Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Μ.Μ.Ε. - Το επικοινωνιακό πλαίσιο και η γλώσσα τους

Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: 

το επικοινωνιακό πλαίσιο και η γλώσσα τους 


Περικλής Πολίτης (2001)




Τα μέσα ενημέρωσης από τη στιγμή που κατόρθωσαν να κερδίσουν ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό και να εδραιώσουν τη λειτουργία τους στη δημόσια ζωή των χωρών της Δύσης (κατά τον 19ο αιώνα), να γίνουν δηλαδή "μαζικά", αποτέλεσαν το σημείο συνάντησης της πολιτικής πληροφόρησης και της προώθησης οικονομικών αγαθών. Το φαινόμενο αυτό συνδέεται στενά με την άνοδο και την κυριαρχία της αστικής τάξης στο πεδίο της πολιτικής και της οικονομίας. Έτσι, οι εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής γίνονται οι βασικοί δίαυλοι της πολιτικής επικοινωνίας των κομμάτων και του Κοινοβουλίου με τα αστικά (εγγραμματισμένα) στρώματα του πληθυσμού, δηλαδή παράγοντες διαμόρφωσης της πολιτικής ιδεολογίας των αναγνωστών τους. Από την άλλη πλευρά, επειδή η βιομηχανική παραγωγή και το εμπόριο βρίσκονται στα χέρια ισχυρών μελών της αστικής τάξης, ο τύπος (με όργανο τη διαφήμιση) μετατρέπεται βαθμιαία σε μοχλό προώθησης των βιομηχανικών προϊόντων, και στη συνέχεια εξελίσσεται σε παράγοντα διαμόρφωσης αυτού που σήμερα αποκαλούμε "καταναλωτική νοοτροπία". Αργότερα (κατά τον 20ο αιώνα) το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, μέσα μεγάλου πληροφοριακού βεληνεκούς, προκαλούν πραγματική επανάσταση στη μαζική επικοινωνία, καθώς "εκλαϊκεύουν" την ενημέρωση και προσφέρουν ζωντανή και ελκυστική πρόσβαση στην επικαιρότητα για εκατομμύρια ακροατών και θεατών. Στις μέρες μας η κατάσταση ουσιαστικά δεν έχει αλλάξει, μόνο που το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ΜΜΕ τείνει να γίνει ολιγοπωλιακό, γεγονός που εξασφαλίζει σ' αυτά ανυπολόγιστη πληροφοριακή και πολιτική δύναμη κι ένα σχεδόν θεσμικό ρόλο ("τέταρτη εξουσία") μέσα στις σύγχρονες δημοκρατίες. Παράλληλα, εντάθηκε η εμπορευματική τους λειτουργία, με την καταιγιστική επέκταση της διαφήμισης και την καθιέρωση οικονομικών στηλών και εκπομπών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν το κοινό τους ταυτόχρονα ως πολίτες και καταναλωτές. Αυτό ευνόησε την παρουσία του στοιχείου της διασκέδασης (ως λόγου, κυρίως όμως ως εικόνας και ήχου) ανταγωνιστικά προς το συστατικό της πληροφόρησης και επηρέασε ποικιλότροπα τη μορφή και το περιεχόμενο όλων των μέσων.

Μέσα σ' αυτά τα ιστορικά συμφραζόμενα πρέπει να νοηθεί και το επικοινωνιακό πλαίσιο των ΜΜΕ. Τα πρόσωπα που "κάνουν το παιχνίδι" της μαζικής επικοινωνίας είναι αφενός τα επιτελεία που παράγουν τον ειδησεογραφικό και σχολιαστικό λόγο -αλλά και κάθε άλλη ποικιλία δημοσιογραφικού κειμένου- και αφετέρου τα «ακροατήρια» που τον προσλαμβάνουν και τον ερμηνεύουν. Η μεταξύ τους σχέση είναι ιδιόμορφη, καθώς υπαγορεύεται από την (τεχνική) φύση και τον κοινωνικό ρόλο των μέσων: η οιονεί συλλογική παραγωγή του δημοσιογραφικού λόγου, η ρητή ή υπόρρητη έκφραση της ιδεολογικής ταυτότητας κάθε μέσου, το μεγάλο πλήθος και η διασπορά των "ακροατηρίων", αλλά και η περιοδικότητα εκπομπής και λήψης μηνυμάτων, θεωρούνται οι κυριότερες συνιστώσες της μαζικής επικοινωνίας. Θα τις εξετάσουμε με συντομία.

Σε αντιδιαστολή προς τις περισσότερες μορφές επικοινωνίας, όπου ο παραγωγός του λόγου είναι ένα πρόσωπο, ο λόγος των ΜΜΕ εκπορεύεται από έναν πομπό πολυπρόσωπο και ιεραρχημένο. Αυτό σημαίνει ότι ενυπόγραφα και ανυπόγραφα κείμενα (προφορικά, όπως ένα ρεπορτάζ ή μια συνέντευξη, ή γραπτά, όπως ένα κύριο άρθρο ή μια έρευνα), που φαίνονται να ξεκινούν από το στόμα ή τη γραφίδα ενός ομιλητή ή συντάκτη, στην πραγματικότητα ελέγχονται και πιθανόν τροποποιούνται από το εκδοτικό επιτελείο (τους αρχισυντάκτες, τον διευθυντή σύνταξης ή τον διευθυντή-εκδότη) είτε ως προς το περιεχόμενό τους -αν η τεκμηρίωσή τους θεωρηθεί ανεπαρκής ή το σχολιαστικό τους μέρος βρεθεί να αποκλίνει από τον ιδεολογικό προσανατολισμό του μέσου-, είτε ως προς το ύφος και την οργάνωσή τους -αν δεν ανταποκρίνονται στην παράδοση που έχει διαμορφώσει το συγκεκριμένο μέσο. Και πίσω απ' όλους ο εκδότης-ιδιοκτήτης, που μπορεί να μην παρεμβαίνει γλωσσικά στην παραγωγή συγκεκριμένων κειμένων, σίγουρα όμως υπαγορεύει την εκδοτική ταυτότητα και το ιδεολογικό στίγμα του εντύπου ή του καναλιού. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να πει ότι ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος είναι στη βάση του πολυφωνικός · και με την έννοια της διακειμενικότητας (το δημοσιογραφικό κείμενο τροφοδοτείται από άλλα κείμενα τεκμηρίωσης) αλλά και με την έννοια της διαστρωμάτωσης (των επανεγγραφών και παρεμβάσεων που έχει δεχθεί ως την τελική του μορφοποίηση).

Η ιδεολογική "επιβάρυνση" των μέσων ενημέρωσης -για την οποία δέχονται συχνά επικρίσεις-, άλλοτε ως δηλωμένη προγραμματική πρόθεση των πιο μαχητικών απ' αυτά και άλλοτε ως διατυμπανιζόμενη ειδησεογραφική αμεροληψία (στην πραγματικότητα ως απόκρυψη ιδεολογίας) εκείνων που απευθύνονται σ' ένα αδιαφοροποίητο κοινό, είναι απόρροια της πρόσδεσής τους σε οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες, που τα χρησιμοποιούν ως εργαλεία για την αύξηση της δύναμής τους. Η ρητή έκφραση της ιδεολογίας ενός μέσου ενδιαφέρει κυρίως την κοινωνιολογία και στηρίζεται στην ανάλυση περιεχομένου του δημοσιογραφικού λόγου. Όμως, η γλωσσολογία και η ανάλυση λόγου ειδικότερα ενδιαφέρονται για την υπόρρητη έκφραση της ιδεολογίας, όπως αυτή κωδικοποιείται στις γραμματικές και λεξικές επιλογές ενός συντάκτη ή ομιλητή, ή διαχέεται στις προϋποθέσεις και τα υπονοήματα που μοιράζονται πομπός και δέκτες ενός δημοσιογραφικού κειμένου και που χωρίς αυτά η πρόσληψη και η κατανόησή του καθίσταται προβληματική. 

Πιο συγκεκριμένα:

👉 η χρήση λόγιων λέξεων (όλεθρος, ανέλεγκτος, ολισθαίνω), που θεωρείται ότι προσδίδουν έναν τόνο σοβαρότητας και εγκυρότητας στον λόγο·
👉 η χρήση ορολογίας (κλωνοποίηση, παγκοσμιοποίηση, διαδίκτυο), που υπαγορεύει την ιδέα του αυστηρού επιστημονικού και τεχνικού πνεύματος·
👉 η παθητικοποίηση (συνελήφθησαν είκοσι διαδηλωτές κατά τα χθεσινά επεισόδια αντί, ας πούμε, ύστερα από εντολή του αρμόδιου εισαγγελέα κ. Τάδε η αστυνομία συνέλαβε κλπ.), δηλαδή η αποφυγή της ενεργητικής σύνταξης, που θα αποκάλυπτε δρώντα πρόσωπα, υπεύθυνα για δυσάρεστα συμβάντα·
👉 η εστίαση σε αξιολογικά επίθετα (σημαντικά κέρδη των μικρών), που εξυπηρετεί ιδιαίτερα τη διατύπωση κρίσεων και σχολίων·
👉 η "διχαστική" χρήση αντωνυμιών (η ομάδα του εμείς ως έκφραση της ιδεολογικής συμπαράταξης απέναντι στην ομάδα του αυτοί ως έκφραση του αντίπαλου συνασπισμού)·
👉 οι μεταφορές (το «Βατερλό» της εξωτερικής πολιτικής, η «βουτιά» του δείκτη του Χρηματιστηρίου) και οι μετωνυμίες (η δραχμή, η Σοφοκλέους, η Αθήνα, οι Βρυξέλλες), καθιερωμένα εργαλεία μιας διεθνοποιημένης δημοσιογραφικής αργκό· 
👉 η υποδηλωτική χρήση της στίξης στον γραπτό λόγο (υποσμηναγός (!) αφαίρεσε τις απόρρητες δισκέτες, μικροί στις μεγάλες ώρες…) και ο σκόπιμος παρατονισμός στον προφορικό λόγο (ΤΟ γεγονός της χρονιάς), γνωστές στρατηγικές της λαϊκίζουσας δημοσιογραφίας, 

είναι μερικά από τα γλωσσικά μέσα που έχουν μελετηθεί και συνδεθεί με την απόκρυψη ή την υποδήλωση ιδεολογικών επιλογών.  Παράλληλα, στο μακροεπίπεδο ενός κειμένου ή λόγου, και ιδιαίτερα στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας, ανάλογο ρόλο πιστεύεται ότι παίζουν ορισμένες αξιολογικές παραδοχές γύρω από έννοιες όπως λαός, έθνος, φυλή, παράδοση, ιστορία, δημοκρατία, γλώσσα κλπ. Οι παραδοχές αυτές, αν και επίμαχες, συχνά εξυπακούονται ως άρρητες προκείμενες από όπου προκύπτουν -υποτίθεται- συμπεράσματα που το κοινό δέχεται αδιαμαρτύρητα ή, τουλάχιστον, κατανοεί χωρίς να απαιτείται λεπτομερής στήριξή τους. Συνεπώς, η ιδεολογική στράτευση ή η κομψή απόκρυψή της, με γλωσσικά εργαλεία σαν αυτά που προαναφέρθηκαν, πρέπει να θεωρηθούν θεμελιώδη γνωρίσματα του είδους της επικοινωνίας που επιδιώκουν τα ΜΜΕ αλλά και αντικείμενο διαπραγμάτευσης με το κοινό στο οποίο στοχεύουν.

Τα "ακροατήρια" των μέσων μαζικής ενημέρωσης έχουν μια φυσιογνωμία ασυνήθιστη σε άλλες περιστάσεις επικοινωνίας. Είναι γενικά πολυπληθή (όπως δηλώνει και ο φαινομενικά αθροιστικός, στην πραγματικότητα όμως βαθιά περιφρονητικός χαρακτηρισμός "μαζική"), ετερόκλητα, μεταβαλλόμενα σε αριθμό και σύνθεση, και ουσιαστικά άγνωστα ως προς την κοινωνική και δημογραφική τους ταυτότηταστους δημοσιογράφους. Στα μάτια των τελευταίων είναι -αν και υπάρχει η δυνατότητα ανάδρασης από μεριάς του κοινού με τη μορφή προσωπικών παρεμβάσεων- δυνητικά "ακροατήρια", γεγονός που επικαθορίζει την οργάνωση του περιεχομένου, την υφολογική ποικιλία αλλά και τη σημειωτική, δηλαδή την οργάνωση των εικονικών σημείων, κάθε μέσου. Γι' αυτό, τα μέσα ενημέρωσης επιδίδονται σε καθημερινό, αληθινά εξοντωτικό αγώνα, με όλα τα γλωσσικά, οπτικά ή ακουστικά μέσα που διαθέτουν, στην προσπάθειά τους να μαντέψουν προθέσεις και προσδοκίες, αρέσκειες και απαρέσκειες, και να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πολιτών-καταναλωτών. Ωστόσο, το κοινό ενός μέσου ενημέρωσης αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κατασκεύασμα της μαζικής επικοινωνίας και των συμφερόντων που αυτή εξυπηρετεί. Αν όχι τόσο η τηλεθέαση και η ακρόαση ραδιοφώνου, σίγουρα όμως η ανάγνωση εφημερίδας ή περιοδικού είναι κανονικά μοναχική, δηλαδή υπεύθυνη, πράξη, κάτι που σημαίνει ότι η περιγραφή των "ακροατηρίων" είναι λειψή, αν δεν συνυπολογιστεί και η σκοπιά του αποδέκτη: η επιλογή ενός μέσου, η πρόσληψη και η ερμηνεία της ύλης του είναι σε τελική ανάλυση προσωπική υπόθεση. Η κοινωνική, οικονομική και άλλη διαστρωμάτωση (διάβαζε "κατάτμηση") των "ακροατηρίων", που συνεπάγεται εξατομικευμένη θέαση, ακρόαση και ανάγνωση των μηνυμάτων των ΜΜΕ, είναι ο αντίλογος στην υποτιθέμενη παντοδυναμία τους. Η περιπέτεια της πρόσληψης του δημοσιογραφικού λόγου είναι η περιπέτεια της ίδιας της μαζικής επικοινωνίας με το κοινό της.

Η περιοδικότητα της ενημέρωσης είναι ο τελευταίος ρυθμιστικός της μαζικής επικοινωνίας παράγοντας που εξετάζουμε. Περιοδικότητα σημαίνει δύο πράγματα: ότι κάθε μέσο ενημέρωσης είναι υποχρεωμένο να κινείται στη διάσταση του γραμμικού χρόνου των καθημερινών γεγονότων, να "παρακολουθεί την επικαιρότητα", και ότι δεσμεύεται από τη συχνότητα με την οποία αποστέλλει στο κοινό του καινούρια μηνύματα. Τα έγχρονα μέσα (ραδιόφωνο, τηλεόραση) υπερτερούν έναντι του τύπου σε σχέση με την περιοδικότητα για λόγους προφανείς (τεχνικούς). Αλλά αυτό δεν είναι το κυριότερο: η περιοδικότητα συνδέεται με τις συνήθειες και τις προτιμήσεις που αναπτύσσει το κοινό για την ποιότητα, την ποσότητα και την ταχύτητα των πληροφοριών που δέχεται. Η τηλεόραση και το ραδιόφωνο εθίζουν τους θεατές/ ακροατές τους σε λίγες, εντυπωσιαστικές και ταχύτατα μεταδιδόμενες πληροφορίες-συμβάντα, που τους οδηγούν στο να βιώνουν ένα παρόν χωρίς διάρκεια και σύνδεση με το παρελθόν, το οποίο είναι έτοιμο να δώσει τη θέση του σε πολυάριθμα παρόμοια στιγμιαία "παρόντα" της επικαιρότητας του μέλλοντος. Αυτός ο κατατεμαχισμός του χρόνου είναι μικρότερος στον τύπο, όπου η ανάγκη σχολιασμού των γεγονότων επιτρέπει το καταστάλαγμά τους, το τόσο χρήσιμο για την κατανόηση της πραγματικότητας και των αλλαγών της. Η περιοδικότητα, τέλος, έχει επιπτώσεις και στη γλώσσα των μέσων: ο ασθμαίνων, ελλειπτικός και υποδηλωτικός, συνθηματολογικός και έντονα συναισθηματικός, σύμμετρος με τον ταχύτατα εκφερόμενο λόγο της καθημερινής συνομιλίας λόγος των έγχρονων μέσων αντιπαρατίθεται στον άνετο, πληθωρικό, επεξεργασμένο με προσοχή, λεπτομερειακό και αποδεικτικό λόγο του τύπου.

Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν είδος εισαγωγής στο ζήτημα της "γλώσσας των μέσων μαζικής ενημέρωσης". Υπάρχει, πράγματι, διακριτή ποικιλία ύφους [register] που να χαρακτηρίζει το σύνολο της δημοσιογραφικής γλώσσας -έστω της επαγγελματικής; Μπορούμε να μιλούμε για δημοσιογραφικό ύφος [journalese] άμεσα αναγνωρίσιμο από τους αποδέκτες των ΜΜΕ; Απάντηση σε τέτοια και παρόμοια ερωτήματα επιχείρησαν να δώσουν παλιότερες γλωσσολογικές εργασίες, που υποχρεώθηκαν καταρχήν να ταξινομήσουν τα είδη δημοσιογραφικών κειμένων και εν συνεχεία να επιλέξουν εκείνα που συνδέονται με την ειδησεογραφία (το κατεξοχήν αντικείμενο της δημοσιογραφίας): πρωτίστως την ειδησεογραφία την ίδια [newsreporting] και δευτερευόντως την πολιτική αρθρογραφία [presseditorials] και το πολιτικό ρεπορτάζ [pressreportage] μεταξύ των γραπτών ειδών, και τη συνέντευξη [interview] ή τα "στρογγυλά τραπέζια" [paneldiscussions] μεταξύ των προφορικών ειδών, αναγνωρίζοντας παράλληλα δύο πράγματα: πρώτον, ότι πρέπει να οριοθετήσουμε τη "δημοσιογραφική γλώσσα" αποκλείοντας είδη κειμένων με υβριδική γραμματειακή ταυτότητα, όπως το δοκίμιο, και αδιάφορα προς την επικαιρότητα, όπως το επιστημονικό άρθρο -κι ας φιλοξενούνται συχνά σε εφημερίδες και περιοδικά· και, δεύτερον, ότι ο περιληπτικός χαρακτηρισμός "δημοσιογραφική γλώσσα" δεν ορίζει μιαν αυστηρά προσδιορισμένη ποικιλία ύφους, που να μπορεί να αντιδιασταλεί προς άλλες γνωστές (θεολογική, νομική κ.ά.), επειδή η γλώσσα των επαγγελματιών δημοσιογράφων είναι υποχρεωτικά εκλεκτικιστική, καθώς υπαγορεύεται από την παράδοση κάθε είδους κειμένου χωριστά, παράδοση που με τη σειρά της προσδιορίζεται από ιστορικά και κοινωνικά συμφραζόμενα. Άρα, ο όρος γλώσσα των ΜΜΕ [medialanguage] είναι λιγότερο υφολογικός και περισσότερο τυπολογικός χαρακτηρισμός του "σκληρού πυρήνα" των κειμένων της επαγγελματικής δημοσιογραφίας, η οποία, όπως προαναφέραμε, ενδιαφέρεται κυρίως για τη μετάδοση και τον σχολιασμό των ειδήσεων.

Οι μελέτες που κινούνται στο πλαίσιο της παραδοσιακής υφολογίας εξετάζουν, μέσα από μια τυπικά περιγραφική οπτική, κυρίως τη σύνταξη και το λεξιλόγιο και -σε μικρότερο βαθμό- τη φωνολογία, τη μορφολογία ή τον επιτονισμό και τη στίξη ειδησεογραφικών και σχολιαστικών κειμένων. Συχνά, μάλιστα, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στους τίτλους της πρώτης σελίδας των εφημερίδων [headlines] ή τις περιλήψεις που ανοίγουν τα δελτία ειδήσεων στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, το "σήμα κατατεθέν " της σύγχρονης δημοσιογραφίας..

Έτσι, σε ό,τι αφορά τη σύνταξη, φαινόμενα με σχετικά υψηλή συχνότητα εμφάνισης (ιδιαίτερα στον τύπο) θεωρήθηκαν:

👉 η αντιστροφή της σειράς Υποκείμενο-Ρήμα, που σε γλώσσες όπως η νέα ελληνική δεν είναι η πλέον αναμενόμενη και χρησιμοποιείται για να προβληθεί η καινούρια πληροφορία μιας πρότασης (Σκληραίνει η στάση των Σκοπίων για το όνομα)·
👉 η πρόταξη επιρρηματικών, που φέρνει στο προσκήνιο συστατικά της καινούργιας πληροφορίας, όπως ο χώρος ή ο χρόνος των συμβάντων (Έως τις 6.00 σήμερα τα καταστήματα)·
👉 η εκτεταμένη χρήση τροποποιητών (προσδιορισμών) πριν ή μετά την κεφαλή μιας ονοματικής φράσης (ουσιαστικό) και, μάλιστα, αξιολογικών επιθέτων, που φορτίζουν συναισθηματικά τον λόγο (Ιδιαίτερα ευνοϊκό κλίμα στην οικονομία)·
👉η παθητικοποίηση, σύνταξη που εναρμονίζεται με το τυπικό, επίσημο και απρόσωπο ύφος, το οποίο συχνά υιοθετούν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι, κατεξοχήν στους τίτλους (Η διαφορά 3% θεωρείται ασφαλής από τους νικητές και ανατρέψιμη από τους ηττημένους)·
👉 η ονοματοποίηση, δηλαδή η μετατροπή μιας ρηματικής φράσης σε ονοματική, όπου το ρήμα έχει αντικατασταθεί από ομόρριζο μεταβατικό ουσιαστικό (εξοικονομώ ενέργεια --> εξοικονόμηση ενέργειας), σύνταξη που επίσης χρησιμοποιείται ως στρατηγική υψηλού ύφους·
👉 οι ελλειπτικές δομές (για παράδειγμα, η παράλειψη του άρθρου ή του ρήματος της πρότασης), που κυριαρχούν στους τίτλους των ειδήσεων (Δολάριο: σήμερα τα επιτόκια) και έλκουν την καταγωγή τους από τη λαϊκίζουσα δημοσιογραφία, η οποία καθιέρωσε ένα λόγο συνθηματολογικό και υπαινικτικό, κλπ.

Στο επίπεδο του λεξιλογίου χαρακτηριστικά φαινόμενα θεωρήθηκαν:

👉 το πλήθος νέων και ασυνήθιστων συνθέτων-ζευγών (τιμές-φωτιά, τιμολόγιο-μαϊμού, στροφή-καρμανιόλα)·
👉 το πλήθος των αξιολογικών επιθέτων που λειτουργούν ως ποιοτικά υπερθετικά (ανελέητος, πύρινος, αδιανόητος, σατανικός, εφιαλτικός)·
👉 η προτίμηση σε εκφραστικά κλισέ (Ένα βήμα πριν από…, υπάρχει άμεσος κίνδυνος να…, ραγδαίες εξελίξεις σε…)·
👉 ο εκτεταμένος δανεισμός ιδιαίτερα από την αγγλική (δάνεια μεταφραστικά, όπως κλωνοποίηση, ή δάνεια αναφομοίωτα, όπως θρίλερ, debate)·
👉 η επιμονή στο τεχνικό λεξιλόγιο (για παράδειγμα της οικονομίας, υποτίμηση, διολίσθηση, μετοχοποίηση, κεφαλαιοποίηση)·
👉 οι μεταφορές (Το πόρισμα της επιτροπής καίει τον Χ, ανάχωμα στην ανηθικότητα, τα θύματα της φτώχειας)·
👉 η μίμηση της άτυπης καθημερινής γλώσσας (Μαγειρεύει μεταθέσεις το Υπουργείο, τα βρήκαν τελικά οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών) αλλά και η πομπώδης γλώσσα (Αλώβητη εξέρχεται η οικονομία, το Έθνος θρηνεί τον θάνατο του μεγάλου ηγέτη του)·
👉 ένα μεγάλο φάσμα λέξεων που εισάγουν παραθέματα ή αφηγήσεις (είπε, επανέλαβε, δήλωσε, ομολόγησε) κλπ.

Το πρόβλημα είναι ότι και οι πιο φιλόδοξες από τις εργασίες με περιγραφικό προσανατολισμό δεν κατάφεραν να οδηγηθούν σε μια σύνθεση σχετικά με την ταυτότητα της "δημοσιογραφικής γλώσσας". Συνεισέφεραν, πάντως, στην κριτική αντιμετώπιση της φιλολογίας που σχετίζεται με "τη γλώσσα των ΜΜΕ" και έδειξαν τον κατακερματισμό της όχι μόνο σε σχέση με τα διάφορα είδη δημοσιογραφικών κειμένων, αλλά και σε σχέση με τη δημοσιογραφική παράδοση και τη γλώσσα μιας χώρας, τη διάκριση των μέσων σε "λαϊκά" και "σοβαρά" (τα πρώτα πλειοδοτούν υπέρ του στοιχείου της διασκέδασης, ενώ τα δεύτερα υπέρ εκείνου της πληροφόρησης), τον βαθμό ιδεολογικής στράτευσης του μέσου ή χειραγώγησης του κοινού του, τον εθνικό ή τοπικό χαρακτήρα του μέσου, το αδιαφοροποίητο ή ειδικό "ακροατήριο" στο οποίο απευθύνεται ένα μέσο ή, ακόμη, το ιδιόλεκτο κάθε δημοσιογράφου.

Τα αδιέξοδα της υφολογικής προσέγγισης της "δημοσιογραφικής γλώσσας" επιχείρησε, από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, να υπερβεί η Κριτική Γλωσσολογία και αργότερα η Kριτική Aνάλυση Λόγου, δύο τάσεις που συνδυάζουν τα πορίσματα της Λειτουργικής Γλωσσολογίας του Halliday με μια δηλωμένη ιδεολογική ανάγνωση του λόγου των ΜΜΕ, δηλαδή μια προσπάθεια να έρθουν στο φως -με στόχο τη διαμόρφωση αναγνωστικής συνείδησης από το κοινό- οι γλωσσικές επιλογές μέσω των οποίων αναπαριστάται (ωραιοποιείται, εξιδανικεύεται, παραποιείται ή συσκοτίζεται) η κοινωνική πραγματικότητα στα μέσα ενημέρωσης. Έτσι, η απόκρυψη μέσα στην πρόταση δρώντων (δηλαδή υπεύθυνων για ανεπιθύμητα γεγονότα) προσώπων με την παθητικοποίηση και την ονοματοποίηση, η σκόπιμη προβολή δρώντων προσώπων (για λόγους ιδεολογικής συμπάθειας) με την έμφαση ή τη χρήση αξιολογικών προσδιοριστικών, η αντίστοιχη απόκρυψη ή προβολή συμβάντων και καταστάσεων με την επιλογή κατάλληλων (ας πούμε, μεταβατικών) ρημάτων, η εκμετάλλευση των τροπικοτήτων -αφενός της επιστημικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το αβέβαιο, το πιθανό ή το αμφίβολο, και μεταδίδουν στον λόγο τον αέρα της μετριοπάθειας και της διάθεσης για διάλογο (Πιθανολογείται ότι οι λόγοι της παραίτησης του κυβερνητικού εκπροσώπου είναι προσωπικοί), και αφετέρου της δεοντικής, δηλαδή λέξεων και φράσεων που δηλώνουν το πρέπον, το απαγορευμένο ή το επιτρεπόμενο, και προσφέρονται για την υπαγόρευση κοινωνικών κανόνων και στάσεων (Να αποτραπεί η αναμέτρηση)-, η πυροδότηση της συναισθηματικής σημασίας λέξεων-αξιών, που εύκολα ανακαλούν ψυχολογικούς συνειρμούς στο θυμικό του κοινού, και οι κάθε είδους συνδηλωτικές σημασίες (καθιερωμένες ή πρωτότυπες μεταφορές, προσωποποιήσεις κ.ά.) είναι οι κυριότερες στρατηγικές που μελετήθηκαν, προκειμένου να δειχθεί ότι η γλώσσα των ΜΜΕ είναι "ένοχη", αφού σε συγκεκριμένες χρήσεις της εμπεριέχεται ιδεολογία, δηλαδή ρητή ή (συνήθως) υπόρρητη αναπαράσταση αντικρουόμενων κοσμοειδώλων, που αποδίδουν την ασυμφιλίωτη διάσταση συμφερόντων ανάμεσα σε μιαν ολιγομελή ηγέτιδα τάξη και το πλήθος των κυριαρχούμενων πολιτών -και σε πείσμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Η "κριτική" προσέγγιση των ΜΜΕ, παρά τις απλουστευτικές κάποτε αναγωγές γλωσσικών επιλογών σε ιδεολογικές, εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη τάση στον χώρο της ανάλυσης του λόγου των ΜΜΕ.

Τέλος, από τις πλέον πρόσφατες μελέτες στον χώρο αυτό αξίζει να αναφέρει κανείς και εκείνες που αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα των προφορικών (δηλαδή συνομιλιακών) ειδών δημοσιογραφικού λόγου και συγκεκριμένα της συνέντευξης, η δομή και το ύφος της οποίας μπορεί να θεωρηθεί πρότυπο και για παρόμοιες περιστάσεις επικοινωνίας ("παράθυρα", "στρογγυλά τραπέζια"). Η μελέτη αυτού του τόσο αντιπροσωπευτικού είδους λόγου, όπου ένας δημοσιογράφος, εκπροσωπώντας υποτίθεται το κοινό της εκπομπής του, συνδιαλέγεται μ' ένα δημόσιο πρόσωπο και προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες ή εκμυστηρεύσεις για θέματα δηλωμένου ενδιαφέροντος, ανέδειξε ιδιαιτερότητες του λόγου των ΜΜΕ που η μελέτη του γραπτού δημοσιογραφικού λόγου δεν μπορούσε να φέρει στην επιφάνεια: τον ρόλο των κάθε είδους ερωτήσεων (φατικών, δηλαδή εκείνων που εδραιώνουν ένα κλίμα οικειότητας απαραίτητο για την εκκίνηση μιας συζήτησης, αίτησης ή απαίτησης πληροφοριών, αποσαφήνισης ή επιβεβαίωσης πληροφοριών κ.ά.)· τον ρόλο των απαντήσεων (σαφών ή αμφίσημων, πληροφοριακών ή προσχηματικών)· τις δομές εναλλαγής των ερωτο-αποκρίσεων των δύο συνομιλητών· τη διαχείριση των αναγκών της δημόσιας εικόνας των συνομιλητών (γλωσσική ευγένεια)· τη λειτουργία των διακοπών, των διορθώσεων και των αναδιατυπώσεων, των παύσεων· ακόμη, τη λειτουργία των μορίων που εξυπηρετούν την απρόσκοπτη ροή της συνομιλίας κλπ. Παρά την αδιαφορία τους για τον κοινωνικό και ιδεολογικό προσδιορισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης, μελέτες που στηρίζονται σε μοντέλα συνομιλιακής ανάλυσης (εθνομεθοδολογία, εθνογραφία της επικοινωνίας) έχουν ρίξει καινούριο φως κυρίως στις πτυχές της οργάνωσης και τους συνομιλιακούς ρόλους που χαρακτηρίζουν συμβάντα λόγου του τύπου της συνέντευξης, που κατακλύζουν πλέον τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας.


Η ιδιαιτερότητα της παραγωγής του δημοσιογραφικού λόγου.


Υπάρχουν αντικειμενικοί και υποκειμενικοί παράγοντες που επιβάλλουν την πολυπρόσωπη και στρωματική γραφή των ειδήσεων και άλλων δημοσιογραφικών κειμένων. Στους πρώτους συγκαταλέγονται οι αδυσώπητοι χρονικοί περιορισμοί λήψης και επεξεργασίας της πρώτης ύλης των ειδήσεων -διαφορετικοί για τον τύπο και την τηλεόραση- καθώς και άλλες συμβάσεις του επαγγέλματος, όπως η τακτική συνεργασία ενός μέσου με τα διεθνή πρακτορεία ειδήσεων και τους τοπικούς ανταποκριτές, που αν δεν ληφθούν σοβαρά υπόψη, ίσως "τα νέα" να μην φτάσουν έγκαιρα και κατάλληλα στο κοινό τους. Έτσι, μια σειρά από δημοσιογράφους με διακριτούς ρόλους και διαφορετικά μερίδια ευθύνης (τα οποία αυξάνουν όσο η διαδικασία επεξεργασίας της πρώτης ύλης πλησιάζει προς την τελική μορφοποίηση και την έκδοση/ δημοσιοποίησή της) αναλαμβάνουν όχι να αφηγηθούν -αφού αμερόληπτη αφήγηση γεγονότων δεν μπορεί να υπάρξει- αλλά να μετασχηματίσουν σε λόγο ή να αναπλαισιώσουν τα "γεγονότα" σύμφωνα με τις προδιαγραφές κάθε μέσου (Bell 1991). Αλλά από το σημείο αυτό αρχίζουν να εμπλέκονται και οι υποκειμενικοί (ιδεολογικοί) παράγοντες: οι πρωτογενείς πηγές των ειδήσεων (κοινοβούλιο, αστυνομία, δικαστήρια, εκκλησία, τοπική αυτοδιοίκηση, δημόσιες υπηρεσίες, εταιρίες, συνδικάτα, φυσικά πρόσωπα κ.ά.) και οι δευτερογενείς πηγές (πρακτορεία ειδήσεων, άλλα μέσα ενημέρωσης) κρίνονται ως προς την αντικειμενικότητα ή την ποιοτική υπεροχή τους -αν αυτή η κρίση δεν είναι παγιωμένη από καιρό- ανάλογα με το σύστημα αξιών κάθε μέσου ή/και κάθε δημοσιογράφου, και η αποτίμηση αυτή οδηγεί στην τάδε ή τη δείνα επιλογή και οργάνωση του ειδησεογραφικού υλικού. Είναι, λοιπόν, φανερό ότι υπάρχει όσμωση ανάμεσα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις πηγές των πληροφοριών τους. Ο επαγγελματικός δημοσιογραφικός λόγος, αν και διαμεσολαβείται από άλλα "κείμενα" ("τα ίδια τα γεγονότα"), ελέγχεται ως διαστρωματωμένος, δηλαδή με επανεγγραφές, που υπονοούν ότι το είδωλο της πραγματικότητας που προβάλλεται από τα ΜΜΕ δεν είναι η πραγματικότητα "εκεί πέρα", αλλά η πραγματικότητα που κατασκευάζεται μέσα από κοινωνικές, επαγγελματικές και γλωσσικές πρακτικές της δημοσιογραφίας.


Ο σχεδιασμός των "ακροατηρίων" 

από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.


Η μαζική επικοινωνία αφορά ακροατήρια υπό συνεχή διαμόρφωση, είτε ως προς τον πληθυσμό είτε ως προς τη σύνθεσή τους. Αυτό σημαίνει ότι, ενώ κάθε μέσο έχει τους σκοπούμενους -κατά φύλο, ηλικία ή επάγγελμα- αποδέκτες του [addressees], ταυτόχρονα έχει και, κυρίως, επιδιώκει να έχει ή να προσελκύσει και τους συμπτωματικούς ακροατές [overhearers], θεατές ή αναγνώστες, επειδή κάθε τηλεοπτικό κανάλι, ραδιοφωνικός σταθμός ή εφημερίδα είναι επιχειρήσεις που συντηρούνται οικονομικά από τα "ακροατήριά" τους. Η "σιωπή" του μεγάλου κοινού είναι δίκοπο μαχαίρι για τα ΜΜΕ: αφενός εξασφαλίζει σ' αυτά μιαν επικοινωνιακή (κάποτε και προπαγανδιστική) δύναμη, που απορρέει από τη μονολογική τους φύση/ λειτουργία και είναι πολλές φορές υπερβάλλουσα με τα μέτρα της δημοκρατίας, και αφετέρου τα αφήνει στο σκοτάδι σε ό,τι αφορά τις αντιδράσεις του κοινού τους, γιατί η ανάδραση στη μαζική επικοινωνία είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Ο τεχνικός όρος σχεδιασμός ακροατηρίου (Bell 1991) αναφέρεται σε "ασκήσεις επί χάρτου" που διεξάγουν συνεχώς τα μέσα ενημέρωσης, για να καταφέρουν (αναπαριστώντας τους ρόλους και τις επικοινωνιακές ανάγκες των αποδεκτών τους) να χειραγωγήσουν αλλά και να αυξήσουν το κοινό τους, ένα κοινό που έχει τόση σχέση με το πραγματικό κοινό όση σχέση έχει η άσκηση επί χάρτου με τον πραγματικό πόλεμο. Οι αποκλίσεις ανάμεσα σ' ένα δυνητικό και ένα πραγματικό ακροατήριο συχνά εμβάλλουν τα μέσα ενημέρωσης σε περιπέτειες που κοστίζουν σε απήχηση και κέρδη και όχι σπάνια τα οδηγούν σε επιχειρηματικό αδιέξοδο.

Με δύο τρόπους προσπαθούν τα ΜΜΕ να "σχεδιάσουν το ακροατήριό" τους: ο πρώτος, που επικεντρώνεται στη συμπεριφορά του "ακροατηρίου", είναι οι μετρήσεις προτιμήσεων του κοινού που παραγγέλλουν σε εταιρίες δημοσκοπήσεων για λογαριασμό τους τα ίδια τα μέσα μαζί με τις αυθόρμητες αντιδράσεις που φθάνουν σε μια εφημερίδα από τη στήλη της αλληλογραφίας ή τα τηλεφωνήματα που δέχεται από το κοινό του ένας τηλεοπτικός ή ραδιοφωνικός σταθμός. Οι εκμαιευμένες και οι αυθόρμητες αντιδράσεις του κοινού είναι για κάθε μέσο το βαρόμετρο της μικρότερης ή μεγαλύτερης ανταπόκρισής του, μόνο που ποτέ δεν είναι αρκετές ή αρκούντως αντιπροσωπευτικές, ώστε να μπορέσει να αξιολογήσει με ασφάλεια την αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων που στέλνει στο κοινό του. Ο δεύτερος τρόπος σχεδιασμού ακροατηρίου, που επικεντρώνεται στις δημοσιογραφικές και εκδοτικές πρακτικές, άρα έχει αυτονόητο γλωσσικό ενδιαφέρον, συνδέεται με τη μορφολογία (δηλαδή το ύφος), τη θεματική και, γενικά, την ταυτότητα ενός εντύπου ή ενός καναλιού.

Είναι σχηματικός αλλά όχι παραμορφωτικός ο διαχωρισμός των μέσων ενημέρωσης σε "έγκυρα" και "λαϊκά": τα πρώτα σχεδιάζονται για μάλλον απαιτητικά "ακροατήρια", αφού στοχεύουν κυρίως τον homopoliticus, πριμοδοτούν την πληροφόρηση και όχι το διασκεδαστικό στοιχείο, χωρίς να παραμελούν την ψυχαγωγία (με την έννοια του ελεύθερου παιχνιδιού ή της αναστροφής με την τέχνη), αποφεύγουν θέματα που απευθύνονται στο θυμικό και τα πάθη των ανθρώπων, ενδιαφέρονται για μείζονα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα, χαρακτηρίζονται από καλώς εννοούμενο εγκυκλοπαιδισμό, προτιμούν μια υψηλή ποικιλία ύφους και, γενικά, επιζητούν ενεργητικούς, συμμετοχικούς δέκτες. Τα δεύτερα σχεδιάζονται για λιγότερο απαιτητικά "ακροατήρια", αφού στοχεύουν σε κοινό που καταναλώνει πληροφορίες και αγαθά με αλλοτριωμένη (δηλαδή, ψευδή) συνείδηση. Το στοιχείο της διασκέδασης με τη μορφή της γαργαλιστικής θεματολογίας και γραφής και η κυριαρχία της εικόνας ως τεκμηρίου ή διαφήμισης τίθενται στην υπηρεσία της καταγοήτευσης ακροατών ή αναγνωστών που επιλέγουν τον ρόλο του θεατή των δρωμένων. Και μια καταληκτική παρατήρηση: παρά την εγνωσμένη αποτελεσματικότητά τους η "έγκυρη" και η "λαϊκή" δημοσιογραφία δεν κατασκευάζουν "ακροατήρια", προτείνουν "μόδες" υπό συνεχή αναθεώρηση.


Η λειτουργία των τίτλων [headlines] στον τύπο και την τηλεόραση.






Εδώ και δεκαετίες έχει παρατηρηθεί ότι η πρώτη σελίδα των εφημερίδων δεν πληροφορεί απλώς τους αναγνώστες της για τα "νέα" της ημέρας, τα αναγγέλλει κιόλας "φωναχτά". Αυτό το προσκλητήριο σήμα στηρίζεται στη μορφή και τη γλώσσα των τίτλων, που διαφέρουν από το υπόλοιπο σώμα της εφημερίδας -σ' αυτή τη διαπίστωση συγκλίνουν όλοι οι μελετητές της γλώσσας των πρωτοσέλιδων (βλ. ενδεικτικά Mardh 1980· Iarovici & Amel 1989· Thogmartin 1991· Mäkelä 1993). Επειδή οι εφημερίδες επιδιώκουν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των δυνητικών αναγνωστών τους, να τους οδηγήσουν δηλαδή στην ανάγνωση και των εσωτερικών σελίδων, οικονομούν τις σημαντικότερες ειδήσεις με γλώσσα υφολογικά σημαδεμένη (ελλειπτικές προτάσεις, καθημερινό και "λαϊκό" λεξιλόγιο που μεταδίδει τον τόνο της οικειότητας, υποδηλώσεις που εύκολα αναγνωρίζονται από το αναγνωστικό κοινό, μεταφορές και μετωνυμίες, μη δηλωτικές γλωσσικές πράξεις, όπως ερωτήσεις, προτροπές και αναφωνήσεις, κλπ,) και σημειωτικά πριμοδοτημένη (κεφαλαία και έντονα στοιχεία, εμβληματική χρήση των λέξεων, ρητορική χρήση της στίξης, σύμπλεξη του λόγου με την εικόνα κλπ). Έτσι, οι τίτλοι μπορούν να θεωρηθούν ταυτόχρονα είδος κειμένου -ίσως το ευκολότερα αναγνωρίσιμο ανάμεσα στα δημοσιογραφικά-, αφού τα γλωσσικά χαρακτηριστικά τους αποκλίνουν και από την κυρίαρχη νόρμα αλλά και από το "ιδίωμα" των εσωτερικών σελίδων της εφημερίδας, και μετα-κείμενο, αφού συνοψίζουν και σχολιάζουν το κείμενο ή τα κείμενα που ακολουθούν.

Στην εποχή μας έχει συντελεστεί ένας βαθμιαίος μετασχηματισμός της μορφής (κυρίως) αλλά και της γλώσσας των τίτλων. Η προώθηση οικονομικών αγαθών από τα ΜΜΕ, που μεταφράζεται σε αύξηση της ποσότητας και της επιρροής της εικόνας (διαφημιστικής και μη) πάνω στο κείμενο, είχε επιπτώσεις και στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Η παλαιότερη διάκριση των τίτλων σε τίτλους που πληροφορούν, δηλαδή εισάγουν άμεσα τον αναγνώστη στη θεματολογία του εντύπου, (και συνεπώς προτιμούνται από τις "έγκυρες" εφημερίδες και περιοδικά) και τίτλους που διασκεδάζουν, δηλαδή παρελκύουν τον αναγνώστη σοκάροντάς τον ευχάριστα, (και συνεπώς προτιμούνται από τις "λαϊκές" εφημερίδες και περιοδικά) έχει εν μέρει ανατραπεί: όλα τα έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας, "έγκυρα" και μη, υποκύπτουν εύκολα στον πειρασμό της συναισθηματικής χρήσης των τίτλων και της παραχώρησης όλο και περισσότερου χώρου στην εικόνα, που είναι άλλοτε συμμαχική προς τον λόγο και άλλοτε κυριαρχική πάνω του. Το συμπέρασμα είναι ότι στο πεδίο της πρώτης σελίδας το πληροφοριακό στοιχείο του τύπου φαίνεται να στενάζει κάτω από την πίεση του διασκεδαστικού στοιχείου, που υπηρετεί όχι μόνο πρακτικά (αναγγέλλοντας προϊόντα και υπηρεσίες) αλλά και ιδεολογικά τα μέσα ενημέρωσης-οικονομικές επιχειρήσεις. Αξιοσημείωτο είναι και το σχετικά πρόσφατο (στην Ελλάδα) φαινόμενο της χρήσης τίτλων στις τηλεοπτικές ειδήσεις: η τηλεόραση, μετά από αγώνα δεκαετιών να οπτικοποιήσει τα γεγονότα, προκειμένου να πείθουν αυτά τα ίδια για την αλήθεια τους και να προσλαμβάνονται από τους θεατές πιο ευχάριστα, μοιάζει να επιστρέφει στον λόγο. Μόνο που οι τίτλοι των τηλεοπτικών ειδήσεων δεν αποτελούν δυστυχώς κριτικά σχόλια αλλά σφραγίδες που εντυπώνονται (με την επίμονη προβολή τους) στο υποσυνείδητο των θεατών χειραγωγώντας τους προς αντιλήψεις στερεοτυπικές και αξίες όπως αυτές που αναπαράγουν οι τίτλοι-κράχτες της έντυπης δημοσιογραφίας.


Πηγή:






Η ΑΝΕΣΤΡΑΜΜΕΝΗ ΠΥΡΑΜΙΔΑ ΤΗΣ ΕΙΔΗΣΗΣ







Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

Το Κείμενο!

Κείμενο [text]





Η έννοια του κειμένου έχει περιγραφεί από δύο κυρίως σκοπιές: ως δομή ανώτερης τάξης από την πρόταση, προϊόν της διαδικασίας γραφής , και ως διαδικασία σε εξέλιξη, που ενσωματώνει συμφραστικούς παράγοντες (κυρίως το συνομιλιακό κείμενο). 

Η πρώτη προσέγγιση αντιμετωπίζει το κείμενο ως στατική γλωσσική οντότητα, της οποίας ο κύκλος ζωής έχει ολοκληρωθεί από τη στιγμή που το κείμενο έφυγε από τα χέρια του συγγραφέα (ή και του ομιλητή στην περίπτωση του μονολόγου), ενώ η δεύτερη το αντιλαμβάνεται ως διαδικασία παραγωγής μέσα σε συμφραζόμενα (καταστασιακά, ποιος γράφει/μιλάει σε ποιον κλπ.· πολιτισμικά, ποιο είναι το θέμα του κειμένου ή ποιο είδος λόγου επιλέχτηκε κλπ.· και γνωσιακά, ποιες είναι οι κοινές αντιλήψεις, αξίες, συμβάσεις κλπ. που μοιράζεται ο συγγραφέας/ομιλητής με τους αναγνώστες/ακροατές του). 

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις είναι υποχρεωτικά συμπληρωματικές, αφού το κείμενο είναι ταυτόχρονα το «υλικό κείμενο», δηλαδή το καταγεγραμμένο ή ηλεκτρονικής μορφής προϊόν της διαδικασίας γραφής ή το καταγράψιμο προϊόν του συνομιλιακού λόγου , χωρίς το οποίο δεν είναι καν δυνατό να μιλούμε για κείμενο, αλλά και το «διαπραγματεύσιμο κείμενο», δηλαδή το κείμενο ως αντικείμενο κατανόησης και ερμηνείας από πλευράς του αναγνώστη. 

Σε αντιστοιχία προς τα παραπάνω θα ήταν ίσως προτιμότερο, μελετώντας ένα συγκεκριμένο κείμενο, να εννοούμε παράλληλα «το κείμενο του συγγραφέα/ομιλητή» και «το κείμενο του αναγνώστη/ακροατή», δηλαδή ενός αναγνώστη/ακροατή που «διαβάζει» (ερμηνεύει) ή «ξαναδιαβάζει» το ίδιο κείμενο ή πολλών αναγνωστών/ ακροατών που «διαβάζουν» ή «ξαναδιαβάζουν» το ίδιο κείμενο. 

«Κείμενο του συγγραφέα/ομιλητή» είναι ένα κείμενο από το πλήθος των νοητικών κειμένων (σχεδίων), προϊόν της σκέψης και των προθέσεων του συγγραφέα/ομιλητή, που καταλήγει να γίνει «υλικό κείμενο», δηλαδή μια σημασιολογική ενότητα, ανεξάρτητη από μέγεθος, που κωδικοποιείται σε προτάσεις τις οποίες υπερβαίνει δομικά, συνδέεται με συγκεκριμένα συμφραζόμενα, είναι ομοιογενής υφολογικά και σημαδεύεται από ορισμένα συνεκτικά γλωσσικά στοιχεία. Κάθε συγγραφέας/ομιλητής μπορεί να συλλάβει άπειρα νοητικά κείμενα, χωρίς, ωστόσο, κάποιο από αυτά να βρει τον δρόμο της πραγμάτωσής του. Από την άλλη πλευρά, κανένα πραγματωμένο κείμενο δεν πρέπει να θεωρείται η «καλύτερη» έκφραση των νοητικών του προπλασμάτων. Είναι απλώς το αποτέλεσμα των υποκειμενικών (του συγγραφέα/ομιλητή) και των συμφραστικών περιορισμών που επέδρασαν κατά τη διαδικασία παραγωγής του. 

«Κείμενο του αναγνώστη/ακροατή» είναι η νοητική αναπαράσταση του «κειμένου του συγγραφέα/ομιλητή» που σχηματίζεται στο μυαλό του αναγνώστη/ακροατή, καθώς διαβάζει το «υλικό κείμενο». Είναι όλη η προσπάθεια του τελευταίου να ενεργοποιήσει το κοινό με τον συγγραφέα/ομιλητή αντιληπτικό δυναμικό του, δηλαδή τα γλωσσικά και τα συμφραστικά δεδομένα του «υλικού κειμένου», ώστε να καταλήξει σε μια ερμηνεία. 

Ο βαθμός σύμπτωσης του «κειμένου του συγγραφέα/ομιλητή» με το «κείμενο του αναγνώστη/ακροατή» παραμένει ακόμη ζήτημα εκτίμησης του μελετητή.





Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Τα Συνδετικά Ρήματα



👉Τα ρήματα που συνδέουν το Υποκείμενο ή το Αντικείμενο με το Κατηγορούμενο ονομάζονται Συνδετικά.

👉 Το κατεξοχήν συνδετικό ρήμα, το οποίο συνδέει το υποκείμενο με ένα επίθετο ή ουσιαστικό που το χαρακτηρίζει, είναι το ρήμα εἰμί (είμαι). Ως συνδετικά όμως χρησιμοποιούνται και άλλα ρήματα συγγενικά ως προς τη σημασία με το εἰμί, όπως ὑπάρχω (είμαι), τυγχάνω (συμβαίνει να είμαι), διαμένω, διατελῶ (είμαι συνεχώς), ἔφυν (γεννήθηκα, είμαι), πέφυκα (είμαι από τη φύση μου), γίγνομαι (γίνομαι), καθίσταμαι (γίνομαι), ἀποβαίνω (καταντώ, γίνομαι, αποδεικνύομαι), ἐκβαίνω, φαίνομαι κά.

ΘΟΥΚ 4.4.3 τὸ γὰρ πλέον τοῦ χωρίου αὐτὸ καρτερὸν ὑπῆρχε καὶ οὐδὲν ἔδει τείχους || γιατί το μεγαλύτερο μέρος της τοποθεσίας ήταν από μόνη της οχυρή και δεν χρειαζόταν καθόλου τείχος.

ΠΛ Πρωτ 313e εἰ μὲν οὖν σὺ τυγχάνεις ἐπιστήμων τούτων || αν λοιπόν εσύ συμβαίνει να είσαι καλός γνώστης αυτών των ζητημάτων.

ΞΕΝ Απομν 1.6.2 ἀνυπόδητός τε καὶ ἀχίτων διατελεῖς
|| είσαι συνεχώς χωρίς παπούτσια και χιτώνα.

ΘΟΥΚ 1.34.3 ὁ γὰρ ἐλαχίστας τὰς μεταμελείας ἐκ τοῦ χαρίζεσθαι τοῖς ἐναντίοις λαμβάνων ἀσφαλέστατος ἂν διατελοίη || γιατί όποιος ελάχιστες φορές έχει αφορμή να μετανιώσει επειδή χαρίστηκε στους αντιπάλους του, αυτός έχει τη δυνατότητα να ζήσει με τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

ΞΕΝ Αγ 3.5 ἢν μέντοι ἐγὼ γένωμαι στρατηγός || άν όμως εγώ γίνω στρατηγός.

ΘΟΥΚ 1.24.3 προελθόντος δὲ τοῦ χρόνου ἐγένετο ἡ τῶν Ἐπιδαμνίων δύναμις μεγάλη καὶ πολυάνθρωπος || με το πέρασμα του χρόνου η δύναμη των Επιδαμνίων έγινε μεγάλη και πολυάνθρωπη.

ΘΟΥΚ 7.28.1 καὶ ἀντὶ τοῦ πόλις εἶναι φρούριον κατέστη 
|| κι αντί να είναι πόλη έγινε φρούριο.

ΘΟΥΚ 3.53.2 καὶ ὑμᾶς (ὑποπτεύομεν) μὴ οὐ κοινοὶ ἀποβῆτε 
|| υποπτευόμαστε κι εσάς μήπως δεν φανείτε αμερόληπτοι.

ΘΟΥΚ 2.20.4 ὁ χῶρος ἐπιτήδειος ἐφαίνετο ἐνστρατοπεδεῦσαι || ο χώρος φαινόταν κατάλληλος για να στρατοπεδεύσουν.

ΠΛ Πρωτ 327c ὅστις σοι ἀδικώτατος φαίνεται ἄνθρωπος || όποιος σου φαίνεται ο πιο άδικος άνθρωπος.



👉 Επίσης ως συνδετικά χρησιμοποιούνται και τα ρήματα των παρακάτω κατηγοριών:

(α) τα δοξαστικά: νομίζω/νομίζομαι (θεωρούμαι), κρίνω/κρίνομαι, ὑπολαμβάνω/ὑπολαμβάνομαι (θεωρούμαι), φαίνομαι, δοκῶ/δοκοῦμαι, ἡγοῦμαι, λαμβάνω (βρίσκω κάποιον κάπως/θεωρώ κάτι ως κάτι), ποιῶ (θεωρώ, νομίζω κάτι ως), τίθημι (θεωρώ κάτι ως), χρῶμαι (χρησιμοποιώ, θεωρώ, έχω κάποιον ως κάτι) κά.

ΠΛ Πολ 569b ὅσοι ἂν διαφερόντως ἐν τῷ βίῳ ἀγαθοὶ κριθῶσι || όσοι κριθούν εξαιρετικά ενάρετοι στη ζωή τους.

ΑΡΙΣΤ Ρητ 1361a25 εὐδοξία δ' ἐστὶν τὸ ὑπὸ πάντων σπουδαῖον ὑπολαμβάνεσθαι || η καλή φήμη συνίσταται στο να θεωρείται το άτομο αξιόλογο από όλους.

(β) τα κλητικά:λέγομαι, καλῶ/καλοῦμαι, ὀνομάζω/ὀνομάζομαι, ἀκούω (έχω τη φήμη, χαρακτηρίζομαι), προσαγορεύω/προσαγορεύομαι κά.

ΠΛ Νομ 681d αὐτοὶ νομοθέται κληθήσονται || οι ίδιοι θα ονομαστούν νομοθέτες.

ΔΗΜ 18.46 νῦν κόλακες καὶ θεοῖς ἐχθροὶ […] ἀκούουσιν 
|| τώρα αποκαλούνται κόλακες κι εχθροί των θεών.

(γ) τα μεταποιητικά και προχειριστικά: αἱροῦμαι (εκλέγομαι),ἀποδείκνυμαι (διορίζομαι), χειροτονοῦμαι (εκλέγομαι), λαγχάνω (εκλέγομαι με κλήρο)/λαγχάνομαι, κληροῦμαι , ἐκλέγω, ἵσταμαι (τοποθετώ κάποιον ως κάτι), καθίστημι (διορίζω, κάνω κάποιον κάτι), λαγχάνω (ορίζω με κλήρο κάποιον ως), ὁρίζω (ορίζω κάποιον ως κάτι), τάττω (διορίζω κάποιον κάτι) κά.

ΛΥΣ 12.65 (Θηραμένης) στρατηγὸς ὑπ' αὐτῶν ᾑρέθη || ο Θηραμένης εκλέχθηκε απ' αυτούς στρατηγός.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 6.2.19 Κροῖσος μὲν ᾕρηται τῶν πολεμίων στρατηγός || ο Κροίσος έχει εκλεγεί στρατηγός των εχθρών.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.9.7 στρατηγὸς δὲ καὶ πάντων ἀπεδείχθη οἷς καθήκει εἰς Καστωλοῦ πεδίον ἁθροίζεσθαι || διορίσθηκε επιπλέον στρατηγός και όλων όσοι είναι καθιερωμένο να συναθροίζονται στην πεδιάδα του Καστωλού.

ΑΙΣΧΙΝ 3.28 (Δημοσθένης) οὔτ' ἔλαχε τειχοποιός, οὔτ' ἐχειροτονήθη ὑπὸ τοῦ δήμου || ο Δημοσθένης ούτε ορίστηκε με κλήρο, ούτε εκλέχθηκε από τον λαό ως επιμελητής των τειχών.


(δ) Διάφορα ρήματα:

δέχομαι (αποδέχομαι κάποιον ως)
ἔχω (έχω κάποιον κάτι)
παρέχω (δείχνω, παρουσιάζω)
κτάομαι/κτῶμαι (κάνω κάποιον κάτι)
παρασκευάζω (καθιστώ κάποιον κάτι)
τυγχάνω (βρίσκω κάποιον κάτι) + 2 Γενικές
φυλάττω (φυλάω κάποιον κάπως)


ΣΧΕΤΙΚΑ ONLINE ΜΑΘΗΜΑΤΑ:

14, 15, 17







Πηγή:










Το Υποκείμενο στα Αρχαία Ελληνικά

"Αρχές Σύνταξης 

της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας"





👉 Η πιο απλή μορφή πρότασης της αρχαίας ελληνικής αποτελείται, όπως και στα νέα ελληνικά, από δύο όρους: το υποκείμενο και το κατηγόρημα, π.χ. Σωκράτης ἀπῆλθε, Κῦρος ἦν φιλομαθέστατος. Το υποκείμενο δηλώνει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος στην πρόταση, όπως τα κύρια ονόματα Σωκράτης και Κῦρος στα προηγούμενα παραδείγματα. Κατηγόρημα ονομάζεται οτιδήποτε λέγεται στην πρόταση για το υποκείμενο και μπορεί είτε να εκφέρεται μόνο με έναν ρηματικό τύπο π.χ. ἀπῆλθε (μονολεκτικό κατηγόρημα), είτε να αποτελείται από έναν τύπο του ρήματος εἰμί ή συγγενικού ρήματος και ένα επίθετο ή ουσιαστικό το οποίο χαρακτηρίζει το υποκείμενο π.χ. ἦν φιλομαθέστατος (περιφραστικό κατηγόρημα). Στο περιφραστικό κατηγόρημα το επίθετο ή το ουσιαστικό που χαρακτηρίζει το υποκείμενο λέγεται κατηγορούμενο, ενώ το ρήμα που συνδέει το υποκείμενο με τη χαρακτηριστική ιδιότητά του ονομάζεται συνδετικό ρήμα.


ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ



👉 Ως υποκείμενο των προσωπικών ρημάτων χρησιμοποιούνται τα ουσιαστικά (ή κάποιος όρος ισοδύναμος με ουσιαστικό) σε πτώση πάντοτε ονομαστική.

ΘΟΥΚ 1.1.1 Θουκυδίδης … ξυνέγραψε || ο Θουκυδίδης συνέγραψε.

ΘΟΥΚ 1.28.1 ἐπύθοντο οἱ Κερκυραῖοι || πληροφορήθηκαν οι Κερκυραίοι.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.5.6 ὁ σῖτος ἐπέλιπε || τέλειωσαν τα τρόφιμα.

ΔΗΜ 18.6 οἱ νόμοι κελεύουσι || οι νόμοι προστάζουν.

ΠΛ Φαιδ 59d ἕως ἀνοιχθείη τὸ δεσμωτήριον || ώσπου να ανοίξει το δεσμωτήριο.



👉 Τη λειτουργία του υποκειμένου μπορούν να αναλάβουν και οι παρακάτω όροι, οι οποίοι ισοδυναμούν με ουσιαστικό:

• Αντωνυμίες και αριθμητικά:

ΔΗΜ 54.17 θαυμάζω γὰρ ἔγωγε || εγώ τουλάχιστον εκπλήσσομαι.

ΔΗΜ 20.73 ἐπειδὴ δ' οὐχ ἧκον οὗτοι || κι όταν αυτοί δεν επέστρεψαν.

ΔΗΜ 45.64 ἐπειδὴ δ' ἀπώλετ' ἐκεῖνος || κι όταν εκείνος καταστράφηκε.


• Ουσιαστικοποιημένα επίθετα ή μετοχές:

ΙΣΟΚΡ 10.49 οἱ δὲ βάρβαροι τοσοῦτον ἐφρόνησαν || οι βάρβαροι απέκτησαν τόση αυτοπεποίθηση.

ΛΥΣ 19.2 πάντες ἴσασιν || όλοι γνωρίζουν.

ΘΟΥΚ 2.34.4 ξυνεκφέρει δὲ ὁ βουλόμενος καὶ ἀστῶν καὶ ξένων || συμμετέχει στην τελετή της εκφοράς (των νεκρών) όποιος θέλει και από τους πολίτες και από τους ξένους.


• Αναφορικές προτάσεις:

ΛΥΣ 12.35 ὅσοι δὲ ξένοι ἐπιδημοῦσιν, εἴσονται πότερον ἀδίκως τοὺς τριάκοντα ἐκκηρύττουσιν ἐκ τῶν πόλεων ἢ δικαίως || κι όσοι ξένοι βρίσκονται στην πόλη μας θα μάθουν αν δίκαια ή άδικα απελαύνουν τους Τριάκοντα από τις πόλεις τους.

ΛΥΣ 31.23 ὅστις γὰρ περὶ τοὺς ἑαυτοῦ ἀναγκαίους τοιαῦτα ἁμαρτάνει ἁμαρτήματα, τί ἂν περί γε τοὺς ἀλλοτρίους ποιήσειεν; || όποιος διαπράττει τέτοια αδικήματα σε βάρος των δικών του συγγενών, τι θα ήταν άραγε ικανός να πράξει αναφορικά με τους ξένους;


• Εμπρόθετο, επίρρημα ή γενική με άρθρο:


ΘΟΥΚ 8.75.3 ξυνώμνυσαν δὲ καὶ Σαμίων πάντες τὸν αὐτὸν ὅρκον οἱ ἐν τῇ ἡλικίᾳ || ορκίστηκαν συγχρόνως κάνοντας τον ίδιο όρκο και όλοι οι Σάμιοι που βρίσκονταν σε ηλικία στράτευσης.

ΘΟΥΚ 2.11.4 ἄδηλα γὰρ τὰ τῶν πολέμων || γιατί η έκβαση των πολεμικών επιχειρήσεων είναι άγνωστη.

• Έναρθρο απαρέμφατο:

ΠΛ Φαιδ 71c τῷ ζῆν ἐστί τι ἐναντίον, ὥσπερ τῷ ἐγρηγορέναι τὸ καθεύδειν || υπάρχει κάτι το αντίθετο προς τη ζωή, όπως ο ύπνος είναι αντίθετος προς την εγρήγορση.

Όταν το υποκείμενο δηλώνει ποσό κατά προσέγγιση, τότε εκφέρεται εμπρόθετα με τις προθέσεις εἰς, ἀμφί, περί, κατά, ὑπέρ και αιτιατική:

ΞΕΝ Ελλ 6.5.10 ἔφυγον εἰς Λακεδαίμονα περὶ ὀκτακοσίους || κατέφυγαν στη Σπάρτη περίπου οχτακόσιοι.

ΘΟΥΚ 1.8.1 ὑπὲρ ἥμισυ (τῶν τεθνεώτων) Κᾶρες ἐφάνησαν || πάνω από τους μισούς νεκρούς αποδείχτηκαν Κάρες.

ΛΥΣ 13.8 εἰ κατασκαφείη τῶν τειχῶν τῶν μακρῶν ἐπὶ δέκα στάδια ἑκατέρου || αν γκρεμιστεί σε έκταση δέκα σταδίων καθένα από τα μακρά τείχη.


👉 Παράλειψη του υποκειμένου. Το υποκείμενο του ρήματος παραλείπεται κανονικά όταν είναι αντωνυμία του πρώτου ή δευτέρου προσώπου, όπως συμβαίνει και στα νέα ελληνικά, γιατί υποδηλώνεται από την κατάληξη του ρήματος. Διατηρείται μόνο στις περιπτώσεις που εκφράζεται έμφαση ή αντιδιαστολή.

ΔΗΜ 15.6 παρελθὼν πρῶτος ἐγὼ παρῄνεσα || αφού ανέβηκα στο βήμα πρώτος εγώ σας συμβούλευσα (έμφαση).

ΔΗΜ 48.3 οὐκ ἐγὼ αἴτιός εἰμι τοῦ εἰς τὸ δικαστήριον εἰσιέναι, ἀλλ' οὗτος αὐτός || δεν είμαι εγώ αίτιος της παραπομπής του στο δικαστήριο, αλλά αυτός ο ίδιος (αντιδιαστολή).


👉 Το υποκείμενο του ρήματος σε τρίτο πρόσωπο παραλείπεται συνήθως όταν:

(α) μπορεί να εννοηθεί εύκολα από τα συμφραζόμενα, 
(β) είναι αόριστο, οπότε εννοείται ως υποκείμενο η αόριστη αντωνυμία τις ή ο κάποιος άλλος αόριστος όρος π.χ. οἱ ἄνθρωποι, τὰ πράγματα κ.ά. και 
(γ) η ενέργεια που εκφράζει το ρήμα αρμόζει σε ένα συγκεκριμένο υποκείμενο, όπως με τα ρήματα ἐσάλπιγξε (ὁ σαλπιγκτής), ἐκήρυξε (ὁ κῆρυξ), ἀναγνώσεται (ὁ γραμματεύς) κ.ά., καθώς και με ρήματα δηλωτικά φυσικών φαινομένων, όπως ὕει βρέχει, νίφει χιονίζει, ἀστράπτει, ἔσεισε έγινε σεισμός κλπ.,για τα οποία ως υποκείμενο εννοείται ὁ θεός ή Ζεύς.

ΞΕΝ Αγ 1.13 μέγα φρονήσας ὁ Τισσαφέρνης ἐπὶ τῷ καταβάντι στρατεύματι προεῖπεν Ἀγησιλάῳ πόλεμον, εἰ μὴ ἀπίοι ἐκ τῆς Ἀσίας (ενν. ὁ Ἀγησίλαος) || ο Τισσαφέρνης, επειδή αλαζονεύτηκε από την άφιξη του νέου στρατεύματος, απείλησε τον Αγησίλαο ότι θα του επιτεθεί, αν δεν αποχωρήσει από την Ασία.

ΙΣΑΙΟΣ 2.13 ὁ νόμος, ὅς κελεύει τὰ ἑαυτοῦ ἐξεῖναι διαθέσθαι ὅπως ἄν ἐθέλῃ (ενν. τις) || ο νόμος, ο οποίος ορίζει ότι μπορεί κανείς να διαθέσει την περιουσία του όπως θέλει.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.3.16 καὶ τὸ μνῆμα ὑπερμέγεθες ἐχώσθη, ὥς φασιν (ενν. οἱ ἄνθρωποι) || και το μνήμα με συσσώρευση χώματος κατασκευάστηκε τεράστιο, όπως λένε.

ΑΙΣΧΙΝ 3.15 τοὺς νόμους ἀναγνώσεται (ενν.ὁ γραμματεύς) || ο γραμματέας θα διαβάσει τους νόμους.


👉 Συμφωνία του υποκειμένου με το ρήμα. Το ρήμα της πρότασης κανονικά συμφωνεί με το υποκείμενό του ως προς το πρόσωπο και τον αριθμό, όπως και στα νέα ελληνικά: σὺ λέγεις, ἡμεῖς λέγομεν, οὗτοι λέγουσι. Όταν όμως το υποκείμενο είναι ουδέτερο πληθυντικού αριθμού, τότε στην αττική διάλεκτο το ρήμα βρίσκεται κανονικά σε ενικό αριθμό (αττική σύνταξη).

ΞΕΝ Ελλ 2.3.11 τὰ μακρὰ τείχη καὶ τὰ περὶ τὸν Πειραιᾶ καθῃρέθη || γκρεμίστηκαν τα μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά.

ΞΕΝ Ελλ 5.1.32 ὥσπερ τὰ βασιλέως γράμματα ἔλεγεν 
||  όπως όριζαν οι επιστολές του Βασιλιά.

ΛΥΣ 13.20 τὰ ψηφίσματα <τὰ> ἐξ ἐκείνης τῆς βουλῆς […] ἐπὶ καταλύσει τοῦ δήμου τοῦ ὑμετέρου ἅπαντα ἐγένετο
||όλα ανεξαιρέτως τα ψηφίσματα εκείνης της βουλής έγιναν με σκοπό την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ακόμη και στην αττική διάλεκτο όμως, δεν λείπουν περιπτώσεις που η αττική σύνταξη παραβιάζεται,

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.17 φανερὰ ἦσαν καὶ ἵππων καὶ ἀνθρώπων ἴχνη πολλά (αντί ἦν) || ήταν ορατά πολλά ίχνη και αλόγων και ανθρώπων.

👉 Όταν το υποκείμενο είναι περιληπτικό ουσιαστικό (ουσιαστικό το οποίο γραμματικά είναι ενικού αριθμού, ως προς τη σημασία του όμως δηλώνει πλήθος προσώπων, π.χ. οι λέξεις τὸ πλῆθος, ἡ πόλις, τὸ στράτευμα, ὁ ὅμιλος, κλπ.), το ρήμα είναι δυνατόν να βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό, συμφωνώντας με τον σημασιολογικό και όχι τον γραμματικό αριθμό του υποκειμένου (σύνταξη κατά το νοούμενο).

ΘΟΥΚ 1.20.1 Ἀθηναίων γοῦν τὸ πλῆθος Ἵππαρχον οἴονται ὑφ' Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος τύραννον ὄντα ἀποθανεῖν || οι περισσότεροι λοιπόν από τους Αθηναίους πιστεύουν πως ο Ίππαρχος σκοτώθηκε από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα, ενώ ήταν τύραννος.

ΘΟΥΚ 1.125.1 τὸ πλῆθος ἐψηφίσαντο πολεμεῖν || η πλειοψηφία υπερψήφισε την πρόταση για πόλεμο.

ΘΟΥΚ 6.32.2 ξυνεπηύχοντο δὲ καὶ ὁ ἄλλος ὅμιλος ὁ ἐκ τῆς γῆς || μαζί με τους προηγούμενους (δηλ. εκείνους που βρίσκονταν πάνω στα πλοία) πρόσθετε τις προσευχές του και το άλλο πλήθος που βρισκόταν στην ακτή.

👉 Στην περίπτωση που το ρήμα έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα, κανονικά βρίσκεται σε πληθυντικό αριθμό. Αν, επιπλέον, τα υποκείμενά του διαφέρουν ως προς το πρόσωπο, το ρήμα συμφωνεί με το επικρατέστερο πρόσωπο (επικρατέστερο είναι το πρώτο σε σχέση με το δεύτερο και το τρίτο, και το δεύτερο σε σχέση με το τρίτο).

ΠΛ Γοργ 523a διενείμαντο τὴν ἀρχὴν ὁ Ζεὺς καὶ ὁ Ποσειδῶν καὶ ὁ Πλούτων || μοίρασαν την εξουσία μεταξύ τους ο Δίας, ο Ποσειδώνας και ο Πλούτωνας.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 8.7.1 καὶ ὁ μὲν πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ πάλαι δὴ […] ἐτετελευτήκεσαν αὐτῷ || ο πατέρας και η μητέρα του από καιρό πια του είχαν πεθάνει.

ΠΛ Πρωτ 361a ἐγώ τε καὶ σὺ μακρὸν λόγον ἑκάτερος ἀπετείναμεν || και εγώ και εσύ, ο καθένας από τη σκοπιά του, μιλήσαμε για πολλή ώρα.

ΛΥΣ 18.21 Διόμνηστος καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφὸς ἐκ μιᾶς οἰκίας τρεῖς ὄντες τριηραρχοῦμεν || ο Διόμνηστος και εγώ και αδελφός μου, τρεις από μια οικογένεια, είμαστε τριήραρχοι.


👉 Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που το ρήμα, παρότι έχει περισσότερα από ένα υποκείμενα, βρίσκεται σε ενικό αριθμό και συμφωνεί ως προς το πρόσωπο με το πλησιέστερο ή το επικρατέστερο υποκείμενο.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 7.3.11 παρῆν δὲ ὁ Γωβρύας καὶ ὁ Γαδάτας (αντί παρῆσαν) || ήταν παρόντες ο Γωβρύας και ο Γαδάτας.

ΔΗΜ 18.172 ἐκεῖνος ὁ καιρὸς καὶ ἡ ἡμέρα 'κείνη οὐ μόνον εὔνουν καὶ πλούσιον ἄνδρ' ἐκάλει, ἀλλὰ καὶ παρηκολουθηκότα τοῖς πράγμασιν ἐξ ἀρχῆς (αντί ἐκάλουν) 
|| η περίσταση και η ημέρα εκείνη απαιτούσαν έναν άνδρα όχι μόνο με καλές διαθέσεις για την πόλη και πλούσιο, αλλά και κάποιον που είχε παρακολουθήσει εξ αρχής την εξέλιξη των πραγμάτων.

ΛΥΣ 19.1 ἐὰν ἐγὼ μὲν μὴ νῦν εὖ εἴπω, οὐ μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ ὁ πατὴρ δόξει ἄδικος εἶναι (αντί δόξομεν ἄδικοι εἶναι) || αν εγώ τώρα δεν υπερασπιστώ σωστά την υπόθεση, όχι μόνο εγώ, αλλά και ο πατέρας μου θα φανεί άδικος.

ΠΛ Νομ 699d ἐπισκόπει μὴν καὶ σὺ καὶ Κλεινίας (αντί ἐπισκοπεῖτε) || εξετάστε λοιπόν κι εσύ και ο Κλεινίας.


Σχετικά Online Μαθήματα:

16









Πηγή:










Τετάρτη 23 Απριλίου 2025

Θεωρία Έκφραση - Έκθεση Α' Λυκείου





👉Άν θέλετε να κατεβάσετε το αρχείο σε μορφή pdf  θα το βρείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:

Κειμενικοί Δείκτες




👉Κειμενικοί Δείκτες είναι τα μορφικά στοιχεία του κειμένου που συνιστούν το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το σκελετό του. Περιλαμβάνουν το λογοτεχνικό γένος/είδος, τις γλωσσικές επιλογές, τους αφηγηματικούς τρόπους, τις αφηγηματικές τεχνικές, τη δομή, την πλοκή, τους χαρακτήρες κ.ά. Η συνδυαστική ερμηνεία των κειμενικών δεικτών μας βοηθά να διερευνήσουμε τις ανταποκρίσεις μας στο κείμενο και να του αποδώσουμε νόημα.

👉Γλωσσικές Επιλογές/ Εκφραστικά Μέσα είναι οι γλωσσικές επιλογές του/της συγγραφέα αφορούν: α) την επιλογή του λεξιλογίου (ως γλωσσική ιδιοτυπία, ιδίωμα ή διάλεκτο του αφηγητή και ως ιδιόλεκτο των ηρώων)· β) τους γραμματικούς χρόνους, τις εγκλίσεις και τα ρηματικά πρόσωπα, τα οποία δηλώνουν διαφορετικά χρονικά επίπεδα, διαφορετικούς βαθμούς βεβαιότητας ή επιθυμίας, τρόπους απεύθυνσης· γ) τη στίξη που υιοθετεί σε συγκεκριμένα σημεία του κειμένου· δ) τα σχήματα λόγου, δηλαδή τις ιδιορρυθμίες του λόγου που αφορούν τη θέση των λέξεων και φράσεων στη σειρά του λόγου (σχήμα κύκλου, ασύνδετο/πολυσύνδετο, υπερβατό κ.ά.) και τη σημασία με την οποία χρησιμοποιείται μια λέξη ή φράση σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (μεταφορά, παρομοίωση, αντίθεση κ.ά.). Όλες οι γλωσσικές επιλογές συνδέονται λειτουργικά με το νόημα και το ύφος του έργου. 

1. Κειμενικούς δείκτες που σχετίζονται με τη γλώσσα (τις γλωσσικές επιλογές και τα εκφραστικά μέσα) ενός κειμένου:

Σχήματα Λόγου

Ρηματικά Πρόσωπα

Στίξη

Χρήση Ερωτημάτων

Ενεργητική και Παθητική Σύνταξη

Ευθύς και Πλάγιος Λόγος

Αναφορική και Ποιητική Λειτουργία της Γλώσσας

Δήλωση – Συνυποδήλωση

Εγκλίσεις του Ρήματος

Τροπικότητες του Ρήματος

Διαθέσεις και Φωνές του Ρήματος

Χρόνοι του Ρήματος

Επίπεδα Λόγου και Ύφος Κειμένου

Χαρακτηριστικά Επιστημονικού Λόγου

Διαδοχική Υπόταξη

Αναφορικές Προτάσεις

Ονοματοποίηση

Ειδικές Γλώσσες

Καταγωγή των Λέξεων

Σύνθετες Λέξεις



2. Kειμενικοί δείκτες που σχετίζονται με την οργάνωση – δομή ενός κειμένου:

Διαρθρωτικές Λέξει

Συνοχή Κειμένου

Τρόποι Ανάπτυξης Παραγράφων



3. Κειμενικοί δείκτες που σχετίζονται με το περιεχόμενο ενός κειμένου:

Αφηγηματικοί Τρόποι

Τρόποι Πειθούς

Συλλογισμοί – Επιχειρήματα

Αξιολόγηση Επιχειρήματος




Πηγή:





Ο εκφραστικός λόγος

Ο ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ

Περικλής Πολίτης




Ημερολόγια, αυτοβιογραφίες, αυθόρμητες ομολογίες, απολογίες, ευχές και κατάρες, ακόμη και σημειώματα πριν από αυτοκτονία (!), μα πάνω απ' όλα η άτυπη καθημερινή συνομιλία έχουν μελετηθεί ως αντιπροσωπευτικές μορφές εκφραστικού λόγου. Υπάρχουν, ωστόσο, και πιο συμβατικοποιημένες μορφές, που συνήθως εκφράζουν συναισθήματα και πεποιθήσεις ομάδων: τα θρησκευτικά σύμβολα πίστης, τα μανιφέστα, οι διακηρύξεις ανεξαρτησίας, τα συντάγματα και τα συμβόλαια. Όλα αυτά τα κείμενα επιβεβαιώνουν την κεντρική λειτουργία του ατόμου και της υποκειμενικότητας, αφού ο πομπός-ομιλητής/ συγγραφέας κυριαρχεί σε όλη τη διαδρομή ενός τέτοιου κειμένου και μέσα απ' αυτό οικοδομεί και εκφράζει την ατομικότητά του.

Το περιεχόμενο της αυτοέκφρασης (ή της συλλογικής έκφρασης) αποτελείται από συναισθηματικά και διανοητικά στοιχεία, που εξωτερικεύονται ύστερα από ενδοσκόπηση. Όμως, αυτοέκφραση χωρίς συγκεκριμένο σκοπό δεν νοείται, κι ας μοιάζει να είναι μια υπόθεση πολύ προσωπική και ιδιωτική και, άρα, ξένη προς τη δημοσιοποίηση. Τα προσωπικά ημερολόγια, για παράδειγμα, που θεωρούνται από τα πλέον εσωτερικά κείμενα, είναι γνωστό πώς ερωτοτροπούν με τη δημοσίευση ή, έστω, τη δημοσιοποίησή τους, στ' αλήθεια ψάχνοντας για κατάλληλο κοινό, τη στιγμή που καμώνονται ότι διασώζουν τα κρύφια από περίεργα μάτια. Γι' αυτό πρέπει να θεωρήσουμε την προσήλωση σε έναν (επικοινωνιακό) στόχο άμεσα συνυφασμένη με την έκφραση της υποκειμενικότητας ή της διυποκειμενικότητας. Ακολουθεί μέρος της εγγραφής της 29ης Σεπτέμβρη 1944 από το προσωπικό ημερολόγιο του Γ. Σεφέρη (Μέρες Δ΄), που επαληθεύει απόλυτα τα παραπάνω χαρακτηριστικά του "εξομολογητικού" λόγου:

΄" …Συλλογίζομαι πως στο Κάιρο, μέσα στην αραπιά, τη βρώμα και την καβαλίνα, στα μεγάλα ξενοδοχεία και στους φριχτούς καφενέδες, αυτά τα χαλκεία κάθε ραδιουργίας και απάτης, μέσα σ' εκείνο το τοπίο το τόσο ξένο από την ψυχή μας, ήμασταν καλύτερα προφυλαγμένοι. Ζούσαμε με κλειστές τις μπουκαπόρτες την απάνθρωπη ζωή της προσφυγιάς. Εδώ είναι πιο δύσκολο ν' αμυνθείς. Είσαι στο κλίμα σου, στην ατμόσφαιρά σου, αφού είσαι στη Μεσόγειο, στην Ευρώπη. Κι έχεις τη ροπή ν' αφεθείς, να αισθανθείς σαν άνθρωπος που είσαι επιτέλους. Κάνεις να μισανοίξεις ένα παράθυρο να μπει λίγος καθαρός αέρας και γεμίζεις βρωμόμυγες, τις άπειρες βρωμόμυγες τούτου του συρφετού των πολιτικατζήδων. Ίσως να είμαστε και κουρασμένοι. Ίσως η αντοχή που είχαμε όταν ξεκινήσαμε να έχει πια τριφτεί, ύστερ' από τόσον καιρό. Άθλια βαριές μέρες. Και το περίεργο, ποιος θα το πίστευε, τέτοιες μέρες."

Μπορεί να υπάρξει γενικό οργανωτικό πρότυπο του εκφραστικού λόγου, από τη στιγμή που αυτός είναι εξατομικευμένος; Η απάντηση είναι αρνητική για τις μη συμβατικοποιημένες μορφές (ημερολόγιο, αυθόρμητη ομολογία, απολογία κ.ά.). Στις περιπτώσεις αυτές έκφραση και δομή της έκφρασης ταυτίζονται. Αντίθετα, στις πιο τυπικές περιπτώσεις (πολιτικά μανιφέστα, διακηρύξεις δικαιωμάτων, συμβόλαια, κατευθυνόμενες συνεντεύξεις όπως του ασθενούς στον γιατρό του, ομολογίες δογμάτων κ.ά.) η συχνά μακραίωνη παράδοσή τους έχει επιβάλει οργανωτικά πρότυπα που πρέπει υποχρεωτικά να ακολουθούνται. Γενικά, μπορεί να πει κανείς ότι η συλλογική έκφραση είναι πιο συμβατικοποιημένη (= μορφικά τυποποιημένη) από την ατομική, πιθανότατα επειδή έτσι μπορεί να εκφρασθεί αποτελεσματικά η συλλογική βούληση. Ακολουθεί (μέρος από την) Προκήρυξη του ενωτικού δημοψηφίσματος του 1950, που αφορούσε το ζήτημα της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα (βλ. το συλλογικό Θέματα Ιστορίας, Β΄ Ενιαίου Λυκείου [επιλογή], ΟΕΔΒ 1998), ένα προσκλητήριο-διαμαρτυρία, που εκφράζει την αποστροφή των Κυπρίων προς την αποικιοκρατική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και καλεί τον κυπριακό λαό να διατρανώσει τη βούλησή του για ένωση με τη "μητέρα Ελλάδα". Στην προκήρυξη αυτή είναι ευδιάκριτη η προσχεδιασμένη (μη συμβατικοποιημένη) θεματική δομή και πολύ χαρακτηριστική η ποικιλία και η χρήση των τυπογραφικών στοιχείων, που, παράλληλα με τη συναισθηματική γλώσσα, αυξάνουν την αποτελεσματικότητά της:

"ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΔΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ! 

Την προσεχή Κυριακήν, 15ην Ιανουαρίου, 1950
η δούλη πατρίς σας Κύπρος σας καλεί
να εκτελέσετε το καθήκον σας
Προσέλθετε όλοι και όλες εις τους Ι. ναούς και θέσατε τιμητικώς την
υπογραφήν σας
ΕΙΣ ΤΟ
Δ Η Μ Ο Ψ Η Φ Ι Σ Μ Α Τ Η Σ Ε Θ Ν Α Ρ Χ Ι Α Σ
Διά να διαδηλώσετε ότι ο μοναδικός και ζωηρός πόθος σας είναι
Η ΕΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΝ Η ΕΝΩΣΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΣ ΕΛΛΑΔΟΣ κλπ."



Σ' όλα αυτά ας συνυπολογιστεί και η επίδραση των συνομιλιακών δεδομένων (αν, δηλαδή, ο εκφραστικός λόγος είναι μονολογικός, χωρίς συγκεκριμένους αποδέκτες, ή προϋποθέτει τη συμμετοχή και τις αντιδράσεις ενός ζωντανού ακροατηρίου) και των κοινωνικών συμφραζομένων (αν, για παράδειγμα, ο εκφραστικός λόγος παράγεται και "διανέμεται" σε επίσημη ή ανεπίσημη περίσταση επικοινωνίας), που μπορεί να επηρεάσουν την οργάνωση ακόμη και των πιο αυθόρμητων μορφών αυτοέκφρασης (σύγκρινε τον θρήνο-έκρηξη με το παραδοσιακό μοιρολόι στην τελετή της ταφής).

Η έκφραση της ατομικότητας είναι συνδεδεμένη και με υφολογικούς δείκτες. Πρώτ' απ' όλα, στην ατομική έκφραση μπορεί να ανιχνεύσει κανείς ιδιωματικές χρήσεις γλωσσικών μορφών ή σημασιών, δηλαδή ένα ιδιόλεκτο. Έτσι, η προσωπική "διαχείριση" πολλών σημασιών κάνει τον εκφραστικό λόγο πλούσιο σε συνδηλωτικές (= συναισθηματικές) σημασίες που δεν απαντούν στην κυρίαρχη γλωσσική ποικιλία. Με τον ίδιο τρόπο, στη συλλογική έκφραση μπορούμε να διαπιστώσουμε στοιχεία μιας κοινωνικής ποικιλίας ή υποποικιλίας, αφού οι κοινωνικές ομάδες που εξωτερικεύουν από κοινού τις επιδιώξεις και τα συναισθήματά τους αναγνωρίζουν τη συμβολική τους ταυτότητα σε μια τέτοια κοινωνική διάλεκτο. Έτσι, διακηρύξεις, διαμαρτυρίες ή ομολογίες εθνικών, θρησκευτικών ή πολιτικών ομάδων υιοθετούν μιαν αντίστοιχη ρητορική, που έχει διαμορφωθεί στη διαδρομή μιας σειράς παλιότερων "κειμένων" (διακηρύξεις ανεξαρτησίας, συντάγματα, θρησκευτικά κείμενα, πολιτικά μανιφέστα, προγράμματα κοινωνικής δράσης κ.ά.).

Άλλο γνώρισμα της εκφραστικής γλώσσας είναι η υψηλή περιληπτικότητα ή γενικευτικότητά της, η τάση της δηλαδή να προϋποθέτει κοινές με τον αναγνώστη/ ακροατή παραδοχές και να προβάλλει, όχι να αποδεικνύει, ισχυρισμούς. Αυτό εξηγείται από την αδιαφορία του ομιλητή/ συγγραφέα να υποβάλει σε έλεγχο τα τεκμήρια στα οποία στηρίζει τις αποφάνσεις του, αποφάνσεις συνήθως αξιολογικού και όχι περιγραφικού χαρακτήρα. Αυτό δείχνει ότι ο εκφραστικός λόγος σπάνια συγγενεύει με τη λογική πειθώ, γιατί είναι προσανατολισμένος στις ανάγκες του ομιλητή/ συγγραφέα και όχι του ακροατή/ αναγνώστη.

Από κείμενα προσωπικής έκφρασης δεν απουσιάζει η μεταφορική χρήση της γλώσσας, γιατί τα πράγματα συχνά ζωντανεύουν στη συνείδηση του συντάκτη και αποκτούν διαστάσεις προσώπων ή ηρώων, άρα και τις ιδιότητές τους, ενώ αντίστοιχα τα πρόσωπα "παγώνουν" και αποκτούν διαστάσεις αντικειμένων, καθώς το εγώ του ομιλητή/ συγγραφέα εσωτερικεύει και εν συνεχεία εκφράζει με τον δικό του (όχι αντικειμενικό) τρόπο τον κόσμο των προσώπων και των πραγμάτων.

Αλλά το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα του εκφραστικού ύφους είναι ασφαλώς η χρήση του πρώτου προσώπου. Εννοώ το "εγώ" ως ατομικότητα που επενδύεται στο γραμματικό πρώτο ενικό πρόσωπο και το "εμείς ως συλλογική ατομικότητα που επενδύεται στο γραμματικό πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Στις λιγότερο συμβατικές μορφές του εκφραστικού λόγου έχει διαπιστωθεί επαναληπτικότητα στη σύνταξη και αφθονία σύντομων φράσεων ακανόνιστου μήκους, κάτι που δεν απαντά σε μορφές θεσμοποιημένου εκφραστικού λόγου. Τέλος, σε όλες τις ποικιλίες εκφραστικών κειμένων αφθονούν γραμματικοί δείκτες των συναισθημάτων και των στάσεων του "εγώ", όπως η υποτακτική και η ευχετική έγκλιση ή ο υπερθετικός βαθμός επιθέτων και επιρρημάτων. Αρκετούς από τους υφολογικούς δείκτες του εκφραστικού λόγου που μόλις απαριθμήσαμε μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στο απόσπασμα από τις περίφημες Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε του Ρ. Μ. Ρίλκε (Γαλαξίας 1965):


" Έκανα κάτι για το φόβο. Καθόμουν ολόκληρη τη νύχτα κι έγραφα, και τώρα είμαι τόσο κουρασμένος, όπως ύστερα από ένα μακρινό δρόμο, πάνω στα λιβάδια του Ούλσγκωρ. Είναι όμως δύσκολο να σκέπτεσαι πως όλα αυτά δεν υπάρχουν πια, πως στο παλιό απέραντο αρχοντικό κάθονται ξένοι. Μπορεί στο λευκό δωμάτιο, ψηλά στο αέτωμα, να κοιμούνται τώρα οι υπηρέτριες, να κοιμούνται το βαρύ τους, υγρόν ύπνο, από το βράδυ ως το πρωί. Και δεν έχεις κανένα και τίποτα και γυρίζεις μέσα στον κόσμο με μια βαλίτσα και μια κάσα βιβλία και κυρίως χωρίς περιέργεια. Τι ζωή είναι αυτή αλήθεια! Χωρίς σπίτι, άκληρος, χωρίς σκύλους. Να είχε κανείς τουλάχιστον τις αναμνήσεις του. Όμως ποιος τις έχει αυτές; Να ήταν εδώ τα παιδικά χρόνια, αυτά είναι θαμμένα. Ίσως πρέπει να γίνει γέρος κανείς, για να μπορέσει να τα πλησιάσει όλα αυτά. Σκέπτομαι καλά θα είναι να γίνω γέρος."



Πηγή: