Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Το Απαρέμφατο στα Αρχαία Ελληνικά

 


Oι ονοματικοί τύποι του ρήματος

Οι ονοματικοί τύποι του ρήματος είναι το απαρέμφατο και η μετοχή. Δε φανερώνουν πρόσωπο, όπως οι παρεμφατικές-προσωπικές εγκλίσεις (οριστική, υποτακτική, ευκτική και προστακτική), και μετέχουν στις ιδιότητες τόσο του ονόματος όσο και του ρήματος.

ΤO ΑΠΑΡΕΜΦΑΤO

Το απαρέμφατο ήταν αρχικά άκλιτο αφηρημένο ρηματικό ουσιαστικό πτώσης δοτικής και δήλωνε σκοπό ή τόπο. Με την αρχική αυτή σημασία λαμβάνεται το απαρέμφατο του σκοπού ή του αποτελέσματος. Το απαρέμφατο, έναρθρο ή άναρθρο, κατέχει σημαντική θέση στον αρχαίο ελληνικό λόγο.

N.E.: Χρησιμοποιούνται αρχαία απαρέμφατα κυρίως σε στερεότυπες εκφράσεις, όπως το είναι μου, τρόπος του λέγειν, δούναι και λαβείν κ.ά. Στη Ν.Ε. χρησιμοποιούνται κυρίως δευτερεύουσες ειδικές, βουλητικές ή τελικές προτάσεις εκεί όπου στην Α.Ε. συνηθιζόταν η χρήση του απαρεμφάτου. Από αρχαία απαρέμφατα προέρχονται και λέξεις όπως φα(γ)ί (από το φαγεῖν), φιλί (από το φιλεῖν) κ.ά.
Ἔλεγον δίψῃ ἀποθανεῖν αὐτούς. → Έλεγαν ότι αυτοί πέθαναν από τη δίψα.
Βούλομαι σ' ἀκοῦσαι. → Θέλω να σ' ακούσω.
Τρία τάλαντα ἀργυρίου Εὐθύνῳ φυλάττειν ἔδωκεν. → Έδωσε στον Εύθυνο τρία αργυρά τάλαντα, για
να τα φυλάει.


👉 Η ονοματική φύση του απαρεμφάτου αποδεικνύεται από το ότι αυτό:

  1. α) Ενδέχεται να εκφέρεται με άρθρο ουδέτερου γένους και να συνδέεται παρατακτικά με κάποιο ουσιαστικό της πρότασης:
    Τὸ σῴζεσθαι ἕπεται τῇ ἀρετῇ.
    Γυναιξὶ κόσμον ἡ σιγὴ καὶ τὸ σωφρονεῖν φέρει.
  2. β) Μπορεί να λειτουργεί στον λόγο ως υποκείμενο, αντικείμενο, κατηγορούμενο ή ονοματικός προσδιορισμός:
    Εἶτ' ἔδοξεν αὐτοῖς ἄρχοντας ἑλέσθαι δέκα[υποκείμενο]
    Οὐκ ἐτόλμησαν ἐπὶ τοὺς ἵππους ἀναβῆναι. [αντικείμενο]
    Bέλτιον γὰρ τοῦ ζῆν τὸ εὖ ζῆν. [γεν. συγκριτική]


👉 Η ρηματική φύση του απαρεμφάτου αποδεικνύεται από το ότι αυτό:

  1. α) Έχει φωνή, διάθεση, χρόνους και είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθεί ως έγκλιση σε κύριες ή δευτερεύουσες προτάσεις.
  2. β) Σε κάποιες περιπτώσεις εκφέρεται με το δυνητικό μόριο ἄν. Τότε λέγεται δυνητικό απαρέμφατο, απαντά σε κάθε χρόνο, εκτός μέλλοντα, και ισοδυναμεί με δευτερεύουσα ειδική πρόταση που εκφέρεται με δυνητική οριστική, όταν εκφράζει το μη πραγματικό, ή με δυνητική ευκτική, όταν εκφράζει το δυνατόν στο παρόν ή στο μέλλον:
    Ξενοφῶν ἐγίγνωσκε τοὺς Ἕλληνας, εἰ τοῦτο ἐποίουν, ἅπαντας ἂν ἀπολέσθαι.
    [Ξενοφῶν ἐγίγνωσκε ὅτι οἱ Ἕλληνες, εἰ τοῦτο ἐποίουν, ἅπαντες ἂν ἀπώλοντο.]
    Ἀπεκρίνατο ὁμολογίαν οὐκ ἂν ποιήσασθαι πρὸς αὐτοὺς οὐδεμίαν.
    [Ἀπεκρίνατο ὅτι οὐκ ἂν ποιήσαιτο ὁμολογίαν πρὸς αὐτοὺς οὐδεμίαν.]
  3. γ) Έχει υποκείμενο:
    Οἱ δὲ ἐπὶ τὴν πόλιν οὐκ ἐτόλμησαν πλεῦσαι.
    Δεῖ δέ με καὶ ὑπὲρ τοῦ πατρὸς ἀπολογήσασθαι.
  4. δ) Δέχεται αντικείμενο στην ίδια πτώση με το αντικείμενο του ρήματος από το οποίο προέρχεται:
    Οὔτε τῶν κοινῶν ἀπέχεσθαι δυνάμεθα. [ἀπέχομαι + γεν.]
    Βούλομαι δ' ἐξ ἀρχῆς ὑμῖν διηγήσασθαι τὰ πραχθέντα. [διηγοῦμαί τινί τι]

Το υποκείμενο του απαρεμφάτου


Το υποκείμενο του απαρεμφάτου απαντά σε ονομαστική ή σε αιτιατική πτώση. Έτσι έχουμε δύο διαφορετικές συντάξεις:

  1. α) Ταυτοπροσωπία· το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο (τὸ αὐτὸ) με το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο. Στην περίπτωση αυτή το υποκείμενο του απαρεμφάτου παραλείπεται και εννοείται σε πτώση ονομαστική:
    Βούλομαι πάλιν τοὺς θεοὺς παρακαλέσαι. [Υ: ἐγὼ]
    Ἀδείμαντος ᾐτιάθη ὑπό τινων προδοῦναι τὰς ναῦς. [Υ: Ἀδείμαντος]
  2. β) Ετεροπροσωπία· το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι διαφορετικό (ἕτερον) από το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο. Στην περίπτωση αυτή το υποκείμενο του απαρέμφατου τίθεται σε αιτιατική, αλλά μεταφράζεται με ονομαστική:
    Ὁ δὲ τούς τε φρουροὺς καὶ Καλλίβιον ἁρμοστὴν συνέπραξεν αὐτοῖς πεμφθῆναι. (Εκείνος συνήργησε να σταλούν σ' αυτούς οι φρουροί και ο Καλλίβιος για αρμοστής.)
    Ἐγὼ νομίζω κοινὸν ἐχθρὸν ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων εἶναι βασιλέα.

* Στην απρόσωπη σύνταξη το υποκείμενο του απαρεμφάτου τίθεται σε πτώση αιτιατική. Όταν δεν αναφέρεται, εννοείται σε πτώση αιτιατική και προκύπτει από τη δοτική προσωπική που συνήθως συνοδεύει τα απρόσωπα:
Δεῖ τὸ βέλτιστον ἀεί, μὴ τὸ ῥᾷστον ἅπαντας λέγειν.
Προσήκει ὑμῖν ἐναντία τοῖς τριάκοντα ψηφίζεσθαι. [Υ: ὑμᾶς από τη δοτ. προσωπική ὑμῖν]

Γενική παρατήρηση

👉 Όταν το υποκείμενο του απαρεμφάτου ταυτίζεται με το αντικείμενο του ρήματος εξάρτησης, τότε:

  1. α) Αν το αντικείμενο του ρήματος βρίσκεται σε αιτιατική, αυτό το ίδιο το αντικείμενο εννοείται και ως υποκείμενο του απαρεμφάτου, χωρίς να επαναλαμβάνεται:
    Ἀρίστανδρος δὲ θαρρεῖν ἐκέλευσεν Ἀλέξανδρον.
  2. β) Αν το αντικείμενο του ρήματος βρίσκεται σε γενική ή δοτική, η αιτιατική του εννοείται ως υποκείμενο του απαρεμφάτου:
    Ἐδέοντό μου δανεῖσαι χρήματα Ἀπολλοδώρῳ. [Υ: με]
    Πολεμάρχῳ δὲ παρήγγειλαν οἱ τριάκοντα πίνειν κώνειον. [Υ: Πολέμαρχον]
ΤαυτοπροσωπίΤαυτοπροσωπία (το αυτό πρόσωπο)α (το αυτό πρόσωπο)
Το υποκείμενο του ρήματοςείναι ίδιο (το αυτό)με το υποκείμενο του απαρέμφατου
Υποκείμενο ρήματος >><< Υποκείμενο απαρεμφάτου

Ετεροπροσωπία (έτερο πρόσωπο)
Το υποκείμενο του ρήματοςείναι διαφορετικό (έτερο)από το υποκείμενο του απαρεμφάτου
<< Υποκείμενο ρήματος


Υποκείμενο απαρεμφάτου >>


Α. ΤO ΕΝΑΡΘΡO ΑΠΑΡΕΜΦΑΤO

Έναρθρο ονομάζεται το απαρέμφατο που εκφέρεται μαζί με άρθρο ουδέτερου γένους σε κάθε πτώση του ενικού αριθμού πλην της κλητικής. Δέχεται άρνηση μὴ και μεταφράζεται με «το ότι» + οριστική, «το να» + υποτακτική ή με το αντίστοιχο αφηρημένο ουσιαστικό:
Οὗτοι γὰρ τοῦτο προσόμοιον ἔχουσιν τοῖς τυράννοις, τὸ πολλῶν ἄρχειν. (Διότι αυτοί τούτο έχουν όμοιο με τους
τυράννους, το ότι εξουσιάζουν πολλούς.)
Μένων ἠγάλλετο τῷ φίλους διαγελᾶν. (O Mένων διασκέδαζε με το να περιγελά φίλους.)
Πάντες ἄνθρωποι τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται φύσει. (Όλοι οι άνθρωποι εκ φύσεως επιθυμούν τη γνώση.)


Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται στον λόγο ως:
  1. Υποκείμενο σε προσωπικό ρήμα:
    Τὸ μὲν γὰρ λέγειν εὐχῆς ἔργον ἐστί, τὸ δὲ συμβῆναι τύχης.
  2. Αντικείμενο:
    Τοσοῦτ' ἀπέχω τοῦ λαβεῖν τι παρ' ὑμῶν.
  3. Κατηγορούμενο:
    Ἔστω δὴ τὸ ἀδικεῖν τὸ βλάπτειν ἑκόντα παρὰ τὸν νόμον.
  4. Επεξήγηση, κυρίως σε ουδέτερο δεικτικής αντωνυμίας:
    Τῆς δὲ φρονήσεως τοῦτό ἐστι, τὸ ὀρθῶς δύνασθαι ταῦτα θεωρεῖν.
  5. Oνοματικός ετερόπτωτος ή επιρρηματικός προσδιορισμός (πτωτικός ή εμπρόθετος):
    Κρεῖττόν ἐστιν τὸ σωφρονεῖν τοῦ πολυπραγμονεῖν. [γεν. συγκριτική· β΄ όρος σύγκρισης]
    Ἄξιος αὐτοῖς ἐδόκεις εἶναι τοῦ τοιαῦτα ἀκούειν. [γεν. αξίας]
    Τὸ ὀργίζεσθαι ἐναντίον τῷ πραΰνεσθαι. [δοτ. αντικειμενική]
    Ξύνδεσμος δ' ἦν αὐτοῖς τὰ ξύλα, τοῦ μὴ ὑψηλὸν γιγνόμενον ἀσθενὲς εἶναι τὸ οἰκοδόμημα. [γεν. σκοπού]
    Μένων ἠγάλλετο τῷ ἐξαπατᾶν δύνασθαι. [δοτ. αιτίας]
    Λακεδαιμόνιοι διὰ τὸ σωφρόνως ζῆν κατέσχον Πελοπόννησον. [εμπρόθ. προσδ. αιτίας]

B. ΤO AΝΑΡΘΡO ΑΠΑΡΕΜΦΑΤO

Το άναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται ευρύτατα στον αρχαίο ελληνικό λόγο. Διακρίνεται σε:

  1. α) Ειδικό· απαντά σε κάθε χρόνο, δέχεται άρνηση οὐ1, ισοδυναμεί με δευτερεύουσα ειδική πρόταση και μεταφράζεται με «ότι» + οριστική του χρόνου στον οποίο βρίσκεται. Όταν όμως είναι απαρέμφατο ενεστώτα ή παρακειμένου που εξαρτάται από ιστορικό χρόνο, μεταφράζεται με οριστική παρατατικού ή υπερσυντελίκου αντίστοιχα:
    Ἐγὼ δὲ οὔθ' ὑμᾶς ταύτην ἔχειν τὴν γνώμην ἡγοῦμαι. (ότι ούτε εσείς έχετε)
    Αἰγινῆται ἔλεγον οὐκ εἶναι αὐτόνομοι κατὰ τὰς σπονδάς. (ότι δεν ήταν)
    Ἐλέγοντο δὲ καὶ αἱ σπονδαὶ ἐξεληλυθέναι τοῖς Μαντινεῦσι τούτῳ τῷ ἔτει. (ότι είχαν λήξει)
  2. β) Τελικό· δεν απαντά σε χρόνο μέλλοντα (με εξαίρεση το απαρέμφατο που εξαρτάται από το ρήμα μέλλω), δέχεται άρνηση μή2, ισοδυναμεί με δευτερεύουσα τελική πρόταση και μεταφράζεται με «να» + υποτακτική του χρόνου στον οποίο βρίσκεται:
    Καὶ ὑπὸ ὀργῆς ἔδοξεν αὐτοῖς παῖδας καὶ γυναῖκας ἀνδραποδίσαι. (να υποδουλώσουν)
    Νῦν δέ μοι δοκεῖ αἰσχρὸν εἶναι μὴ βοηθῆσαι Καλλίᾳ τὰ δίκαια. (να μη βοηθήσω)
    Εὐρυμέδοντα ἐπὶ τῶν πλειόνων νεῶν ἀποπέμψειν ἔμελλον. (να στείλουν)

Το άναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται στον λόγο ως:

  1. Έγκλιση σε:
    1. α) Κύριες προτάσεις επιθυμίας που δηλώνουν:
      • προσταγή ή απαγόρευση:
        Θαρσῶν νῦν, Διόμηδες, μάχεσθαι. [αντί της προστακτικής μάχου]
      • ευχή που αναφέρεται στο μέλλον ή κάποιο συναίσθημα (επιφωνηματικό απαρέμφατο):
        Θεοὶ πολῖται, μή με δουλείας τυχεῖν. [αντί της ευχετικής ευκτικής μὴ τύχοιμι]
        Εἴθε δέ με καὶ κωφὸν γεγονέναι, ἵνα μηδὲ ἀκούοιμι αἰσχρῶν λόγων.
        Ἐμὲ παθεῖν τάδε, φεῦ!
    2. β) Δευτερεύουσες χρονικές, συμπερασματικές ή αναφορικές συμπερασματικές προτάσεις που εισάγονται με τα οἷος, ὅσος:
      Κἀκεῖνος ἀποθνῄσκει, πρὶν αὑτῷ γενέσθαι παῖδας. [χρονική]
      Ὁ ποταμὸς τοσοῦτος βάθος ὡς μηδὲ τὰ δόρατα ὑπερέχειν. [συμπερασματική]
      Ὁ μὲν γὰρ φύσει τοιοῦτος οἷος δεδιέναι πάντα. [αναφορική συμπερασματική]
  2. Υποκείμενο απρόσωπων ρημάτων και απρόσωπων εκφράσεων:
    Ἔδοξεν αὐτοῖς στρατεύειν ἐς Ἄργος.
    Δεῖ τῇ ψήφῳ τὴν πολιτείαν ὑμᾶς φυλάττειν.
    Ἔπειτα καὶ τὴν εὐήθειαν τοῦ λόγου τούτου ῥᾴδιόν ἐστιν ἐξετάσαι.
  3. Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα σε άλλο έναρθρο απαρέμφατο:
    Τὸ ἀντιλέγειν μὴ κάλει λοιδορεῖσθαι. (Το να αντιμιλά κανείς μην το αποκαλείς βρισιά.)
    Τὸ λακωνίζειν ἐστὶν φιλοσοφεῖν.
  4. Επεξήγηση σε προηγούμενη λέξη:
    Καὶ ὑμᾶς δέ, ὦ παῖδες, οὕτως ἐξ ἀρχῆς ἐπαίδευον, τοὺς μὲν γεραιτέρους προτιμᾶν, τῶν δὲ νεωτέρων
    προτετιμῆσθαι.
  5. Προσδιορισμός της αναφοράς (απαρέμφατο της αναφοράς) κυρίως με επίθετα που δηλώνουν ικανότητα, δυνατότητα, αναγκαιότητα κ.ά., όπως ἀγαθός, ἄξιος, δεινός, ἕτοιμος, ἱκανός, καλός, κακός, ὀξύς, πρόθυμος, στυγνός, φοβερός, χαλεπός, χρήσιμος:
    Πέφυκε δεινὸς λέγειν, κακὸς βιῶναι.
    Ὅσας ἄξιος ἦν λαβεῖν πληγάς, τοσαύτας εἴληφε δραχμάς.
  6. Προσδιορισμός του σκοπού ή του αποτελέσματος· διασώζει την αρχική σημασία του απαρεμφάτου, αναλύεται σε δευτερεύουσα τελική ή συμπερασματική πρόταση και μεταφράζεται με το «για να» ή «ώστε να», αντίστοιχα. Με απαρέμφατο του σκοπού ή του αποτελέσματος συντάσσονται ρήματα που δηλώνουν κίνηση, παροχή, εκλογή, σκόπιμη ενέργεια, καθώς και τα ρήματα φύομαι και εἰμί:
    Οὗτοι δὲ ἐν Σάρδεσι κατελείφθησαν τὴν ἄκραν φυλάττειν.
    Ἀλεξάνδρῳ ἐδόθη ἐπιστολὴ παρὰ Παρμενίωνος φυλάξασθαι Φίλιππον.
  7. Αντικείμενο σε προσωπικά ρήματα:
    1. α) Με ειδικό απαρέμφατο ως αντικείμενο συντάσσονται ρήματα λεκτικά, όπως ἀρνοῦμαι, ἐγγυῶμαι, λέγω, ὁμολογῶ, φημίδοξαστικά, όπως δοκῶ, ἐλπίζω, ἡγοῦμαι, κρίνω, νομίζω, οἴομαι, πιστεύω, ὑπολαμβάνω, και γνωστικά, όπως γιγνώσκω, ἀκούω (πληροφορούμαι), εὑρίσκω (διαπιστώνω), πυνθάνομαι κ.τ.ό.:
      Φησὶ γὰρ ὁ κατήγορος οὐ δικαίως με λαμβάνειν τὸ ἀργύριον.
      Ἀρχὴ τῶν ὑγρῶν ἔδοξεν εἶναι καὶ τοῦ παντὸς ὕδατος ἡ θάλασσα.
      Ἐπὶ δὲ τὴν Ἑλλάδα Ἕλλην' οὐδέν' ἂν ἐλθεῖν ἡγοῦμαι.
      Ἀκούω Λακεδαιμονίους ἀναχωρεῖν ἐπ' οἴκου πάλιν.

       Η άρνηση που συνοδεύει τα δοξαστικά ρήματα και το ρήμα φημὶ αναφέρεται στο απαρέμφατο που εξαρτάται από αυτά:
      Οὐχ ἡγοῦμαι δικαίαν εἶναι τὴν ἀπολογίαν τὴν τοιαύτην.
      Τέχνην δὲ αὐτὴν οὔ φημι εἶναι ἀλλ' ἐμπειρίαν.

    2. β) Με τελικό απαρέμφατο ως αντικείμενο συντάσσονται ρήματα βουλητικά, όπως βούλομαι, ἐπιθυμῶ, εὔχομαι, ζητῶ, ἐθέλω, ποθῶ, προαιροῦμαι (προτιμώ), προτρεπτικά και παραχωρητικά, όπως κελεύω, κηρύττω, παραινῶ, προτρέπω, συμβουλεύω, ἐπιτρέπω, ἀφίημι, ἐῶαπαγορευτικά, όπως ἀπαγορεύω, ἀποτρέπω, κωλύω, αποπειρατικά και δυνητικά, όπως δύναμαι, ἐπιχειρῶ, ἔχω (δύναμαι), οἷός τ' εἰμί, πείθω (προσπαθώ να πείσω), πειρῶμαι, τολμῶ, πέφυκαρήματα που σημαίνουν συνήθεια, σκέψη, απόφαση, απαίτηση, παράκληση ή δισταγμό, όπως ἐθίζω, εἴωθα, βουλεύομαι, διανοοῦμαι, μέλλω, ἀξιῶ, αἰτῶ, δέομαι, ὀκνῶ, φοβοῦμαι κ.τ.ό.:
      Σφόδρα γε βούλεται τοὺς Ἕλληνας ἐλευθέρους εἶναι.
      Λύσανδρος τοὺς συμμάχους ἐκέλευσε βουλεύεσθαι περὶ τῶν αἰχμαλώτων.
      Κλεοφῶν ἐκώλυσε γενέσθαι τὴν εἰρήνην.
      Ἐντεῦθεν ἐπειρῶντο εἰσβάλλειν εἰς τὴν Κιλικίαν.
      Τὸ γὰρ ὅλον καὶ τὸ πᾶν εἰώθαμεν λέγειν οὐρανόν.
      Ἐδέοντο οἱ Μαντινεῖς τῶν Ἀθηναίων ἱππέων βοηθῆσαι.
  8. β΄ όρος σύγκρισης:
    Ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ δεινότερον ἦν πλουτεῖν ἢ ἀδικεῖν.
  9. Απόλυτο απαρέμφατο· δεν εξαρτάται από κάποιο ρήμα. Απαντά με τη μορφή στερεότυπης έκφρασης και αναφέρεται συνήθως στο περιεχόμενο ολόκληρης της πρότασης. Δηλώνει σκοπό ή αναφορά. Μερικά από τα πιο εύχρηστα απόλυτα απαρέμφατα είναι τα ακόλουθα:
    • τὸ ἐπ' ἐκείνῳ/ἐκείνοις εἶναι (όσο εξαρτάται από εκείνον/εκείνους)
    • τὸ ἐπὶ τούτῳ/τούτοις/σφᾶς εἶναι (όσο εξαρτάται από αυτόν/αυτούς)
    • τὸ κατὰ τοῦτον εἶναι (όσο εξαρτάται από αυτόν)
    • τὸ νῦν εἶναι (όσο για τώρα)
    • τὸ ξύμπαν εἰπεῖν (και γενικά)
    • ἑκὼν εἶναι (θεληματικά)
    • ὀλίγου/μικροῦ/οὐ πολλοῦ δεῖν (λίγο έλειψε)
    • ὡς (ἔποςεἰπεῖν (για να το πω έτσι)
    • ὡς συντόμως / ὡς συνελόντι / ὡς διὰ βραχέων εἰπεῖν (για να μιλήσω σύντομα)
    • ὡς ἐν κεφαλαίῳ εἰπεῖν (για να μιλήσω περιληπτικά)
    • ὡς εἰκάσαι (όπως μπορεί να συμπεράνει κανείς)
    • ὡς τἀληθὲς εἰπεῖν (για να πω την αλήθεια)
    • οὕτως εἰπεῖν (για να το πω έτσι)
    • ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν (για να μιλήσω απλά)
    • ὡς ἐμοὶ δοκεῖν (κατά τη γνώμη μου)
      κ.ά.
    Τὸ ἐπὶ τούτοις εἶναι ἐν κινδύνοις καθεστήκατε.
    Ὁρίζονται δὴ πάντες τὴν ψυχὴν τρισὶν ὡς εἰπεῖν, κινήσει, αἰσθήσει, τῷ ἀσωμάτῳ.
    Καὶ τὸ ξύμπαν εἰπεῖν κράτιστος δὴ οὗτος αὐτοσχεδιάζειν τὰ δέοντα ἐγένετο.
    Τὸ δὲ τέλειον τέλος ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν οὐδὲν ἂν ἄλλο δόξειεν εἶναι ἢ εὐδαιμονία.

  1. Το ειδικό απαρέμφατο παίρνει άρνηση μή, όταν βρίσκεται σε πρόταση επιθυμίας ή εξαρτάται από αρνητικά λεκτικά ρήματα, όπως ἀντιλέγω, ἀπιστῶ, ἀρνοῦμαι κ.τ.ό., ειδικά όταν αυτά βρίσκονται σε πρόταση που περιέχει άρνηση οὐ:
    Ἃ ποιεῖν αἰσχρόν, ταῦτα νόμιζε μηδὲ λέγειν εἶναι καλόν.
    Ἀντέλεγον Κορίνθιοι μὴ σπένδεσθαι Ἀθηναίοις.
    Οὐδεὶς πώποτ' ἀντεῖπεν μὴ οὐ καλῶς ἔχειν αὐτούς.
  2. Το τελικό απαρέμφατο δέχεται άρνηση οὐ, όταν βρίσκεται σε πρόταση που περιέχει την αντίθεση οὐκ - ἀλλά:
    Ἤμελλεν οὐ τοὺς ἄλλους ὠφελήσειν ἀλλ' αὐτὸς κινδυνεύσειν.

TO AΠAPEMΦATO

 ΣYNTAKTIKH ΘEΣHΠAPAΔEIΓMATA
ΈναρθροΥποκείμενοΑἰσχρὸν καὶ ἄδικον τὸ πλεονεκτεῖν.
ΑντικείμενοΤὸ ἀντιλέγειν μὴ κάλει λοιδορεῖσθαι.
ΚατηγορούμενοἜστω τὸ ἀδικεῖν τὸ βλάπτειν ἑκόντα παρὰ τὸν νόμον.
ΕπεξήγησηΤοῦτό φημι εἶναι σωφροσύνην, τὸ γιγνώσκειν ἑαυτόν.
Ετερόπτωτος προσδιορισμόςΤὸ σιγᾶν κρεῖττόν ἐστι τοῦ λαλεῖν. [γεν. συγκριτική]
Επιρρηματικός προσδιορισμόςἘθαυμάζετο ἐπὶ τὸ εὐθύμως ζῆν. [εμπρόθ. της αιτίας]
ΆναρθροΥποκείμενο
  • σε απρόσωπα λεκτικά, δοξαστικά, γνωστικά ρήματα (ειδικό απαρέμφατο)
  • σε απρόσωπα ρήματα, όπως δεῖ, χρή, ἔξεστι, ἔνεστι, προσήκει, πρέπει, μέλλει κ.ά., ή σε απρόσωπες εκφράσεις (τελικό απαρέμφατο)
  • Λέγεται Ἀλκιβιάδην τοιάδε διαλεχθῆναι περὶ νόμων.
  • Δεῖ πολλὴν τὴν βοήθειαν εἶναι.
    Οὐδετέροις πείθεσθαι προσήκει.


    Καλόν ἐστι ἐλθεῖν εἰς τὴν πολεμίαν.
Αντικείμενο
  • σε προσωπικά λεκτικά, δοξαστικά, γνωστικά ρήματα (ειδικό απαρέμφατο)
  • σε προσωπικά βουλητικά, αποπειρατικά, παραχωρητικά δυνητικά, απαγορευτικά κ.ά. (τελικό απαρέμφατο)
  • Ὀργίλους ἡμᾶς ἔσεσθαι νομίζω.
    Οἱ Θηβαῖοι ἔγνωσαν δίκαια τὸν Εὔφρονα πεπονθέναι.
  • Ἀόριστα καὶ ἀσαφῆ πειρῶνται λέγειν.
ΚατηγορούμενοἎρα τὸ ὁρᾶν οὐκ αἰσθάνεσθαι λέγεις;
ΕπεξήγησηΚἀκεῖνό φημι, δεῖν τοὺς παῖδας ἐπὶ τὰ καλὰ ἄγειν.
Προσδ. αναφοράςH ῥητορικὴ λέγειν γε ποιεῖ δυνατούς.
Προσδ. σκοπού ή αποτελέσματοςΠερικλῆς ᾑρέθη λέγειν.
ΈγκλισηἩ βουλὴ πρὶν διαβουλεῦσαι κατελύθη.
β΄ όρος σύγκρισηςAἱρετώτερόν ἐστιν καλῶς ἀποθανεῖν ἢ ζῆν αἰσχρῶς.
ΑπόλυτοΤὸ ἐπ' ἐκείνοις εἶναι ἀπολώλατε.



ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ:

ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

👉 Το απαρέμφατο, όπως και η μετοχή, θεωρούνται ειδικότερες μορφές της γενικότερης κατηγορίας των ονοματικών τύπων του ρήματος. Όπως δηλώνει ήδη ο τίτλος αυτός ("ονοματικοί τύποι του ρήματος"), τα δύο τούτα φαινόμενα παρουσιάζουν τυπολογικές και σημασιολογικές ιδιότητες τόσο του ρήματος (διάθεση, χρόνο και "όψη" ή "ποιον ενεργείας", "τροπικότητα", βλ. παρακάτω) όσο και του ονόματος (επιδέχονται άρθρο). Το απαρέμφατο εκφράζει την ρηματική έννοια υπό μορφή ουσιαστικού, η μετοχή υπό μορφή επιθέτου.

👉 Ο όρος ἀπαρέμφατο ανάγεται στους αρχαίους γραμματικούς, οι οποίοι διέκριναν τα παρεμφατικά, τους ρηματικούς τύπους που συμπαραδήλωναν, συνυποδήλωναν κάτι (παρ-εμ-φαίνω), από τα ἀπαρέμφατα, τους ρηματικούς τύπους που δεν διέθεταν συμπαραδηλώσεις (π.χ. ρηματικό πρόσωπο, αριθμό), αλλά αποτελούσαν απλώς και μόνο την καθαρή έκφραση της ρηματικής έννοιας.

 👉 Η διττή φύση του απαρεμφάτου αποτυπώνεται και στη σύνταξή του: Έτσι το απαρέμφατο μπορεί αφενός να έχει την ισχύ ονόματος π.χ. σε αιτιατική ή ονομαστική και τη συντακτική λειτουργία αντικειμένου ή υποκειμένου (πρβ. πολεμεῖν τολμῶσι παράλληλα με το πόλεμον τολμῶσι, θανεῖν πᾶσιν ἀναγκαῖον παράλληλα με το θάνατος πᾶσιν ἀναγκαῖόν ἐστι) και αφετέρου να ουσιαστικοποιείται με την πρόταξη του άρθρου.

👉 Η ρηματική πλευρά του απαρεμφάτου προκύπτει από το γεγονός ότι συμπληρώνεται με αντικείμενο (π.χ. ἀκριβῶς τοῖς νόμοις πείθεσθαι, τὸ εὐτυχοῦντα νοῦν ἔχειν), προσδιορίζεται από επιρρηματικούς προσδιορισμούς, μπορεί να αποκτήσει "δυνητική" χροιά μέσω της σύναψής του με το ἄν, και εκφράζει διάθεση και "όψη" ή "ποιόν ενεργείας".

👉 Η "τροπικότητα" αναφέρεται στη στάση του ομιλητή προς την ισχύ του περιεχομένου του ρήματος, αν δηλαδή αυτό είναι πραγματικό, δυνατό ή μη πραγματικό, επιθυμητό κτλ., και δηλώνεται είτε μορφολογικά με τις εγκλίσεις και τις καταλήξεις τους είτε με τη χρήση του τροπικού μορίου ἄν. Σε σύναψη με απαρέμφατο ή μετοχή το ἂν προσδίδει στο περιεχόμενό τους μια δυνητική ή μη πραγματική σημασία που στο παρεμφατικό ρήμα θα αντιστοιχούσε είτε σε μια ευκτική με ἂν είτε σε μια οριστική ιστορικού χρόνου με ἄν. π.χ.:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.5 ἔνιοι δὲ [λέγουσι] οὐδ' εἰ […] βούλοιο δύνασθαι ἂν [= δύναιο ἂν] ἀποδοῦναι ὅσα ὑπισχνῇ || μερικοί μάλιστα λένε πως ακόμη και αν ήθελες δεν θα μπορούσες να εκπληρώσεις όσα υπόσχεσαι.

ΞΕΝ Απομν 4.4.4 ῥᾳδίως ἂν ἀφεθεὶς [= ἀφείθη ἂν] ὑπὸ τῶν δικαστῶν, εἰ καὶ μετρίως τι τούτων [τῶν εἰωθώτων ἐν τῷ δικαστηρίῳ] ἐποίησε, [Σωκράτης] προείλετο […] ἀποθανεῖν || μολονότι μπορούσε εύκολα να αθωωθεί από τους δικαστές αν έκανε έστω και σε μέτριο βαθμό κάτι από αυτά που συνηθίζονται να γίνονται στα δικαστήρια, ο Σωκράτης προτίμησε να πεθάνει.


👉 Χρόνος και όψη ή ποιόν ενεργείας των ονοματικών τύπων του ρήματος:

Σε γενικές γραμμές μπορεί να πει κανείς ότι τα χρονικά θέματα της ΑΕ (με εξαίρεση αυτό του μέλλοντα) δηλώνουν κυρίως την όψη ή το ποιόν ενεργείας και δευτερευόντως τον χρόνο. Δεν δηλώνουν δηλαδή πρωτίστως:

• ούτε μιαν απόλυτη χρονική βαθμίδα (το αν η ρηματική έννοια είναι ταυτόχρονη ή προτερόχρονη σε σχέση με το παρόν του ομιλητή ή του συγγραφέα),

• ούτε μια σχετική χρονική βαθμίδα (το αν δύο ή περισσότερα συμβάντα είναι μεταξύ τους ταυτόχρονα, προτερόχρονα ή υστερόχρονα),αλλά:

την όψη ή το ποιόν ενεργείας, την υποκειμενική αντίληψη ή την "άποψη", την οποίαν έχει ο ομιλητής για την χρονική υφή της ρηματικής ενέργειας,
το αν δηλαδή αυτή λ.χ. είναι κάτι που τώρα εξελίσσεται και δεν έχει ακόμη αποπερατωθεί ή επαναλαμβάνεται σε τακτά διαστήματα (ενεστώς),
π.χ. φεύγω (φεύγειν, φεύγων), "δραπετεύω (τώρα)" ή "συνηθίζω να δραπετεύω"∙ το αν έχει γίνει κάποτε στο παρελθόν και θεωρείται συνοπτικά, χωρίς, δηλαδή, να ενδιαφέρει η διάρκεια ή η έκβασή της (αόριστος), π.χ. ἔφυγον (φυγεῖν, φυγών) "δραπέτευσα"∙ ή, τέλος, το αν έχει συντελεστεί στο παρελθόν ως αποτέλεσμα μιας προηγούμενης διεργασίας και έχει πλέον παγιωθεί ως μια κατάσταση που εξακολουθεί να υφίσταται (παρακείμενος), π.χ. πέφευγα (πεφευγέναι, πεφευγώς) "έχω δραπετεύσει και είμαι δραπέτης").

Για τους επιμέρους ρηματικούς τύπους που σχηματίζονται από τα χρονικά θέματα (με εξαίρεση βέβαια αυτούς του μέλλοντα), επομένως και για το απαρέμφατο και τη μετοχή (με εξαίρεση και εδώ το απαρέμφατο και την μετοχή του μέλλοντα), ισχύει το εξής: Πραγματικό χρόνο, δηλαδή χρονική βαθμίδα, εκφράζουν μόνον οι τύποι της οριστικής, σε συνάρτηση όμως πάντα με τη έκφραση του ποιού ενεργείας, το οποίο είναι εκείνο που πρωτίστως δηλώνεται με το χρονικό θέμα. Οι υπόλοιποι ρηματικοί τύποι, εκτός της οριστικής, επομένως και το απαρέμφατο και η μετοχή, δεν δηλώνουν κατά βάση χρονική βαθμίδα, αλλά μόνον ποιόν ενεργείας (ως προς το οποίο συμφωνούν με τις αντίστοιχες σημασίες της οριστικής).

👉 Το απαρέμφατο και η μετοχή ειδικότερα (με εξαίρεση πάντα το απαρέμφατο και την μετοχή του μέλλοντα), τα οποία δεν σχηματίζουν ποτέ αυτόνομες προτάσεις αλλά αποτελούν απλώς εξαρτημένα μέρη μιας πρότασης, δεν δηλώνουν τα ίδια τη χρονική βαθμίδα του ρήματός τους, αλλά μόνο το ποιόν ενεργείας του. Ο χρόνος και η χρονική βαθμίδα στην οποίαν ανήκουν, προσδιορίζεται από τον χρόνο που εκφράζει το ρήμα από το οποίο εξαρτώνται. Για τον λόγο αυτόν μπορεί κάθε απαρέμφατο και κάθε μετοχή να συντάσσεται με οποιονδήποτε χρόνο των παρεμφατικών ρημάτων, έτσι ώστε να είναι δυνατές οι συνάψεις βούλομαι λέγειν, ἠβουλόμην λέγειν, βουλήσεται λέγειν, γελῶν λέγει, γελῶν ἔλεγε, γελῶν λέξει∙ λέγει γεγραφέναι (γράψαι), ἔλεξε γεγραφέναι (γράψαι), λέξει γεγραφέναι (γράψαι), γεγραφὼς (γράψας) λέγει, γεγραφὼς (γράψας) ἔλεξε, γεγραφὼς (γράψας) λέξει κ.ο.κ. 

Παραδείγματα:

με απαρέμφατο:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.1.8 [Κῦρος] ἠξίου […] δοθῆναι οἷ ταύτας τὰς πόλεις μᾶλλον ἢ Τισσαφέρνην ἄρχειν αὐτῶν || ο Κύρος απαιτούσε να δοθούν σε αυτόν τούτες οι πόλεις παρά να [συνεχίσει να] τις έχει υπό την κυριαρχία του ο Τισσαφέρνης.

ΠΛ Γοργ 462d βούλει οὖν, ἐπειδὴ τιμᾷς τὸ χαρίζεσθαι, σμικρόν τί μοι χαρίσασθαι; || θέλεις λοιπόν, επειδή εκτιμάς τόσο πολύ το να προκαλεί κανείς ευχαρίστηση, να προκαλέσεις λίγη ευχαρίστηση σε μένα;

ΠΛ Κριτ 46a οὐδὲ βουλεύεσθαι ἔτι ὥρα ἀλλὰ βεβουλεῦσθαι || δεν είναι πια ώρα να παίρνουμε αποφάσεις, αλλά να είμαστε αποφασισμένοι.


με μετοχή:

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.21 [Μένων] δῆλος ἦν […] ἐπιθυμῶν ἄρχειν || ο Μένων ήταν πρόδηλο ότι επιθυμούσε πάντα να έχει την εξουσία [πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό και μόνιμο γνώρισμα, και επομένως η μετοχή δηλώνει διάρκεια].

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.16 Κῦρος […] ᾔσθετο διαβεβηκότας [τὸν Εὐφράτην] || ο Κύρος έμαθε ότι είχαν διαβεί τον Ευφράτη.

ΠΛ Συμπ 202b [Διοτίμα] γελάσασα […] ἔφη || η Διοτίμα τότε γέλασε και είπε.

 * Εξαίρεση αποτελεί το ρηματικό θέμα του μέλλοντα, το οποίο δηλώνει σε όλους τους ρηματικούς του τύπους, επομένως και στο απαρέμφατο και τη μετοχή, μια ενέργεια ή διεργασία που πρόκειται να γίνει μετά την ενέργεια του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται το απαρέμφατο ή η μετοχή. Οι ονοματικοί τύποι του μέλλοντα εκφράζουν έτσι μιαν απόλυτη χρονική βαθμίδα όχι όμως και ένα ορισμένο ποιον ενεργείας. Το ἄρξω λ.χ. μπορεί να σημαίνει τόσο "θα είμαι ηγεμόνας" (διάρκεια), όσο και "θα γίνω ηγεμόνας" (συνοπτικότητα).

Ειδικότερα:

Το απαρέμφατο του μέλλοντα χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για να εκφραστεί σε πλάγιο λόγο ένας ισχυρισμός, μια γνώμη ή μια υπόσχεση που αναφέρεται στο μέλλον (αντίστοιχα με την οριστική μέλλοντα στον ευθύ λόγο):

ΘΟΥΚ 4.115.2 πῦρ ἐνήσειν διενοοῦντο ἐς τὰ ξύλινα παραφράγματα || σχεδίαζαν να εκσφενδονίσουν φωτιά στα ξύλινα πρόσθετα οχυρώματα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.1.4 ἐπαγγελλόμεθα Ἀριαίῳ, ἐὰν ἐνθάδε ἐλθεῖν, εἰς τὸν θρόνον τὸν βασίλειον καθιεῖν αὐτόν || υποσχόμαστε στον Αριαίο ότι, αν έρθει εδώ, θα τον κάνουμε βασιλιά.


Η μετοχή του μέλλοντα εμφανίζεται κυρίως σε τελική χρήση, για τη δήλωση δηλαδή μιας ενέργειας που την πραγματοποίηση της μπορεί να προσδοκεί κανείς εξαιτίας της πρόθεσης, του χαρακτήρα ή της ποιότητας του υποκειμένου, π.χ.:

ΘΟΥΚ 1.18.2 ὁ βάρβαρος […] ἐπὶ τὴν Ἑλλάδα δουλωσόμενος ἦλθεν || ο βάρβαρος ήρθε για να υποδουλώσει την Ελλάδα.

Καθαρά χρονική, για τη δήλωση μιας μελλοντικής πράξης, είναι η χρήση της μετοχής μέλλοντα:

(α) Μετά από αισθητικά ρήματα, ρήματα δηλαδή που δηλώνουν αισθητηριακή ή νοητική αντίληψη και γνώση (η μετοχή μέλλοντα αντιστοιχεί εδώ σε μια ειδική πρόταση με το ὅτι ή ὡς και οριστική μέλλοντα). π.χ.:

ΣΟΦ Ηλ 291-291 ὅταν κλύῃ τινὸς ἥξοντ' Ὀρέστην || όταν ακούει από κάποιον πως θα έρθει ο Ορέστης.

ΘΟΥΚ 2.13.1 Περικλῆς […] ἔγνω τὴν ἐσβολὴν ἐσομένην || ο Περικλής κατάλαβε πως η εισβολή θα γίνει [ή: βλέποντας πως η εισβολή θα γίνει].

(β) Σε περιπτώσεις όπως:

ΟΜ Ιλ 1.70 ὃς ᾔδη τά τ' ἐόντα τά τ' ἐσσόμενα πρό τ' ἐόντα || που γνώριζε και αυτά που υπάρχουν και αυτά που θα υπάρξουν και αυτά που υπήρξαν.

ΘΟΥΚ 1.138.3 [ἦν ὁ Θεμιστοκλῆς] τῶν μελλόντων ἐπὶ πλεῖστον τοῦ γενησομένου ἄριστος εἰκαστής || ήταν ο πολύ καλός στην πρόγνωση αυτών που επρόκειτο να γίνουν στο μακροπρόθεσμο μέλλον.


👉 Σε ότι αφορά στην προέλευση και τη γενικότερη σημασία του απαρεμφάτου, η μορφή με την οποίαν το φαινόμενο αυτό παρουσιάζεται στους ιστορικούς χρόνους δεν είναι η πρωταρχική, αλλά προήλθε από την εξέλιξη ρηματικών αφηρημένων ονομάτων που δήλωναν δράση (nomina actionis, π.χ. φυγή), τα οποία απόκτησαν βαθμιαία ρηματικά χαρακτηριστικά, και ειδικότερα από απολιθωμένους πτωτικούς τύπους τέτοιων ουσιαστικών. Οι απολιθωμένοι αυτοί ονοματικοί πτωτικοί τύποι, στους οποίους παραπέμπει τόσο η συγγένεια της απαρεμφατικής κατάληξης -μεναι με το μετοχικό επίθημα -μενο, όσο και η κατάληξη -αι στα -μεναι, - ναι, -σαι, ήταν κυρίως δοτικές του σκοπού ή του αποτελέσματος: δήλωναν τον σκοπό και το επιδιωκόμενο ή δυνατό αποτέλεσμα μιας ενέργειας ή κίνησης συμπληρώνοντας έτσι το ρήμα της πρότασης, όπως π.χ. στο συχνό ομηρικό (ΟΜ Ιλ 4.199 κ.α.) βῆ δ' ἰέναι κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων = κίνησε "για να πάει" ή, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, "για τον πηγαιμό" στον στρατό των χαλκοθώρακων Αχαιών.

👉 Η εξέλιξη που οδήγησε στο απαρέμφατο με τη μορφή που εμφανίζεται στους ιστορικούς χρόνους αρχίζει ήδη στην προϊστορική περίοδο και τείνει προς την όλο και μεγαλύτερη εξομοίωση του απαρεμφάτου προς τους παρεμφατικούς ρηματικούς τύπους, έτσι ώστε να υπάρχει πλήρης αντιστοιχία των εκφραστικών δυνατοτήτων μεταξύ απαρεμφάτου και παρεμφατικών. Κατά την διάρκεια τούτης της εξέλιξης το απαρέμφατο απέβαλε τη σημασιολογική ακαμψία που χαρακτήριζε τους παγιωμένους πτωτικούς τύπους των ρηματικών αφηρημένων ονομάτων, καθώς ενσωματώθηκε βαθμιαία στο σύστημα των ρηματικών χρόνων και διαφοροποιήθηκε ως προς τις ρηματικές κατηγορίες της διάθεσης, της όψης, του χρόνου και του τρόπου με την προσθήκη του ἄν (πρβ. π.χ. φυγή αφενός και φεύγειν, φυγεῖν, πεφευγέναι αφετέρου). Παράλληλα "επαναπροσέλαβε" στην ύστερη φάση αυτής της ιστορικής εξέλιξης ονοματικά χαρακτηριστικά με τη σύνταξή του με άρθρο. Έτσι η αρχαία ελληνική γλώσσα απέκτησε ένα μέσο που μπορούσε να εκφράζει την καθαρή ρηματική έννοια σε όλες τις σημασιολογικές αποχρώσεις του παρεμφατικού ρήματος, (εκτός από το πρόσωπο και τον αριθμό), διατηρώντας παράλληλα και τη ρηματική σύνταξη.

👉 Ανάλογη εικάζεται ότι είναι και η προέλευση των μετοχών οι οποίες ανάγονται σε επιθετικά ονόματα και επίθετα. Τα επίθετα αυτά μπορούσαν να δηλώσουν μια χρονικά περιορισμένη ιδιότητα (παρόμοια π.χ. με το ὑγιής, ἀσθενὴς σε συνάψεις του είδους ἀσθενής εἰμι), δηλαδή χρόνο, πράγμα το οποίο τους επέτρεψε να προσεγγίσουν το ρήμα και να προσλάβουν σταδιακά ρηματική φύση.

👉 Τα απαρέμφατα διακρίνονται σε ειδικά και τελικά. Τα ειδικά απαρέμφατα λέγονται έτσι επειδή θεωρείται ότι κατά κανόνα ισοδυναμούν με ειδικές προτάσεις, τα τελικά επειδή αντιστοιχούν προς προτάσεις επιθυμίας με την ευρεία σημασία.

👉 Στη νεοελληνική το ειδικό απαρέμφατο αποδίδεται με μιαν ειδική πρόταση (με το ότι ή το πώς, π.χ. νομίζω σὲ εἰδέναι || νομίζω ότι ή πως γνωρίζεις), ενώ το τελικό με μια βουλητική (με χρήση υποτακτικής, π.χ. Σωκράτης πολλοὺς ἀρετῆς ἐποίησεν ἐπιθυμεῖν || ο Σωκράτης έκανε πολλούς να επιθυμούν την αρετή).

👉 Απαρεμφατικοί τύποι της ΝΕ θεωρούνται ο αόριστος της ενεργητικής φωνής σε -ει και της μέσης σε -θει, οι οποίοι χρησιμοποιούνται για τον σχηματισμό των συντελικών χρόνων ("έχω, είχα, θα έχω λύσει", "έχω, είχα, θα έχω λυθεί").



ΤΟ ΑΝΑΡΘΡΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ

👉 Το απαρέμφατο που δεν συνοδεύεται από άρθρο χρησιμοποιείται ως υποκείμενο ισοδύναμο με ονομαστική:

ΗΡΟΔ 3.81 ὁ μὲν εἴ τι ποιέει, γινώσκων ποιέει, τῷ δὲ οὐδὲ γινώσκειν ἔνι || διότι αυτός [ο τύραννος] ό,τι πράττει το πράττει εν γνώσει του, ενώ σε εκείνον [στον όχλο] δεν υπάρχει ούτε γνώση.

ΘΟΥΚ 1.5.2 οἷς κόσμος [ἐστὶ] καλῶς τοῦτο δρᾶν || για τους οποίους είναι τιμή να κάνουν τέτοιες πράξεις επιδέξια.

ΠΛ Μενεξ 247b εἶναι τιμὰς γονέων ἐκγόνοις καλὸς θησαυρός || για τους απογόνους είναι καλός θησαυρός το να υπάρχουν τιμές των προγόνων.

ΠΛ Πολ 555c πλοῦτον τιμᾶν καὶ σωφροσύνην ἅμα ἱκανῶς κτᾶσθαι ἐν τοῖς πολίταις ἀδύνατον || δεν μπορεί να εκτιμούν τον πλούτο και ταυτόχρονα να αποκτήσουν οι πολίτες σε επαρκή βαθμό την αρετή του επιθυμητικού.

ΛΥΚΟΥΡ 60 πόλεώς ἐστι θάνατος ἀνάστατον γενέσθαι || είναι θάνατος για τη πόλη το να εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους της.

ΛΥΣ 1.8 κράτιστονοὖν μοι εἶναι δοκεῖ ἐξ ἀρχῆς ὑμᾶς διδάσκειν πάντα τὰ γενόμενα καὶ παραλείπειν μηδέν || πιστεύω ότι το καλύτερο είναι να σας εξιστορήσω όλα όσα έγιναν από την αρχή και να μην παραλείψω τίποτα.


👉  Με άναρθρο απαρέμφατο ως υποκείμενο συντάσσονται, όπως διαφαίνεται από τα προηγούμενα παραδείγματα, κυρίως απρόσωπα ρήματα και ισοδύναμες προς αυτά εκφράσεις. Ειδικότερα:

Με άναρθρο τελικό απαρέμφατο ως υποκείμενο συντάσσονται τα ἔστι, ἔξεστι, δυνατόν ἐστι, οἷόν τέ ἐστι (= επιτρέπεται, είναι δυνατόν, μπορεί) και τα αντίθετά τους, τα δεῖ, χρή, ἀναγκαῖόν ἐστι (= πρέπει, είναι αναγκαίο), πρέπει, προσήκει (= αρμόζει), δοκεῖ, καλόν [κακόν], χαλεπόν, δίκαιόν ἐστι (= φαίνεται σωστό, είναι καλό [κακό], νόμιμο) κτό., γίγνεται, συμβαίνει, συμφέρει κτό.:

ΗΡΟΔ 1.183 ἐπὶ τοῦ χρυσέου βωμοῦ οὐκ ἔξεστι θύειν || πάνω στον χρυσό βωμό δεν επιτρέπεται να γίνεται θυσία.

ΠΛ Μεν 73c-e ἄρχειν οἷόν τ'εἶναι τῶν ἀνθρώπων || να μπορεί κανείς να κυριαρχεί στους ανθρώπους.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.11 ἀγαθοῖς ὑμῖν προσήκει εἶναι || σας ταιριάζει να είστε γενναίοι.

ΠΛ Μεν 90b δίκαιον ζητεῖν ἀρετῆς πέρι διδασκάλους είναι νόμιμο να ερευνήσει κανείς το σχετικό με τους δασκάλους της αρετής ερώτημα.

ΠΛ Πολ 375d καὶ οὕτω δὴ συμβαίνει ἀγαθὸν φύλακα ἀδύνατον γενέσθαι || και έτσι προκύπτει ότι είναι αδύνατο να υπάρξει καλός φύλακας.

ΘΟΥΚ 1.23.1 παθήματαξυνηνέχθη γενέσθαι ἐν αυτῷ [τῷ πολέμῳ] τῇ Ἑλλάδι, οἷα οὐχ ἕτερα ἐν ἴσῳ χρόνῳ || και έτυχε να πάθει η Ελλάδα σε αυτόν τον πόλεμο τέτοιες συμφορές όσες δεν έπαθε σε ίσο χρονικό διάστημα.


Με άναρθρο ειδικό απαρέμφατο ως υποκείμενο συντάσσονται λεκτικά ρήματα όπως λέγεσθαι, ἀγγέλεσθαι, μνημονεύεσθαι, ὁμολογεῖσθαι, νομίζεσθαι κτό.

ΗΡΟΔ 3.26 ἐς τοῦτον τὸν χῶρον λέγεται ἀπικέσθαι τὸν στρατόν || λέγεται ότι σε αυτόν τον τόπο έφτασε ο στρατός.

ΗΡΟΔ 6.138 νενόμισται ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα τὰ σχέτλια ἔργα πάντα Λήμνια καλέεσθαι επικράτησε σε όλη την Ελλάδα τα ειδεχθή εγκλήματα να τα αποκαλούν Λήμνια.

ΠΛ Φαιδ 72a ὁμολογεῖται ἄρα ἡμῖν καὶ ταύτῃ τοὺς ζῶντας ἐκ τῶν τεθνεώτων γεγονέναι || υπάρχει λοιπόν και ως προς αυτό το σημείο μεταξύ μας συμφωνία, ότι οι ζωντανοί προέρχονται από τους πεθαμένους.

ΙΣΟΚΡ 4.23 ὁμολογεῖται τὴν πόλιν ἡμῶν ἀρχαιοτάτην εἶναι || αναγνωρίζεται ότι η πόλη μας είναι η πιο αρχαία.

👉 Τα συγκεκριμένα ρήματα όμως μπορούν να έχουν και προσωπική σύνταξη.

ΘΟΥΚ 2.47.3 οὐ μέντοι τοσοῦτός γε λοιμὸς οὐδὲ φθορὰ οὕτως ἀνθρώπων οὐδαμοῦ ἐμνημονεύετο γενέσθαι || πουθενά δεν θυμόταν κανείς να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή αρρώστεια ούτε να αφάνισε τόσους ανθρώπους.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.3.30 ὁ Ἀσσύριος εἰς τὴν χώραν ἐμβαλεῖν ἀγγέλλεται || αναγγέλεται ότι ο βασιλιάς της Ασσυρίας θα εισβάλει στη χώρα.


 👉 Το απαρέμφατο χωρίς άρθρο χρησιμοποιείται και ως κατηγορούμενο σε συνάρτηση με το ἐστί στην περίπτωση ορισμών (προπαντός σε φιλοσόφους όπως ο Πλάτων):

ΠΛ Γοργ 476d τὸ δίκην διδόναι πότερον πάσχειν τί ἐστιν ἢ ποιεῖν; || το να τιμωρείται κάποιος είναι κάτι παθητικό ή ενεργητικό;

ΠΛ Κρατ 408a τὸ δὲ λέγειν δή ἐστιν εἴρειν || το να μιλάει κανείς είναι το ίδιο με το να βάζει τις λέξεις σε μια σειρά.

ΠΛ Θεαιτ 163d ἆρα τὸ ὁρᾶν οὐκ αἰσθάνεσθαι λέγεις; (χωρίς το λέγεις η φράση θα είχε: τὸ ὁρᾶν ἐστιν αἰσθάνεσθαι) || άραγε δεν λες ότι το να βλέπει κανείς σημαίνει [= είναι το ίδιο με το να] το να αντιλαμβάνεσαι; (το να βλέπει κανείς σημαίνει [= είναι το ίδιο με το να] το να αντιλαμβάνεται).


👉 Το άναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται ως επεξήγηση σε ένα προηγούμενο ουσιαστικό ή μιαν αντωνυμία:

ΟΜΗΡ Ιλ 12 243 εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης || ένα είναι το καλύτερο προφητικό σημάδι, να υπερασπίζεται κανείς την πατρίδα του.

ΙΣΟΚΡ 4.38 ἀρχὴν μὲν ταύτην ἐποιήσατο τῶν εὐεργεσιῶν, τροφὴν τοῖς δεομένοις εὑρεῖν || πρόσφερε αυτήν ως πρώτη ευεργεσία, βρήκε δηλαδή τροφή για όσους την είχαν ανάγκη.

ΠΛ Συμπ 192d ἆρά γε τοῦδε ἐπιθυμεῖτε, ἐν τῷ αὐτῷ γενέσθαι ὅ,τι μάλιστα ἀλλήλοις; || θέλετε μήπως αυτό; να μείνετε δηλαδή ενωμένοι όσο πιο σφιχτά γίνεται ο ένας με τον άλλον;

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.1.15 μὴ πάθωμεν ἅπερ πολλοὺς μὲν λέγουσιν ἐν θαλάττῃ πεπονθέναι, διὰ τὸ εὐτυχεῖν οὐκ ἐθέλοντας παύσασθαι πλέοντας ἀπολέσθαι μήπως πάθουμε όσα ακριβώς λέγεται πως έχουν πάθει εκείνοι που ταξιδεύουν στη θάλασσα, που καταστράφηκαν δηλαδή προσπαθώντας να πλουτίσουν γιατί δεν ήθελαν να πάψουν να ταξιδεύουν στη θάλασσα.


 👉 Το απαρέμφατο χωρίς άρθρο χρησιμοποιείται ως αντικείμενο σε συνάρτηση με πολλές κατηγορίες ρημάτων. Τα κυριότερα από αυτά είναι:

(α) Τα ρήματα που σημαίνουν τη σκέψη και την εκφορά της, όπως τα λογίζεσθαι, διανοεῖσθαι, τα λεκτικά λέγειν, φάναι, μνημονεύειν, ὁμολογεῖν κ.ά., τα δοξαστικά όπως το δοκεῖν, ἡγεῖσθαι, οἴεσθαι, νομίζειν, φαίνεσθαι, ὑποπτεύειν, κ.ά. Επίσης τα πυνθάνεσθαι, ὀμνύναι, ὑπισχνεῖσθαι, ἐλπίζειν, ἀπειλεῖν, αἰτιᾶσθαι, κ.ά. Το απαρέμφατο εδώ είναι κατά κανόνα ειδικό:

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.2.13 λογιζόμενοι ἥξειν ἅμα ἡλίῳ δύνοντι ἐς κώμας τῆς Βαβυλωνίας χώρας || λογάριαζαν ότι θα φτάσουν με τη δύση του ηλίου σε κάποια χωριά της Βαβυλωνίας.

ΠΛ Πρωτ 324b τοιαύτην διάνοιαν ἔχων διανοεῖται παιδευτὴν εἶναι ἀρετήν || έχοντας αυτά κατά νου σκέφτεται ότι η αρετή μπορεί να διδαχτεί.

ΠΛ Γοργ 470e τὸν μὲν καλὸν κἀγαθὸν ἄνδρα καὶ γυναῖκα εὐδαίμονα εἶναί φημι, τον δὲ ἄδικον καὶ πονηρὸν ἄθλιον || θα πω ότι ο ολοκληρωμένος άνδρας και η γυναίκα με αρχοντιά είναι ευτυχισμένος, ο άδικος και ο ανήθικος δυστυχισμένος.

ΗΡΟΔ 1.34 Κροῖσος ἐνόμιζε ἑωυτὸν εἶναι ἀνθρώπων ἁπάντων ὀλβιώτατον || ο Κροίσος πίστευε πως είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους.

ΗΡΟΔ 1.8 οὔ σε δοκέω πείθεσθαι δεν νομίζω πως πείθεσαι.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.3.1 ὑπώπτευον ἤδη ἐπὶ βασιλέα ἰέναι || υποπτεύονταν πλέον ότι πήγαιναν εναντίον του βασιλιά της Περσίας.

ΗΡΟΔ 1.62 ἐπύθοντο αὐτὸν πορεύεσθαι ἐπὶ τὸ ἄστυ || έμαθαν ότι βαδίζει προς την πόλη.

ΞΕΝ Ελλ 5.4.7 ἠπείλησαν ἀποκτεῖναι ἅπαντας || απείλησαν ότι θα τους σκότωναν όλους.

ΠΛ Πρωτ 333d τὸν λόγον ᾐτιᾶτο δυσχερῆ εἶναι || διατεινόταν ότι η πρόταση ήταν δύσκολη.


👉 Αμφίσημες είναι περιπτώσεις όπως π.χ. αυτές του ὀμνύναι, ὑπισχνεῖσθαι, οι οποίες μπορούν να αποδοθούν και με τελικές προτάσεις:

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.6.43 Σεύθης ὑπισχνεῖται αὐτῷ ἀποδώσειν τὰ χωρία τὰ ἐπὶ τῇ θαλάττῃ || ο Σεύθης υπόσχεται ότι θα του παραχωρήσει τα παραθαλάσσια μέρη, αλλά και: υπόσχεται να του του παραχωρήσει τα παραθαλάσσια μέρη.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.5.39 ὀμόσαντες ἡμῖν τοὺς αὐτοὺς φίλους καὶ ἐχθροὺς νομιεῖν || μας ορκιστήκατε ότι θα θεωρείτε τους ίδιους φίλους και εχθρούς, αλλά και: μας ορκιστήκατε να θεωρείτε τους ίδιους φίλους και εχθρούς.

👉 Η άρνηση στα απαρέμφατα που εξαρτώνται από ρήματα που εκφράζουν τη σκέψη και την εκφορά της είναι κατά κανόνα οὐ. Τα λεκτικά ρήματα ενδέχεται ωστόσο να εκφράζουν και μιαν επιθυμία, όπως στην πρόταση:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.3.8 ὁ [Κλέαρχος] πέμπων αὐτῷ [Κύρῳ] ἄγγελον ἔλεγε θαρρεῖν || ο Κλέαρχος στέλνοντας έναν αγγελιοφόρο έλεγε στον Κύρο να έχει θάρρος.

και τότε η άρνηση σε μιαν αντίστοιχη αρνητική εκφορά είναι μή, όπως π.χ. στην πρόταση:

ΘΟΥΚ 2.5.5 ἔλεγον αὐτοῖς μὴ ἀδικεῖν || τους έλεγαν να μη αδικοπραγούν.

👉 Άρνηση μὴ δέχονται όμως και τα απαρέμφατα που εξαρτώνται από ρήματα όπως το ἐλπίζειν, ὑπισχνεῖσθαι, ἐπαγγέλλεσθαι, ὀμνύναι κτό. Τα απαρέμφατα αυτά εκφέρονται σε μέλλοντα όταν το περιεχόμενό τους πρόκειται να συμβεί στο μέλλον και μπορεί να είναι, όπως προαναφέρθηκε, τόσο ειδικά όσο και τελικά:

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.2.2 [Κῦρος ὑπέσχετο τοῖς φυγάσι] μὴ πρόσθεν παύσεσθαι πρὶν αὐτοὺς καταγάγοι οἴκαδε || ο Κύρος υποσχέθηκε στους εξόριστους ότι δεν θα [ή: να μην] σταματήσει τον πόλεμο πριν τους επαναφέρει στην πατρίδα τους.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.2.8 ὤμοσαν οἵ τε Ἕλληνες καὶ ὁ Ἀριαῖος μή προδώσειν ἀλλήλους || οι Έλληνες και ο Αριαίος ορκίστηκαν ότι δεν θα [ή: να μην] προδώσουν ο ένας τον άλλον.


(β) Τα εφετικά ρήματα, αυτά δηλαδή που δηλώνουν βούληση και επιθυμία με την στενότερη και ευρύτερη σημασία καθώς και τα αντίθετά τους, όπως π.χ. τα βουλητικά βούλομαι, ἐθέλω, μέλλω, ἐπιθυμῶ, γλίχομαι, ὀρέγομαι, ἀξιῶ, δικαιῶ, ζητῶ, προθυμοῦμαι, πειρῶμαι, μελετῶ, βουλεύομαι, διανοοῦμαι, (προ)αἱροῦμαι, ψηφίζομαι, παρασκευάζομαι. Τα τολμῶ, θαρρῶ, ὑπομένω, εἴωθα κ.ά. από τη μια, τα δέδοικα, φοβοῦμαι, ἐλπίζω, εὐλαβοῦμαι, φεύγω, ὀκνῶ, αἰσχύνομαι κτό. από την άλλη. Ακόμη τα αἰτῶ, αἰτοῦμαι, δέομαι, ἱκετεύω. Τα κελευστικά ή προτρεπτικά κελεύω, παραινῶ, προτρέπω, πείθω, συμβουλεύω, νουθετῶ, ἐπιτάττω, προστάττω, διακελεύομαι, παρακελεύομαι, παραγγέλλω, ἀναγκάζω κτό., τα ρήματα που σημαίνουν λέγω με τη σημασία του κελεύω (= διατάζω), όπως τα: λέγω, φράζω, φωνῶ. Τα κωλυτικά ἀπαγορεύω, ἔχω, κωλύω, εἴργω, ῥύομαι κτό. Τα ἐῶ, συγχωρῶ, ἀφίημι, ἐπιτρέπω, ἀμελῶ κ.ά. Το απαρέμφατο εδώ είναι τελικό:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.4 Ἀστυάγης […] βουλόμενος τὸν παῖδα ὡς ἥδιστα δειπνεῖν || ο Αστυάγης επειδή ήθελε να απολαμβάνει το παιδί όσο γίνεται πιο πολύ το δείπνο.

ΠΛ Πρωτ 312b οἶσθα οὖν ὃ μέλλεις πράττειν […] μέλλεις τὴν ψυχὴν τὴν σαυτοῦ παρασχεῖν θεραπεῦσαι ἀνδρὶ σοφιστῇ; || ξέρεις τάχα τι πας να κάνεις […] να εμπιστευτείς τη φροντίδα της ψυχής σου σε έναν άνδρα που είναι σοφιστής;

ΔΗΜ 18.207 τῆς τιμῆς ἐμὲ ἀποστερῆσαι γλίχεται || επιθυμεί να μου αποστερήσει την τιμή.

ΔΗΜ 18.34 ἀξιῶ καὶ δέομαι τοῦτο μεμνῆσθαι παρ' ὅλον τὸν ἀγῶνα || ζητώ και παρακαλώ να το θυμάστε αυτό σε όλη τη διάρκεια της δίκης.

ΗΡΟΔ 6.100 ἐβουλεύοντο ἐκλιπεῖν τὴν πόλιν || ήθελαν να εγκαταλείψουν την πόλη.

ΘΟΥΚ 2.34.8 Περικλῆς ὁ Ξανθίππου ᾑρέθη λέγειν || ο Περικλής, ο γιος του Ξανθίππου επιλέχθηκε για να εκφωνήσει τον λόγο.

ΠΛ Φιλ 28b οὐκοῦν ὑπὲρ ἐμοῦ σύ, Πρώταρχε, προῄρησαι λέγειν; || Εσύ, Πρώταρχε, δεν διάλεξες να απαντήσεις για λογαριασμό μου;

ΗΡΟΔ 5.97 Ἀθηναῖοι ἐψηφίσαντο εἴκοσι νέας ἀποστεῖλαι || οι Αθηναίοι αποφάσισαν να στείλουν είκοσι πλοία.

ΠΛ Λαχ 186d καθάπερ ἄρτι Λάχης μὴ ἀφίεσθαί σε ἐμοῦ διακελεύετο ἀλλὰ ἐρωτᾶν, καὶ ἐγὼ νῦν παρακελεύομαί σοι μὴ ἀφίεσθαι Λάχητος μηδὲ Νικίου || όπως μόλις προηγουμένως ο Λάχης σου ζήτησε να μη με αφήσεις αλλά να με ρωτήσεις, έτσι τώρα και εγώ σου ζητώ να μην αφήσεις τον Λάχη ούτε τον Νικία.

ΘΟΥΚ 3.15.2 τοῖς ξυμμάχοις κατὰ τάχος ἔφραζον ἰέναι ἐς τὸν Ἰσθμόν || διέταξαν τους συμμάχους να πάνε το γρηγορότερο στον Ισθμό.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.8.6 οὐδέ γε ἀθροίζεσθαι εἰς βασιλικὴν στρατείαν θαρροῦσι || ούτε τολμούν να καταταχθούν στον βασιλικό στρατό.

ΠΛ Γοργ 457e φοβοῦμαι διελέγχειν σε || φοβάμαι να σε αντικρούσω.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.3.22 ᾐσχύνθημεν καὶ θεοὺς καὶ ἀνθρώπους προδοῦναι αὐτόν || ντραπήκαμε και θεούς και ανθρώπους να τον προδώσουμε.

ΙΣΑΙΟΣ 6.40 οὐδὲ τότε ἠφίουν εἰσιέναι || ούτε τότε τις άφηναν να μπουν [την κόρη και τη γυναίκα του Ευκτήμονα].

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.4.3 ἀμελήσας ἐρωτᾶν τὸν θεόν || παραμέλησα να ρωτήσω τον θεό.

ΔΗΜ 23.52 φεύγειν οὐδεὶς κωλύει νόμος || κανένας νόμος δεν απαγορεύει να καταφεύγει.

ΗΡΟΔ 7.11 τοῦτό σε ῥύσεται μηδένα ἄξιον μισθὸν λαβεῖν || αυτό θα σε γλυτώσει από τον κίνδυνο να πληρώσεις όπως σου άξιζε.

👉 Η άρνηση σε αυτά τα εξαρτώμενα από εφετικά ρήματα απαρέμφατα είναι μή.

(γ) Τα δυνητικά ρήματα, αυτά δηλαδή που σημαίνουν μπορώ, έχω τη δύναμη, είμαι ικανός, κατάλληλος, έτοιμος, γνωρίζω, ξέρω να κάνω κάτι, είμαι επιδεκτικός σε κάτι, καθώς και τα αντίθετά τους, όπως τα δύνασθαι, οἷός τ' εἰμί, ἐπίστασθαι, εἰδέναι κτό. Επίσηςτο πέφυκα και τα εἰμί, πάρειμι, όταν έχουν τη σημασία "είμαι από τη φύση μου ικανός, κατάλληλος για κάτι". Το απαρέμφατο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι τελικό:

ΠΛ Συμπ 201c σοὶ οὐκ ἂν δυναίμην ἀντιλέγειν || δεν θα μπορούσα να τα βάλω μαζί σου στη συζήτηση.

ΞΕΝ Ιερ 4.9 τοῖς ἰδιώταις ἔξεστι τὰς δαπάνας συντέμνειν, τοῖς δὲ τυράννοις οὐκ ἐνδέχεται || οι ιδιώτες έχουν τη δυνατότητα να περικόπτουν όσο θέλουν τις καθημερινές τους δαπάνες, ενώ οι τύραννοι δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο.

ΑΡ Σφ 989 κιθαρίζειν οὐκ ἐπίσταμαι || δεν ξέρω να παίζω κιθάρα [μεταφορικά: είμαι άμουσος και απαίδευτος].

ΕΥΡ Ιππ 566-7 τἀμὰ δ' οὐκ ἐπίσταται μέλαθρα ἀπωθεῖν οὐδ' ἀτιμάζειν ξένους || το παλάτι μου δεν ξέρει να διώχνει ούτε να προσβάλει τους φιλοξενούμενους.

ΘΟΥΚ 4.61.4 πέφυκε τὸ ἀνθρώπειον διὰ παντὸς ἄρχειν μὲν τοῦ εἴκοντος, φυλάσσεται δὲ τὸ ἐπιόν || η φύση του ανθρώπου είναι πάντα να κυριαρχεί σε ό,τι υποχωρεί και να φυλάγεται από ό,τι επιτίθεται.


(δ) Τα ρήματα που σημαίνουν διδάσκω και μαθαίνω, όπως διδάσκειν, μανθάνειν, μελετᾶν, παιδεύειν. Το απαρέμφατο δηλώνει εδώ το περιεχόμενο ή τον σκοπό της διδασκαλίας και τη μάθησης. Και σε αυτές τις περιπτώσεις το απαρέμφατο είναι τελικό:

ΞΕΝ Κυν 12.14 παίδευσις καλὴ διδάσκει χρῆσθαι νόμοις καὶ λέγειν περὶ τῶν δικαίων καὶ ἀκούειν || μια καλή παιδεία διδάσκει κάποιον να τηρεί τους νόμους και να μιλά και να ακούει για τη δικαιοσύνη.

ΑΙΣΧ ΠρΔ 1068 τοὺς προδότας μισεῖν ἔμαθον || έμαθα να μισώ τους προδότες.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.2.25 ἂν ἅπαξ μάθωμεν ἀργοὶ ζῆν καὶ ἐν ἀφθόνοις βιοτεύειν || έτσι και μάθουμε μια φορά να ζούμε χωρίς να κάνουμε τίποτα και να περνάμε τη ζωή μας μέσα στην αφθονία.

ΠΛ Φαιδ 67e οἱ ὀρθῶς φιλοσοφοῦντες ἀποθνῄσκειν μελετῶσιν || εκείνοι που επιδίδονται στη φιλοσοφία με τον σωστό τρόπο εφαρμόζουν [στην πράξη] τον θάνατο.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.3.13 πεπαίδευνται καὶ πρὸς λιμὸν καὶ δίψαν καὶ πρὸς ῥῖγος καρτερεῖν || έχουν μάθει να αντέχουν και την πείνα και τη δίψα και το κρύο.


👉 Το απαρέμφατο χωρίς άρθρο χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικός προσδιορισμός της έννοιας του κυρίως ρήματος, αλλά και ενός ουσιαστικού ή επιθέτου, αντίστοιχος με πτωτικό προσδιορισμό, κυρίως με τις εξής σημασίες:

(α) Τελικό απαρέμφατο του σκοπού ή του αποτελέσματος. Η χρήση αυτή είναι η παλαιότερη και πιο συχνή χρήση του απαρεμφάτου και υπόκειται σε όλες τις άλλες. Το απαρέμφατο αποδίδει εδώ το σκοπό και το επιδιωκόμενο ή δυνατό αποτέλεσμα μιας πράξης ή κίνησης που δηλώνεται με το κυρίως ρήμα της πρότασης (πρβ. στο τέταρτο παράδειγμα, ΘΟΥΚ 1.128.3, τον παραλληλισμό μεταξύ του ἐπὶ τὸν και του πράσσειν):

ΟΜ Ιλ 4.199 βῆ δ' ἰέναι κατὰ λαὸν Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων || ξεκίνησε για να πάει στον στρατό των χαλκοθώρακων Αχαιών.

ΟΜ Ιλ 2.107 αὐτὰρ ὃ αὖτε Θυέστ' Ἀγαμέμνονι λεῖπε [σκῆπτρον] φορῆναι || και ο Θυέστης πάλι το άφησε κληρονομιά στον Αγαμέμνονα για να το φέρει.

ΗΡΟΔ 6. 23 τοὺς δὲ κορυφαίους αὐτῶν τριηκοσίων ἔδωκε τοῖσι Σαμίοισι κατασφάξαι || και τους τριακόσιους προύχοντες της πόλης τους παρέδωσε στους Σαμίους για να τους κατασφάξουν.

ΘΟΥΚ 1.128.3 ἀφικνεῖται ἐς Ἑλλήσποντον, τῷ μὲν λόγῳ ἐπὶ τὸν Ἑλληνικὸν πόλεμον, τῷ δὲ ἔργῳ τὰ πρὸς βασιλέα πράγματα πράσσειν || έφτασε στον Ελλήσποντο σύμφωνα με τις δηλώσεις για τον Ελληνικό πόλεμο, στην πραγματικότητα όμως για να ενεργήσει προς το συμφέρον του βασιλιά των Περσών.

ΠΛ Απολ 33b ὁμοίως καὶ πλουσίῳ καὶ πένητι παρέχω ἐμαυτὸν ἐρωτᾶν || προσφέρω τον εαυτό μου για να με ρωτάνε εξίσου στον πλούσιο και τον φτωχό.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.2.1 τὸ δὲ ἥμισυ (τοῦ στρατεύματος) κατέλιπε φυλάττειν τὸ στρατόπεδον || το άλλο μισό του στρατιωτικού σώματος το άφησε για να φυλάει το στρατόπεδο.

ΙΣΟΚΡ 4.87 ἠπείχθησαν μετασχεῖν τῶν κινδύνων || βιάστηκαν για να λάβουν μέρος στη μάχη.

ΙΣΑΙΟΣ 8.8 ἐπεὶ συνοικεῖν εἶχεν ἡλικίαν όταν έφτασε σε ηλικία για να παντρευτεί.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.2.12 τοὺς ἐπιτηδείους ἔπεμψεν τούτων ἐπιμεληθῆναι έστειλε τους κατάλληλους άνδρες για να επιβλέπουν.

👉 Από την εξασθένιση του γλωσσικού αισθήματος για τον τελικό χαρακτήρα αυτών των απαρεμφάτων προήλθε η εκφορά τους με το ὥστε:

ΘΟΥΚ 1.119.1 δεηθέντες […] ἑκάστων ἰδίᾳ ὥστε ψηφίσασθαι τὸν πόλεμον || είχαν παρακαλέσει κάθε συμμαχική πολιτεία χωριστά να ψηφίσει για να πολεμήσουν (για τον πόλεμο).

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.3.19 πάνυ μοι ἐμέλησεν ὥστε εἰδέναι ὁπόσον κατεῖχον χωρίον || φρόντισα πολύ για να εξακριβώσω πόση έκταση είχε η παράταξή τους.


(β) Απαρέμφατο του κατά τι ή της αναφοράς, θεωρείται κυρίως το απαρέμφατο που συντάσσεται με επίθετα όπως τα ἀγαθός, ἄξιος, δεινός, ἐπιτήδειος, ἡδύς, ῥᾴδιος, χαλεπός κτό. Το απαρέμφατο δηλώνει στην χρήση αυτήν το ορισμένο πεδίο όπου κάποιος είναι άξιος κ.τ.λ. (πρβ. στο πρώτο και το δεύτερο παράδειγμα τον παραλληλισμό αιτιατικής [βουλήν, μάχην] και απαρεμφάτου [μάχεσθαι, ἰδεῖν]):

ΟΜ Ιλ 1.258 οἳ περὶ μὲν βουλὴν Δαναῶν, περὶ δ' ἐστὲ μάχεσθαι || που ξεπερνάτε τους Δαναούς στη φρόνηση και στο να μάχεστε (στη μαχητικότητα).

ΑΙΣΧ Περσ 27 φοβεροὶ μὲν ἰδεῖν, δεινοὶ δὲ μάχην || φοβεροί στο να τους βλέπει κανείς, τρομεροί στη μάχη.

ΞΕΝ Οικ 6.9 αὕτη ἡ ἐργασία μαθεῖν τε ῥᾴστη ἐδόκει εἶναι καὶ ἡδίστη ἐργάζεσθαι || η εργασία αυτή μας φαινόταν η πιο εύκολη ως προς την εκμάθηση και η πιο ευχάριστη ως προς την επιτέλεση.

ΘΟΥΚ 1.138.3 ἦν Θεμιστοκλῆςἄξιος θαυμάσαι || ο Θεμιστοκλής ήταν αξιοθαύμαστος.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.6.9 καὶ γὰρ ὁρᾶν στυγνὸς ἦν || διότι ήταν αποκρουστικός στο να τον βλέπει κανείς.

ΠΛ Πρωτ 328a-b κἂν εἰ ὀλίγον ἔστιν τις ὅστις διαφέρει ἡμῶν προβιβάσαι εἰς ἀρετήν, ἀγαπητόν || αν υπάρχει κανείς που να μας ξεπερνάει, και λίγο έστω, στο να δείχνει τον δρόμο προς την αρετή, είναι κάτι που πρέπει να δημιουργεί ικανοποίηση.

👉 Η απόλυτη χρήση του άναρθρου απαρεμφάτου (ή το "απόλυτο" απαρέμφατο). Σε αντίθεση προς τις προηγούμενες χρήσεις του όπου είναι εξαρτημένο από ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο, υπάρχουν και μερικά απαρέμφατα που δεν εξαρτώνται από οποιοδήποτε μέρος της πρότασης. Κατά την ανεξάρτητη, "απόλυτη" αυτή χρήση, το απαρέμφατο δεν φαίνεται να ανήκει στη συντακτική δομή της υπόλοιπης πρότασης. Η λειτουργία του είναι εδώ να τροποποιεί μια μεμονωμένη έκφραση ή να περιορίζει την ισχύ του περιεχομένου ολόκληρης της πρότασης (γι'αυτό και το απαρέμφατο αυτό αποκαλείται και "περιοριστικό"). Τέτοια απαρέμφατα είναι συνήθως στερεότυπες εκφράσεις όπως ἐμοὶ δοκεῖν, ἑκὼν εἶναι, κατὰ δύναμιν εἶναι, ὀλίγου, μικροῦ δεῖν, συνελόντι εἰπεῖν κτό. Και αυτή η χρήση μπορεί να αναχθεί στην θεμελιώδη τελική - αποτελεσματική λειτουργία του απαρεμφάτου (ἐμοὶ δοκεῖν = για μένα ως κριτή):

ΗΡΟΔ 3.45 λέγοντες, ἐμοὶ δοκέειν, οὐκ ὀρθῶς || μιλώντας, όπως μου φαίνεται, εσφαλμένα.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.2.15 οὐδὲ μὴν φίλοις οὐδὲ ξένοις ἑκὼν εἶναι γέλωτα παρέχεις || ούτε βέβαια τους φίλους ούτε τους ξένους τους κάνεις να γελούν με τη θέλησή σου.

ΙΣΑΙΟΣ 2.32 ὠμόσαμεν εὖ ποιεῖν ἀλλήλους ἐκ τοῦ ἐπιλοίπου χρόνου, κατὰ δύναμιν εἶναι, καὶ λόγῳ καὶ ἔργῳ || ορκιστήκαμε ότι κατά τον υπόλοιπο χρόνο θα συμπεριφερόμαστε, κατά το δυνατόν, καλά μεταξύ μας και με τα λόγια και με τα έργα.

ΙΣΟΚΡ 4.144 Ἀγησίλαος δὲ τῷ Κύρου στρατεύματι χρώμενος μικροῦ δεῖν τῆς ἐντὸς Ἅλυος χώρας ἐκράτησεν || ο Αγησίλαος με τη βοήθεια των στρατιωτών του Κύρου υπέταξε σχεδόν όλη τη χώρα εδώθε του ποταμού Άλυ.

ΠΛ Πρωτ 317a ἐγὼ δὲ τούτοις ἅπασιν κατὰ τοῦτο εἶναι οὐ ξυμφέρομαι || εγώ όμως όσον αφορά σε αυτό δεν συμφωνώ μαζί με όλους αυτούς.

ΠΛ Πολ 506e αὐτὸ μὲν τί ποτ' ἐστὶ τἀγαθὸν ἐάσωμεν τὸ νῦν εἶναι || αλλά ας αφήσουμε προς το παρόν το ερώτημα τι είναι τέλος πάντων το αγαθό.

ΞΕΝ Απομν 3.8.10 ὡς δὲ συνελόντι εἰπεῖν || για να μιλήσω σύντομα.

👉 Άναρθρο απαρέμφατο αντί προστακτικής. Σε αντίθεση με την προηγούμενη χρήση του, όπου το απαρέμφατο συνδέεται έστω και χαλαρά με τα συντακτικά συμφραζόμενά του, στην υπό συζήτηση περίπτωση το απαρέμφατο χρησιμοποιείται εντελώς ανεξάρτητα, γι' αυτό η χρήση αυτή θα μπορούσε να φέρει νομιμότερα τον τίτλο "απόλυτη". Το απαρέμφατο χρησιμοποιείται εδώ συνήθως αντί του β΄ προσώπου της προστακτικής, μερικές φορές όμως μπορεί να αντικαθιστά και το γ΄ πρόσωπο (πρβ. στο παράδειγμα από την Ιλιάδα τον παραλληλισμό προστακτικής και απαρεμφάτου [φερέτω, δόμεναι, όπου στο δόμεναι υποκρύπτεται εξάρτηση από το υπονοούμενο δός ή εὔχομαι]:

ΟΜ Ιλ 7.78-80 εἰ μέν κεν ἐμὲ κεῖνος ἕλῃ ταναήκεϊ χαλκῷ, τεύχεα συλήσας φερέτω κοίλας ἐπὶ νῆας, σῶμα δὲ οἴκαδ' ἐμὸν δόμεναι πάλιν || αν με σκοτώσει εκείνος με το χάλκινο σπαθί του που έχει μακριά την κόψη, ας μου πάρει τα όπλα και ας τα πάει στα κοίλα καράβια, το σώμα μου όμως ας το δώσει πίσω στο σπίτι.

ΗΡΟΔ 1.32 οὗτος ἐκεῖνος, τὸν σὺ ζητέεις, ὄλβιος κεκλῆσθαι ἄξιός ἐστι∙ πρὶν δ' ἂν τελευτήσῃ, ἐπισχεῖν μηδὲ καλέειν κω ὄλβιον, ἀλλ' εὐτυχέα || αυτός είναι εκείνος που ζητάς, άξιος να ονομάζεται ευτυχισμένος. Πριν όμως πεθάνει κάποιος πρέπει να να συγκρατείσαι και να μην τον αποκαλείς ευτυχισμένο, αλλά τυχερό.

ΗΡΟΔ 7.228 ὦ ξεῖν', ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι || διαβάτη πες στους Λακεδαιμονίους ότι σε αυτήν εδώ τη γη είμαστε θαμένοι υπακούοντας στους νόμους τους.

ΘΟΥΚ 5.9.7 σὺ δέ, Κλεαρίδα, ὕστερον […] ἐπεκθεῖν καὶ ἐπείγεσθαι ὥς τάχιστα ξυμμεῖξαι || εσύ πάλι, Κλεαρίδα, αργότερα πέσε απάνω τους και σπεύσε να συμπλακείς μαζί τους όσο πιο γρήγορα γίνεται.

ΙΠΠΟΚΡ Αερ 24 ἀπὸ δὲ τούτων τεκμαιρόμενος τὰ λοιπὰ ἐνθυμεῖσθαι, καὶ οὐχ ἁμαρτήσῃ || εκκινώντας από αυτά πρέπει να συνάγεις τα συμπεράσματά σου και για τα υπόλοιπα, και δεν πρόκειται να αστοχήσεις.


👉 Το άναρθρο απαρέμφατο (με υποκείμενο σε πτώση αιτιατική) χρησιμοποιείται ενίοτε και ως επιφώνημα για να δηλώσει έκπληξη ή αγανάκτηση:

ΑΙΣΧ Ευμ 837-838 ἐμὲ παθεῖν τάδε, φεῦ, ἐμὲ παλαιόφρονα, κατά τε γᾶν οἰκεῖν, ἀτίετον, φεῦ, μύσος || εγώ να τα υποφέρω αυτά! εγώ ―γεμάτη αρχαία σοφία― να κατοικώ άτιμη στη γη!

ΔΗΜ 21.209 οὐκ ἂν εὐθέως εἴποιεν∙ τὸν δὲ βάσκανον, τὸν δ' ὄλεθρον, τοῦτον δ' ὑβρίζειν, ἀναπνεῖν δέ; || δεν θα έλεγαν αμέσως: αυτός ο απατεώνας, αυτός ο αλήτης! να σκεφτεί κανείς ότι μας ατιμάζει και εξακολουθεί να ανασαίνει!


👉👉👉Το υποκείμενο του απαρεμφάτου (απαρεμφατική σύνταξη):


(α) Το υποκείμενο του απαρεμφάτου μπορεί να συμπίπτει με το υποκείμενο του ρήματος, από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για ταυτοπροσωπία και το υποκείμενο, το οποίο συνήθως εννοείται και αποσιωπάται, εκφέρεται σε ονομαστική. Τα επίθετα και τα ουσιαστικά που συνοδεύουν ως επιθετικοί ή κατηγορηματικοί προσδιορισμοί το υποκείμενο του απαρεμφάτου εκφέρονται επίσης σε ονομαστική:

ΞΕΝ Αναβ 1.4.12 οἱ στρατιῶται […] οὐκ ἔφασαν ἰέναι [εννοείται: οἱ στρατιῶται] || οι στρατιώτες δεν δεχόντουσαν να προχωρήσουν.

ΞΕΝ Αναβ 1.4.13 ὁ δ' [=Κῦρος] ὑπέσχετο ἀνδρὶ ἑκάστῳ δώσειν πέντε ἀργυρίου μνᾶς [εννοείται: ὁ Κῦρος] || ο Κύρος υποσχέθηκε ότι θα δώσει σε κάθε άνδρα ποσό πέντε μνων.

ΛΥΣ 12.9 ὁ δ' [=Πείσων] ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν [εννοείται: ὁ Πείσων] || αυτός συμφώνησε να το κάνει.

ΟΜ Οδ 1.180-181 Μέντης Ἀγχιάλοιο δαΐφρονος εὔχομαι εἶναι υἱός || ο Μέντης, ο γιος του εμπειροπόλεμου Αγχιάλου είμαι και το έχω καμάρι μου.

ΘΟΥΚ 1.117.3 ξυνέβησαν Βυζάντιοι ὑπήκοοι εἶναι || οι Βυζάντιοι συμφώνησαν να είναι υπήκοοι.

* Όταν, όπως π.χ. σε περίπτωση αντιθέσεων, υπάρχει ταυτοπροσωπία, αλλά παράλληλα είναι ανάγκη να εξαρθεί το υποκείμενο του απαρεμφάτου, τότε το υποκείμενο του απαρεμφάτου, το οποίο κατά κανόνα εννοείται και αποσιωπάται, δηλώνεται ρητά και εκφέρεται με προσωπική ή αυτοπαθή αντωνυμία σε πτώση αιτιατική.

ΗΡΟΔ 2.2 οἱ Αἰγύπτιοι ἐνόμιζον ἑωυτοὺς πρώτους γενέσθαι πάντων ἀνθρώπων οι Αιγύπτιοι πίστευαν ότι αυτοί ήταν που είχαν δημιουργηθεί πρώτοι από όλους τους ανθρώπους [αυτοί, και όχι άλλοι].

ΗΡΟΔ 1.34 Κροῖσος ἐνόμιζε ἑωυτὸν εἶναι ἀνθρώπων ἁπάντων ὀλβιώτατον || ο Κροίσος πίστευε πως είναι ο πιο ευτυχισμένος από όλους τους ανθρώπους.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.5.16 νομίζετε ἐν τῇδε τῇ ἡμέρᾳ ἐμέ τε κατακεκόψεσθαι καὶ ὑμᾶς οὐ πολὺ ἐμοῦ ὕστερον || να ξέρετε ότι μέσα στην ίδια μέρα και εγώ θα κατασφαγιαστώ και σεις οι ίδιοι όχι πολύ αργότερα από μένα.

ΠΛ ΙππΜ 282e οἶμαι ἐμὲ πλείω χρήματα εἰργάσθαι ἢ ἄλλους || νομίζω ότι έκανα περισσότερα χρήματα από τους άλλους.

ΔΗΜ 24.8 βουλοίμην δ' ἂν ἐμέ τε τυχεῖν ὧν βούλομαι, τοῦτόν τε παθεῖν ὧν ἄξιός ἐστι || επιθυμία μου θα ήταν εγώ να πετύχω αυτά που θέλω και αυτός να πάθει αυτά που του αξίζουν.

* Αντί για την αιτιατική ἑαυτὸν μπορεί, όταν πρόκειται για αντιαδιαστολή προσώπων, να χρησιμοποιείται, εξαιτίας της έλξης, και η ονομαστική αὐτὸς ή, σπανιότερα, ονομαστικές όπως σφεῖς, ὑμεῖς:

ΘΟΥΚ 4.28.2 [Κλέων] οὐκ ἔφη αὐτὸς ἀλλ' ἐκεῖνον [Νικίαν] στρατηγεῖν || ο Κλέων είπε πως δεν είναι στρατηγός ο ίδιος, αλλά εκείνος [ο Νικίας].

ΔΗΜ 9.74 εἰ δ' οἴεσθε Χαλκιδέας τὴν Ἑλλάδα σώσειν ἢ Μεγαρέας, ὑμεῖς δ' ἀποδράσεσθαι τὰ πράγματα, οὐκ ὀρθῶς οἴεσθε || αν όμως έχετε τη γνώμη ότι θα σώσουν την Ελλάδα οι Χαλκιδιώτες και οι Μεγαρείς, ενώ εσείς θα αποφεύγετε να κάνετε το καθήκον σας, η γνώμη σας δεν είναι ορθή.


(β) Το υποκείμενο του απαρεμφάτου μπορεί να είναι το αντικείμενο του ρήματος, από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο ή και άλλο όνομα, και τότε γίνεται λόγος για ετεροπροσωπία. Το υποκείμενο του απαρεμφάτου εκφέρεται κατά κανόνα σε αιτιατική πτώση:

ΟΜ Ιλ 1.521 καί τέ μέ φησι μάχῃ Τρώεσσιν ἀρήγειν || λέει ότι στη μάχη βοηθάω τους Τρώες.

ΗΡΟΔ 1.126 ὑμέας ἥγημαι ἄνδρας Μήδων εἶναι οὐ φαυλοτέρους || και για σας έχω τη γνώμη πως δεν είστε χειρότεροι από τους Μήδους.

ΞΕΝ Απομν 1.1.19 Σωκράτης πάντα ἡγεῖτο θεοὺς εἰδέναι || ο Σωκράτης πίστευε ότι οι θεοί γνωρίζουν τα πάντα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 2.4.15 ἐλπίζω ἐκείνους ἐλθεῖν ἂν πρὸς σὲ μᾶλλον ἢ πρὸς ἐμέ || πιστεύω ότι εκείνοι είναι πιο πιθανό να προσέλθουν σε σένα παρά σε μένα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 8.1.28 ἐτεκμαίρετο δὲ τοῦτο οὕτως ἕξειν ἐκ τοῦδε || έβγαζε το συμπέρασμα ότι αυτό θα είναι έτσι από το εξής.

ΠΛ Πολ 567a ἄν γέ τινας ὑποπτεύῃ μὴ ἐπιτρέψειν αὐτῷ ἄρχειν || και αν υποψιάζεται ότι μερικοί δεν θα του επιτρέψουν να κυβερνά.

ΙΣΟΚΡ 8.39 ὑμᾶς δὲ χρὴ πρῶτον τοῦτο γιγνώσκειν || εσείς πρέπει πρώτα πρώτα να γνωρίζετε το εξής.

Όταν το ρήμα από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο συντάσσεται με ένα αντικείμενο, το οποίο είναι ταυτόχρονα υποκείμενο του απαρεμφάτου, τότε το τελευταίο εκφέρεται χωρίς αιτιατική, οι ενδεχόμενοι κατηγορηματικοί προσδιορισμοί όμως εκφέρονται (έλξη) στην πτώση αυτού του αντικειμένου:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 3.3.55 οὐδ' ἂν τούτοις ἐπίστευον ἐμμόνοις ἔσεσθαι || δεν θα πίστευα ότι αυτοί θα είναι σταθεροί.

Η πτώση του κατηγορουμένου στην απαρεμφατική σύνταξη συμφωνεί με το υποκείμενο:

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.4.17 ἐρωτώμενος, ποδαπὸς εἴη, Πέρσης ἔφη εἶναι || όταν ρωτήθηκε από πού κατάγεται, είπε ότι είναι Πέρσης.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.3.6 νομίζω ὑμᾶς ἐμοὶ εἶναι καὶ φίλους καὶ συμμάχους || νομίζω ότι εσείς είστε για μένα και φίλοι και σύμμαχοι.


Εάν όμως το υποκείμενο του απαρεμφάτου είναι το ίδιο με το αντικείμενο (σε πτώση γενική ή δοτική) του ρήματος εξαρτήσεως, τότε συχνά παραλείπεται και το κατηγορούμενο είτε έλκεται και εκφέρεται σε γενική η δοτική, είτε εκφέρεται σε αιτιατική πτώση συμφωνώντας με το παραλειπόμενο υποκείμενο του απαρεμφάτου,

πρβ. αφενός:

ΗΡΟΔ 5.80 δοκέω ἡμῖν Αἰγινητέων δέεσθαι τὸν θεὸν χρῆσαι τιμωρητήρων γενέσθαι || νομίζω ότι ο χρησμός του θεού λέει να παρακαλέσουμε τους Αιγινήτες να γίνουν τιμωροί των εχθρών μας.

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.1.21 νῦν σοι ἔξεστιν, ὦ Ξενοφῶν, ἀνδρὶ γενέσθαι || τώρα, Ξενοφώντα, μπορείς να αναδειχτείς σε σπουδαίο άνδρα.


πρβ. αφετέρου:

ΗΡΟΔ 6.100 Ἐρετριέες Ἀθηναίων ἐδεήθησαν σφίσι βοηθοὺς γενέσθαι || οι Ερετριείς παρακάλεσαν τους Αθηναίους να σταθούν βοηθοί τους.

ΞΕΝ Ελλ 4.8.4 ὦ ἄνδρες, νῦν ἔξεστιν ὑμῖν εὐεργέτας φανῆναι τῶν Λακεδαιμονίων || άνδρες, τώρα μπορείτε να αναδειχτείτε σε ευεργέτες των Λακεδαιμονίων.

Εάν το ρήμα από το οποίο εξαρτάται το απαρέμφατο εκφέρεται σε μετοχή, τότε το κατηγορούμενο του απαρεμφάτου ακολουθεί την πτώση της μετοχής:

ΗΡΟΔ 1.176 τῶν Λυκίων φαμένων Ξανθίων εἶναι || οι Λύκιοι που ισχυρίζονται πως είναι Ξάνθιοι.

ΠΛ Απολ 21b ἦλθον ἐπί τινα τῶν δοκούντων σοφῶν εἶναι || πήγα σε κάποιον που νόμιζε ότι είναι σοφός.

ΗΡΟΔ 5.64 ἅμα Ἀθηναίων τοῖσι βουλομένοισι εἶναι ἐλευθέροισι ἐπολιόρκεε τοὺς τυράννους || μαζί με του Αθηναίους που ήθελαν να ζουν ελεύθεροι πολιορκούσε τους τυράννους.

ΠΛ Μενεξ 238d τὰς ἀρχὰς δίδωσι τοῖς ἀεὶ δόξασιν ἀρίστοις εἶναι || τα αξιώματα και τις κυβερνητικές θέσεις τα δίνουν σε εκείνους που κρίθηκαν ότι είναι οι καλύτεροι.


Το υποκείμενο του απαρεμφάτου μπορεί να παραλείπεται όταν είναι γενικό και αόριστο όπως το τινά, τινάς, ἀνθρώπους. Στην περίπτωση αυτήν το κατηγόρημα ή άλλοι κατηγορηματικοί προσδιορισμοί εκφέρονται σε αιτιατική:

ΠΛ Μεν 97a οὐκ ἔστιν ὀρθῶς ἡγεῖσθαι, ἐὰν μὴ φρόνιμος ᾖ || δεν είναι δυνατό να κυβερνήσει κανείς ορθά εφόσον δεν έχει φρόνηση

ΙΣΟΚΡ 2.15 φιλάνθρωπον εἶναι δεῖ || πρέπει να είναι κανείς φιλάνθρωπος.




ΤΟ ΕΝΑΡΘΡΟ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ


👉 Το φαινόμενο της εκφοράς του απαρεμφάτου με άρθρο αποτελεί μια ιδιάζουσα αντίθεση προς την ιστορική εξέλιξη του γλωσσικού αυτού φαινομένου στο μέτρο που το απαρέμφατο, το οποίο από ένα ρηματικό αφηρημένο ουσιαστικό τείνει να εξομοιωθεί όλο και περισσότερο με το ρήμα, επαναπροσλαμβάνει τώρα χαρακτηριστικά που φαίνεται να είχε αποβάλει. Απόληξη αυτής της εκ των υστέρων ουσιαστικοποίησης του απαρεμφάτου είναι ο σχηματισμός τέτοιων ουσιαστικών, για τα οποία δεν υπάρχει πλέον η αίσθηση ότι πρόκειται για ρηματικά αφηρημένα που δηλώνουν την καθαρή ρηματική ενέργεια, αλλά φαίνεται να αποκτούν μια σχεδόν εντελώς συγκεκριμένη σημασία. Ένα παράδειγμα για τούτη την εξέλιξη είναι τὸ ζῆν που από τον 5ο αιώνα π.Χ. και εξής γίνεται όλο και πιο δημοφιλέστερο. Το απαρέμφατο αυτό εμφανίζεται τώρα σε φράσεις όπως τὸ τῶν ἀνθρώπων ζῆν, με μια σπάνια δηλαδή γενική ως υποκείμενο, ενώ σε συνάψεις όπως εἰς ἕτερον ζῆν το απαρέμφατο δεν διαφέρει σε τίποτα πλέον από ένα ουσιαστικό. Τέτοια ουσιαστικοποιημένα απαρέμφατα θεωρούνται και τα νεοελληνικά το φαΐ (από το αρχαιοελληνικό τὸ φαγεῖν), το φιλί (από τὸ φιλεῖν).

👉 Η διεργασία της (επανα)ουσιαστικοποίησης του απαρεμφάτου με τη χρήση του άρθρου αρχίζει ήδη στον Όμηρο, όπου όμως έναρθρο απαρέμφατο φαίνεται να απαντά μόνο μια φορά στην Οδύσσεια (20.52 ἀνίη καὶ τὸ φυλάσσειν πάννυχον ἐγρήσσοντα "είναι ανυπόφορο το να ξαγρυπνά κάποιος όλη τη νύχτα"). Η εξέλιξη αυτή κορυφώνεται ωστόσο στην κλασική πεζογραφία, και ειδικότερα στον Θουκυδίδη, στον οποίον η συχνότητα των έναρθρων απαρεμφάτων υπολογίζεται ότι είναι κατά εννέα φορές μεγαλύτερη από τον Ηρόδοτο. Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται εδώ σε όλες τις δυνατές για ένα αφηρημένο όνομα συνάψεις.

👉 Η μεγάλη συχνότητα της χρήσης του έναρθρου απαρεμφάτου στον 5ο αιώνα δεν είναι τυχαία. Την περίοδο αυτή υπάρχει μεγάλη ανάγκη για αφηρημένα εκφραστικά μέσα. Έτσι, παράλληλα με τον πολλαπλασιασμό των ρηματικών αφηρημένων πολλαπλασιάζονται και τα ονοματικά αφηρημένα σε -σις. Σε αντίθεση όμως προς τα τελευταία, τα έναρθρα ουσιαστικοποιημένα απαρέμφατα είχαν το εξής πλεονέκτημα: Μπορούσαν να παρακολουθούν το ρήμα στη σύνταξή του όπως και στις αποχρώσεις του χρόνου, του τρόπου και της διάθεσης, διατηρώντας παράλληλα τις συντακτικές δυνατότητες και λειτουργίες του ονόματος, δηλαδή την πτωτική σύνταξη που επέτρεπε σε αυτό το είδος απαρεμφάτου να συναφθεί με κάθε είδους σχέση με άλλα μέρη της πρότασης.

👉 Η έναρθρη εκφορά του απαρεμφάτου είναι υποχρεωτική όταν αυτό συνοδεύεται από έναν προσδιορισμό σε δοτική ή γενική ή από προθέσεις.

👉 Για το υποκείμενο του έναρθρου απαρεμφάτου ισχύει ό,τι και για το υποκείμενο του του άναρθρου:


• Σε περίπτωση ταυτοπροσωπίας με το υποκείμενο του κύριου ρήματος το υποκείμενο του απαρεμφάτου αποσιωπάται ενώ το ενδεχόμενο κατηγορούμενο ή οι κατηγορηματικοί προσδιορισμοί του αποσιωπώμενου υποκείμενου του απαρεμφάτου εκφέρονται, λόγω έλξης, σε ονομαστική:

ΘΟΥΚ 2.65.10 ὀρεγόμενοι τοῦ πρῶτος ἕκαστος γίγνεσθαι ἐτράποντο καθ' ἡδονὰς τῷ δήμῳ καὶ τὰ πράγματα ἐνδιδόναι || καθώς ο καθένας επεδίωκε να γίνει πρώτος κατέφυγαν στο να υποχωρούν στον λαό και να παραδίδουν στα χέρια του, σύμφωνα με τις επιθυμίες του, ακόμη και τις υποθέσεις της πόλης.

ΑΝΔΟΚ 2.9 τό γε δυστυχέστατος εἶναι ἀνθρώπων οὐδαμῇ ἐκφεύγω || δεν μπορώ να ξεφύγω με κανέναν τρόπο από το να είμαι ο πιο δυστυχισμένος άνθρωπος.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.23 ἐκ πάντων ἀνθρώπων τὸ ἀξιόπιστοι εἶναι ἀποβαλεῖτε || όλοι οι άνθρωποι θα πάψουν να σας θεωρούν αξιόπιστους.

ΞΕΝ Κυν 12.21 ἡ δὲ [ἀρετὴ] πανταχοῦ πάρεστι διὰ τὸ εἶναι ἀθάνατος η αρετή είναι πανταχού παρούσα επειδή είναι αθάνατη.

ΠΛ Πολ 526b εἴς γε τὸ ὀξύτεροι αὐτοὶ αὑτῶν γίγνεσθαι πάντες ἐπιδιδόασι || όλοι τους τουλάχιστον προοδεύουν στο να υπερβάλλουν τον εαυτό τους στην οξύνοια.

ΔΗΜ 8.11 οὐδενὶ τῶν πάντων πλέον κεκράτηκε Φίλιππος, ἢ τῷ πρότερος πρὸς τοῖς πράγμασι γίγνεσθαι || σε τίποτα δεν οφείλει ο Φίλιππος την επικράτησή του τόσο όσο στο ότι ήταν πρώτος στο πεδίο τη μάχης.

Σε περίπτωση ετεροπροσωπίας εκφέρεται κατά κανόνα σε αιτιατική:

ΛΥΚΟΥΡ 91 τὸ ἐλθεῖν τοῦτον οἶμαι … || το ότι αυτός ήρθε νομίζω κλπ.

👉 Μόνο σε ορισμένες πολύ σπάνιες περιπτώσεις ετεροπροσωπίας το υποκείμενο του έναρθρου απαρεμφάτου εκφέρεται αντί για αιτιατική σε γενική υποκειμενική (πρβ. στο παράδειγμα από τον Ξενοφώντα την αντιδιαστολή γιγνώσκω τὰς τούτων ἀπειλὰς καὶ τὸ ἄλλων κολάζειν):

ΞΕΝ ΚΑναβ 7.7.24 γιγνώσκω τὰς τούτων ἀπειλὰς οὐχ ἦττον σωφρονιζούσας ἢ ἄλλων τὸ ἤδη κολάζειν ξέρω ότι οι απειλές από την πλευρά αυτών δεν είναι λιγότερο αποτελεσματικές από την άμεση επιβολή τιμωρίας από την πλευρά άλλων.

ΔΗΜ 19.269 τό γ' εὖ φρονεῖν αὐτῶν μιμεῖσθε || μπορείτε να μιμηθείτε τουλάχιστον τη σύνεση που τους διέκρινε.


👉 Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται, όπως και το άναρθρο, ως υποκείμενο σε πτώση ονομαστική:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.1.11 τὸ ἐρᾶν ἐθελούσιόν ἐστιν || το να αγαπά κανείς εξαρτάται από τη θέληση του ανθρώπου.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 5.4.19 τὸ ἁμαρτάνειν ἀνθρώπους ὄντας οὐδὲν οἶμαι θαυμαστόν || το να σφάλουμε δεν το θεωρώ καθόλου παράξενο μιας και είμαστε άνθρωποι.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.5.82 οὐ τὸ μὴ λαβεῖν τὰ ἀγαθὰ οὕτω χαλεπόν, ὥσπερ τὸ λαβόντα στερηθῆναι λυπηρόν || δεν είναι τόσο δυσάρεστο να μην αποκτήσει κανείς αγαθά, όσο λυπηρό είναι να τα χάσει αφού τα αποκτήσει.

ΠΛ Φαιδ 71c τῷ ζῆν ἐστί τι ἐναντίον, ὥσπερ τῷ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν; || υπάρχει κάτι αντίθετο στη ζωή, όπως ο ύπνος είναι αντίθετος στην εγρήγορση;

ΙΣΟΚΡ 2.2 τοὺς μὲν γὰρ ἰδιώτας ἐστὶ πολλὰ τὰ παιδεύοντα, μάλιστα μὲν τὸ μὴ τρυφᾶν ἀλλ' ἀναγκάζεσθαι περὶ τοῦ βίου καθ' ἑκάστην τὴν ἡμέραν βουλεύεσθαι || διότι πολλά είναι εκείνα που συντελούν στη μόρφωση όσων δεν ασκούν δημόσια αξιώματα, προπαντός όμως το ότι δεν ζουν μια ζωή μέσα στην πολυτέλεια, αλλά είναι αναγκασμένοι να έχουν την καθημερινή έγνοια των μέσων διαβίωσης.


👉 Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται, όπως και το άναρθρο, ως επεξήγηση μιας προηγούμενης λέξης, και ειδικότερα μιας αντωνυμίας:

ΗΡΟΔ 1.137 αἰνέω καὶ τόνδε [τὸν νόμον], τὸ μὴ μιῆς αἰτίης εἵνεκα μηδένα φονεύειν || επικροτώ και αυτή τη συνήθεια, το να μη επιτρέπεται δηλαδή να σκοτώσει κανείς κάποιον για μια και μόνη αιτία.

ΘΟΥΚ 1.41.2 καὶ ἡ εὐεργεσία αὕτη τε καὶ ἡ ἐς Σαμίους, τὸ δι' ἡμᾶς Πελοποννησίους αὐτοῖς μὴ βοηθῆσαι, παρέσχεν ὑμῖν Αἰγινητῶν ἐπικράτησιν || και αυτή η ευνοϊκή για σας πράξη όπως και αυτή προς τους Σαμίους, το να μη τους βοηθήσουν δηλαδή χάρη σε μας οι Πελοπονήσιοι, σας εξασφάλισε τη νίκη κατά των Αιγινητών.

ΠΛ Γοργ 483c τοῦτό ἐστι τὸ ἀδικεῖν, τὸ πλέον τῶν ἄλλων ζητεῖν ἔχειν || αυτό είναι το να αδικείς, το να επιδιώκεις δηλαδή να κατέχεις περισσότερα από τους άλλους.

👉 Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται (όπως και το άναρθρο) και ως αντικείμενο μεταβατικών ρημάτων σε πτώση αιτιατική:

ΗΡΟΔ 9.79 τὸ μὲν εὐνοέειν τε καὶ προορᾶν ἄγαμαί σευ || θαυμάζω την καλή σου διάθεση και προνοητικότητα.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.21 ὁ Κῦρος ἐφέρετο, ὁρῶν τὸ παίειν τὸν ἁλισκόμενον || ο Κύρος ορμούσε κοιτάζοντας να χτυπά όποιον προλάβαινε.

ΠΛ Γοργ 522e αὐτὸ τὸ ἀποθνῄσκειν οὐδεὶς φοβεῖται […] τὸ δὲ ἀδικεῖν φοβεῖται || αυτό καθαυτό το να πεθάνει δεν το φοβάται κανείς, το να αδικεί το φοβάται.

ΠΛ Απολ 28d δείσας τὸ ζῆν || φοβήθηκε να ζήσει.

👉 Σε αιτιατική εκφέρεται το έναρθρο απαρέμφατο και ως εμπρόθετος προσδιορισμός σε συνάφεια με τις προθέσεις διά (= επειδή, διότι), ἐπί, πρός, εἰς (για, για να, προς, στο να), κατά και ενίοτε εἰς (= σε, σε σχέση με, ως προς), παρά (= σε σύγκριση με), μετά (μετά, κατόπιν), περί (αναφορικά με, για):

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.4.3 [ὁ Κῦρος] διὰ τὸ φιλομαθὴς εἶναι πολλὰ τοὺς παρόντας ἀνηρώτα […] καὶ […] διὰ τὸ ἀγχίνους εἶναι ταχὺ ἀπεκρίνετο || ο Κύρος επειδή ήθελε να μαθαίνει ρωτούσε πολλά τους παρόντες και επειδή ήταν έξυπνος απαντούσε αμέσως.

ΞΕΝ Απομν 1.2.1 πρὸς τὸ μετρίως δεῖσθαι πεπαιδευμένος || εξασκημένος στο να αρκείται στα απαραίτητα.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.3.1 Κῦρος πάντων τῶν ἡλίκων διαφέρων ἐφαίνετο καὶ εἰς τὸ ταχὺ μανθάνειν ἃ δέοι καὶ εἰς τὸ καλῶς καὶ ἀνδρείως ἕκαστα ποιεῖν || ο Κύρος φαινόταν πως ξεπερνούσε όλους τους συνομηλίκους του και ως προς την ταχύτητα στη μάθηση εκείνων που έπρεπε να μαθαίνει και ως προς τον εύστοχο και αρμόζοντα τρόπο πραγματοποίησης κάθε έργου.

ΘΟΥΚ 1.41.2 τῶν ἁπάντων ἀπερίοπτοί εἰσι παρὰ τὸ νικᾶν || δεν υπολόγιζαν τίποτα άλλο παρά το να νικήσουν.

ΗΡΟΔ 6.67 ὁκοῖόν τι εἴη ἄρχειν μετὰ τὸ βασιλεύειν || πώς είναι το να ασκεί κανείς ένα αξίωμα μετά από το να είναι βασιλιάς (αφού χρημάτισε βασιλιάς).

ΙΣΟΚΡ 12.229 ἄνδρα περὶ τὸ λέγειν γεγυμνασμένον || άνδρα εξασκημένο στο να ρητορεύει.


 👉 Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται, όπως και το άναρθρο, ως αιτιατική του κατά τι ή της αναφοράς:

ΣΟΦ Αντ 79 τὸ δὲ βίᾳ πολιτῶν δρᾶν ἔφυν ἀμήχανος || δεν είμαι φτιαγμένη να πράττω αντίθετα προς τη βούληση των πολιτών.

👉 Η γενική του έναρθρου απαρεμφάτου χρησιμοποιείται:

• ως αντικείμενο:

ΑΙΣΧ ΠρομΔ 681 τοῦ ζῆν ἀπεστέρησεν || του αφαίρεσε τη ζωή.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.15 ἄρξαντες τοῦ διαβαίνειν || αρχίσατε τη διάβαση [του Ευφράτη].

ΠΛ Φαιδ 117a γλιχόμενος τοῦ ζῆν || λαχταρώντας τη ζωή.


• συνηθισμένη είναι η χρήση της γενικής του απαρεμφάτου (ιδίως από τον Θουκυδίδη και εξής) για τη δήλωση του σκοπού:

ΘΟΥΚ 2.32. ἐτειχίσθη Ἀταλάντη ὑπὸ Ἀθηναίων τοῦ μὴ λῃστὰς κακουργεῖν τὴν Εὔβοιαν || η Αταλάντη οχυρώθηκε από τους Αθηναίους για να μη λεηλατούν οι ληστές την Εύβοια.

ΘΟΥΚ 1.4.1 Μίνως τὸ λῃστικὸν καθῄρει ἐκ τῆς θαλάσσης τοῦ τὰς προσόδους μᾶλλον ἰέναι αὐτῷ || ο Μίνως εκκαθάρισε την θάλασσα από τους ληστές για να εισρέουν τα εισοδήματα σε αυτόν τον ίδιο.

ΘΟΥΚ 8.39.4 ἀγγελίαν ἔπεμπον τοῦ ξυμπαρακομισθῆναι || έστειλαν μήνυμα για να έρθουν να τους συνοδεύσουν.


• ως γενική της αιτίας:

ΕΥΡ ΙΑ 677 ζηλῶ σε μᾶλλον ἢ 'με τοῦ μηδὲν φρονεῖν || σε μακαρίζω πιο πολύ από μένα επειδή δεν ξέρεις τίποτα.

• στη σύγκριση:


ΞΕΝ ΚΠαιδ 1.5.13 τί οὖν ἐστιν ἢ τοῦ ἀλέξασθαι δικαιότερον ἢ τοῦ τοῖς φίλοις ἀρήγειν κάλλιον; || Τι λοιπόν είναι δικαιότερο από το να αποκρούσεις τον εχθρό ή από το να βοηθάς τους φίλους;

ΠΛ Συμπ 218d ἐμοὶ μὲν οὐδέν ἐστι πρεσβύτερον τοῦ ὡς ὅ τι βέλτιστον ἐμὲ γίγνεσθαι || για μένα δεν υπάρχει σπουδαιότερο πράγμα από το να γίνω όσο το δυνατόν τελειότερος.

ΔΗΜ 1.23 δοκεῖ τὸ φυλάξαι τἀγαθὰ τοῦ κτήσασθαι χαλεπώτερον εἶναι || φαίνεται ότι το να διατηρήσει κανείς τα αγαθά είναι δυσκολώτερο από το να τα αποκτήσει.


• ως εμπρόθετοςπροσδιορισμός με τις προθέσεις ἀντί (=αντί), ἐξ, ἀπό, ἐπί, πρό, ὑπέρ (= για, για να), διά (= μέσω, εξαιτίας), μετά (= με, μαζί με, κατά), περί (περί, σχετικά με, για), ἕνεκα, χάριν (εξαιτίας, για χάρη), χωρίς (= εκτός αυτού, πέρα από αυτό, χώρια που), ἄνευ(= χωρίς, πέρα από το ότι, ἄνευ τοῦ = ακόμη και αν δεν), πλήν (= εκτός από το ότι), μέχρι:

ΘΟΥΚ 7.28.1 [ἡ πόλις] ἀντὶ τοῦ πόλις εἶναι φρούριον κατέστη || [η πόλη] αντί για πόλη κατάντησε φρούριο.

ΛΥΚΟΥΡ Λεωκ 20 πρὸ τοῦ ἀνεβαίνειν τοὺς μάρτυρας βραχέα βούλομαι διαλεχθῆναι ὑμῖν || προτού ανέλθουν στο βήμα οι μάρτυρες θέλω να σας πω κάτι.

ΙΣΟΚΡ 7.64 ἕτοιμοί εἰσιν ὁτιοῦν πάσχειν ὑπὲρ τοῦμὴ ποιεῖν τὸ προσταττόμενον || είναι πρόθυμοι να υποστούν ο,τιδήποτε προκειμένου να μην εκτελέσουν αυτό που τους διατάζουν.

ΙΣΟΚΡ 7.23 δημοτικωτέραν ἐνόμιζον εἶναι ταύτην τὴν κατάστασιν ἢ τὴν διὰ τοῦ λαγχάνειν γιγνομένην || πίστευα ότι αυτός ο τρόπος εκλογής ήταν δημοκρατικότερος από αυτόν που γίνεται μέσω κλήρωσης.

ΘΟΥΚ 1.6.5 λίπα μετὰ τοῦ γυμνάζεσθαι ἠλείψαντο || κατά την άθληση αλείβονταν στο σώμα με λίπος.

ΔΗΜ 13.2 εἰ μὲν οὖν μετὰ τοῦ πράττειν ἃ προσήκει καὶ τὸ λαμβάνειν κατασκευάσεσθε || αν λοιπόν ρυθμίσετε έτσι τα πράγματα ώστε η είσπραξη των χρημάτων να συνδυάζεται με το να πράττετε όσα πρέπει.

ΘΟΥΚ 4.84.2 οἱ δὲ περί τοῦ δέχεσθαι αὐτὸν κατ' ἄλλήλους ἐστασίαζον || αυτοί μάχονταν μεταξύ τους σχετικά με το αν πρέπει να τον δεχτούν στην πόλη τους.

ΞΕΝ ΚΑναβ 3.4.35 οἱ ἵπποι πεποδισμένοι εἰσὶ τοῦ μὴ φεύγειν ἕνεκα || τα άλογα ήταν δεμένα στα πόδια για να μη φύγουν.

ΠΛ Συμπ 184b οὐδὲν δοκεῖ τούτων οὔτε βέβαιον οὔτε μόνιμον εἶναι, χωρὶς τοῦ μηδὲ πεφυκέναι ἀπ΄ αὐτῶν γενναίαν φιλίαν || τίποτα από αυτά δεν φαίνεται να είναι ούτε σταθερό ούτε μόνιμο, χώρια που δεν γεννιέται από αυτά μια γενναιόδωρη φιλία.


• με επιρρήματα όπως μεταξύ, ἔξω, ἐγγύς, πόρρω μαζί με το εἶναι, γίγνεσθαι κτό.:

ΠΛ Φαιδ 96e πόρρω που ἐμὲ εἶναι τοῦ οἴεσθαι περὶ τούτων του τὴν αἰτίαν εἰδέναι || απέχω πολύ από το να πιστεύω ότι γνωρίζω την αιτία κανενός από αυτά.

👉 Το έναρθρο απαρέμφατο εκφερόμενο σε πτώση δοτική χρησιμοποιείται κυρίως:

• ως δοτική της αιτίας:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.5.9 ἐβριμοῦτό τε τῷ Κύρῳ καὶ τοῖς Μήδοις τῷ καταλιπόντας αὐτὸν ἔρημον οἴχεσθαι || ήταν πολύ οργισμένος με τον Κύρο και τους Μήδους γιατί τον άφησαν χωρίς φρουρά και έφυγαν.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.5.9 ἡ βασιλέως ἀρχὴ τῷ διεσπάσθαι τὰς δυνάμεις ἀσθενὴς [ἦν] || η εξουσία του βασιλιά ήταν εξασθενημένη εξαιτίας της διάσπασης των στρατιωτικών του δυνάμεων.

• ως δοτική του οργάνου ή του μέσου:

ΔΗΜ 8.11 οὐδενὶ τῶν πάντων πλέον κεκράτηκε Φίλιππος, ἢ τῷ πρότερος πρὸς τοῖς πράγμασι γίγνεσθαι σε τίποτα δεν οφείλει ο Φίλιππος την επικράτησή του τόσο όσο στο ότι ήταν πρώτος στο πεδίο τη μάχης.

• ως εμπρόθετος προσδιορισμός, κυρίως, με τις προθέσεις ἐν, ἐπί (= διότι, εξαιτίας, για, με σκοπό, υπό τον όρο ότι):

ΘΟΥΚ 1.34.1 οὐ γὰρ ἐπὶ τῷ δοῦλοι, ἀλλ' ἐπὶ τῷ ὁμοῖοι τοῖς λειπομένοις εἶναι ἐκπέμπονται || γιατί οι άποικοι δεν στέλνονται στους προορισμούς τους για να γίνουν δούλοι, αλλά για να έχουν ίδια δικαιώματα με αυτούς που παραμένουν στη μητρόπολη.

ΞΕΝ Απομν 4.8.2 [Σωκράτης] ἐθαυμάζετο ἐπὶ τῷ εὐθύμως καὶ εὐκόλως ζῆν || ο Σωκράτης προκαλούσε θαυμασμό για τον χαρούμενο και ξένιαστο τρόπο ζωής του.


• σε σύναψη με το επίρρημα ἅμα:

ΠΛ Πολ 468d ἅμα τῷ τιμᾶσθαι καὶ τὴν ἰσχὺν αὐξήσει || μαζί με την αναγνώριση θα του αυξήσει και τη δύναμή του.

👉 Το έναρθρο απαρέμφατο χρησιμοποιείται, όπως και το άναρθρο, ως επιφώνημα:

ΞΕΝ ΚΠαιδ 2.2.4 τῆς τύχης, τὸ ἐμὲ νῦν κληθέντα δεῦρο τυχεῖν τι ατυχία! Να είμαι καλεσμένος τώρα εδώ!




Πηγές:








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου