Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

"Η γλώσσα του Ευαγγελίου και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας"

 Για να μπούμε λίγο πιο εύκολα στο πνεύμα της Αγίας Τεσσαρακοστής, να προσεγγίσουμε περισσότερο τα λειτουργικά κείμενα, αλλά και για να θαυμάσουμε την κορυφαία τέχνη του λόγου, την ποιητική, μέσα από αυτά, θα ξεκινήσουμε από σήμερα στα Live μαθήματά μας στο Tiktok να τα μελετούμε και να τα επεξεργαζόμαστε (από φιλολογικής άποψης) με δέος, αγάπη και σεβασμό! Όσοι ενδιαφέρεστε, συντονιστείτε στις 21:00 στο προφίλ μας!


"Η γλώσσα του Ευαγγελίου
και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας"


10.08.2020
Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Καθηγητής Γλωσσολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Το καλύτερο και γνησιότερο δείγμα της Ελληνικής των χρόνων της Κοινής είναι η γλώσσα του Ευαγγελίου. Είναι η Ελληνική όπως εξελίχθηκε στον προφορικό λόγο ως συνέχεια της Αττικής διαλέκτου που επικράτησε στην Κοινή.

Είναι το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρώτης πραγματικά Κοινής ελληνικής γλώσσας, αυτής που προέκυψε από την επικράτηση της Αττικής με βαθμιαία υποχώρηση των λοιπών διαλέκτων. Αυτής της κοινής προφορικής γλώσσας εξέλιξη υπήρξε η απλή προφορική γλώσσα, ή δημοτική, που διαρκώς μεταβαλλόμενη χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης έχει χαρακτηρίσει τη δημοτική του Ευαγγελίου, την προφορική κοινή γλώσσα των χρόνων του Χριστού, ως τον «πρώτο δημοτικισμό». Και θα άξιζε να αναλογισθούμε πόσο πιο ομαλή θα ήταν η μετέπειτα διαμόρφωση της Ελληνικής, αν είχε επικρατήσει αυτή η δημοτική του Ευαγγελίου και στον γραπτό λόγο. Ωστόσο, από τον 1ον αιώνα π,Χ. είχε κάνει την εμφάνισή του ο αττικισμός, η γλωσσική μίμηση της Ελληνικής της κλασικής περιόδου, που σιγά-σιγά επικράτησε ως η κυρία μορφή της γραπτής Ελληνικής και -για πολλούς λογίους- και της προφορικής έκφρασης. Το ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας υιοθέτησαν την αττικιστική γλώσσα αντί της γλώσσας του Ευαγγελίου ήταν μία καθοριστική αιτία για να εγκαταλειφθεί στον γραπτό λόγο η Κοινή του Ευαγγελίου. Έτσι χάθηκε μία καλή ευκαιρία να αποκτήσουν οι Έλληνες ενιαία μορφή γλώσσας, γραπτή και προφορική, ήδη από τα χρόνια του Χριστού.

Ωστόσο, η γλώσσα του Ευαγγελίου ως γλώσσα αναφοράς της χριστιανικής θρησκείας, που επηρέασε τη χριστιανική γλωσσική παράδοση σε όλες τις μορφές και σε όλη της την έκταση (στην πατερική θεολογία, στη Θεία Λειτουργία, στην υμνογραφία, στην αγιογραφία, στην απέραντη χριστιανική θεολογία, στο κήρυγμα, στην κατήχηση κ.λπ.), άσκησε μεγάλη επίδραση στην ελληνική γλώσσα, ομιλούμενη και γραπτή, σε όλα τα στάδια της εξέλιξής της. Η απλή καθημερινή γλώσσα είναι γνωστό ότι διασώζει πλήθος λέξεων και εκφράσεων που προέρχονται, άμεσα ή έμμεσα, από τη γλώσσα του Ευαγγελίου.

Αληθινή ποίηση γραμμένη σε απλούστερη λόγια γλώσσα, η εκκλησιαστική υμνογραφία υπηρετεί την επικοινωνία με τον Θεό, συγκινεί και συναρπάζει. Μολονότι θα περίμενε κανείς πως μία ποίηση γραμμένη στη λόγια γλωσσική παράδοση (ενίοτε και με αρχαϊστικά στοιχεία) θα άφηνε αδιάφορους τους πιστούς, εν τούτοις συμβαίνει το αντίθετο. Οι ύμνοι της Εκκλησίας ψάλλονται με κατάνυξη από το εκκλησιαζόμενο πλήρωμα της Εκκλησίας, ασχέτως μορφώσεως, ηλικίας, τόπου και χρόνου.

Είναι μία διαχρονική ελληνική ποίηση που συγκινεί, γιατί είναι γραμμένη σε λόγια αλλά απλούστερα Ελληνικά, που πλησιάζουν τη γλώσσα του Ευαγγελίου και κυρίως γιατί έχει όλα τα χαρακτηριστικά τής ποίησης: ρυθμό, μεταφορά, εικόνα, διάλογο, αξιοποίηση όλων των μερών του λόγου, ιδίως δε στοιχείων όπως το επίθετο, το επίρρημα, η μετοχή. Τα τροπάρια της Μεγάλης Εβδομάδος ή και της Θείας Λειτουργίας, αφ’ ενός μεν, υπηρετούν λειτουργικούς-λατρευτικούς σκοπούς, αφ’ ετέρου δε, αποτελούν «τραγούδια», τρόπους ποιητικής και μελωδικής συνάμα έκφρασης και συμμετοχής των πιστών στα εκκλησιαστικά δρώμενα.

Ο υμνογράφος της Εκκλησίας έχει διττό στόχο: να υπηρετήσει τα εκκλησιαστικά δρώμενα και συγχρόνως να λειτουργήσει ως κοινή έκφραση του λαού, ως γλωσσική και βιωματική μαζί συμμετοχή των πιστών στα δρώμενα. Ο υμνογράφος πρέπει να συγκινήσει ως ποιητής, αλλά και να αποτελέσει τη φωνή των πιστών που πρέπει να εκφράζονται μέσα από τη δική του ποίηση, από τα δικά του λόγια, με τη δική του φωνή.

Στα τροπάρια που περιγράφουν και σχολιάζουν με λόγο και με μέλος το Θείο Δράμα, ο πιστός συμμετέχει βιωματικά άλλοτε στο μοιρολόι της μάννας-Παναγίας για τον άδικα Εσταυρωμένο της γιό, άλλοτε στα γεμάτα πικρία λόγια του Χριστού για τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι του, άλλοτε στην αγανάκτηση του υμνογράφου για την αχαριστία του κόσμου, άλλοτε στη μεγαλοσύνη και την έμπρακτη αγάπη του Ιησού για τους διώκτες του και σε ποικίλα άλλα συναισθήματα που γεννώνται από την ποίηση του υμνογράφου. Γενικότερα, συγκινείται και συμμετέχει έντονα και βιωματικά ο αποδέκτης αυτής της ποίησης, ο πιστός, όπως συμβαίνει με κάθε μορφή μεγάλης ποίησης. Εδώ είναι που η υμνογραφία υπερβαίνει τον απλό τελετουργικό της χαρακτήρα, υπερβαίνει τη λειτουργική τεχνική, για να περάσει στον χώρο της τέχνης, της τέχνης του λόγου, στην τέχνη της ποίησης.


Πηγή:
Γεωργίου Μπαμπινιώτη, Καθηγ. Παν/μίου Αθηνών, «Διαλογισμοί για τη γλώσσα και τη γλώσσα μας», σ. 152-156, εκδ. Καστανιώτη



Το Ευαγγέλιο και η σύγχρονη γλώσσα 


(Ο Γ. Μπαμπινιώτης επιχειρεί μια σημασιολογική αναδίφηση σε ορισμένες γνωστές λέξεις από το κείμενο της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους)


Εχει παρατηρηθεί ότι η ελληνική γλώσσα, λόγω της μακραίωνης ιστορίας της, προσφέρεται για τη μελέτη της εξέλιξης της γλώσσας στη γραμματική και συντακτική της δομή και κατεξοχήν στις μεταβολές της σημασίας των λέξεων.



Ιδιαίτερα διδακτική είναι η αναδίφηση στη σημασία των λέξεων όπως εμφανίζεται σ’ ένα από τα πιο βασικά κείμενα της ελληνιστικής Κοινής, στο κείμενο της Καινής Διαθήκης. Στη γλώσσα των Ευαγγελίων διαπιστώνει κανείς πόσο διαφορετική ήταν η σημασία ορισμένων λέξεων που χρησιμοποιούμε σήμερα στη γλώσσα μας και πώς μεταβάλλονται οι σημασίες των λέξεων της γλώσσας χωρίς να αλλάζει η μορφή τους. Το «σημαίνον» της λέξης παραμένει σχεδόν αμετάβλητο, ενώ αλλάζει το «σημαινόμενον». Αξίζει, νομίζω, να παρακολουθήσουμε το φαινόμενο ανατρέχοντας στη σημασιολογική μεταβολή ορισμένων γνωστών λέξεων.



Ελληνιστής είναι σήμερα ο (ξένος κυρίως) λόγιος που ασχολείται με τα ελληνικά γράμματα (γλώσσα, λογοτεχνία, ιστορία κ.λπ.), παλαιότερα δε ιδίως ο ασχολούμενος με την αρχαία ελληνική γλώσσα και φιλολογία. Ωστόσο, στα χρόνια του Ευαγγελίου ελληνιστής ήταν «ο ελληνόφωνος Εβραίος»: «και παρρησιαζόμενος εν τω ονόματι του Κυρίου Ιησού, ελάλει τε και συνεζήτει προς τους Ελληνιστάς» (Πράξ. Αποστ. 9.30).



Το ρήμα συγκινώ που σήμερα κυρίως σημαίνει «προκαλώ ψυχική διέγερση, συναισθηματική ένταση» βρίσκεται στο Ευαγγέλιο με την κυριολεκτική σημασία του «κάνω να κινηθούν όλοι μαζί», άρα «ξεσηκώνω»: «(τινές εκ της συναγωγής) συνεκίνησάν τε τον λαόν και τους πρεσβυτέρους και τους γραμματείς, και επιστάντες συνήρπασαν αυτόν [τον Στέφανον] και ήγαγον εις το συνέδριον». (Πράξ. 6.12).



Η λέξη κρίμα χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία «ευθύνη για μια αδικία που γίνεται εις βάρος κάποιου» (στη φράση «το κρίμα στον λαιμό σου») και επίσης όταν θέλουμε να δηλώσουμε έμμεσα τη συμπάθεια, τη λύπη του ομιλητή για κάτι που συμβαίνει άδικα («κρίμα / τι κρίμα να πάνε χαμένες προσπάθειες τόσων ετών»). Στην Κοινή του Ευαγγελίου, ωστόσο, βρίσκουμε τη λέξη με την αρχική σημασία της ως παραγώγου του ρήματος κρίνω· σημαίνει το αποτέλεσμα του κρίνω, την απόφαση και την πράξη του να κρίνει κανείς, την κρίση: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού. ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Επιστ. Ρωμ. 11.33) και «και είπεν ο Ιησούς· εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Η σημερινή σημασία της λέξης («ευθύνη για αδικία») προέρχεται από χρήσεις, όπως «οι κατεσθίοντες [για τους γραμματείς] τας οικίας των χηρών και προφάσει μακρά προσευχόμενοι· ούτοι λήψονται περισσότερον κρίμα».



Η αρχαία λέξη επήρεια «προσβλητική μεταχείριση, κακομεταχείριση» (πιθ. από το ομηρικό αρειή «κακομεταχείριση, βλάβη» ή από το έρις «έριδα») έδωσε το αρχ. επηρεάζω «φέρομαι προσβλητικά, κακομεταχειρίζομαι». Με αυτή τη σημασία βρίσκουμε τη λέξη και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκόντων υμάς» (Ματθ. 5.44). Σήμερα η λέξη πέρασε στη σημασία «κατευθύνω έμμεσα, με τα λόγια ή τις πράξεις μου, τις ενέργειες, τον τρόπο σκέψης, τις αποφάσεις κ.λπ. κάποιου».



Η λ. καθηγητής, που σημαίνει σήμερα τον διδάσκοντα ένα ειδικό γνωστικό αντικείμενο στην τριτοβάθμια (ΑΕΙ-ΤΕΙ) ή στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σήμαινε αρχικά (από το καθ-ηγούμαι) «αυτόν που καθοδηγεί, που δείχνει τον δρόμο στους άλλους» και, γενικότερα, «τον οδηγητή, τον καθοδηγητή, τον διδάσκαλο»: «μηδέ κληθήτε καθηγηταί. είς γαρ υμών εστιν ο καθηγητής, ο Χριστός» (Ματθ. 23.10).



Το ρήμα καταγγέλλω χρησιμοποιείται σήμερα με τη σημασία του «αναφέρω δημόσια παράνομες πράξεις, καταφεύγω στο δικαστήριο εναντίον κάποιου». Εχει δηλ. τη σημασία του «ψέγω, κατηγορώ». Στην αρχαία Ελληνική το καταγγέλλω σήμαινε «κηρύσσω» (πόλεμο), «αναγγέλλω» γενικά και, λιγότερο, ό,τι και σήμερα («καταγγέλλω την επιβουλήν, τους δεσπότας» κ.λπ.). Στη γλώσσα του Ευαγγελίου το καταγγέλλω χρησιμοποιείται ως εύσημη λέξη για να δηλώσει το «διακηρύσσω, ευαγγελίζομαι, φέρνω σημαντική είδηση». Ετσι ο Παύλος στον λόγο του προς τους Αθηναίους στον Αρειο Πάγο λέει: «Διερχόμενος γαρ και αναθεωρών τα σεβάσματα υμών εύρον και βωμόν εν ω επεγέγραπτο «Αγνώστω Θεώ». ον ουν αγνοούντες ευσεβείτε, τούτον εγώ καταγγέλλω υμίν». (Πράξ. Αποστ. 17.23-24) και «ήλθον ου καθ’ υπεροχήν λόγου ή σοφίας καταγγέλλων υμίν το μαρτύριον του Θεού» (Κορ. Α’ 2.1).



Στο τελευταίο απόσπασμα βρίσκουμε τη λ. μαρτύριον με τη σημασία της «μαρτυρίας» και, κατ’ επέκταση, της «αλήθειας» του Θεού. Ομοίως στο απόσπασμα: «καθώς το μαρτύριον του Χριστού εβεβαιώθη εν υμίν, ώστε υμάς μη υστερείσθαι εν μηδενί χαρίσματι» (Κορ. Α’ 2.7). Αργότερα η λ. μαρτύριο πέρασε στη δήλωση της σωματικής δοκιμασίας, των βασανιστηρίων και του θανάτου ακόμη που υπέστησαν οι μάρτυρες για την πίστη τους, αργότερα και της ψυχικής δοκιμασίας, σημασίες με τις οποίες χρησιμοποιείται η λέξη και σήμερα (σπανιότερα χρησιμοποιείται και με τη σημασία της μαρτυρίας, του τεκμηρίου). Αξίζει να λεχθεί ότι και η ομόρριζη λέξη διαμαρτύρομαι, που αρχικά σήμαινε «επικαλούμαι τους θεούς και τους ανθρώπους ως μάρτυρες (για κάτι που λέω ή που υφίσταμαι)» και που ήδη στην αρχαία γλώσσα πέρασε στη σημασία που έχει και σήμερα, στη γλώσσα του Ευαγγελίου βρίσκεται με διαφορετική σημασία, του «κηρύσσω, διακηρύσσω, αναγγέλλω, κάνω γνωστό»: «και διδάξαι υμάς δημοσίως και κατ’ οίκους, διαμαρτυρόμενος Ιουδαίοις τε και Ελλησι [=ειδωλολάτρες] την εις τον Θεόν μετάνοιαν και πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Πράξ. Αποστ. 20.21).



Αναφέρθηκα δι’ ολίγων σε μερικές λέξεις της Καινής Διαθήκης που η σημασία τους διαφέρει από τη σημερινή χρήση τους. Ωστόσο, οι περισσότερες λέξεις του Ευαγγελίου σώζονται με την ίδια ή παραπλήσια σημασία. Ο πατέρας της γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Γ. Χατζιδάκις, στη μελέτη του «Περί της ενότητος της ελληνικής γλώσσης» (Επιστ. Επετηρίς Παν/μίου Αθηνών 5, 1908-9, σ. 47-51) έδειξε ότι «εκ των 4.900 περίπου λέξεων της Καινής Διαθήκης σχεδόν αι ημίσειαι, ήτοι λέξεις 2.280, λέγονται και σήμερον έτι εν τη κοινή λαλιά· των δε λοιπών αι πλείσται μεν, 2.260, νοούνται καλώς υπό πάντων των Ελλήνων αναγιγνωσκόμεναι ή ακουόμεναι, ολίγαι δε μόνον, περί τις 400, είναι αληθώς ακατανόητοι υπό του ελληνικού λαού».



Δεν είναι εκπληκτικό να μιλούν οι νέοι σήμερα για πώρωση και πωρωμένους, δηλώνοντας «την τυφλή προσήλωση σε κάτι χωρίς να βλέπει κανείς τίποτε άλλο», και να διαβάζουμε στα κείμενα της Κ. Διαθήκης «εσκοτισμένοι τη διανοία, όντες απηλλοτριωμένοι της ζωής του Θεού […] διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών» και «και γνους ο Ιησούς λέγει αυτοίς· τι διαλογίζεσθε ότι άρτους ουκ έχετε; ούπω νοείτε ουδέ συνίετε; ότι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν υμών; οφθαλμούς έχετε και ου βλέπετε, και ώτα έχοντες ουκ ακούετε;», να γίνεται λόγος δηλ. για την τύφλωση και την αδυναμία να δει κανείς την πραγματικότητα ή κάτι άλλο από αυτό που έχει ήδη στο μυαλό του;



Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


Γιατί τα Ευαγγέλια γράφτηκαν στα Ελληνικά


Dogma, 13 Ιουνίου 2019, 14:39


Η δύναμη της ελληνικής γλώσσας αντικατοπτρίζεται και μέσα από τα τέσσερα Ευαγγέλια, δίνοντας το στίγμα της εποχής, οπότε και γράφτηκαν δηλαδή τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Για τα τέσσερα Ευαγγέλια επελέγη η Ελληνική γλώσσα, η οποία μιλιόταν την Ελληνιστική Εποχή, γνωστή ως «Κοινή», και όχι η Αραμαϊκή, η οποία ήταν η μητρική γλώσσα των Ιουδαίων, και θα φάνταζε λογικότερη επιλογή μιας και τα Ευαγγέλια γράφτηκαν από Ιουδαίους.

Ο λόγος ήταν φυσικά η δύναμη και η απήχηση που είχε η Ελληνική σε όλη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ως παγκόσμια γλώσσα των γραμμάτων στο πλευρό της Λατινικής.

Τα Ελληνικά που χρησιμοποίησαν οι Ευαγγελιστές ήταν στην καθομιλουμένη-απλουστευμένη της εποχής γλώσσα, την «Κοινή», που αποτελούσε την ενδιάμεση γλώσσα μεταξύ της Αττικής των Κλασικών Χρόνων και της Νεοελληνικής. Μόνη εξαίρεση αποτελεί το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο που γράφτηκε πρώτα στα Αραµαϊκά και αργότερα στα Ελληνικά.

Τα κείμενα αυτά αποτελούν, πέρα από την προσωπική κατάθεση της μαρτυρίας αυτοπτών μαρτύρων, των Ευαγγελιστών Ματθαίου και Ιωάννη, των γεγονότων γύρω από τη ζωή του Χριστού, που περιγράφονται παράλληλα με τη μεταφορά των προφορικών παραδόσεων που κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα, αλλά και των μικρών γραπτών συλλογών που αναφέρονταν στη ζωή του Ιησού και κυκλοφορούσαν μεταξύ των πρώτων Χριστιανών.

Από αυτά τα κείμενα δεν έχει διασωθεί μέχρι στιγμής κανένα, ο απόηχός τους είναι όμως αναγνωρίσιμος από τους ειδικούς στα Ευαγγέλια, αλλά και τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου, από τον οποίο έχουμε και το πρώτο κείμενο το 51 μ.Χ. γύρω από τον Ιησού, την πρώτη επιστολή προς Θεσσαλονικείς.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου