενό: Ο αφηγητής επιλέγει να παραλείψει ένα μέρος της ιστορίας ή κάποια γεγονότα, που είτε εννοούνται εύκολα είτε δεν συμβάλλουν ιδιαίτερα στην πλοκή.
👉 Παράλειψη: κάποια γεγονότα δεν τα αναφέρει καθόλου, επειδή δεν σχετίζονται με την ιστορία.
👉 Ισοχρονία: ο αφηγητής παρουσιάζει τα γεγονότα σε χρονική διάρκεια ίση με τον πραγματικό χρόνο της ιστορίας. Συνεπώς, ο χρόνος της αφήγησης και ο χρόνος της ιστορίας συμπίπτουν. Ισοχρονία εντοπίζεται κυρίως στους διαλόγους και στους εσωτερικούς μονολόγους (σκηνή).
Η τεχνική με την οποία ο συγγραφέας διευρύνει τον χρόνο της αφήγησης είναι:
👉 Η επιβράδυνση: γεγονότα που έχουν μικρή διάρκεια στην πραγματικότητα παρουσιάζονται εκτεταμένα στην αφήγηση.


2. Ο χρόνος της αφήγησης είναι μεγαλύτερος από τον χρόνο της ιστορίας.

Οι τεχνικές που σχετίζονται με τη διεύρυνση του χρόνου της αφήγησης είναι οι ακόλουθες:
👉 Επιβράδυνση: Ο αφηγητής επιβραδύνει την αφήγηση των γεγονότων είτε παρεμβάλλοντας στοιχεία περιγραφής ή σχόλια, είτε παρουσιάζοντας διεξοδικά τις σκέψεις και τις αντιδράσεις των προσώπων σε ό,τι αφορά ένα γεγονός που πιθανώς διήρκεσε ελάχιστες μόλις στιγμές. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της αφήγησης ενδέχεται να έχουμε «παύση» ή «επιμήκυνση».
👉 Παύση έχουμε όταν ο αφηγηματικός χρόνος συνεχίζεται, ενώ ο χρόνος της ιστορίας έχει διακοπεί πλήρως. Ο αφηγητής, δηλαδή, διακόπτει την εξέλιξη της ιστορίας και συνεχίζει την αφήγηση με περιγραφές (τοπίων / προσώπων), με προσωπικές σκέψεις και σχόλια ή με παρεκβάσεις που δεν σχετίζονται με την εξέλιξη της ιστορίας.
👉 Επιμήκυνση έχουμε όταν ο αφηγητής χωρίς να έχει διακόψει την αφήγηση της ιστορίας προχωρά ωστόσο στην αναλυτική παρουσίαση άλλων εσωτερικών κυρίως διαδικασιών που επεκτείνουν αρκετά το χρόνο της αφήγησης έναντι του χρόνου της ιστορίας.


3. Σκηνή: 

Ο χρόνος της αφήγησης και ο χρόνος της ιστορίας εξισώνονται όταν καταγράφεται ο διάλογος μεταξύ προσώπων ή ο εσωτερικός μονόλογος ενός ήρωα.


💥Ο χρόνος ως προς τη συχνότητα παρουσίασης των γεγονότων

👉 Μοναδική αφήγηση: Στην αφήγηση παρουσιάζονται μία φορά γεγονότα της ιστορίας που συνέβησαν μία φορά.
👉 Θαμιστική αφήγηση: Με τη χρήση κυρίως Παρατατικού ο αφηγητής παρουσιάζει μία φορά γεγονότα που γίνονταν κατ’ επανάληψη στο παρελθόν.
👉 Επαναληπτική αφήγηση: Γεγονότα που συνέβησαν μία φορά δίνονται αφηγηματικά περισσότερες φορές είτε από τον ίδιο αφηγητή είτε από διαφορετικά πρόσωπα της ιστορίας με διαφοροποιήσεις στην εστίαση.




ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΑΦΗΓΗΣΗ


α) Διάκριση της περιγραφής από την αφήγηση



👉 Είδαμε ότι η περιγραφή απεικονίζει με το λόγο τα βασικά γνωρίσματα ενός αντικειμένου. Το αντικείμενο αυτό παρουσιάζεται στατικά μέσα στο χώρο, ενώ ο χρόνος φαίνεται να έχει «παγώσει». Αυτό συμβαίνει ακόμη και στην περίπτωση ενός κινούμενου αντικειμένου, οπότε η περιγραφή απεικονίζει το αντικείμενο που κινείται και όχι την ενέργεια της κίνησης με τα αίτια και τις συνέπειες της. Αντίθετα στην αφήγηση ένα πρόσωπο / πράγμα / ομάδα / θεσμός / ιδέα παρουσιάζεται δυναμικά, καθώς ενεργεί, κινείται ή μεταβάλλεται μέσα στο χρόνο. Επομένως η αφήγηση σχετίζεται με την εξέλιξη των γεγονότων και αναφέρεται στις αιτίες και τα αποτελέσματα τους. Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι η περιγραφή ανήκει στα στατικά στοιχεία ενός κειμένου, ενώ η αφήγηση στα δυναμικά, αφού η πρώτη μας δίνει πληροφορίες σχετικά με το «είναι» και η δεύτερη με το «γίγνεσθαι» των πραγμάτων.

👉 Η διάκριση ανάμεσα στην περιγραφή και την αφήγηση δεν είναι απόλυτηΠολλές φορές τα όρια συγχέονται· π.χ. στην περιγραφή της λειτουργίας μιας μηχανής ή μιας διαδικασίας. Στην περίπτωση αυτή μολονότι έχουμε μια σειρά από πράξεις/ενέργειες, μπορούμε να μιλήσουμε για περιγραφή και όχι για αφήγηση, επειδή οι ενέργειες αυτές είναι επαναλαμβανόμενες και επομένως αποτελούν σταθερά γνωρίσματα του αντικειμένου της περιγραφής.


β) Η περιγραφή μέσα στην αφήγηση



👉 Η αφήγηση και η περιγραφή συνδέονται στενά. Μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο κείμενο ή ακόμα και στην ίδια περίοδο π.χ. «Χίμηξε μέσα στην κοιλάδα» (αφήγηση)/ «ασυγκράτητο τέρας οργισμένο από... σύγκορμο» (περιγραφή). Όταν ο συγγραφέας παρεμβάλλει μια περιγραφή σε ένα αφηγηματικό κείμενο, επιδιώκει ορισμένους από τους παρακάτω στόχους:
  • Να σκιαγραφήσει τα πρόσωπα, να στήσει το σκηνικό της δράσης και γενικά να φωτίσει την αφήγηση με διάφορες άμεσες ή έμμεσες πληροφορίες.
  • Να πετύχει τη μετάβαση από το ένα αφηγηματικό μέρος στο άλλο.
  • Να προκαλέσει αγωνία και αναμονή (suspens) στον αναγνώστη με την επιβράδυνση της δράσης, αφού με την περιγραφή φαίνεται ότι σταματάει ο αφηγηματικός χρόνος.
  • Να προσφέρει αισθητική απόλαυση στον αναγνώστη.





Πηγές: