Ψέμα μετά πολλών δεδομένων
Της Λίλιαν Μήτρου

Διόλου παράδοξο που χιλιάδες ακροατές πίστεψαν στην εισβολή των εξωγήινων στις ΗΠΑ παρά την προειδοποίηση του ραδιοσταθμού ότι επρόκειτο για προϊόν μυθοπλασίας: η δυνατότητα διασταύρωσης κι εξακρίβωσης της αλήθειας ήταν περιορισμένη και η εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης δεδομένη.
Σχεδόν 90 χρόνια μετά βιώνουμε την εποχή της πληροφοριακής πλημμύρας, στοιχείο της οποίας είναι η ραγδαία αύξηση των ψευδών «ειδήσεων». Ηδη το 1996 ο Λουτσιάνο Φλορίντι, σε ένα διεισδυτικό κείμενο, παραφράζοντας τον Χάξλεϊ, αναφερόταν στο Brave.Net.World και στην παραπληροφόρηση ως ενδογενές χαρακτηριστικό του Διαδικτύου. Η κυριαρχία των πλατφορμών και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προσέδωσε νέες, εκρηκτικές διαστάσεις σε ένα φαινόμενο σύμφυτο με την ανθρώπινη επικοινωνία.
Τα fake news αναδείχθηκαν το 2016 σε λέξη της χρονιάς. Οι προβληματισμοί αυτοί δεν εμπόδισαν ωστόσο την επικράτηση της – εν πολλοίς σκιώδους – διαδικτυακής καμπάνιας υπέρ του Brexit που εμπλουτίστηκε με ψευδείς δηλώσεις, ανύπαρκτους δείκτες εγκληματικότητας, ανεδαφικές υποσχέσεις για τεράστια εξοικονόμηση δαπανών και ανάκαμψη του βρετανικού συστήματος υγείας.
Ο βομβαρδισμός με ειδήσεις, εικόνες, δεδομένα απολήγει σε ένα πληροφοριακό χάος και δεν διευκολύνει απαραίτητα τη γνώση και τη διάγνωση της αλήθειας. Στην κοινωνία και την οικονομία της προσοχής όλα εξελίσσονται γρήγορα, δεν υπάρχει χρόνος αλλά και η κουλτούρα για τη διακρίβωση της αλήθειας. Ο ψηφιακός χώρος λειτουργεί ως ιδιότυπο «άσυλο». Η ανωνυμία, η έλλειψη χρονικής και τοπικής γειτνίασης με τους συνομιλούντες, η απόσταση και η ασύγχρονη επικοινωνία επιτείνουν τον κίνδυνο του ψεύδους. Η σύγχρονη μαζική παραπληροφόρηση επενεργεί με τρόπο υπόρρητο.
Επαφίεται μεν στον αποδέκτη της να την πιστέψει, αλλά ταυτόχρονα αναμένεται να την αξιολογήσει και να τη διαδώσει. Γρήγορα, όμως, καθώς το «επίκαιρο» και το σημαντικό έχουν συντμηθεί. Αν η αμεσότητα της ανάρτησης συγκαταλέγεται στα πλεονεκτήματα της ψηφιακής ενημέρωσης, στερεί ταυτόχρονα τον απαιτούμενο χρόνο της ανασκόπησης, της σκέψης. Η ταχύτητα της διάδοσης είναι καθεαυτή στον αντίποδα της διαβούλευσης.
Κυριαρχεί η εντύπωση, την ευνοεί άλλωστε η δομή της επικοινωνίας στα ψηφιακά δίκτυα. Το συναίσθημα, οι πεποιθήσεις εξελίσσονται σε πολύ πιο επιδραστικά εργαλεία διάδοσης μιας «πληροφορίας» ή γνώμης από ό,τι η αναφορά σε δεδομένα και η αξιολόγηση αυτών. Εξάλλου, τα δεδομένα είναι πολύ περισσότερα από όσα μπορεί κανείς να καταναλώσει και να επεξεργαστεί έλλογα. Η ίδια η αρχιτεκτονική της διαδικτυακής επικοινωνίας περιχαρακώνει τους «χρήστες» σε έναν «περιφραγμένο κήπο» περιεχομένου που έχει διαμορφωθεί επί τη βάσει των δικών τους προτιμήσεων. Εν τέλει εκτίθενται μόνο στην ηχώ των δικών τους «επιλογών».
Η ποιότητα του περιεχομένου δοκιμάζεται και από τον λεγόμενο «ασυλλόγιστο λόγο» (careless speech). Συγγραφείς όπως η Σάντρα Γουάκτερ αναδεικνύουν τον κίνδυνο της ομογενοποίησης της γνώσης και της «αλήθειας» που ενέχουν οι «απαντήσεις» που παράγουν τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, όπως το ChatGPT. Απαντήσεις που είναι ή φαίνονται εύλογες, χρήσιμες και σίγουρες, αλλά – συχνά – περιέχουν πραγματικές ανακρίβειες, παραπλανητικές αναφορές και μεροληπτικές πληροφορίες.
Υπάρχει ένα νομικό καθήκον για αλήθεια; Αναμφίβολα, ναι. Για πολλούς λόγους: προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των άλλων, προστασία των θεσμών και της δημοκρατίας. Υπάρχει δικαίωμα στο ψέμα;
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σημειώνει ότι «θα ήταν ιδιαίτερα παράλογο να περιοριστεί η ελευθερία της έκφρασης μόνο σε γενικά αποδεκτές ιδέες»: (αυτή) επεκτείνεται και σε ειδήσεις για τις οποίες αμφισβητείται σοβαρά η γνησιότητά τους, θεωρώντας ωστόσο ότι οι δημοσιογράφοι έχουν καθήκον να μεταδίδουν ακριβείς πληροφορίες που αξίζουν την εμπιστοσύνη του κοινού. Μα στην ψηφιακή εποχή είμαστε όλοι πομποί και δέκτες περιεχομένου.
Μπορεί κανείς να ελέγξει το ψέμα; Οι παραδοσιακές μορφές ελέγχου είναι λειτουργικά ακατάλληλες: η δικαστική ή κάποια ρυθμιστική αρχή μπορεί να επέμβει εκ των υστέρων και μόνο με μεγάλη καθυστέρηση, αφού έχουν παγιωθεί το ψεύδος, η προσβολή, η πεποίθηση που βασίστηκε σε ψευδή δεδομένα. Πρέπει κανείς να ελέγξει το «ψέμα» ή να αφήσει τις ακριβείς ειδήσεις να επικρατήσουν των εσφαλμένων στην ελεύθερη «αγορά των ιδεών»;
Το "Υπουργείο Αλήθειας" του Όργουελ δεν είναι αποδεκτό. Η Ευρωπαϊκή Ενωση αναγνωρίζει τον ρόλο αλλά και την ευθύνη των πλατφορμών και των δικτύων ως προς την αντιμετώπιση των συστημικών κινδύνων (διάδοση παράνομου περιεχομένου, αρνητικές επιπτώσεις στην άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αρνητικές επιπτώσεις στον πολιτικό διάλογο και τις εκλογικές διαδικασίες, στη δημόσια ασφάλεια, στους ανηλίκους κ.ά.). Η απόδοση λειτουργιών ρυθμιστή και ελεγκτή – μεταξύ άλλων, της παραπληροφόρησης – του ψηφιακού κόσμου στους «πληροφοριακούς θεματοφύλακες» επικρίθηκε γιατί ενείχε και τον κίνδυνο της «ιδιωτικής λογοκρισίας».
Και ύστερα ήλθε η αναγγελία ότι – χάριν της ελευθερίας του λόγου! – πολλές αμερικανικές πλατφόρμες θα περιορίσουν το λεγόμενο fact-checking που αποσκοπεί στον εντοπισμό και τον περιορισμό της παραπληροφόρησης. Οπως και να είχε, οι μηχανισμοί αυτοί είναι «μια κάποια λύσις», καθώς ένας από τους μείζονες κινδύνους για τους θεσμούς και τη δημοκρατία είναι να μην ξέρεις πια τι να πιστέψεις…
Η κυρία Λίλιαν Μήτρου είναι καθηγήτρια του Τμήματος Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Πηγή:
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου