EIΣAΓΩΓH
Με τον όρο Αρχαία Ελληνική Γραμματεία εννοούμε το σύνολο των γραπτών μνημείων
της ελληνικής αρχαιότητας που αποτελούν εκδηλώσεις ανώτερης πνευματικής
δημιουργίας.
Αυτά τα γραπτά μνημεία
τα διακρίνουμε σε δύο μεγάλες κατηγορίες:
•Ποιητικά έργα (ποίηση: δημιούργημα, όπου κυριαρχεί η
φαντασία και το συναίσθημα και γι' αυτό προηγήθηκε του πεζού λόγου). Εξελικτικά
καλλιεργήθηκαν τρία είδη ποίησης, που το καθένα χαρακτηρίζει την εποχή του και
υποδιαιρείται σε άλλα επιμέρους:
Στα αρχαία
ελληνικά ποιητικά έργα το μέτρο εξασφαλιζόταν με την εναλλαγή μακρόχρονων και
βραχύχρονων συλλαβών (προσωδία < προς + ᾠδή) και όχι με την εναλλαγή
τονισμένων και άτονων συλλαβών, όπως συμβαίνει με την παραδοσιακή νεοελληνική
ποίηση.
•Πεζά έργα (πεζός λόγος: μεταγενέστερο δημιούργημα,
όπου κυριαρχεί η κρίση). Και στον πεζό λόγο καλλιεργήθηκαν τρία γενικά είδη:
Γλώσσα: Η γλώσσα των κειμένων της αρχαίας
ελληνικής γραμματείας ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών
και παρουσιάζει διάφορες μορφές- διαλέκτους, ανάλογα με τα ελληνικά φύλα
(Ιώνων, Αχαιών και Δωριέων) που τη χρησιμοποίησαν, την περιοχή και την εποχή.
Διαμορφώθηκαν, έτσι, τέσσερις διάλεκτοι1:
Iωνική
Είναι η γλώσσα
κυρίως της επικής ποίησης, αλλά και του επιγράμματος, της ελεγείας καθώς και
των πρώτων πεζογράφων. Μερικά βασικά χαρακτηριστικά της: η αντί α (π.χ. Ἀθήνη), ασυναίρετοι τύποι
(π.χ. κινέω, ποιέων), τα ψιλά σύμφωνα (π.χ. δέκομαι =
δέχομαι· ἀπίκετο = ἀφίκετο).
Aχαϊκή-Αιολική
Είναι η γλώσσα
των Αχαιών και των Aιολέων,
καθώς και η γλώσσα της μελικής ποίησης (Αλκαίος, Σαπφώ κ.ά.). Μερικά βασικά
χαρακτηριστικά της: τα συνηρημένα ρήματα σχηματίζονται σε -μι (π.χ. κάλημι αντί καλέω), ο τόνος ανεβαίνει προς την αρχή της λέξης (π.χ. χείμων, ἄγαθος),
διατηρούνται τα διπλά ένρινα και υγρά μετά την αφομοίωση (π.χ. κρίννω, ἔστελλα).
Δωρική
Είναι η γλώσσα
των Δωριέων και των δωρικών αποικιών της N. Iταλίας, της Σικελίας και της Kυρηναϊκής, και η γλώσσα της χορικής ποίησης. Μερικά βασικά χαρακτηριστικά
της: διατηρεί το παλιό ινδοευρωπαϊκό α και δεν το τρέπει σε η, όπως η ιωνική-αττική (π.χ. μάτηρ, Ἀθάνα),
χρησιμοποιεί την κατάληξη -μες στα ρήματα
αντί -μεν (π.χ. φέρομες), συναιρεί το α+ω σε α (π.χ. πολιτᾶν αντί πο-λιτῶν), χρησιμοποιεί
συνηρημένο μέλλοντα, που λέγεται δωρικός (π.χ. θεραπευσῶ, παιξοῦμαι).
Aττική
Προήλθε από την
ιωνική και είναι η κατεξοχήν ελληνική διάλεκτος στην οποία γράφουν όλοι οι
γνωστοί συγγραφείς της αρχαιότητας από τον 5ο αι. π.Χ. Είναι η γλώσσα της
ιστορίας, του δράματος, της φιλοσοφίας, των ρητόρων. Ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
της σε σχέση με την ιωνική: α αντί η (π.χ. χώρα), ττ αντίσσ (π.χ.
θάλαττα), ρρ αντί ρσ (π.χ. θαρρῶ αντί θαρσῶ),
σταθερή χρήση της συναίρεσης και της αύξησης. Η αττική διάλεκτος διακρίνεται σε
αρχαία και νέα (στην αρχαία, π.χ., χρησιμοποιούνται οι προθέσεις ἐς και ξύν αντί των εἰς και σύν της νέας).
Διάλεκτος
συγγενής με τη Δωρική και την Αιολική ομιλούνταν και στη Μακεδονία, όπου στα
μέσα του 5ου π. Χ. αιώνα επισημοποιήθηκε η αττική διάλεκτος στην αυλή των
Μακεδόνων Βασιλέων. Η κυριαρχία των Μακεδόνων και του Μ. Αλεξάνδρου συνέβαλε
στην εξάπλωση της αττικής διαλέκτου σε μια τεράστια γεωγραφική έκταση.
Kοινή
Xρησιμοποιείται
στα μετακλασικά χρόνια (από το 300 π.Χ. περίπου), στην αλεξανδρινή (323-31 π.X.) και τη ρωμαϊκή εποχή (31 π.X - 395 μ.X.). Με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου έγινε
γλώσσα διεθνής για όλες τις ανάγκες: διοίκηση, λογοτεχνία, συναλλαγές,
καθημερινή επικοινωνία. Είναι μια γλώσσα απλοποιημένη, κοινόχρηστη, η οποία
διαμορφώθηκε με βάση την αττική διάλεκτο, με στοιχεία και από τις άλλες
διαλέκτους, κυρίως ιωνικά. Με την κοινή απλοποιούνται η προφορά, η σύνταξη, η
κλίση (π.χ. εξαφανίζονται η συζυγία των εις -μι ρημάτων και, σιγά–σιγά, η ευκτική και το
απαρέμφατο). Είναι η γλώσσα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Η σημερινή
νεοελληνική γλώσσα αποτελεί συνέχεια και μετεξέλιξη της κοινής.
Οι αρχαίες διάλεκτοι κατά γεωγραφικές περιοχές
στη μητροπολιτική Ελλάδα
1. H Aρκαδοκυπριακή
μαρτυρείται μόνο σε επιγραφές.
ΔEYTEPH ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ATΤIKH Ή KΛAΣIKH
(από τους Περσικούς πολέμους έως το θάνατο του M. Aλεξάνδρου, 323 π.X.)
H περίοδος
αποκαλείται «αττική»,
γιατί η αττική διάλεκτος υιοθετείται από όλες τις ελληνικές πόλεις και
γίνεται πανελλήνια· ονομάζεται επίσης «κλασική», γιατί τα
παραγόμενα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά έργα είναι πρότυπα σε όλες τις εποχές.
(Το επίθετο κλασικός προέρχεται από το λατινικό classicus, που αρχικά σήμαινε «εξαιρετικός, πρώτης (κοινωνικής) τάξεως». Αργότερα, στα λατινικά χρησιμοποιήθηκε για τους εξοχότερους συγγραφείς, και μετά την Αναγέννηση στις νεότερες γλώσσες για ολόκληρη την εποχή της μεγάλης ακμής του αρχαιοελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου - τους συγγραφείς, τους καλλιτέχνες και τα έργα τους. Με το ίδιο επίθετο μπορούμε σήμερα να χαρακτηρίσουμε οποιοδήποτε έργο, συγγραφέα ή καλλιτέχνη ξεπερνά με την εξαιρετική του ποιότητα τα όρια της εποχής και του τόπου του.)
O 5ος
αιώνας (αιώνας του Περικλή, 461-429 π.Χ.)
σηματοδοτείται από την ευρεία κυριαρχία της Aθήνας σε όλους τους τομείς· ενισχύεται το δημοκρατικό πολίτευμα,
η πόλη γίνεται κέντρο της ελληνικής παιδείας και η λογοτεχνία είναι αθηναϊκή
και στην ουσία της «πολιτική», γιατί συνδέεται με την πόλη.
Tον 5ο αι.
π.X. γεννιούνται δύο
είδη που έμελλαν να επιζήσουν σε όλες τις λογοτεχνίες μέχρι σήμερα: η Iστορία και το Θέατρο, τραγικό ή κωμικό. O 4ος αιώνας (404-323 π.Χ.) είναι επίσης ο αιώνας της αττικής ρητορικής (δικανικής ή
πολιτικής )και του φιλοσοφικού στοχασμού. H φιλοσοφία, με το διάλογο, και η ρητορεία εγγίζουν την τελειότητα
στον ανώτερο βαθμό.
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ - Με λίγα λόγια:
• Η νικηφόρος έκβαση των περσικών πολέμων (479 π.Χ., Μάχη των Πλαταιών) είχε σημαντικές συνέπειες σε πολιτικό, πολιτιστικό και στρατιωτικό επίπεδο σε όλον τον ελληνικό κόσμο. Οι πόλεις όμως που είχαν κεντρικό ρόλο ήταν δύο, η Αθήνα και η Σπάρτη. Γύρω τους συσπειρώθηκαν όλες σχεδόν οι ανεξάρτητες πόλεις-κράτη σε δύο μεγάλους σχηματισμούς την Δηλιακή Συμμαχία/ Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία (478 π.Χ.) και την Πελοποννησιακή Συμμαχία. Ο ανταγωνισμός και η σύγκρουσή τους, που επεκτάθηκε σε όλον τον ελληνικό κόσμο από τη Μικρά Ασία έως τη Μεγάλη Ελλάδα (Πελοποννησιακός Πόλεμος, 431-404 π.Χ.), είχε ως αποτέλεσμα, παρά την στρατιωτική νίκη της Σπάρτης, την τελική εξασθένηση και των δύο.
Πιο συγκεκριμένα:
Κλασική εποχή (508-323 π.Χ.) - Ιστορικές συνθήκες
Πλούσια σε εξελίξεις, η Κλασική εποχή θα μπορούσε να χωριστεί στις παρακάτω περιόδους, με τα συμβατικά τους ονόματα:
Α. Περσικά (508-479 π.Χ.)
Στα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα οι ιωνικές και αιολικές πόλεις της Μικρασίας, η Μαγνησία, η Κολοφώνα, η Σμύρνη, η Έφεσος κ.ά. (όχι όμως η Μίλητος) βρίσκονταν κάτω από την επικυριαρχία των Λυδών. Το 546 π.Χ. ο Κύρος ο Β' των Περσών διάλυσε το λυδικό κράτος και υπόταξε τη μια μετά την άλλη τις ελληνικές πόλεις (εκτός πάλι από τη Μίλητο).Η βαριά περσική κυριαρχία προκάλεσε δυσφορία στις ελληνικές πόλεις και οδήγησε στην ιωνική επανάσταση του 499 π.Χ., που όμως απότυχε. Η νίκη των Περσών ολοκληρώθηκε με την άλωση και την καταστροφή της Μιλήτου, το 494 π.Χ.
Για να τιμωρήσουν τάχα την Αθήνα και την Ερέτρια, που είχαν βοηθήσει τους Ίωνες, οι Πέρσες επιχείρησαν τρεις φορές να επεκτείνουν την κυριαρχία τους στην Ελλάδα, αλλά: (α) ο Μαρδόνιος είδε τον στόλο του να διαλύεται από κακοκαιρία στον Άθω (492 π.Χ.), (β) ο Δάτης και ο Αρταφέρνης προχώρησαν και ισοπέδωσαν την Ερέτρια, αλλά νικήθηκαν κατά κράτος στον Μαραθώνα (490 π.Χ.), και (γ) ο διάδοχος του Δαρείου, ο Ξέρξης, μπορεί να πέρασε από τις Θερμοπύλες, που υπερασπιζόταν ο Λεωνίδας, και να κατάστρεψε την Αθήνα, αλλά το ναυτικό του κατατροπώθηκε στη Σαλαμίνα (480 π.Χ) και ο στρατός του στις Πλαταιές (479 π.Χ.). Τον ίδιο χρόνο, η ναυμαχία της Μυκάλης επισφράγισε την ελληνική νίκη, και η κατάληψη της Σηστού στα στενά του Ελλησπόντου προετοίμασε την αθηναϊκή ηγεμονία.
Β. Πεντηκονταετία (479-431 π.Χ.)
Ανάμεσα σε δύο πολέμους, η Πεντηκονταετία ταυτίζεται με τη μεγάλη ακμή της αθηναϊκής δημοκρατίας. Οι νίκες στα Περσικά έχουν δοξάσει την Αθήνα, που ιδρύει τη Συμμαχία της Δήλου και ηγεμονεύει δικαιωματικά στον ελληνικό κόσμο. Οι κυβερνήτες της, αιρετοί από την εκκλησία του δήμου, είναι σημαντικές προσωπικότητες: ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Εφιάλτης, ο Περικλής - πολιτικοί που συνδυάζουν την έμπνευση και τον σωστό σχεδιασμό με την αποτελεσματική πράξη.
Ο Περικλής, που ως αρχηγός της δημοκρατικής παράταξης κυβέρνησε την Αθήνα για τριάντα και παραπάνω χρόνια (461-429 π.Χ.) ενίσχυσε το δημοκρατικό πολίτευμα, οχύρωσε την Αθήνα από στεριά και θάλασσα, ανάπτυξε το εμπόριο, επέκτεινε την αθηναϊκή επιρροή σε Ανατολή και Δύση, και ακόμα προγραμμάτισε και πραγμάτωσε την ανοικοδόμηση της Ακρόπολης, που οι αρχαϊκοί ναοί της είχαν καταστραφεί από τον Ξέρξη.
Τέτοια ανάπτυξη και τόσες επιτυχίες φυσικό ήταν να έχουν και την αρνητική τους πλευρά: η μεταφορά του ταμείου της συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, οι παρεμβάσεις στα εσωτερικά των συμμαχικών πόλεων, η οικονομική τους εκμετάλλευση, η σκληρή τιμωρία όσων αποστατούσαν, και άλλα ανάλογα φαινόμενα είχαν με τον καιρό αποτέλεσμα οι σύμμαχοι να νιώθουν υποτελείς και η Αθήνα να ασκεί επεκτατική και ιμπεριαλιστική περισσότερο παρά συμμαχική πολιτική. Έτσι κι αλλιώς, στόχος του Περικλή ήταν να συνενώσει κάτω από την ηγεσία της Αθήνας ολόκληρη την Ελλάδα· όμως τα σχέδια του σκόνταψαν στη δικαιολογημένη αντίδραση της Σπάρτης.
Η ολιγαρχική Σπάρτη είχε και αυτή κερδίσει μεγάλη δόξα στα Περσικά· όμως στα χρόνια που ακολούθησαν χρειάστηκε να αντιμετωπίσει πλήθος δυσκολίες: η συνοχή της Πελοποννησιακής Συμμαχίας κινδύνευε από το φιλελεύθερο δημοκρατικό ρεύμα που είχαν δημιουργήσει οι νίκες εναντίον των Περσών· ο παλιός της εχθρός, το Άργος, σε συνεργασία με την Αθήνα, ενίσχυε και συντόνιζε τις αντιλακωνικές κινήσεις στην Αρκαδία, στην Ηλεία και αλλού· οι είλωτες επαναστάτησαν το 468 π.Χ., η εξέγερση τους κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια, και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το 464 π.Χ. ένας φοβερός σεισμός ισοπέδωσε τη Λακωνία και σκότωσε περισσότερες από 20.000 ανθρώπους, δημιουργώντας ένα ακόμα πρόβλημα, δημογραφικό.
Αντιμέτωποι με τόσες δυσκολίες, οι πάντα συντηρητικοί έφοροι όχι μόνο διατήρησαν, αλλά και ενίσχυσαν τον στατικό χαρακτήρα της πόλης, που πια αντιστεκόταν σε κάθε νεωτερισμό. Κλεισμένη στον εαυτό της η Σπάρτη αναγκάστηκε από τα πράγματα να ανεχτεί τη ραγδαία πρόοδο της Αθήνας, αλλά βέβαια δεν παράλειψε να αντιδρά, τόσο με πολιτικές ενέργειες, υποστηρίζοντας τα ολιγαρχικά κόμματα σε άλλες πόλεις, όσο και με στρατιωτικές παρεμβάσεις, όπου και όταν παρουσιαζόταν ευκαιρία. Τέλος, ύστερα από πολλές συγκρούσεις, με τις τριαντάχρονες σπονδές του 446 π.Χ., η Αθήνα και η Σπάρτη αναγνώρισαν καθεμιά την ηγετική θέση της άλλης στη Συμμαχία της Δήλου και στην Πελοποννησιακή Συμμαχία αντίστοιχα.
Γ. Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.)
Οι τριαντάχρονες σπονδές άντεξαν δεκατέσσερα χρόνια, αλλά το 431 π.Χ., με αφορμή το μεγαρικό ψήφισμα, ξεκίνησε ο πόλεμος «που συγκλόνισε τους Έλληνες και μερικούς από τους βαρβάρους και, μπορεί κανείς να πει, ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο» (Θουκυδίδης 1.2, μετάφρ. Α. Βλάχου). Ο Πελοποννησιακός πόλεμος κράτησε είκοσι εφτά χρόνια και στο μεγαλύτερο μέρος του ήταν αμφίρροπος: η νίκη μεταπηδούσε από το ένα στο άλλο στρατόπεδο και οι εχθροπραξίες διακόπτονταν από περιόδους ειρήνης, ώσπου το 404 π.Χ. οι Σπαρτιάτες πολιορκούν στενά την Αθήνα και επιβάλλουν τους όρους τους.
Για το σύνολο της Ελλάδας, η βραχύβια κυριαρχία των Σπαρτιατών και η πρόσκαιρη κατάλυση της αθηναϊκής δημοκρατίας δεν είχαν τόση σημασία όσην οι καταστροφές που προκάλεσε και στις δύο παρατάξεις ο πόλεμος και η φθορά των ελληνικών δυνάμεων. Έτσι, η σύγκρουση ανάμεσα στα δύο ελληνικά στρατόπεδα έδωσε τη δυνατότητα στην Περσία να ρυθμίζει με τις συμμαχίες και το χρυσάφι της τις τύχες της Ελλάδας.
Δ. Τέταρτος αιώνας (404-323 π.Χ.)
Η αθηναϊκή δημοκρατία αποκαταστάθηκε κιόλας το 403 π.Χ.· μέσα σε λίγα χρόνια η Αθήνα απόχτησε πάλι ισχυρό ναυτικό, τα μακρά τείχη ξαναχτίστηκαν, και το 378 π.Χ. συγκροτήθηκε η δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία. Ωστόσο, σε ολόκληρη την Ελλάδα τίποτα δεν ήταν όπως παλιά: τα πολιτεύματα, δημοκρατικά και ολιγαρχικά, λειτουργούσαν με συνέπεια αλλά χωρίς την αρχική τους δυναμική· οι συμμαχίες σχηματίζονταν και διαλύονταν με το παραμικρό, τα πλήθη αδιαφορούσαν, οι ηγετικές προσωπικότητες σπάνιζαν - και ουσιαστικός ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων ήταν οι Πέρσες, που υποδαύλιζαν τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις, χρηματοδοτούσαν τους πολέμους, καθόριζαν τους νικητές και υπαγόρευαν τους όρους της ειρήνης. Μέσα από όλα αυτά αναδύθηκε, ως εθνική αναγκαιότητα, η ιδέα του πανελληνισμού, το όραμα μιας Ελλάδας που, ενωμένη κάτω από ισχυρή ηγεσία, θα πολεμούσε τους Πέρσες για να απαλλαγεί από την κηδεμονία τους.
Διαφορετική πορεία ακολούθησε το βασίλειο της Μακεδονίας, που τον 4ο π.Χ. αιώνα γνώρισε τη μεγαλύτερή του ανάπτυξη. Έχοντας υποτάξει τους λαούς του Βορρά, ο Φίλιππος, που βασίλεψε από το 359 ως το 336 π.Χ., προχώρησε να επεκτείνει την εξουσία του ανατολικά προς τη Χαλκιδική και τη Θράκη, νότια προς τη Θεσσαλία και τη Στερεά και δυτικά προς την Ήπειρο. Προικισμένος με εξαιρετικές στρατηγικές και διπλωματικές ικανότητες, ο Φίλιππος κατόρθωσε, με σκληρούς αγώνες, να κυριαρχήσει. Το 337 π.Χ. στο συνέδριο της Κορίνθου υποχρέωσε τις πόλεις να υπογράψουν συμμαχία των Ελλήνων για κοινή ειρήνη και να τον αναγνωρίσουν στρατηγό αυτοκράτορα εναντίον των Περσών. Είχε αρχίσει να προετοιμάζει την εκστρατεία, όταν, για άγνωστο λόγο, δολοφονήθηκε. Τα σχέδιά του ανάλαβε να πραγματοποιήσει, άξιος διάδοχος, ο Αλέξανδρος, που σε δώδεκα χρόνια (334-323 π.Χ.) κατάλυσε το Περσικό κράτος, κατάκτησε την Αίγυπτο και οδήγησε τα ελληνικά στρατεύματα νικηφόρα ως τις Ινδίες.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ
• ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ: θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης της Αθήνας και ως ο κυριότερος συντελεστής της αποφασιστικής νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσώνστη Ναυμαχία της Σαλαμίναςτο 480 π.Χ.
• ΚΙΜΩΝ: Επικεφαλής των Αθηνών στη μάχη του Μαραθώνα (480 π. Χ.), ακολούθησαν νίκες του στην Μ. Ασία, πέθανε σε μάχη στην Κύπρο. Με την Κιμώνειο ή Καλλίειο Ειρήνη οι Πέρσες αναγνώρισαν την ανεξαρτησία των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας.
• ΠΕΡΙΚΛΗΣ : 5ος αιώνας χαρακτηρίστηκε ως «Χρυσός Αιώνας του Περικλή», ενίσχυσε το δημοκρατικό πολίτευμα, στήριξε τις λαϊκές τάξεις, καθιέρωσε τα θεωρικά (χρήματα που δίνονταν στους άπορους πολίτες για να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις).
ΑΘΗΝΑ
• Κατά την κλασική περίοδο η Αθήνα αναδεικνύεται σε πολιτιστικό και πνευματικό κέντρο όλου του ελληνικού κόσμου, όπου συρρέουν οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, φιλόσοφοι και ποιητές. Τα επιτεύγματά τους αποτέλεσαν πρότυπο για τις επόμενες γενιές. Με την έμπνευση και καθοδήγηση του Περικλή εξελίσσονται μεγαλεπήβολα οικοδομικά προγράμματα στην Ακρόπολη, με κορυφαίο την οικοδόμηση του Παρθενώνα (447-432 π.Χ.). Ο 5ος αιώνας έμεινε στην ιστορία ως ο Χρυσός Αιώνας του Περικλή.
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ-ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ-ΠΟΙΗΣΗ
• Οι σοφιστές, ο Σωκράτης και αργότερα ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης είχαν ως κέντρο του ενδιαφέροντός τους τον άνθρωπο και το πώς οι φιλοσοφικές τους θεωρήσεις θα βελτιώσουν τον τρόπο ζωής του. Προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τα φαινόμενα με βάση τη λογική (ορθολογικός τρόπος σκέψης).
ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ
• Θεμελιώθηκε η επιστήμη της ιστορίας.
• Κύριοι εκπρόσωποι:
→ ΗΡΟΔΟΤΟΣ
→ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ
→ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ
ΕΠΙΣΤΗΜΕΣ
• Η δημοκρατία και η οργάνωση της δικαιοσύνης προς το δίκαιο του πολίτη συνέβαλαν στην ανάπτυξη της ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ
• ΚΥΡΙΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ:
→ΛΥΣΙΑΣ
→ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ
→ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
• Ο ορθολογικός τρόπος σκέψης βοήθησε στην ανάπτυξη της ΙΑΤΡΙΚΗΣ (Ιπποκράτης), της ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑΣ, των ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΩΝ (Μέτων), της ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ (Iππόδαμος)
ΘΕΑΤΡΟ
• Κύριοι εκπρόσωποι:
→ ΑΙΣΧΥΛΟΣ
→ ΣΟΦΟΚΛΗΣ
→ ΕΥΡΥΠΙΔΗΣ
→ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ
ΚΛΑΣΙΚΗ ΤΕΧΝΗ
• Αποτελεί πρότυπο και μέτρο σύγκρισης κάθε καλλιτεχνικού έργου.
Η Κοινωνία της Κλασικής ΑθήναςΟι Αθηναίοι της Κλασικής περιόδου αντιλαμβάνονταν την πόλιν κυρίως ως το σύνολο των πολιτών της και όχι ως γεωγραφική έκταση, η οποία χαρακτηριζόταν κατά κανόνα με τους όρους άστυ, όταν αναφέρονταν στην Aθήνα, και χώρα, όταν αναφέρονταν στο υπόλοιπο της Aττικής. Ο πληθυσμός της Αττικής ανερχόταν, κατά την περίοδο της δημογραφικής ακμής της, σε 300.000-350.000 κατοίκους. Στην Αθήνα, η διάκριση των κατοίκων γινόταν με βάση τη δυνατότητα άσκησης των πολιτικών δικαιωμάτων. Αθηναίοι πολίτες ήταν, σύμφωνα με το νόμο του Περικλή του |
![]() | Χαρακτηριστικό της κλασικής Αθήνας είναι το γεγονός ότι η ισότητα των πολιτών περιοριζόταν στην άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων. Στην καθημερινή ζωή είχαν διατηρηθεί οι διαφοροποιήσεις οικονομικής υφής, οι οποίες συνδυάζονταν, όχι σπάνια, και με την καταγωγή. Aνάλογος με τις οικονομικές δυνατότητες της κάθε οικογενείας ήταν και ο τρόπος διαβίωσής της στον οίκο, στη βασική μονάδα της πόλης. Oι οίκοι ενός αριστοκράτη, ενός ευπόρου κι ενός από τον όχλο δε διέφεραν μόνο στο μέγεθος του σπιτιού, αλλά και στους ρόλους των μελών τους. |
Η κοινωνική διαφοροποίηση, η οποία καθοριζόταν με βάση την απασχόληση των μελών της αθηναϊκής κοινωνίας, γίνεται έντονα αντιληπτή αν παρατηρήσει κανείς την ορολογία που χρησιμοποιούν οι αρχαίοι συγγραφείς, που είναι κατά κανόνα μέλη της αριστοκρατικής και εύπορης κατηγορίας πολιτών. Όταν θέλουν να χαρακτηρίσουν το λαό χρησιμοποιούν τους όρους: πένητες, χείρονες, πονηροί, φαύλοι, ενώ αντίθετα για τη δική τους κοινωνική ομάδα επιλέγουν τις λέξεις: πλούσιοι, εύποροι, ευγενείς, ισχυροί, καλοί καγαθοί. ![]()
|

Η οικογένεια, κατά κανόνα πυρηνική, αποτελούνταν από τον άντρα και τη γυναίκα (τους συζύγους), τα παιδιά (μέχρι τη στιγμή που θα δημιουργούσαν τη δική τους οικογένεια) και τους οικιακούς δούλους. Αυτά ήταν και τα μέλη ενός μέσου αθηναϊκού οίκου στην Κλασική περίοδο.
Στους βασικούς ρόλους της οικογένειας περιελαμβανόταν η διατήρηση του οίκου, μέσω της γέννησης γνήσιων απογόνων, η πρόνοια για τους ηλικιωμένους και η διατήρηση των ταφικών εθίμων. Αντίθετα με ό,τι επικρατεί σήμερα, ο ρόλος της οικογένειας στην Αρχαιότητα καθοριζόταν από πρακτικές αναγκαιότητες, οι οποίες προσδιόριζαν επομένως και τις σχέσεις μεταξύ των μελών.
Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί ο έρωτας, ως μέσο σύναψης ενός γάμου, θεωρείται συχνότερη η επιλογή των συζύγων με βάση τα προσόντα που διέθετε ο εκάστοτε υποψήφιος. Έτσι, οι σχέσεις των συζύγων μπορεί να διαπνέονταν από αγάπη, αλλά δεν ήταν αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση για το γάμο. Είναι συχνές οι αναφορές σε άντρες που επιζητούσαν τέτοια συναισθήματα στις εταίρες. Αντίθετα, απέναντι στις συζύγους επιδεικνυόταν σεβασμός και διάθεση προστασίας. Οι γυναίκες-σύζυγοι από την πλευρά τους δεν αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα τις εξωσυζυγικές σχέσεις των αντρών τους, δεν είχαν όμως νομικά τη δυνατότητα να κάνουν κάτι γι' αυτό.


Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας ήταν κατά κανόνα αρμονικές. Ιδιαίτερα εκείνες της μητέρας με τα παιδιά δεν παρουσίαζαν προβλήματα. Ο πατέρας με την κόρη είχε καλές σχέσεις. Αντίθετα, με τον ενήλικα, κυρίως, γιο υπήρχε συχνά αντιπαλότητα, δεδομένου ότι ο πατέρας δεν είχε απόλυτες εξουσίες και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αμφισβητηθεί από τους άρρενες απογόνους του. Συγχρόνως, το γεγονός ότι η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση των αγοριών γίνονταν εκτός σπιτιού δημιουργούσε συχνά εντάσεις σ' αυτήν τη σχέση, γιατί ο πατέρας δύσκολα αποδεχόταν τις νεοτεριστικές ιδέες, που τους δίδασκαν κυρίως οι σοφιστές. Έτσι βλέπουμε, στην κωμωδία ιδιαίτερα, να εμφανίζεται το φαινόμενο του χάσματος των γενεών.
Μεταξύ των αδελφών επικρατούσε κατά κανόνα θετικό κλίμα. Εντάσεις παρατηρούνταν σε περιπτώσεις κληρονομικών θεμάτων και μεταξύ των γνήσιων και των υιοθετημένων αδελφών.

Η οικογένεια, κατά κανόνα πυρηνική, αποτελούνταν από τον άντρα και τη γυναίκα (τους συζύγους), τα παιδιά (μέχρι τη στιγμή που θα δημιουργούσαν τη δική τους οικογένεια) και τους οικιακούς δούλους. Αυτά ήταν και τα μέλη ενός μέσου αθηναϊκού οίκου στην Κλασική περίοδο.
Στους βασικούς ρόλους της οικογένειας περιελαμβανόταν η διατήρηση του οίκου, μέσω της γέννησης γνήσιων απογόνων, η πρόνοια για τους ηλικιωμένους και η διατήρηση των ταφικών εθίμων. Αντίθετα με ό,τι επικρατεί σήμερα, ο ρόλος της οικογένειας στην Αρχαιότητα καθοριζόταν από πρακτικές αναγκαιότητες, οι οποίες προσδιόριζαν επομένως και τις σχέσεις μεταξύ των μελών. Αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί ο έρωτας, ως μέσο σύναψης ενός γάμου, θεωρείται συχνότερη η επιλογή των συζύγων με βάση τα προσόντα που διέθετε ο εκάστοτε υποψήφιος. Έτσι, οι σχέσεις των συζύγων μπορεί να διαπνέονταν από αγάπη, αλλά δεν ήταν αυτή η απαραίτητη προϋπόθεση για το γάμο. Είναι συχνές οι αναφορές σε άντρες που επιζητούσαν τέτοια συναισθήματα στις εταίρες. Αντίθετα, απέναντι στις συζύγους επιδεικνυόταν σεβασμός και διάθεση προστασίας. Οι γυναίκες-σύζυγοι από την πλευρά τους δεν αποδέχονταν αδιαμαρτύρητα τις εξωσυζυγικές σχέσεις των αντρών τους, δεν είχαν όμως νομικά τη δυνατότητα να κάνουν κάτι γι' αυτό. | ![]() |
![]() | Οι σχέσεις των μελών της οικογένειας ήταν κατά κανόνα αρμονικές. Ιδιαίτερα εκείνες της μητέρας με τα παιδιά δεν παρουσίαζαν προβλήματα. Ο πατέρας με την κόρη είχε καλές σχέσεις. Αντίθετα, με τον ενήλικα, κυρίως, γιο υπήρχε συχνά αντιπαλότητα, δεδομένου ότι ο πατέρας δεν είχε απόλυτες εξουσίες και μπορούσε ανά πάσα στιγμή να αμφισβητηθεί από τους άρρενες απογόνους του. Συγχρόνως, το γεγονός ότι η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση των αγοριών γίνονταν εκτός σπιτιού δημιουργούσε συχνά εντάσεις σ' αυτήν τη σχέση, γιατί ο πατέρας δύσκολα αποδεχόταν τις νεοτεριστικές ιδέες, που τους δίδασκαν κυρίως οι σοφιστές. Έτσι βλέπουμε, στην κωμωδία ιδιαίτερα, να εμφανίζεται το φαινόμενο του χάσματος των γενεών. Μεταξύ των αδελφών επικρατούσε κατά κανόνα θετικό κλίμα. Εντάσεις παρατηρούνταν σε περιπτώσεις κληρονομικών θεμάτων και μεταξύ των γνήσιων και των υιοθετημένων αδελφών. |

Η κοινωνία της Αθήνας κατά την Κλασική περίοδο, όπως μας την παρουσιάζουν οι πηγές, είναι μια κοινωνία αντρών. Aυτό δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης περιόδου, αλλά χαρακτηρίζει γενικότερα την Αρχαιότητα. Σε μια εποχή που οι πολεμικές συρράξεις ήταν καθημερινότητα, οι στρατιώτες είχαν εξέχουσα θέση στη ζωή της πόλης. Έτσι, ήταν αυτοί που έπαιρναν τα πολιτικά δικαιώματα και καθόριζαν τις εξελίξεις στην πόλη. Καθώς η δημοκρατία ασκούνταν άμεσα, η ενασχόληση με τα κοινά απασχολούσε σε μεγάλο βαθμό τους πολίτες, καθιστώντας αναγκαίους τους δούλους, οι οποίοι ασχολούνταν με τις αγροτικές εργασίες ακόμα και στα μικρά αγροκτήματα. | ![]() |
![]() | Η οικονομική κατάσταση του πολίτη καθόριζε και το κατά πόσον οι εργασίες αυτές θα γίνονταν εξ ολοκλήρου από δούλους. Οι άντρες των εύπορων στρωμάτων είχαν τη δυνατότητα όχι μόνο να παρευρίσκονται σε όλες τις πολιτικές εκδηλώσεις της πόλης, αλλά και να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους στα γυμναστήρια και στην Αγορά, όπου συζητούσαν κατά κανόνα πολιτικά θέματα και σχολίαζαν κοινωνικά γεγονότα, όπως για παράδειγμα τις εντυπώσεις τους από μια θεατρική παράσταση. |
Προσφιλείς στην κατηγορία αυτή των αντρών ήταν και οι συγκεντρώσεις σε κάποιο σπίτι, όπου έτρωγαν, έπιναν, διασκέδαζαν και συζητούσαν για διάφορα θέματα. Πρόκειται για τα περίφημα συμπόσια, για τα οποία πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ήταν η συνέχεια της πόλης μέσα στον οίκο. Δεδομένου ότι τα συμπόσια απαιτούσαν πολλά έξοδα, διοργανώνονταν μόνον από εύπορους κατοίκους, τόσο πολίτες όσο και μέτοικους. Για τους μέτοικους τα συμπόσια αποτελούσαν μια από τις δυνατότητες συμμετοχής τους στην κοινωνική ζωή της πόλης. Καθώς οι συγκεντρώσεις αυτές χαρακτηρίζονταν από την πολυτέλεια των σκευών που χρησιμοποιούνταν, αποτελούσαν μία επιπλέον πηγή εσόδων για τους τεχνίτες. | ![]() |
Οι άντρες των λιγότερο εύπορων οίκων ασχολούνταν βεβαίως και με τις εργασίες στα χωράφια. Ο ελεύθερος χρόνος γι' αυτούς ήταν πολυτέλεια, δεδομένου ότι η συμμετοχή στα διάφορα όργανα της πόλης ήταν υποχρεωτική. Διασκέδασή τους, ωστόσο, θα πρέπει να αποτελούσαν οι γιορτές, οι οποίες ήταν αρκετές. Είναι προφανές ότι ο ενήλικας άντρας ήταν στο σπίτι ελάχιστες ώρες και ο ρόλος του σ' αυτό ήταν περιορισμένος, καθώς την ευθύνη των πρακτικών ζητημάτων είχαν οι γυναίκες. |

Το συμπόσιο στην κλασική Αθήνα αποτελούσε μία κοινωνική εκδήλωση, στην οποία συμμετείχαν μόνον άντρες, και είχε ιδιωτικό ή δημόσιο χαρακτήρα. Συμπόσια τελούνταν με την ευκαιρία οικογενειακών γιορτών, εορταστικών εκδηλώσεων της πόλης, αθλητικών νικών, ποιητικών αγώνων, εξαιτίας του ερχομού ή της αναχώρησης κάποιου φίλου, ενώ πολύ συχνά άντρες της αριστοκρατικής κυρίως τάξης, συγκεντρώνονταν για να δειπνήσουν μαζί. Το συμπόσιο είχε δύο φάσεις: το γεύμα και το καθαυτό συμπόσιο. Στην πρώτη φάση γινόταν περιορισμένη κατανάλωση κρασιού, ενώ στη δεύτερη, που διαρκούσε περισσότερη ώρα, οι συμποσιαστές έπιναν κρασί, το οποίο συνόδευαν με τραγήματα. | ![]() |
Το κρασί συνήθως αναμιγνυόταν με νερό σε αναλογία 1 προς 2 ή προς 3, ενώ το σκεύος στο οποίο γινόταν η ανάμιξη ονομαζόταν κρατήρας. Ανέρωτο κρασί (άκρατος οίνος) πινόταν μόνον, όταν γινόταν πρόποση ή σε άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι δούλοι -νεαροί άντρες ή γυναίκες- σέρβιραν το ποτό σε μεταλλικά ή συνηθέστερα σε πήλινα σκεύη και οι συμποσιαστές διασκέδαζαν με συζητήσεις, απαγγελία ποίησης, αινίγματα, γρίφους, μουσική, χορούς, θεάματα και παιχνίδια, όπως ήταν ο κότταβος. Oι Aθηναίες κανονικά δεν έπαιρναν μέρος στο συμπόσιο, παρά μόνο για να συντροφεύσουν και να ψυχαγωγήσουν τους άντρες, κυρίως στο δεύτερο μέρος του συμποσίου, ως μουσικοί (αυλητρίδες), χορεύτριες και εταίρες. Tο συμπόσιο αποτελούσε εκπαιδευτικό χώρο για τους εφήβους της αριστοκρατικής τάξης, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να είναι παρόντες, να παρακολουθούν τις συζητήσεις των συμποσιαστών και να μυούνται στις αξίες της τάξης τους. |
Tα συμπόσια λάμβαναν χώρα στον ανδρώνα των οικιών ή σε δημόσια οικοδομήματα, στην περίπτωση που διοργανώνονταν από την πόλη. Oι συμποσιαστές έτρωγαν και έπιναν συνήθως ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα ανά δύο και σπάνια ανά τρεις, ακουμπώντας στον αγκώνα τους και με τον κορμό τους όρθιο ή με μικρή κλίση, συχνά στηριγμένο με μαξιλάρια ή μεγάλα προσκέφαλα. Οι τιμητικές θέσεις βρίσκονταν δίπλα στον οικοδεσπότη, ο οποίος μπορούσε να ορίσει τη θέση κάθε συμποσιαστή. Τα τραπέζια ήταν μικρά και φορητά, ένα για κάθε συμποσιαστή ή ένα μπροστά από κάθε ανάκλιντρο. Ο χώρος του συμποσίου ήταν μικρός. Επτά έως δώδεκα ανάκλιντρα τοποθετούνταν συνήθως κατά μήκος των τοίχων ή με τέτοιο τρόπο, ώστε να βρίσκονται όλοι στο ίδιο επίπεδο και ο κάθε συμποσιαστής να βλέπει τους υπολοίπους. Έτσι διευκόλυναν την αμεσότητα στην επικοινωνία και τη συζήτηση, που ήταν βασικά χαρακτηριστικά του συμποσίου. Tέλος, ακόμη και οι δημόσιοι χώροι συμποσίων δεν ήταν μεγάλοι. |
Οι καλεσμένοι μόλις έφταναν στο σπίτι όπου θα γινόταν το συμπόσιο έβγαζαν τα παπούτσια τους. Οι δούλοι τούς έπλεναν τα πόδια και τους οδηγούσαν στην αίθουσα του συμποσίου. Οι συμποσιαστές φορούσαν συχνά στεφάνια από φύλλα ή άνθη και έφεραν στο στήθος τους στολίδια, τις υποθυμίδες. Μόλις έπαιρναν τις θέσεις τους, οι δούλοι τούς προσέφεραν οινοχόη και λεκάνη (χέρνιψ), για να πλύνουν τα χέρια τους. Το δείπνο άρχιζε με το πρόπωμα, ένα ποτήρι αρωματισμένο κρασί, απ' όπου έπιναν όλοι οι συμποσιαστές, πριν από το φαγητό. |
Oρισμένοι από τους καλεσμένους έφταναν μετά το δείπνο, για να συμμετάσχουν μόνο στο καθαυτό συμπόσιο, το οποίο άρχιζε με σπονδές στους θεούς και κυρίως στο Διόνυσο, το θεό του κρασιού. Η σπονδή συνίστατο στο να πιουν λίγο ανέρωτο κρασί και να χύσουν μερικές σταγόνες προφέροντας το όνομα του θεού, για τον οποίο στη συνέχεια τραγουδούσαν έναν ύμνο. Ακουλουθούσε κλήρωση για τον καθορισμό του αρχηγού του συμποσίου (συμποσίαρχος), ο οποίος όριζε την αναλογία του κρασιού και του νερού που θα έριχναν στον κρατήρα και τον αριθμό των ποτηριών που έπρεπε να αδειάσει ο κάθε συμποσιαστής. Aν κάποιος δεν υπάκουγε στο συμποσίαρχο, ήταν υποχρεωμένος να εκτελέσει μία ποινή.

Για τη γυναίκα την περίοδο αυτή δεν άλλαξε ουσιαστικά τίποτε σε σχέση με παλιότερα. Εξακολούθησε να συμβολίζει το εσωτερικό του σπιτιού, να βρίσκεται υπό τον "κύριο" και να μην έχει πολιτικά δικαιώματα. Έχει επανειλημμένα υποστηριχτεί ότι η θέση της χειροτέρεψε. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή στοιχεία για μια τέτοια υπόθεση. Πιθανόν όμως, επειδή έπαψαν οι κοινωνικές επαφές να γίνονται μέσω του οίκου, έχασε κι η γυναίκα μερικές από τις δυνατότητες για κοινωνική ζωή, τις οποίες είχε παλαιότερα. | ![]() |
![]() | Ο περιορισμός της γυναίκας στο εσωτερικό του οίκου αφορούσε, κυρίως, εκείνες των πιο εύπορων οικογενειών. H παρουσία γυναικών στην αγορά, η ύπαρξη εταίρων και γυναικών ξενοδόχων δείχνει ότι η έξοδος από το σπίτι δεν ήταν κάτι το απαγορευμένο, αλλά κάτι που δε συνηθιζόταν, και που κυρίως δεν άρμοζε σε ευγενείς. Aποτελούσε επομένως ένα στοιχείο κοινωνικής διαφοροποίησης. Άλλωστε θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι αντιλήψεις αυτές δε στρέφονταν κατά των γυναικών, αλλά κατά της μητέρας, της συζύγου και της κόρης ενός αξιοπρεπή πολίτη. |
![]() Οι γυναίκες εξακολούθησαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις θρησκευτικές τελετές, στην ανατροφή των παιδιών και στη διατήρηση ενός εύρυθμου οίκου. |
Αρκετά στοιχεία για πολλές από τις ασχολίες των γυναικών δίνει το έργο του Ξενοφώντα Oικονομικός. Εκεί αναφέρονται οι οδηγίες που δίνει ο σύζυγος στη νεαρή γυναίκα του. Εκείνη έπρεπε να μένει στο σπίτι, για να επιτηρεί τους δούλους που εργάζονταν μέσα σ' αυτό, να στέλνει άλλους για τις εξωτερικές εργασίες και να έχει τέλος τη συνολική φροντίδα τους. Ήταν υπεύθυνη να παραλαμβάνει τα προϊόντα που έφταναν στο σπίτι, να ξεχωρίζει αυτά της άμεσης κατανάλωσης από εκείνα της αποθήκευσης και να φροντίζει για τη σωστή διαχείρησή τους με βάση τον ετήσιο προϋπολογισμό του οίκου. Επίσης, μεριμνούσε τόσο για την παραγωγή των ενδυμάτων από τις υφαντικές ύλες (έριο, βαμβάκι) που προσποριζόταν ο οίκος, όσο και για την παραγωγή του ψωμιού από τα σιτηρά. Παρατηρείται λοιπόν ότι, αν και οι δραστηριότητες των γυναικών περιορίζονταν στον οίκο, οι ευθύνες τους μέσα σ' αυτόν ήταν μεγάλες. | ![]() |

Επτά ημέρες από τη γέννηση ενός παιδιού, γινόταν η επίσημη αποδοχή του, μέσα από συγκεκριμένη τελετουργία, κατά την οποία ο πατέρας το έφερε γύρω από την εστία του σπιτιού. Tη δέκατη ημέρα δινόταν και το όνομά του. Στην ηλικία των 16 χρόνων, κατά τη γιορτή των Aπατουρίων, το παιδί εγγραφόταν στη φρατρία του πατέρα του, στη συγκέντρωση της οποίας ο πατέρας έδινε, μεταξύ άλλων, όρκο -μετά το νόμο, που θέσπισε ο Περικλής το | ![]() |
Στην περίπτωση έλλειψης άρρενος απογόνου υπήρχε η δυνατότητα της υιοθεσίας. Παρ' όλο που ο νόμος δεν το επέβαλλε, εν τούτοις προτιμούνταν άτομα από το συγγενικό περιβάλλον και κατά κανόνα ενήλικα, ώστε να έχουν τη δυνατότητα άμεσης ανάληψης της οικογενειακής περιουσίας. Στην περίπτωση της υιοθεσίας ακολουθούσαν, επίσης, την ίδια διαδικασία: εισαγωγή στη φρατρία του θετού πατέρα και εγγραφή στο μητρώο του δήμου.
![]() | Διαφορετική ήταν η κατάσταση με τα νόθα παιδιά. Ήταν γόνοι ενός μη έγκυρου γάμου και δεν είχαν κανένα δικαίωμα, ούτε στα πλαίσια της πόλης, ούτε στα πλαίσια του οίκου (κληρονομικές διεκδικήσεις, συμμετοχή σε θρησκευτικές τελετουργίες της οικογένειας). Η πόλις της κλασικής Αθήνας δεν αναμειγνυόταν στην ανατροφή των παιδιών, η οποία ήταν αποκλειστικό θέμα της οικογένειας. Έτσι, μέχρι την ηλικία των 7 περίπου χρόνων, την ανατροφή των παιδιών αναλάμβαναν οι μητέρες ή οι τροφοί στις εύπορες οικογένειες. Aρχαιολογικά ευρήματα δίνουν μια εικόνα για τα παιχνίδια των παιδιών (κούκλες, ρόκανα, διάφορες κατασκευές), ενώ από τις πηγές μαθαίνουμε για τις ιστορίες που τους διηγούνταν (ιστορίες ηρώων, τους μύθους του Aισώπου, κ.ά.). |
Aπό τα 7 διαφοροποιούνταν τα αγόρια από τα κορίτσια. Tο αγόρι πήγαινε στο σχολείο συνοδευόμενο από έναν έμπιστο δούλο, τον παιδαγωγό. Η εκπαίδευση ήταν ιδιωτική και οι δάσκαλοι πληρώνονταν επομένως από τους γονείς. Τα βασικά μαθήματα ήταν η ανάγνωση, η γραφή και η αριθμητική και διδάσκονταν από το γραμματιστή. Επιπλέον για τη μουσική παιδεία υπεύθυνος ήταν ο κιθαριστής, ενώ τη γύμναση επέβλεπε ο παιδοτρίβης. Ανώτερη βαθμίδα μόρφωσης αποτελούσε η μαθητεία κοντά στους σοφιστές, η αμοιβή των οποίων όμως ήταν τόσο υψηλή, ώστε η δυνατότητα συμμετοχής σε τέτοια μαθήματα περιοριζόταν στους νέους των εύπορων οικογενειών. Οι έφηβοι (18-20 χρόνων) υπηρετούσαν για 2 χρόνια στο στρατό. Η περίοδος αυτή ήταν η σημαντικότερη της ζωής τους, αφού αποτελούσε το μεταβατικό στάδιο για την απόκτηση πολιτικής υπόστασης και για την κατ' επέκταση ένταξή τους στην πόλη. |

Στην κλασική Aθήνα όλοι, εκτός από τους πένητες, διέθεταν και δούλους. Εκείνοι που αποτελούσαν μέλη του οίκου και διέμεναν σ' αυτόν, ονομάζονταν οικέται ή οικείς. Tους οικιακούς δούλους τούς χρησιμοποιούσαν όχι μόνο για τις εργασίες του σπιτιού, αλλά και για την καλλιέργεια της γης. Επιπλέον, στο πλαίσιο των οικιακών εργασιών αναλάμβαναν τη φροντίδα των παιδιών (ως τροφοί ή παιδαγωγοί) και συνόδευαν τις μεν γυναίκες στις γιορτές, τους δε άνδρες στο κυνήγι. Στην Αθήνα οι δούλοι εντάσσονταν στον οίκο με ειδική τελετουργία. Τα μέλη της οικογένειας τους οδηγούσαν στην εστία του σπιτιού και η οικοδέσποινα σκόρπιζε πάνω στο κεφάλια τους καρύδια, σύκα και γλυκίσματα. Κατά τη διάρκεια της τελετής οι δούλοι αποκτούσαν το νέο τους όνομα. | ![]() |
![]() | Η ισόβια παραμονή τους στο περιβάλλον του σπιτιού -δεδομένου ότι κάποιοι από αυτούς γεννιόνταν σ' αυτό- δημιουργούσε σχέσεις αφοσίωσης των οικιακών δούλων προς τον αφέντη,καθώς άλλωστε οι τύχες τους καθορίζονταν από τα πρόσωπα τα οποία υπηρετούσαν. Εξαιτίας αυτής της ειδικής σχέσης, οι οικιακοί δούλοι είχαν τις περισσότερες δυνατότητες απελευθέρωσης. Στα τελευταία χρόνια της Κλασικής περιόδου η απελευθέρωση κάποιου δούλου περιελαμβανόταν συνήθως στη διαθήκη του κυρίου του ως ανταμοιβή για την αφοσίωσή του. Ο απελεύθερος, όπως ονομαζόταν ο απελευθερωμένος δούλος, είχε τη δυνατότητα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Αν παρέμενε όμως στην Αθήνα εγγραφόταν στην πόλη ως μέτοικος και ο πρώην κύριός του αναλάμβανε να γίνει ο προστάτης του. |

Αν και ο οίκος της κλασικής Αθήνας χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, ιεραρχική δομή και καταμερισμό της εργασίας, η πόλις την ίδια εποχή κυριαρχείται από ισότητα και έντονα φαινόμενα ανοίγματος προς τα έξω. Έχει επανειλημμένα επισημανθεί ότι αυτήν κυρίως την περίοδο παρατηρείται ένταση στις σχέσεις μεταξύ οίκου και πόλεως, οι εκδηλώσεις της οποίας αποτελούν και το υλικό πολλών τραγωδιών. | ![]() |
Στην εξέλιξη της πόλεως, στην Aθήνα της Κλασικής περιόδου, συνετέλεσε σε μεγάλο βαθμό η εμπειρία των Περσικών πολέμων, οι οποίοι προκάλεσαν μια αλυσίδα αντιδράσεων, όπου αιτία και αποτέλεσμα, συνειδητή πράξη και αντίδραση, εσωτερική και εξωτερική πολιτική δεν είναι δυνατόν να διαχωριστούν.
![]() Ως πρώτη επίπτωση των Περσικών πρέπει να αναφερθεί η αναγνώριση της σημασίας του ναυτικού για την επιτυχία στις πολεμικές συγκρούσεις. Η ναυτική δύναμη της Αθήνας υπήρξε καθοριστική για την αθηναϊκή κυριαρχία επί των συμμάχων της Δηλιακής Συμμαχίας, που είχε ως αποτέλεσμα τόσο την οικονομική άνθηση της πόλης όσο και τη δυνατότητα να αποκτήσουν οι πολίτες της τιμή και δόξα μέσα από αυτήν. Συγχρόνως, η σημασία του στόλου αναβάθμισε τη θέση της τάξης των θητών, που απαίτησαν περισσότερα πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κι έλαβαν μετά τους Περσικούς πολέμους και για την ανάκτηση των οποίων αγωνίστηκαν κατά την περίοδο της ανατροπής του πολιτεύματος το |
Η ανάπτυξη της πόλης και η επέκταση του δικαιώματος συμμετοχής στις άμεσες πολιτικές διαδικασίες οδήγησαν και σε επιμέρους φαινόμενα. Από αυτά αναφέρονται ενδεικτικά η αύξηση του αριθμού των δούλων και η συρροή ξένων -των μετοίκων- οι οποίοι προσδοκούσαν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που έδινε η Αθήνα τόσο στον οικονομικό όσο και στον πολιτιστικό τομέα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει, μέσα από τα λεγόμενα του Περικλή, την Αθήνα ως "σχολείον όλης της Eλλάδος".

Στην κλασική Αθήνα, η ιδιότητα του πολίτη ήταν αποκλειστικό προνόμιο ενός περιορισμένου αριθμού ελεύθερων, ενήλικων αντρών. Με βάση το νόμο του Περικλή | ![]() |
Κάθε αθηναίος πολίτης εγγραφόταν στο μητρώο του δήμου, απ' όπου καταγόταν ο πατέρας του, αφού αρχικά είχε πιστοποιηθεί και η αθηναϊκή καταγωγή της μητέρας του. Αυτό διαπιστωνόταν με έμμεσο τρόπο, δηλαδή με έλεγχο της πολιτογράφησης του πατέρα της, εφόσον η ίδια, όπως όλες οι γυναίκες, δεν είχε πολιτικά δικαιώματα. Η εγγραφή λοιπόν στο μητρώο ήταν η βασική προϋπόθεση για την πιστοποίηση των αθηναίων πολιτών. Επειδή όμως στην Αθήνα η διάκριση μεταξύ αστού και πολίτη δεν ήταν τόσο ευδιάκριτη, ο ρόλος των φρατριών εξακολουθούσε να είναι σημαντικός στον καθορισμό των γνήσιων πολιτών.
Oι Αθηναίοι παραχωρούσαν σε πολύ ειδικές περιπτώσεις το δικαίωμα του πολίτη και σε μη Αθηναίους. Κατά την κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, για παράδειγμα, δόθηκε το δικαίωμα του πολίτη στους Πλαταιείς, με σκοπό την ενδυνάμωση της υπάρχουσας συμμαχίας. Mετά τη ναυμαχία των Αργινουσών

Oι ελεύθεροι κάτοικοι των Aθηνών, που δεν ανήκαν στο σώμα των αθηναίων αστών, αλλά διέμεναν μόνιμα στην πόλη, αποτελούσαν την κατηγορία των μετοίκων. H πλειοψηφία των μετοίκων απαρτιζόταν από ξένους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την οικονομική άνθηση της Aθήνας έρχονταν για να κερδίσουν χρήματα, κατά κανόνα ασχολούμενοι με εμπορικές δραστηριότητες. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι οι πηγές δεν αντιπαραθέτουν στους μέτοικους τούς πολίτες, αλλά τους αστούς. Ένας μικρός μόνο αριθμός μετοίκων προερχόταν από πρώην δούλους, που μετά την απελευθέρωσή τους επέλεξαν να παραμείνουν στην Αθήνα. | ![]() |
Oι μέτοικοι δεν είχαν το δικαίωμα απόκτησης γης και οικίας, το οποίο η πόλη παρείχε μόνο σε ξένους σε ανταπόδοση των ευεργεσιών τους. Επιπλέον, ήταν υποχρεωμένοι στην καταβολή ενός ετήσιου φόρου αξίας 12 δραχμών για τους άντρες και 6 δραχμών για τις γυναίκες. Tο λεγόμενο μετοίκιο δεν ήταν ιδιαίτερα επαχθής φόρος, καθώς αντιστοιχούσε στο ημερομίσθιο ενός εργάτη. Σε περίπτωση όμως μη καταβολής του μετοικίου, ο μέτοικος κινδύνευε να περιπέσει σε δουλεία. Tον ίδιο κίνδυνο αντιμετώπιζαν, τουλάχιστον έως τις αρχές του
![]() | Oι μέτοικοι αποτελούσαν, σε ένα σημαντικό ποσοστό τους, ένα οικονομικά εύρωστο στρώμα της αθηναϊκής κοινωνίας, καθώς ήταν αυτοί που κατά κύριο λόγο αναλάμβαναν κάποιες ιδιαίτερα προσοδοφόρες χρηματιστικές δραστηριότητες, όπως το εμπόριο, τη βιοτεχνία και τις τραπεζικές επιχειρήσεις. Στο σύνολο, ωστόσο, των μετοίκων συναντάμε και κάποιους με αρκετά μικρότερη οικονομική επιφάνεια, όπως για παράδειγμα εργάτες στην οικοδόμηση δημόσιων κτιρίων (Eρέχθειο, 409/8 και Λόγω των προαναφερθέντων δραστηριοτήτων τους, το σημαντικότερο ποσοστό των μετοίκων διέμενε στους δήμους του άστεως και στους γειτονικούς δήμους. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά δεδομένα (επιγραφές από επιτύμβιες στήλες), δήμοι, όπως η Mελίτη, στα βορειοδυτικά των Αθηνών, και ο Πειραιάς είχαν τα υψηλότερα ποσοστά συγκέντρωσης μετοίκων κατά την Κλασική περίοδο. |
Aν και αποτελούσαν μια ιδιαίτερη -νομικά καθορισμένη κοινωνική ομάδα- χωρίς το δικαίωμα της άμεσης συμμετοχής της στις πολιτικές διαδικασίες, οι μέτοικοι συμμετείχαν ενεργά στην κοινωνική ζωή της Αθήνας. Aνέπτυσσαν φιλικές σχέσεις με αθηναίους πολίτες, οργάνωναν συμπόσια, συμμετείχαν στις γιορτές της πόλης, αλλά και συνέβαλλαν οι ίδιοι στην ίδρυση βωμών ή ακόμα και στην ανέγερση κτηριακών εγκαταστάσεων, όπως συνέβη στον Πειραιά. H συχνότητα τιμητικών ψηφισμάτων για μετοίκους από τα μέσα του

Ο πόλεμος, η πειρατεία, η έκθεση των ανεπιθύμητων παιδιών και η τεκνοποιία των ίδιων των δούλων ήταν οι πηγές προέλευσης των δούλων που διατίθεντο, κατά την Αρχαιότητα, στις μεγάλες αγορές ανθρώπινου εμπορεύματος. Στην Aθήνα, μετά την απαγόρευση από το Σόλωνα της υποδούλωσης αθηναίων πολιτών εξαιτίας χρεών τους (αρχές Η τιμή της αγοράς τους ποίκιλλε ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την καταγωγή, τις σωματικές ή τις πνευματικές ικανότητες του προσφερόμενου δούλου. Oι δούλοι, οι οποίοι ανταλλάσσονταν με χρήματα, ονομάζονταν αργυρώνητοι. Aπό μία στήλη πώλησης δούλων που βρέθηκε στην Aττική, και χρονολογείται στα τέλη του | ![]() |
![]() | Οι δούλοι διακρίνονταν σε κατηγορίες ανάλογα με την εργασία που προσέφεραν. Έτσι διαμορφώνονται οι εξής κατηγορίες: οικιακοί δούλοι, εργάτες μεταλλείων, "χωρίς οικούντας", δημόσιοι δούλοι. O δούλος θεωρούνταν απόκτημα, κτήμα έμψυχο, που -όπως κάθε κινητό αγαθό- αγοράζεται και πωλείται, ενοικιάζεται, κληροδοτείται ή δωρίζεται. ’τομο χωρίς νομική υπόσταση, πρωτοβουλίες και γνώμη, ο δούλος ήταν προσκολλημένος στον κύριό του, αποτελούσε -όπως χαρακτηριστικά γράφει στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης- μέρος του κυρίου, κατά κάποιον τρόπο έμψυχο μέρος του σώματός του, αλλά ξεχωριστό. |
Ιδιοκτήτης δούλων, δεσπότης, μπορούσε να γίνει κάθε ελεύθερο άτομο, πολίτης, μέτοικος ή ξένος. Ένας μικρός αριθμός δούλων, επιφορτισμένων με την ασφάλεια της πόλης, ήταν ιδιοκτησία του δήμου των Αθηναίων. Aντικείμενο ιδιοκτησίας ο ίδιος, καταγραμμένος όχι στα μητρώα, αλλά στους περιουσιακούς καταλόγους, ο δούλος δεν είχε κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας, εκτός αν ο κύριος τού επέτρεπε να κρατάει κάποιο μέρος των χρημάτων που κέρδιζε από τις ποικίλες υπηρεσίες, που προσέφερε. Όμως τα έσοδα αυτά ανήκαν, από νομική άποψη, στον κύριό του. Στην Αθήνα, το δικαίωμα της ζωής ήταν εξασφαλισμένο στους δούλους. Ενώ ο κύριος δεν μπορούσε να σκοτώσει το δούλο του, ο αθηναϊκός νόμος επέτρεπε το βασανισμό ή την κακομεταχείρισή του από τον ιδιοκτήτη του. H θνησιμότητα των δούλων ήταν βέβαια υψηλή σε περιπτώσεις απάνθρωπων συνθηκών εργασίας, όπως για παράδειγμα στα μεταλλεία του Λαυρίου. | ![]() |
Φιλολογικές πηγές της Κλασικής περιόδου σκιαγραφούν την κατάσταση των δούλων. Έτσι, στον Ψευδοξενοφώντα παρουσιάζεται ένας Αθηναίος ολιγαρχικών πεποιθήσεων, ο οποίος κατηγορεί τους συμπολίτες του για υπερβολική ανεκτικότητα στην κακοτροπία των δούλων και των μετοίκων. Στην κωμωδία, ωστόσο, αφθονούν τα αστεία με τους δούλους που φοβούνται το βασανισμό από τα αφεντικά τους, ενώ κοινή πρακτική στα αθηναϊκά δικαστήρια αποτελούσε η υποβολή των δούλων σε βασανιστήρια, για να διαπιστωθεί η αξιοπιστία της μαρτυρίας του κυρίου τους. Για την πλειονότητα των Aθηναίων η ύπαρξη των δούλων ήταν αδιαμφισβήτητη. Κριτική κατά της δουλείας ασκήθηκε από ελάχιστους στοχαστές της κλασικής Αρχαιότητας, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται ο τραγικός ποιητής Eυριπίδης, ο μαθητής του Γοργία Aλκιδάμας και ο Φιλήμονας.
Πεζογραφία
Την Κλασική εποχή, αντίθετα με την ποίηση, που χάνει βαθμιαία τη δύναμή της, η πεζογραφία αναπτύσσεται, μεστώνει και υπηρετεί, μόνη αυτή, τις περιοχές του λόγου που ακμάζουν: τη ρητορεία και τη ρητορική, την ιστοριογραφία, τη φιλοσοφία και τις επιστήμες.ΠEZOΣ ΛOΓOΣ
Tον 5ο αι.
π.X. δημιουργείται η
ιστοριογραφία, η οποία απομακρύνεται από τη μυθική αφήγηση και
εισέρχεται στην ορθολογιστική σκέψη, την ιστορία. H εμπειρία των Περσικών πολέμων και οι μεταστροφές
της αθηναϊκής ηγεμονίας επέβαλαν μια ιστορία που επικεντρώνεται στο παρόν και
στην πολιτική· παράλληλα, η ποίηση (έπος και δράμα), η φιλοσοφία, η επιστήμη
συνέβαλαν αποφασιστικά στο σχηματισμό της.
O
ορθολογισμός (βασισμένος
στον ορθό λόγο, δηλαδή τη λογική) επηρεάζει καθοριστικά την επιστημονική γνώση
και μέθοδο και εκφράζεται με την ιατρική, τη φιλοσοφία και τη ρητορική.
H IΣTOPIA
1. Hρόδοτος (περίπου 485-425 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
Γιος του Λύξη,
γεννήθηκε στη δωρική πόλη της Kαρίας Aλικαρνασσό, στα
νοτιοδυτικά παράλια της Mικράς
Aσίας· περιοχή όπου το ιωνικό
στοιχείο υπερίσχυσε έναντι του δωρικού και στην πολιτική ζωή και στη γλώσσα της
πόλης. H Aλικαρνασσός υπαγόταν στο περσικό κράτος και τη
διοικούσε ο γιος της βασίλισσας Aρτεμισίας Λύγδαμις. H
οικονομική άνεση της οικογένειας του Hρόδοτου, αλλά και ο θείος του Πανύασις, επικός ποιητής, συνέβαλαν
ουσιαστικά στη μόρφωσή του.
Σε ηλικία είκοσι
χρόνων αναγκάστηκε να εκπατριστεί και να καταφύγει, ως πολιτικός εξόριστος, στη
Σάμο, επειδή έλαβε μέρος στο κίνημα κατά του τυράννου. Aπό τη Σάμο ξαναγύρισε στην πατρίδα του, όταν
ανατράπηκε ο Λύγδαμις. Σε ηλικία 40 ετών βρίσκεται στην Aθήνα, πνευματικό κέντρο της Eλλάδας, όπου συνδέεται με προσωπικότητες της
εποχής, τον Περικλή, το Σοφοκλή και τον Πρωταγόρα. Γνωρίζει, επίσης, προσωπικά,
τους ήρωες των Μηδικών πολέμων και λέγεται ότι διαβάζει αποσπάσματα του έργου
του στο κοινό, στην Oλυμπία
και στην Aθήνα· στη διάρκεια,
μάλιστα, μιας τέτοιας ανάγνωσης έκανε, σύμφωνα με την παράδοση, το νεαρό τότε
Θουκυδίδη να κλάψει από συγκίνηση.
Tο 444 π.X., στο πλαίσιο της πανελλήνιας πολιτικής
του Περικλή, ιδρύθηκε η πόλη Θούριοι, στη Nότια Iταλία, κοντά στα ερείπια της αρχαίας Σύβαρης. O Hρόδοτος, με άλλους μορφωμένους άντρες, όπως το σοφιστή Πρωταγόρα, τον
αρχιτέκτονα Iππόδαμο, ίσως
και τον Eμπεδοκλή, έλαβε
μέρος στην αποίκιση· έγινε πολίτης της νέας πόλης, προσέλαβε την προσωνυμία
Θούριος και πέρασε εκεί μεγάλο μέρος της ζωής του, πιθανόν έως το θάνατό του.
Tέσσερα λοιπόν
σημαντικά κέντρα του ευρύτερου Eλληνισμού (Mικρά Aσία, Aιγαίο, Kεντρική Eλλάδα, Mεγάλη Eλλάδα) συντελούν στη διαμόρφωση της προσωπικότητας
του Hροδότου· παράλληλα, τα
περίφημα και μεγάλα ταξίδια του, σε πολλά μέρη του αρχαίου κόσμου, με κίνητρα
τη φιλομάθεια και τη θεωρία (να δει και να μάθει), συνέβαλαν αποφασιστικά στην
επιστημονική του συγκρότηση.
β) Tο έργο του
Περιεχόμενο
Tο έργο του Hρόδοτου, Ἱστορίαι, κατανέμεται σε εννέα βιβλία —η
διαίρεση αυτή έγινε στην αλεξανδρινή εποχή— και στο καθένα δόθηκε το όνομα
μιας Mούσας (είναι γνωστός και ο τίτλος Ἡροδότου Mοῦσαι).
Tο ηροδότειο έργο
αποτελεί επιτομή (= σύνοψη) της ιστορίας του αρχαίου κόσμου και, συγχρόνως,
επισκόπηση (γεωγραφική, εθνογραφική, πολιτική και πολιτιστική) της αρχαιότητας.
Kύριο θέμα είναι η σύγκρουση
που έφερε αντιμέτωπους τους Έλληνες και τους βαρβάρους. Kεντρική γραμμή παραμένει η αντίθεση Eυρώπης και Aσίας, του ελληνικού και του ασιατικού κόσμου. H ελληνοπερσική σύρραξη, όμως, αρχίζει από
το E' βιβλίο. Στα τέσσερα
πρώτα βιβλία παρουσιάζεται η διαμόρφωση και η αύξηση της περσικής δύναμης,
έπειτα (E' βιβλίο) οι πρώτες
συγκρούσεις με τους Έλληνες της μητροπολιτικής Eλλάδας και, στα τέσσερα τελευταία, εξιστορούνται
οι δύο μεγάλες εκστρατείες των Περσών και οι νίκες των Eλλήνων. Aναλυτικά, το περιεχόμενο έχει την ακόλουθη δομή:
A' βιβλίο (Kλειώ)
Mε το λακωνικό
του προοίμιο, ο Hρόδοτος
εξηγεί το σκοπό και το περιεχόμενο του έργου του, καθώς και τις προθέσεις του.
Προοίμιο
Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος
ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα
γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα,
ἀκλεᾶ γένηται, τά τε ἄλλα καὶ δι' ἥν αἰτίην ἐπολέμησαν ἀλλήλοισι.
O Hρόδοτος από την Aλικαρνασσό εκθέτει εδώ την ιστορική έρευνά του,
ώστε ούτε όσα πραγμάτωσε το ανθρώπινο γένος να ξεθωριάσουν με τον καιρό, ούτε
έργα1 μεγάλα και αξιοθαύμαστα, άλλα Eλλήνων και άλλα βαρβάρων2 επιτεύγματα, να μείνουν στην αφάνεια — και
όλα τα παραπάνω και επιπρόσθετα ποια ήταν η αιτία που πολέμησαν ο ένας τον
άλλο.
(Mτφρ. Hλ. Σπυρόπουλος)
Yπογραμμίζονται
ιδιαίτερα: ο ανθρωποκεντρικός χαρακτήρας της νέας επιστήμης, της ιστορίας, η
ισότιμη ανάδειξη Eλλήνων και
βαρβάρων ως προς τα πολιτικά και πολιτιστικά επιτεύγματα, ακόμη και τα αίτια
του μεταξύ τους πολέμου. Παρουσιάζονται οι μυθικές συγκρούσεις Eλλήνων και βαρβάρων, η ιστορία της Λυδίας
(Λυδικὸς λόγος), η ιστορία της Περσίας στα χρόνια του βασιλιά Kύρου (Περσικὸς λόγος) και η ιστορία
της Bαβυλώνας (Bαβυλωνιακὸς λόγος).
B' βιβλίο (Eὐτέρπη)
Περιγραφή και
ιστορία της Aιγύπτου (Aἰγύπτιος λόγος).
Γ ' βιβλίο
(Θάλεια)
Yποταγή της Aιγύπτου στους Πέρσες και εκστρατεία κατά
των Aιθιόπων. Άνοδος του
Δαρείου στον περσικό θρόνο και αναδιοργάνωση του περσικού κράτους. Iστορία του Πολυκράτη, τυράννου της Σάμου.
Δ' βιβλίο (Mελπομένη)
Περιγραφή της
Σκυθίας και εκστρατεία του Δαρείου εναντίον της (Σκυθικὸς λόγος).Eκστρατεία του Δαρείου στη Λιβύη και
περιγραφή της χώρας (Λιβυκὸς λόγος).
E' βιβλίο (Tερψιχόρη)
Yποδούλωση της
Θράκης στους Πέρσες, Iωνική Eπανάσταση, Iστορία των Aθηνών και της Σπάρτης.
Στ΄ βιβλίο
(Ἐρατώ)
Tο τέλος της
Ιωνικής Επανάστασης (άλωση της Mιλήτου), εκστρατείες του Mαρδόνιου, του Δάτη και του Aρταφέρνη στην Eλλάδα,
μάχη του Mαραθώνα.
Z' βιβλίο (Πολύμνια)
Eκστρατεία του
Ξέρξη στην Eλλάδα, μάχη των
Θερμοπυλών.
H' βιβλίο (Oὐρανία)
O κατά θάλασσα
αγώνας, ναυμαχίες του Aρτεμισίου
και της Σαλαμίνας.
Θ' βιβλίο (Kαλλιόπη)
Mάχη των Πλαταιών
και τέλος του ελληνοπερσικού πολέμου, μάχη της Mυκάλης (M.Aσία) και κατάληψη της
Σηστού (Eλλήσποντος), το 478
π.Χ., από τους Aθηναίους.
Δομή
Στην Iστορία του Hρόδοτου η αφηγηματική ικανότητα συνδυάζεται με τη θεματική ποικιλία και η
λεπτή χάρη των μυθικών αφηγήσεων με τη μελαγχολική σοβαρότητα της τραγωδίας. H σύνθεση ομηρικού και ιωνικού πνεύματος,
έπους και λογογραφίας, χαρακτηρίζει ιδιαίτερα το έργο του.
H κυρίως ιστορική
αφήγηση διακόπτεται από τις περίφημες παρεκβάσεις (= προσθήκες), πάνω από 200, ένα ποικίλο υλικό από
εθνογραφικές και γεωγραφικές πληροφορίες, που σκοπεύει στην τέρψη του αναγνώστη
και διακρίνεται σε δύο κύριες κατηγορίες:
•Λόγοι, ένα είδος ταξιδιωτικών εντυπώσεων, σύμφωνα
με την παράδοση των Iώνων
λογογράφων, που αναφέρονται στην περιγραφή πόλεων, μνημείων, εθίμων κ.ά. των
τόπων που επισκέφθηκε.
•Eλεύθερες λογοτεχνικές δημιουργίες, που χαρακτηρίζονται για το λογοτεχνικό
ύφος και την ψυχολογική
ανάλυση των προσώπων· διακρίνονται στις νουβέλες3, που έχουν θέμα την τραγική μοίρα ενός προσώπου,
τα ανέκδοτα, με συχνά ευτράπελο τόνο, τις αγορεύσεις και τους διαλόγους σημαντικών προσωπικοτήτων, όπως στο έπος.
Πηγές – Mέθοδοι
Για τη σύνταξη
του έργου του ο ιστορικός χρησιμοποίησε πηγές γραπτές (έργα λογογράφων,
ιδιαίτερα του Eκαταίου,
επική, λυρική και δραματική ποίηση, λαϊκή λογοτεχνία, αρχεία πόλεων, διάφορες
συλλογές, όπως χρησμών κ.ά.). Xρησιμοποίησε επίσης πηγές προφορικές (παραδόσεις, τοπικές και γενικές) και
πληροφορίες από ντόπιους (ἐπιχωρίους). Λέξη-κλειδί για τη συλλογή και
τον έλεγχο των τοπικών παραδόσεων, συμπληρωμένων όμως από τις δικές του
παρατηρήσεις, είναι η ακρίβεια (ἀτρεκείη), στην οποία βασίζεται και όλη
η προσωκρατική φιλοσοφία. Καλύτερο μέσο, όμως, θεώρησε την προσωπική έρευνα (αὐτοψία και ἱστορίη), βασισμένη σε ό,τι είδε και άκουσε (ἐξ ὄψιος ἤ ἀκοῆς) και την
εμπειρική παρατήρηση, χωρίς προσωπικές ή μεροληπτικές αποκλίσεις προς τη μια ή
την άλλη πλευρά.
H μέθοδος του Hρόδοτου είναι κριτική
(παρατήρηση-κρίση-έρευνα). Παραθέτει ό,τι ακούει, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει
ότι τα πιστεύει· καταβάλλει, όμως, αξιόλογη προσπάθεια για αμερόληπτη,
αντικειμενική και νηφάλια έκθεση των γεγονότων. Για το σκοπό αυτόν ο ιστορικός
συνηθίζει να αναφέρει και τα λόγια επωνύμων (λέγεται ή λέγουσιν ή λέγει). Yπογραμμίζει, συνήθως, το πιθανό, αλλά
παράλληλα παραθέτει και τι ςδιάφορες εκδοχές, στις οποίες ασκεί κριτικό έλεγχο.
Γλώσσα
H ιωνική
διάλεκτος, μεικτή και ποικίλη, με μερικούς αττικούς και δωρικούς τύπους, αλλά
και ομηρικές λέξεις και εκφράσεις, είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ιστορικός
ακολουθώντας τη συνήθεια των λογογράφων. O λόγος του, γλαφυρός και παραστατικός, αποτελείται
από μικρές προτάσεις οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά παράταξη, όπως ο
λόγος των απλοϊκών ανθρώπων. Xαρακτηριστικό μορφολογικό στοιχείο της ηροδότειας συγγραφής είναι η
δραματοποίηση της αφήγησης. Tο ύφος της διακρίνεται για την περιγραφική απλότητα και την απέριττη
λιτότητα.
γ) Oι ιδέες του Hροδότου
H πολιτική σκέψη
εκφράζεται με ιδέες απλές και δυνατές, όπως η έννοια της ελληνικής ενότητας, η
πίστη στο ιδεώδες της ελευθερίας, η αίσθηση της αντίθεσης ανάμεσα στον κόσμο
της απόλυτης εξουσίας και τον κόσμο της ελευθερίας, η πειθαρχία, με εκούσια
συναίνεση, και η υπακοή στους νόμους, που πηγάζει από την ελεύθερη βούληση των Eλλήνων. Oι νόμοι, γραπτοί και άγραφοι, «τὰ πάντων ἀνθρώπων
νόμιμα», αποτελούν ρυθμιστικούς κανόνες στις σχέσεις των μελών μιας
κοινότητας.
Tα ιστορικά
γεγονότα είναι για τον Hρόδοτο
αφορμή για στοχασμό. Kινητήρια
αρχή είναι η εκδίκηση για τις αδικίες των ανθρώπων. Tα ανθρώπινα πράγματα είναι πολύ αβέβαια και
εύθραυστα. H ροή τους
προσδιορίζεται από τη μοίρα (τὴν πεπρωμένην μοῖραν),γνήσια αρχαϊκό στοιχείο,
που δεν είναι τυφλή δύναμη, αλλά καθορίζεται από το θεό. Ο κόσμος του Ηρόδοτου,
όπως και του Αισχύλου, κυβερνάται από τους θεούς. O άνθρωπος είναι εξολοκλήρου υπεύθυνος για τις
πράξεις του· πρέπει, συνεπώς, να είναι δίκαιος και ευσεβής, να μένει ταπεινός. H πίστη αυτή του Hρόδοτου στη δυνατότητα του ανθρώπου να αποφασίζει
και να ενεργεί, με δική του ευθύνη, επιλέγοντας αυτόβουλα (ἑκών) το
σωστό, ανοίγει το δρόμο προς την επιστημονική ιστοριογραφία.
H ανθρώπινη
ευδαιμονία είναι ασταθής. H
υπέρμετρη ευτυχία των θνητών γεννάει την ύβρη, προκαλεί τη νέμεση, την αγανάκτηση δηλαδή των θεών για το
υπέρμετρο, και επιφέρει αναπόφευκτα την καταστροφή-τιμωρία (τίσιν). O άνθρωπος δεν πρέπει να είναι αλαζόνας και
να προκαλεί με την πλεονεξία του, γιατί οι θεοί είναι φθονεροί απέναντι στην
ανθρώπινη ευτυχία.
Φιλέει γὰρ ὁ
θεὸς τὰ ὑπερέχοντα πάντα κολούειν.
Bιβλ. Z, 10
Γιατί ο θεός αρέσκεται
να χτυπάει κατακέφαλα όσα υπερυψώνονται.
O ιστορικός ασκεί
κριτικό έλεγχο, απόρροια του ιωνικού ορθολογισμού, όσον αφορά την εγκυρότητα
των διάφορων πληροφοριών και διατυπώνει επιφυλάξεις, αμφιβολίες ή διαφωνίες.
Παράλληλα όμως με την προσπάθεια λογικής εξήγησης των γεγονότων, επικαλείται
και υπερφυσικές δυνάμεις (μοίρα, θεούς).
Oι θεοί κάνουν
αισθητή την παρουσία τους στους ανθρώπους με χρησμούς, όνειρα, οιωνούς, τέρατα
και σημεία και άλλα θεϊκά σημάδια, στοιχεία ρυθμιστικά ή και καθοριστικά της
ανθρώπινης δράσης, που ο Hρόδοτος
δεν αμφισβητεί την αξιοπιστία τους.
O ιστορικός
αποδίδει την ευθύνη της επέμβασης των θεών στην αδυναμία των ανθρώπων να
αντιληφθούν το σωστό, να παραδεχθούν τα όριά τους και να ρυθμίσουν ανάλογα τη
δράση τους. O θεϊκός φθόνος —
«τὸ θεῖον φθονερὸν καὶ ταραχῶδες» (που τα φέρνει όλα άνω κάτω, Bιβλ. A, 32)— που συγγενεύει με τη θεοδικία του Aισχύλου, επενεργεί καταστροφικά στα
ανθρώπινα πράγματα και δεν αφήνει τους ανθρώπους να είναι ευτυχισμένοι. Άξιος
να ονομάζεται ευτυχισμένος (ὄλβιος) είναι όποιος έχει καλό τέλος στη ζωή
του.
O Hρόδοτος εξαίρει την ιδέα της ελευθερίας· πολύ
εχθρικός προς την τυραννία, σε ολόκληρο το έργο του καταδικάζει απερίφραστα το
δεσποτισμό, επειδή ακριβώς αναιρεί κάθε μορφή ελευθερίας.
Γενικά, το
ηροδότειο έργο διακρίνεται για το επιστημονικό ενδιαφέρον, τα ηθικά διδάγματα,
το βαθύ ανθρωπισμό, τον άμεσο και οικείο τόνο του.
O Hρόδοτος υπήρξε νεωτεριστής, αφιερώνοντας ένα έργο
λογοτεχνικό στο πρόσφατο παρελθόν. Eγκαινίασε την επιστημονική ιστοριογραφία, που συνεχίστηκε από το Θουκυδίδη
και τους μεταγενέστερους ιστορικούς. Eίναι ο «πατέρας της ιστορίας» (pater historiae)· έτσι τον
χαρακτήρισε ο Ρωμαίος ρήτορας και πολιτικός του 1ου αι. π.X. Kικέρων (Περὶ τῶν νόμων, I, 1, 5). O χαρακτηρισμός
αυτός του αποδόθηκε, γιατί η ιστορική έρευνα αρχίζει με τον Αλικαρνασσέα
συγγραφέα, που ασχολείται αποκλειστικά με την ανθρώπινη ιστορία.
«Kανένας δεν είναι τόσο ανόητος, ώστε να
προτιμάει τον πόλεμο αντί για την ειρήνη· γιατί, όσο έχουμε ειρήνη, τα παιδιά
θάβουν τους πατέρες τους, ενώ στον πόλεμο οι πατέρες τα παιδιά τους».
(Bιβλ. A, 87, μτφρ. Ηλίας Σ. Σπυρόπουλος)
Γνωμικό που
διδάχθηκε ο Kροίσος από την
περιπέτειά του με τον Kύρο
και εκφράζει, πιο έντονα, απ' ό,τι στον Όμηρο, τη φρίκη του πολέμου.
«H κυβέρνηση όμως που γίνεται από το πλήθος
έχει πρώτα πρώτα ένα ωραιότατο όνομα, ισονομία, και δεύτερο δεν κάνει τίποτα
από όσα κάνει ο μονάρχης. Γιατί οι εξουσίες ασκούνται με κλήρο, κάθε εξουσία
είναι υπεύθυνη και οι αποφάσεις όλες προτείνονται στο λαό. Προτείνω λοιπόν εγώ
να παραμερίσουμε τη μοναρχία και να δώσουμε δύναμη στο πλήθος· μέσα στη δύναμη
των πολλών υπάρχουν τα πάντα».
(Bιβλ. Γ, 80-83, μτφρ. Iγνάτιος M. Σακαλής)
H ενότητα
—κείμενο πολιτικής ανάλυσης— αναφέρεται στη συζήτηση των Περσών αρχηγών για το
ποιο είναι το καλύτερο πολίτευμα. Mορφή της συζήτησης είναι ο διάλογος, θεμελιωμένος σε επιχειρήματα, σύμφωνα
με τον ελληνικό τρόπο σκέψης, με την παράθεση θετικών και αρνητικών στοιχείων.
1. O όρος «ἔργα»
έχει διπλή σημασία: μνημειώδη ανθρώπινα δημιουργήματα και κατορθώματα στο πεδίο
των μαχών.
2. O όρος
«βάρβαρος» δηλώνει στον Hρόδοτο
όχι τον απολίτιστο αλλά αυτόν που δε μιλάει την ελληνική γλώσσα, τον
αλλόγλωσσο.
3. Νουβέλα, (< nouvelle, από τo λατινικό επίθετο novus =νέος):
διήγηση ενός φανταστικού γεγονότος με δραματική ένταση, που προβάλλει την
ανθρώπινη συμφορά.
2. Θουκυδίδης (περίπου 460-399 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
Ο Θουκυδίδης,
γιος του Ολόρου, γεννήθηκε στο δήμο Αλιμούντα της Αττικής (σημ.Άλιμο), από
πλούσια αριστοκρατική οικογένεια, η οποία είχε δεσμούς με το βασιλικό οίκο της
Θράκης και τους μεγάλους στρατηγούς Μιλτιάδη και Κίμωνα. Τις πληροφορίες για τη
ζωή του τις αντλούμε άμεσα ή έμμεσα από το έργο του, τη «συγγραφὴ» του,
από όπου μαθαίνουμε ότι κατείχε μεταλλεία χρυσού στη Θράκη, στη Σκαπτή 'Υλη,
απέναντι από τη Θάσο και κοντά στο όρος Παγγαίο.
Η παιδική και η
εφηβική ηλικία του συμπίπτουν με τα χρόνια της ακμής της Αθήνας, της ακμής του
Περικλή, τον οποίο θαυμάζει και εγκωμιάζει στο έργο του. Ο ιστορικός έλαβε
λαμπρή μόρφωση. Λέγεται ότι νεότατος άκουσε τον Ηρόδοτο να διαβάζει μέρος από
τις ιστορίες του στην Αθήνα και ότι διατέλεσε μαθητής του Αναξαγόρα και του
ρήτορα Αντιφώντα. Επίδραση στη συγγραφή του άσκησε το ύφος του Γοργία, η λάμψη
των τραγικών, η ιατρική του Ιπποκράτη και το κίνημα των σοφιστών. Ο πιο
ισχυρός, τελικά, παράγοντας και συντελεστής της όλης μόρφωσής του υπήρξε η πόλη
των Αθηνών, η οποία στα χρόνια του ήταν το πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο
ολόκληρης της Ελλάδας με το δημοκρατικό πολίτευμά της, την αίγλη και την
οικονομική της ευρωστία. Ο ίδιος ο ιστορικός τη θεωρεί σχολείο όλης της
Ελλάδας: «Ξυνελών τε λέγω τήν τε πᾶσαν πόλιν τῆς Ἑλλάδος παίδευσιν εἶναι»
(Βιβλ. Β', 41.1).
Στην πολιτική ζωή
εμφανίζεται το 424 π.Χ., όταν εκλέχθηκε στρατηγός, κατά το όγδοο έτος του
Πελοποννησιακού πολέμου, και στάλθηκε με μικρή μοίρα του αθηναϊκού στόλου να
επιβλέπει τα παράλια της Θράκης. Η πιο αξιόλογη πόλη της περιοχής ήταν η
Αμφίπολη, στις εκβολές του Στρυμόνα, πολύτιμη για τους Αθηναίους λόγω της
στρατηγικής της θέσης. Ο Θουκυδίδης, όμως, δεν πρόλαβε, λόγω άπνοιας των
ανέμων, να σώσει την πόλη από το Σπαρτιάτη στρατηγό Βρασίδα, ο οποίος την
κατέλαβε αιφνιδιαστικά. Οι Αθηναίοι «έφεραν βαρέως» την απώλεια της Αμφίπολης
και τιμώρησαν το Θουκυδίδη με εξορία, για είκοσι χρόνια, όπως μας πληροφορεί ο
ίδιος (Βιβλ. Ε', 26). Τα περισσότερα χρόνια της εξορίας του φαίνεται ότι τα
πέρασε στη Σκαπτή Ύλη, στα ορυχεία του. Η εξορία έδωσε στο μεγάλο ιστορικό την
ευκαιρία να ασχοληθεί με την έρευνα, να ταξιδέψει και να συγκεντρώσει
πληροφορίες, να παρακολουθεί άνετα τις εξελίξεις του Πελοποννησιακού πολέμου,
τη σοβαρότητα και τις διαστάσεις του οποίου είχε προβλέψει. Η φιλοδοξία του
ήταν να δώσει στην ανθρωπότητα όχι μόνο την αληθινή ιστορία ενός σπουδαιότατου
γεγονότος, αλλά επιπλέον και ένα «κτήμα αιώνιο» για διδάγματα σε κάθε όμοια
περίπτωση «και όχι ανάγνωσμα για εφήμερη ακρόαση» (Βιβλ. Α', 22.4: «κτῆμά τε
ἐς ἀεὶ μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται»).
Μετά το 404 π.Χ.,
όταν η Αθήνα κυριεύτηκε από το Λύσανδρο, είναι πολύ πιθανό ο Θουκυδίδης να
γύρισε στην Αθήνα, όπου, κατά πάσα πιθανότητα, και πέθανε· υπήρχε μάλιστα ο
τάφος του κοντά στα Κιμώνεια μνήματα με την επιγραφή: «Θουκυδίδης Ὀλόρου Ἁλιμούσιος
ἐνθάδε κεῖται».
β) Tο έργο του
Ο Θουκυδίδης
υπήρξε ο πρώτος κριτικός ιστοριογράφος. Συνέγραψε τον πόλεμο Αθηναίων και
Πελοποννησίων (431-404 π.Χ.), που έφερε αντιμέτωπες τις δύο μεγάλες ελληνικές
πόλεις, την Αθήνα και τη Σπάρτη. Συγκεκριμένα, εξιστόρησε τα γεγονότα των
πρώτων 20 ετών του πολέμου (431-411 π.Χ.), αφού ο θάνατός του, όπως φαίνεται,
εμπόδισε την περάτωση του έργου του. Τα τελευταία επτά έτη του πολέμου (411-404
π.Χ.) τα γνωρίζουμε από τα Ελληνικά του
Ξενοφώντα (τα δύο πρώτα βιβλία). Ωστόσο, ο ίδιος ο συγγραφέας μάς πληροφορεί
ότι έζησε τα είκοσι επτά χρόνια του πολέμου, σε μια ηλικία μάλιστα που του
επέτρεπε την καθαρή αντίληψη των γεγονότων (E', 26). Γράφει, επομένως, σύγχρονή του ιστορία και
έχει πιο πλούσια και αξιόπιστα μέσα στη διάθεσή του απ' ό,τι ο Hρόδοτος για τα Mηδικά. Στην πρώτη φράση του προοιμίου του δηλώνει
με σαφήνεια ότι άρχισε τη συγγραφή αμέσως μετά την έναρξη του πολέμου, γιατί
κατάλαβε τη σημασία και το μέγεθος αυτής της σύγκρουσης.
«Θουκυδίδης Aθηναῖος ξυνέγραψε τὸν πόλεμον τῶν
Πελοποννησίων καὶ Ἀθηναίων ὡς ἐπολέμησαν πρὸς ἀλλήλους, ἀρξάμενος εὐθὺς
καθισταμένου καὶ ἐλπίσας μέγαν τε ἔσεσθαι καὶ ἀξιολογώτατον τῶν προγεγενημένων,
τεκμαιρόμενος ὅτι ἀκμάζοντές τε ᾖσαν ἐς αὐτὸν ἀμφότεροι παρασκευῇ τῇ πάσῃ καὶ τὸ
ἄλλον Ἑλληνικὸν ὁρῶν ξυνιστάμενον πρὸς ἐκατέρους, τὸ μὲν εὐθύς, τὸ δὲ καὶ
διανοούμενον».
Ο Θουκυδίδης ο
Αθηναίος συνέγραψε τον πόλεμο των Πελοποννησίων και Αθηναίων, πώς δηλαδή
πολέμησαν μεταξύ τους, αρχίζοντας αμέσως από τα πρώτα γεγονότα, επειδή
σχημάτισε τη γνώμη ότι θα είναι μεγάλος και ο πιο αξιόλογος από όλους τους
προηγούμενους. Το συμπέρανε αυτό αφενός γιατί και οι δύο αντίπαλοι ρίχνονταν σε
αυτόν εντελώς προετοιμασμένοι σε όλα, αφετέρου γιατί έβλεπε ότι και οι άλλοι
Έλληνες ή συντάσσονταν αμέσως με μια από τις δύο μερίδες ή σκόπευαν να το
πράξουν.
(Mτφρ. Π.Γ. Ξιφαράς)
Περιεχόμενο
Ο τίτλος του
έργου «Θουκυδίδου ξυγγραφὴ» και η διαίρεσή του σε οκτώ βιβλία είναι
μεταγενέστερα. Το σύγγραμμα αποτελεί αυστηρή εξιστόρηση των γεγονότων του
πολέμου και περιλαμβάνει και άλλα περιστατικά μόνο εφόσον σχετίζονται άμεσα ή
έμμεσα με αυτόν. Η ιστορία του Θουκυδίδη είναι εξολοκλήρου πολιτική και όχι
εθνογραφική, όπως του Ηροδότου.
Το 1ο βιβλίο είναι μια γενική εισαγωγή και αποτελείται
από τρία μέρη: το πρώτο μέρος (κεφ. 2-23), μετά το προοίμιο, περιέχει σύντομη
επισκόπηση των παλαιότερων γεγονότων (Αρχαιολογία), δήλωση του σκοπού
και της μεθόδου του συγγραφέα. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει τα Κερκυραϊκά και
τα Ποτιδαιακά (Ποτίδαια, πόλη της Χαλκιδικής), που αποτελούν τις φανερές αιτίες του
πολέμου. Στο τρίτο μέρος εκτίθεται η αύξηση της δύναμης των Αθηνών από την
εποχή των Περσικών πολέμων. Η αύξηση αυτή, η οποία προκάλεσε το φόβο των
Λακεδαιμονίων είναι, κατά το συγγραφέα, και η αφανής αιτία του πολέμου.
Εκτίθενται ακόμη οι άκαρπες διαπραγματεύσεις μεταξύ Λακεδαιμονίων και Αθηναίων,
πριν από την κήρυξη του πολέμου.
Το 2ο βιβλίο αναφέρεται στα γεγονότα των τριών πρώτων
ετών του Πελοποννησιακού πολέμου και περιγράφονται σε αυτό τα διαδραματιζόμενα
κατά τη διάρκεια των δύο επιδρομών των Λακεδαιμονίων στην Αττική. Στο τέλος της
διήγησης των γεγονότων του πρώτου έτους ο Θουκυδίδης εντάσσει το μεγαλόπρεπο Επιτάφιο Λόγο του Περικλή για τους νεκρούς του πολέμου
(κεφ. 35-46). Ο Επιτάφιος περιέχει ελάχιστα για τους νεκρούς αλλά
πολλά για την πόλη για την οποία αυτοί πρόσφεραν τη ζωή τους, και για το
αθηναϊκό πολίτευμα, όπως ήθελε να το διαμορφώσει ο μεγάλος πολιτικός. Ακολουθεί η περιγραφή του φοβερού λοιμού,
που έπληξε την πόλη των Αθηνών, και εξαίρονται η προσωπικότητα και το έργο του Περικλή.
Το 3ο βιβλίο περιλαμβάνει επίσης τρία χρόνια πολέμου
(428-425 π.X.). Στην έκθεση των δύο πρώτων ο συγγραφέας δίνει έντονη
έμφαση σε γεγονότα των οποίων το πάθος και η σκληρότητα εκδηλώθηκαν τρομακτικά
σε όλα τα στρατόπεδα (παθολογία του πολέμου): αποστασία και τιμωρία της Μυτιλήνης από τους Αθηναίους,
πολιορκία των Πλαταιών,
δίκη και καταδίκη των Πλαταιέων από τους Λακεδαιμόνιους, εμφύλια διαμάχη στην Κέρκυρα. Η άποψη του
ιστορικού ότι ο πόλεμος παράγει βία και αυτή πολιτικό χάος βρίσκει την πληρέστερη έκφρασή της,
όταν τα πολιτικά πάθη πλημμυρίζουν στο αίμα το δήμο στην Κέρκυρα.
Τρία χρόνια
πολέμου (έβδομο, όγδοο και ένατο) περιλαμβάνει και το 4ο βιβλίο με το οποίο συμπληρώνεται η πρώτη περίοδος του πολέμου
(Αρχιδάμειος πόλεμος, 431-421 π.Χ.). Τα σημαντικότερα γεγονότα των ετών αυτών είναι η κατάληψη της Πύλου
από το Δημοσθένη και η
εκστρατεία του Βρασίδα στη Μακεδονία και τη Θράκη. Στις μάχες που διεξήγαγε ο
Σπαρτιάτης Βρασίδας περιλαμβάνεται και η επίθεση εναντίον της Αμφίπολης, που έπαιξε σημαντικό ρόλο
στη ζωή του Θουκυδίδη.
Το 5ο βιβλίο καλύπτει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από
τα άλλα, από το 10ο χρόνο του πολέμου μέχρι το χειμώνα του 16ου, τα χρόνια δηλαδή της Νικίειας
ειρήνης, στη διάρκεια
της οποίας γίνονται πολλές νέες συγκρούσεις. Το τελευταίο τμήμα του βιβλίου
(κεφ. 84-116), που αναφέρεται στην τύχη της Μήλου (ο αθηναϊκός επεκτατισμός
στράφηκε εναντίον του νησιού), ανήκει στα πιο σημαντικά μέρη ολόκληρου του έργου, διαλογικό κείμενο με περίτεχνη υφή.
•Διάλογος
Μηλίων και Αθηναίων
Το ιστορικό
γεγονός (416 π.Χ.) προβάλλεται παραστατικά, σαν επεισόδιο αρχαίας τραγωδίας.
Ο Θουκυδίδης
δίνει, με ενάργεια, ένα αιώνιο παράδειγμα ηθικής αντίστασης ενός μικρού και
αδύναμου νησιού εναντίον της ωμής βίας και βούλησης του κραταιού. Η πάνοπλη
αλαζονεία των ισχυρών, μετά το τέλος του πολέμου, οδηγεί μοιραία και
αναπόφευκτα στην τιμωρία τους.
Η Μήλος γίνεται
σύμβολο, με δραματική επικαιρότητα, της θαρραλέας αντιπαράταξης των μικρών λαών
στην υπεροψία των δυνατών.
Η καταστροφή της
Μήλου, η σφαγή και ο εξανδραποδισμός των κατοίκων της ενέπνευσαν στο Γιάννη
Ρίτσο τη γραφή του ποιητικού μονόπρακτου Ο αφανισμός της Μήλος (1971). Ο ποιητής εκθέτει τις οδυνηρές
εμπειρίες του λαού μας από την ξενική κατοχή, προμαντεύοντας ακόμη και την
εθνική συμφορά της Κύπρου.
Αποχαιρετισμός
Αθηναίου πολεμιστή. Λευκή λήκυθος
του τέλους του 5ου αιώνα π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο
Στο 6ο βιβλίο εκτυλίσσονται γεγονότα του 17ου και του
18ου έτους και συγκεκριμένα το πρώτο μέρος της εκστρατείας των Αθηναίων στη
Σικελία. Ο Θουκυδίδης διακρίνει και εδώ τις πραγματικές αιτίες από τις αφορμές
της επιχείρησης και παραθέτει τον αγώνα λόγων, με τα επιχειρήματα υπέρ και κατά
της εκστρατείας, μεταξύ Αλκιβιάδη και Νικία. Με τις πρώτες επιχειρήσεις των
Αθηναίων έρχεται η ανάκληση του Αλκιβιάδη, ο οποίος, για να αποφύγει τις
κατηγορίες για ασέβεια, καταφεύγει στη Σπάρτη.
Το 7ο βιβλίο περιλαμβάνει το δεύτερο μέρος της
Σικελικής εκστρατείας, κατά το οποίο αρχίζουν οι δυσκολίες του αθηναϊκού
στρατού, όταν ο Αλκιβιάδης, προδίδοντας την πατρίδα του, πείθει τους
Λακεδαιμόνιους να στείλουν στρατεύματα με αρχηγό το Γύλιππο στις Συρακούσες. Εκεί
συντελείται το σικελικό δράμα, η φοβερή και ολοκληρωτική καταστροφή του στρατού
και του στόλου των Αθηναίων (413 π.Χ.). Ο ιστορικός διατυπώνει με νηφαλιότητα
και αντικειμενικότητα την κρίση του για την αδόκητη και άδοξη κατάληξη της
εκστρατείας.
Το 8ο βιβλίο περιέχει τις συνέπειες της καταστροφής στη
Σικελία και τα πρώτα γεγονότα της τρίτης περιόδου του πολέμου (Δεκελεικός
πόλεμος) με την κατάληψη της Δεκέλειας της Αττικής (σημερινό Τατόι) από τους
Λακεδαιμόνιους. Παρουσιάζεται, επίσης, η ολιγαρχική μεταπολίτευση στην Αθήνα
(411 π.Χ.).
Mέθοδος
Πρώτος ο
Θουκυδίδης κατευθύνει την ιστορία στον αιώνιο σκοπό της, την ανεύρεση της
αλήθειας. Mε ακρίβεια εκθέτει
(βιβλίο Α΄) και διδάσκει τους τρόπους και τις μεθόδους που πρέπει να ακολουθεί
ο ιστορικός και αναγνωρίζει τις μεγάλες δυσκολίες και τις επίπονες προσπάθειες
που απαιτεί το έργο του. Γι' αυτόν η ιστορία δεν είναι απλή διαδοχή γεγονότων ή
σκηνών, αλλά και όσα υπάρχουν κάτω και πίσω από τα γεγονότα, δηλαδή οι αιτίες
και οι διαφορές (ἀληθεστάτη πρόφασις), η φύση των ανθρώπων, οι επιθυμίες
και τα πάθη τους. Στην ιστορική του εικόνα, σε αντίθεση με τον Ηρόδοτο, δεν
υπάρχει κανένας μεταφυσικός παράγοντας για την ερμηνεία των γεγονότων. O ίδιος, άλλωστε, σε διάφορα χωρία,
διόρθωνε τον Hρόδοτο, χωρίς
όμως να τον αναφέρει ονομαστικά (κυρίως στα κεφάλαια για τη μέθοδο). Οι θεοί
απουσιάζουν από τον κόσμο του Θουκυδίδη και δεν υπάρχουν στην ιστορία του ούτε
χρησμοί ούτε μύθοι ούτε ανέκδοτα· αποκλείεται το μυθῶδες, καταγράφεται μόνο η ιστορική αλήθεια. Mε επιστημονική στάση ο Θουκυδίδης προσπαθεί να
δώσει στις διηγήσεις του τέλεια βεβαιότητα (τὸ σαφές)· στην έκθεση του
παρελθόντος στόχος του είναι η πειστική απόδειξη (τεκμήριον), αλλιώς
αποβλέπει προς το εύλογο (εἰκός). Mε τη μέθοδο του «εἰκάζειν» ο ιστορικός
ζητάει να φτάσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στην αλήθεια. Bαρύτητα στα γεγονότα δίνει η τέχνη της πρόβλεψης (πρόνοια).
Πηγές
Το Θουκυδίδη δεν
τον ενδιαφέρει η ευχάριστη ιστορία αλλά η αληθινή, η ωφέλιμη. Συλλέγει το υλικό
του, ακόμη και ασήμαντες λεπτομέρειες, με ιδιαίτερη φροντίδα, χωρίς ταυτόχρονα
να αγνοεί το έργο των προγενέστερων λογογράφων και ιστορικών, τους οποίους κρίνει
και ελέγχει για ανακρίβειες.
Για τα παλιά, τα
μυθικά γεγονότα, βασίζεται στην επική ποίηση και την παράδοση, αφαιρώντας τα
διακοσμητικά στοιχεία και μένοντας στον πυρήνα των γεγονότων. Για τα γεγονότα
της εποχής του δεν αρκείται σε πληροφορίες από τον πρώτο τυχόντα, αλλά τις
αντλεί από αυτόπτες μάρτυρες όλων των παρατάξεων, συλλέγει δηλαδή πολλές
μαρτυρίες, τις παραβάλλει, τις συγκρίνει, τις αλληλοσυμπληρώνει, για να φθάσει
στην αλήθεια. Με τον ίδιο σχολαστικό τρόπο ελέγχει ακόμη και τις δικές του
αντιλήψεις για τα πράγματα, όσες διαμόρφωσε έπειτα από αυτοψία και προσωπική
γνώση. Χρησιμοποίησε επίσης και γραπτές πηγές, όπως συνθήκες, επιστολές,
έγγραφα, δημόσιους λόγους κ.ά. Η μέθοδος αυτή, την οποία περιγράφει στο Α'
βιβλίο του κυρίως, και εφαρμόζει στην ιστορία του, προσδίδει στη συγγραφή του
αμεροληψία, αντικειμενικότητα και νηφαλιότητα.
Eπιρροές
O Θουκυδίδης
φαίνεται πως επηρεάστηκε από την προσωπικότητα του Περικλή και δέχτηκε
επιδράσεις από τους σοφιστές (αντίθεση φύσης-νόμου, συμπεριφορά ανθρώπων στον
πόλεμο), το δράμα, κυρίως την τραγωδία(τρόπος παρουσίασης και εξήγησης των
δραματικών γεγονότων, διαγραφή ιστορικών χαρακτήρων) και την ιατρική επιστήμη
(αυστηρός καθορισμός θέματος, εξοικείωση με ιατρικούς όρους), που ακμάζει με
τον Ιπποκράτη.
Δημηγορίες
Στα οκτώ βιβλία
του Θουκυδίδη, με εξαίρεση το τελευταίο, εκτός από την αφήγηση των ιστορικών
γεγονότων, υπάρχουν και δημηγορίες, λόγοι δηλαδή που εκφωνήθηκαν από διάφορα
πολιτικά πρόσωπα σε συνελεύσεις λαού ή από στρατιωτικούς και πρεσβευτές προς
στρατιώτες και πολίτες, αντίστοιχα. Ο ίδιος ο ιστορικός (Βιβλ. Α', 22) δηλώνει
ότι διατύπωσε τους λόγους αυτούς «μένοντας όσο το δυνατόν πιο κοντά στη γενική έννοια αυτών που πραγματικά
λέχθηκαν» και τονίζει
παράλληλα ότι «ήταν δύσκολο να διατηρηθούν όπως ακριβώς λέχθηκαν στη μνήμη
τόσο τη δική του, για όσα άκουσε ο ίδιος, όσο και των άλλων, για όσα του μετέδωσαν
από τα διάφορα μέρη».
Παραθέτει περισσότερες από σαράντα αγορεύσεις, που καταλαμβάνουν το ένα πέμπτο
του όλου έργου (180 κεφάλαια σε σύνολο 900 περίπου). Τα δύο τρίτα σχεδόν των
αγορεύσεων αυτών βρίσκονται στα τέσσερα πρώτα βιβλία, γεγονός που υποδηλώνει
την πρόθεση των βιβλίων αυτών να φέρουν στο φως την προϊστορία του πολέμου, τη
φύση και τη διάθεση των αντίπαλων παρατάξεων. Άλλωστε, είναι φανερό πως
εξυπηρετούν την ανάγκη να διαφωτιστούν οι αιτίες των γεγονότων, τα κίνητρα, η
προσωπικότητα, οι ιδέες των αγορητών και της εποχής γενικότερα, ώστε να
διαφανεί καθαρά η αντικειμενικότητα των πραγμάτων. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται
κυρίως στις περιπτώσεις όπου οι δημηγορίες έχουν τη μορφή λόγου – αντίλογου,
όταν δηλαδή παρουσιάζονται οι εκπρόσωποι των αντίθετων παρατάξεων με τη
ζευγαρωτή κατάθεση των επιχειρημάτων τους (επίδραση από τη σοφιστική και τους δισσοὺς λόγους – διπλά επιχειρήματα: Πρωταγόρας, Ἀντιλογίαι). Οι απόψεις του συγγραφέα, που δεν κρύβονται
τελείως, (όπως η σημασία που αποδίδει στη δημοκρατία και τη ναυτική δύναμη, η
αποκτήνωση που φέρνει ο πόλεμος, τα αίτια και το παράλογο του πολέμου κ.ά.),
μας προσφέρουν κάποια κριτήρια με βάση τα οποία μπορούμε να ερμηνεύσουμε τις
δημηγορίες.
Γενικά, οι
δημηγορίες, ακόμη και αν λείπει από αυτές η πιστότητα του λόγου, ακόμη και αν
έρχονται καμιά φορά σε ασυμφωνία προς την πραγματικότητα, επιτελούν μια
ευρύτερη λειτουργία αντίθεσης και ερμηνείας στο όλο έργο, χωρίς να
απομακρύνονται από την οδό της αλήθειας, την οποία με τόσους κόπους και μόχθους
άνοιξε ο δημιουργός τους.
Xρονολογικό σύστημα
Στην προσπάθειά
του να χρονολογήσει με ακρίβεια τα γεγονότα, ο Θουκυδίδης είχε να αντιμετωπίσει
μια ποικιλία ημερολογίων που χρησιμοποιούσαν στις διάφορες ελληνικές πόλεις, τα
οποία μάλιστα, βασισμένα καθώς ήταν σε σεληνιακούς μήνες, μεταβάλλονταν από χρόνο
σε χρόνο. Έτσι, εξιστορεί τα γεγονότα κατά χρονική σειρά, αριθμεί αυτόνομα τα
έτη του πολέμου (τέλος του πρώτου έτους, του δεύτερου κτλ.), χρησιμοποιεί το
ηλιακό έτος και το υποδιαιρεί σε θέρος (8 μήνες
στρατιωτικών επιχειρήσεων) και σε χειμώνα (4 μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων γίνονται οι
πολεμικές προετοιμασίες). Tέλος,
χρησιμοποιεί ειδικότερους χρονικούς προσδιορισμούς, π.χ. την αρχή ή το τέλος
των γεωργικών εργασιών κ.ά.
Γλώσσα και
ύφος
Η πεζογραφία του
Θουκυδίδη αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της περίτεχνης πεζογραφίας της όψιμης
περιόδου της εποχής του Περικλή. Πολλά από τα στοιχεία της τα δανείστηκε από
την ποίηση. Το ύφος του συγγραφέα διακρίνεται για το δυνατό τρόπο έμφασης και
αντίθεσης μέσα στην ίδια περίοδο λόγου, ένα ύφος αντιθετικό που χαρακτηρίζεται
από σαφήνεια και λεπτομερειακή επεξεργασία.
Χρησιμοποιεί
πολλές αφηρημένες λέξεις, ουσιαστικοποιημένα απαρέμφατα και μετοχές και
ουδέτερα επιθέτων και μετοχών αντί για αφηρημένα ουσιαστικά (δεδιὸς αντί δέος, θαρσοῦν αντί θάρρος). Δε χρησιμοποιεί πολλά σχήματα λόγου, μολονότι επηρεάζεται από τη
ρητορική· τα εντυπωσιακά, όμως, ρητορικά σχήματα (υπερβατόν, αντίθεση, πάρισον και ὁμοιοτέλευτον =
ομοιοσύλλαβο και ομοιοκατάληκτο) είναι χαρακτηριστικά της γραφής και του
λογοτεχνικού ύφους του.
Η γλώσσα του
είναι η αρχαία αττική με κάποιους ιωνικούς τύπους· είναι ο πρώτος αττικός
πεζογράφος. Χρησιμοποιεί πολλές αρχαιοπρεπείς ποιητικές λέξεις (πύστις, ἐξαπιναίως…), καθώς και νέες λέξεις (ἀγώνισις, νόμισις κ.ά.), ή δικές του επινοήσεις. Προσηλωμένος
σταθερά στο παρελθόν, χρησιμοποίησε την αρχαία αττική διάλεκτο (ἀρχαία ἀτθίς)
με τις προθέσεις ξὺν και ἐς αντί των σὺν και εἰς, το επίρρημα αἰεὶ αντί του ἀεί, την κατάληξη -ῆς αντί -εῖς (Μεγαρῆς), τα συμπλέγματα -ρσ- και -σσ- αντί -ρρ- και -ττ- (θάρσος, πράσσω) κ.ά.
Την ίδια
ελευθερία παρουσιάζει και στη σύνταξη, με αποτέλεσμα ο λόγος του να γίνεται
πυκνός και βαθύς και συχνά σκοτεινός. Από τις ιδιορρυθμίες του η πιο
χαρακτηριστική είναι η χρήση μακροπερίοδου λόγου: γύρω από την κύρια πρόταση
πλέκονται πολλές δευτερεύουσες, πολλοί προσδιορισμοί και επεξηγήσεις.
Η περιγραφική του
ικανότητα είναι πολύ μεγάλη, το ίδιο και η δεξιότητά του να διαγράφει με
σαφήνεια τους χαρακτήρες με λίγα μόνο γνωρίσματα.
Ο Θουκυδίδης
θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ιστορικούς συγγραφείς του κόσμου, θεμελιωτής
της αντικειμενικής ιστοριογραφίας, της κριτικής ιστορίας, ερευνητής και
αποφασιστικός ζητητής της αλήθειας. Στη διήγησή του όλα υποτάσσονται στην
εξυπηρέτηση της μετάδοσης της πραγματικότητας. Παράλληλα, στο έργο του γίνεται
ορατός ο ιστοριογράφος που θέλει να μεταδώσει πολιτικές γνώσεις, μόνιμες αξίες.
Aναγνωρίζει στο βάθος των
γεγονότων νομοτέλειες (σχέση αιτίας-αποτελέσματος) και δυνάμεις που έχουν τα
στοιχεία της μονιμότητας. Tείνει,
έτσι, σε αυτό που έχει γενική αξία.
Eπίδραση
Η επίδρασή του στους μεταγενέστερους ήταν μεγάλη. Ο
Λατίνος Σαλλούστιος (85-35 π.Χ.) τον είχε ως πρότυπο, ο Tάκιτος (52-120
μ.X.) μιμείται το
αποφθεγματικό του ύφος, ο Πολύβιος (200-118 π.X.) χρησιμοποιεί δημιουργικά την εμπειρία
του, ο Βυζαντινός Προκόπιος (τέλη 5ου αι. μ.X.) ακολουθεί τον τρόπο σκέψης του. Oι νεότεροι τον
θαυμάζουν για την επιστημονική του μέθοδο, την αξιοπιστία του, την ολόπλευρη
ενημέρωση και τον πολιτικό του στοχασμό. Σε πολλές χώρες, σήμερα, διδάσκεται
στους υποψήφιους πολιτικούς. Μνημειώδης, εξάλλου, είναι η μετάφραση του έργου
του από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
«φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ
μαλακίας» (= αγαπούμε το ωραίο και μένουμε απλοί, αγαπούμε την επιστήμη και
δεν καταντούμε νωθροί).
(Βιβλ. Β', Επιτάφιος, 40.1, μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής)
Το αθηναϊκό ιδεώδες συνενώνει διαφορετικές ιδιότητες και
θαυμάσιες αντιθέσεις: φιλοκαλία Ιώνων και απλότητα Δωριέων (αττική σύνθεση).
3. Ξενοφῶν (περίπου 430-355 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
Ο Ξενοφών
καταγόταν από το δήμο των Ερχειέων της Αττικής [Έρχεια (η): τα σημερινά Σπάτα].
Ο πατέρας του Γρύλλος ήταν ευκατάστατος γαιοκτήμονας και ο Ξενοφών γνώρισε καλά
την αγροτική ζωή και ασχολήθηκε πολύ με την ιππασία. Όπως όλοι οι εύποροι νέοι
της εποχής του, πήρε καλή μόρφωση. Yπήρξε μαθητής του Σωκράτη, τον οποίο σεβόταν και αγαπούσε, έχοντάς τον ως
πρότυπο, όπως και οι άλλοι μαθητές του, οι οποίοι σε όλη τους τη ζωή
ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία.
Τα γεγονότα του
Πελοποννησιακού πολέμου, η σύγχυση και η απαισιοδοξία που επικρατούσαν στην
Αθήνα κατά τη διάρκειά του δημιούργησαν πολλές ανησυχίες στο νέο και φιλόδοξο
Ξενοφώντα, ο οποίος αναζητούσε πεδίο δράσης έξω από την αγωνιώδη πολιτική
ατμόσφαιρα του τόπου του. Έτσι, όταν ο φίλος του Πρόξενος ο Βοιωτός, το 401
π.Χ., στρατολογούσε μισθοφόρους για την εκστρατεία του Κύρου εναντίον του
αδελφού του Αρταξέρξη Β', βασιλιά της Περσίας, με σκοπό την εκθρόνισή του,
εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και βρέθηκε στην Ασία, στο μισθοφορικό ελληνικό
στράτευμα του Κύρου. Μετά το θάνατο του Κύρου, στη μάχη στα Κούναξα (401 π.Χ.),
κοντά στον Ευφράτη ποταμό, και τη δολοφονία των Ελλήνων στρατηγών, ο Ξενοφών
ανέλαβε ηγετικές πρωτοβουλίες και συνέβαλε στην επιστροφή των Ελλήνων
μισθοφόρων από τα βάθη της Ασίας στην Τραπεζούντα και στο Βυζάντιο.
Ο ιστορικός νωρίς
είχε εκδηλώσει την αγάπη του προς τη Σπάρτη (φιλολάκων ἱστοριογράφος)
και ακολούθησε τον Αγησίλαο στη Μ. Ασία, όταν αυτός το 396 π.X. ανέλαβε την αρχηγία των Λακεδαιμονίων.
Μάλιστα το 394 π.Χ., στη μάχη της Κορώνειας, στη Βοιωτία, πήγε μαζί του
εναντίον της Aθήνας. Οι
Αθηναίοι για την πράξη του αυτή τον τιμώρησαν με εξορία, ενώ αντίθετα οι
Σπαρτιάτες τον τίμησαν προσφέροντάς του «προξενία» (άδεια διαμονής στη Σπάρτη)
και του δώρισαν μεγάλο αγρόκτημα στο Σκιλλούντα τη ςΗλείας, κοντά στην Ολυμπία,
όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του και έζησε είκοσι χρόνια ασχολούμενος
με αγροτικά έργα και τη συγγραφή βιβλίων.
Μετά τη μάχη στα
Λεύκτρα (371 π.Χ.), οι Ηλείοι κατέλαβαν το Σκιλλούντα και ο Ξενοφών εκδιώχθηκε
και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κόρινθο. Όταν έγινε προσέγγιση Αθήνας και
Σπάρτης εναντίον των Θηβαίων, ανακλήθηκε η απόφαση για την εξορία του και
αποκαταστάθηκαν τα πολιτικά του δικαιώματα. Δεν είναι όμως βέβαιο αν και πότε
επωφελήθηκε από την ευκαιρία αυτή, για να ξαναγυρίσει στην πατρίδα του. Ωστόσο,
οι δυο γιοι του υπηρέτησαν στο αθηναϊκό ιππικό και ο ένας, ο Γρύλλος, σκοτώθηκε
πολεμώντας γενναία στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.).
β) Tο έργο του
Στο έργο αλλά και
την προσωπικότητα του Ξενοφώντα υπήρξε καθοριστική η επίδραση του δασκάλου του,
Σωκράτη, και του βασιλιά Αγησίλαου. Στον πρώτο θαύμαζε την προσήλωσή του στις
ηθικές αξίες της ζωής και στο δεύτερο τις αρετές και τις ηγετικές του ικανότητες.
Ανήσυχη φύση, με ροπή στις περιπέτειες, είχε πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα,
όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο των έργων του που έχουν σωθεί.
Επειδή η
ειδολογική και η χρονολογική κατάταξη των έργων του είναι δύσκολη,
παρουσιάζονται σε ομάδες με βάση το περιεχόμενό τους.
Iστορικά
Κύρου Ἀνάβασις (δημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο του
Θεμιστογένη του Συρακόσιου): Στο σύγγραμμα ο ιστορικός διηγείται με ζωντάνια
και αμεσότητα γεγονότα που έζησε ο ίδιος. Πρόκειται για ένα είδος στρατιωτικών
απομνημονευμάτων, σε επτά βιβλία,με πολλές γεωγραφικές και εθνογραφικές
λεπτομέρειες. Παρουσιάζεται η εκστρατεία του Κύρου (Ανάβασις = πορεία προς το εσωτερικό της Ασίας)
εναντίον του αδελφού του, Αρταξέρξη. Το κύριο μέρος, όμως, του έργου
περιλαμβάνει την κάθοδο (κατάβασις) των μυρίων (μύριοι = 10.000), των 13.000 δηλαδή Ελλήνων
μισθοφόρων που συμμετείχαν στην εκστρατεία και, έπειτα από περιπετειώδη
περιπλάνηση, κατά την υποχώρησή τους, έφτασαν στον Εύξεινο Πόντο και στη Θράκη
το 400 π.Χ.
Ἑλληνικά: Ο συγγραφέας, σε επτά βιβλία, διηγείται
την ιστορία των ελληνικών πόλεων από το 411 π.Χ., όπου ο Θουκυδίδης σταμάτησε
την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, μέχρι το 362 π.Χ. Αναζητάει τα αίτια
των γεγονότων, αλλά μένει στην επιφάνεια των πραγμάτων, σε αντίθεση με τη
λεπτομερή αναζήτηση του Θουκυδίδη· ακόμη και οι αγορεύσεις που υπάρχουν στο
έργο του δε διαφωτίζουν πλήρως τις αντιπαραθέσεις των δυνάμεων.
Ἀγησίλαος: Πρόκειται για ρητορικό εγκώμιο του
βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου, τον οποίο ο συγγραφέας θαυμάζει και παρουσιάζει
ως πρότυπο καλού ηγεμόνα.
«Σε λίγο
ακούνε τους στρατιώτες να φωνάζουν "Θάλαττα! Θάλαττα!" και αυτή η λέξη να πηγαίνει από στόμα σε
στόμα. Τότε έτρεχαν όλοι, μαζί και οι οπισθοφύλακες, ενώ έσερναν μαζί τους τα υποζύγια, καθώς και τα άλογα. Όταν
έφτασαν όλοι στην κορυφή, τότε πια οι στρατιώτες, με δάκρυα στα μάτια,
αγκάλιαζαν ο ένας τον άλλο και τους στρατηγούς και τους λοχαγούς…».
(Κύρου
Ανάβασις, Δ', 7, 24-25, μτφρ. Γ.Δ. Ζευγώλης)
Πυκνή σε λιτότητα
και συγκινητική στο σύνολό της είναι η σκηνή αυτή, όταν, για πρώτη φορά, έπειτα
από πολύμηνη ταλαιπωρία, οι στρατιώτες αντικρίζουν τη θάλασσα και τη χαιρετούν
σαν ελευθερώτρια.
Η θέα της
θάλασσας αποτελεί γι' αυτούς τη λύτρωση, μετά την κόλαση των περιπετειών.
Φιλοσοφικά
Τα πρώτα τρία
έργα, Ἀπομνημονεύματα, Ἀπολογία Σωκράτους, Συμπόσιον, λέγονται σωκρατικά, γιατί κυριαρχούν ο Σωκράτης και η διδασκαλία
του.
Ἀπομνημονεύματα: Το έργο διαιρείται σε τέσσερα βιβλία και
αποτελεί υπεράσπιση του Σωκράτη εναντίον της κατηγορίας ότι δεν πιστεύει στους
θεούς και διαφθείρει τους νέους. Παρουσιάζονται, με μορφή αναμνήσεων, συζητήσεις και διάλογοι του
μεγάλου στοχαστή και δασκάλου, με άλλους συνομιλητές και με τον Ξενοφώντα, με
κύριο στόχο την αποκατάσταση της μνήμης του Σωκράτη.
Ἀπολογία
Σωκράτους (η
γνησιότητα του έργου έχει αμφισβητηθεί): Πρόκειται για υπερασπιστικό κείμενο
του Σωκράτη που δίνει διαφορετική εκδοχή σε σχέση με την Απολογία του Πλάτωνα. Με την απολογία του δασκάλου στο
δικαστήριο προβάλλονται η ηθική και η σοφία του.
Συμπόσιον
φιλοσόφων:
Περιγράφεται μια συνεστίαση την οποία προσφέρει ο πλούσιος Καλλίας, με την ευκαιρία της νίκης του
νέου Aυτόλυκου στα
Παναθήναια. Στη διάρκεια του συμποσίου ο Σωκράτης διαλέγεται με άλλους
φιλοσόφους και διατυπώνει τις απόψεις του για τις δύο όψεις του έρωτα (σωματικό
και πνευματικό), την ηδονή, τον πλούτο, την ομορφιά κ.ά.
Οἰκονομικός: Έχει μορφή διαλόγου και αρχίζει με
έπαινο της γεωργίας. Ο Ισχόμαχος (= ο Ξενοφώντας μεταμφιεσμένος), ένας εύπορος κτηματίας, περιγράφει στο
Σωκράτη πώς οργανώνει την ημέρα του, πώς διοικεί το αγρόκτημά του και πώς
εκπαιδεύει τη νεαρή γυναίκα του στα οικιακά της καθήκοντα. Οι πρακτικές
συμβουλές του έργου έκαναν το συγγραφέα ιδιαίτερα αγαπητό και το συγκεκριμένο
σύγγραμμα θεωρείται από τα καλύτερά του.
Ἱέρων ἤ
Τυραννικός: Διαλογικό
πολιτικό σύγγραμμα στο οποίο ο τύραννος των Συρακουσών, Ιέρων, συζητάει
φανταστικά με τον ποιητή Σιμωνίδη για την τυραννία. Ο Σιμωνίδης συμβουλεύει τον
Ιέρωνα, ώστε να γίνει η τυραννία πιο ανεκτή στο λαό αλλά και στον ίδιο τον
τύραννο.
Διδακτικά
Κύρου
Παιδεία: Το έργο είναι ένα είδος μυθιστορηματικής
βιογραφίας του ιδρυτή του Περσικού κράτους, του Κύρου του μεγάλου (590-529
π.Χ.). Διαιρείται σε οκτώ βιβλία και περιέχει όχι μόνο την αγωγή αλλά και όλη
τη ζωή του ηγέτη.
Λακεδαιμονίων
πολιτεία: Η
αγάπη του Ξενοφώντα προς τη Σπάρτη τον οδήγησε στη σύνθεση του συγγράμματος αυτού, στο οποίο
περιγράφει το πολίτευμα της Σπάρτης, τη στρατιωτική της οργάνωση και τη
λειτουργία των θεσμών της. Το πολίτευμα του Λυκούργου και η σπαρτιατική βασιλεία αποτελούν
για το συγγραφέα τη βάση της σπαρτιατικής δύναμης.
Πόροι ἤ περὶ
προσόδων: Το
έργο ασχολείται με τις οικονομικές συνθήκες της Αθήνας και γίνονται προτάσεις,
«μέσα και τρόποι», για την οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της πόλης.
Κυνηγετικός (αμφισβητούμενης γνησιότητας): Ο
συγγραφέας προσπαθεί να αποδείξει πως το κυνήγι είναι εξαιρετικό παιδευτικό
μέσο, «εὕρημα θεῶν».
Περὶ ἱππικῆς: Απευθύνεται σε έναν ιππέα, στον οποίο ο
Ξενοφών, ως έμπειρος της ιππικής, δίνει οδηγίες γενικά για την περιποίηση του
αλόγου του.
Ἱππαρχικός: Περιγράφονται τα καθήκοντα του ιππάρχου (=
διοικητή του ιππικού).
Γλώσσα
Η αττική γλώσσα
του Ξενοφώντα διακρίνεται για την καθαρότητά της. Η γλωσσική ομαλότητα, τα
εύληπτα νοήματα και η απλότητα του ύφους κατακτούσαν τους αναγνώστες του. Ως
υπόδειγμα αττικισμού, τον αποκαλούσαν«αττική μέλισσα», όπως και το Σοφοκλή.
Eπίδραση
Κανένας δεν
αμφισβητεί το αξιόλογο και πολύπλευρο ταλέντο του Ξενοφώντα. Ως ιστορικός,
βέβαια, υπολείπεται του Θουκυδίδη στην αντικειμενικότητα της εξιστόρησης και
στο βάθος των νοημάτων, ως συγγραφέας όμως είναι υποδειγματικός για την
ενάργεια, τη φυσικότητα και την παραστατικότητα της αφήγησης.Eνδιαφέρεται περισσότερο για την ψυχολογία
των ανθρώπων παρά για την ανάλυση των πολιτικών δυνάμεων. Η θρησκευτική θεώρηση
των πραγμάτων από τον ιστορικό παραπέμπει στον Ηρόδοτο και η αφήγησή του
μερικές φορές έχει ηθικολογικό ύφος.
Η επίδρασή του
υπήρξε σημαντική στους Έλληνες και τους Ρωμαίους. O Iούλιος Kαίσαρ τον
εκτιμούσε και ο Kικέρων
μετέφρασε τον Oικονομικό και
μέρος της Kύρου
Παιδείας· η εκτίμηση που
απολαμβάνει φτάνει έως τους νεότερους. Λόγω του απλού αττικού ύφους, είναι ένας
από τους πρώτους κλασικούς συγγραφείς που μελετούν οι νέοι οι οποίοι σπουδάζουν
αρχαία ελληνικά. Περισσότερο από όλα τα έργα του Ξενοφώντα η Ανάβαση έγινε, από την αρχαιότητα ακόμη, προσφιλές
πανελλήνιο ανάγνωσμα. Η περιπέτεια των Μυρίων, κέρδισε, στον αρχαίο κόσμο, μεγάλη φήμη. O Μέγας Aλέξανδρος υπενθυμίζει στους στρατιώτες του (στην Ισσό το 331 π.Χ.) το
ένδοξο κατόρθωμα εκείνων.
Άλλοι
ιστορικοί
Μετά τον
Ξενοφώντα λήγει η ακμή της ιστοριογραφίας. Οι ιστορικοί έπειτα από αυτόν και
μέχρι την αλεξανδρινή εποχή και τον ιστορικό Πολύβιο το Μεγαλοπολίτη δε
διακρίνονται για την αλήθεια και την ακρίβεια. Από το έργο τους σώθηκαν μόνο
αποσπάσματα. Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι: ο Κτησίας από την Κνίδο της Μ.
Ασίας (έγραψε τα Περσικά, σε 24 βιβλία), ο Έφορος από την Κύμη της
Αιολίδας (έγραψε το Ἱστορίαι, σε 30 βιβλία), ο Θεόπομπος ο Χίος
(έγραψε Ἑλληνικὰ σε 12 βιβλία και Φιλιππικὰ σε 58 βιβλία), ο Κράτιππος ο Αθηναίος, συνεχιστής
του Θουκυδίδη, ο Φίλιστος ο Συρακούσιος (έγραψε τα Σικελικά, σε 13 βιβλία) κ.ά.
ΦIΛOΣOΦIA
Aπό τη φύση στον άνθρωπο
Στο δεύτερο μισό
του 5ου αι. π.X., η φιλοσοφία
αναπτύσσεται στην Aθήνα με
φωτισμένους διανοητές, οι οποίοι θέτουν ως κέντρο του ενδιαφέροντός τους τον
άνθρωπο.
Προϋποθέσεις
H ανάδειξη της Aθήνας σε μορφωτικό κέντρο της Eλλάδας βοήθησε ιδιαίτερα στην εξέλιξη της
φιλοσοφικής σκέψης στην πόλη, η οποία φιλοξενεί σημαντικούς πνευματικούς άνδρες
της εποχής από διάφορα σημεία του Eλληνισμού. Έτσι, η ιωνική φιλοσοφία και ο ελεατικός στοχασμός βρίσκουν
πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης.Η γλώσσα είναι ενιαία (πεζός λόγος).
Aναξαγόρας
O Ίωνας στοχαστής
Aναξαγόρας συνεχίζει τις
αρχές των κοσμικών συστημάτων (πώς δηλαδή διαμορφώθηκε το σύμπαν), όπως τις
έθεσαν ο Παρμενίδης και ο Eμπεδοκλής,
τη θεωρία του όμως διαπερνάει η λογική σκέψη.
O Aναξαγόρας (500-428/427 π.X.), από τις Kλαζομενές της Iωνίας, έζησε τριάντα χρόνια στην Aθήνα και συνδέθηκε με τον Περικλή. Kατηγορήθηκε για ασέβεια, εξαιτίας των
νεωτεριστικών του απόψεων, καθώς δεν αναγνώριζε τη θεότητα των ουράνιων σωμάτων
και υποστήριζε ότι ο ήλιος είναι ένας πυρακτωμένος όγκος (μύδρος διάπυρος)·
με τη βοήθεια του φίλου του, Περικλή, κατέφυγε στη Λάμψακο της Προποντίδας,
όπου φιλοξενήθηκε έως το θάνατό του. O Aναξαγόρας συνεχίζει το
δρόμο που άνοιξε ο Παρμενίδης με την ταύτιση του νοεῖν και εἶναι. Παραδέχεται
ότι δεν υπάρχουν τέσσερα μόνο στοιχεία (φωτιά, αέρας, γη, νερό), όπως πίστευε ο
Eμπεδοκλής, αλλά άπειρα, που
ξεχωρίζουν με το ποιόν τους. Ως αιτία κινήσεως, στην πραγματεία Περὶ φύσεως, διακρίνει τον Nοῦν, μια αυθυπόστατη δύναμη, η οποία διακοσμεί το
σύμπαν και επέχει τη θέση του Θεού. O Nοῦς εξουσιάζει όλα τα ζωντανά όντα και αποτελεί ένα
είδος μεγάλου πνεύματος που ορίζει τον κόσμο. H δραστηριότητά του φτάνει ως την κρατική
συγκρότηση και την οικοδόμηση του πολιτισμού. Έτσι, διανοίγεται ο δρόμος για
την ιδιαίτερη σημασία του ανθρώπινου νου στην οργάνωση της ζωής.
O τελευταίος
αυτός φυσικός της Iωνίας
επηρέασε πολύ την αθηναϊκή σκέψη και θεωρείται ο πρόδρομος του Πλάτωνα και του Aριστοτέλη.
Λεύκιππος
O Mιλήσιος φιλόσοφος (πρώτο μισό του 5ου αι. π.X.), συγγραφέας του έργου Mέγας Διάκοσμος (= μεγάλη διάταξη του κόσμου) έρχεται σε
αντίθεση με τον ελεατισμό καθώς και την ελεατική αναίρεση της θεωρίας της
γένεσης και της φθοράς, της κίνησης και της πολλαπλότητας των όντων.
Δημόκριτος
O Δημόκριτος
(460-370 π.X. περ.) από τα
Άβδηρα της Θράκης, μια ιωνική αποικία σε θρακικό έδαφος, μαθητής του Λεύκιππου,
ανέπτυξε περισσότερο τη φιλοσοφία του δασκάλου του. Πολύπλευρος και
δημιουργικός φιλόσοφος, καλύπτει όλους σχεδόν τους τομείς του επιστητού. Aπό το έργο του έχουν σωθεί πολλά
αποσπάσματα, κυρίως περικοπές με τη μορφή ηθικών αξιωμάτων (Γνῶμαι), σε
ιωνική διάλεκτο. Mια
ηθικολογική πραγματεία του, Περὶ εὐθυμίης,
συνιστά την ισόρροπη τάξη της ανθρώπινης ψυχής, προμηνύοντας έτσι την
επικούρεια ηρεμία, ενώ ο Mικρὸς Διάκοσμος αναφέρεται στον άνθρωπο.
Aτομική Σχολή
O Λεύκιππος και ο
Δημόκριτος διατυπώνουν μια πρωτότυπη θεωρία που έμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη
έως το 19ο αιώνα, αλλά ξαναζωντάνεψε στη συνέχεια, ώστε η εποχή μας να
χαρακτηριστεί «ατομική». Tο
ατομικό τους σύστημα θεμελιώνεται στην αρχή ότι η κίνηση είναι σύμφυτη με την
ύλη, που δεν είναι επ' άπειρον διαιρετή, και όλα όσα υπάρχουν είναι άτομα που
κινούνται στο κενό.
Oι δύο φιλόσοφοι
θεωρούν ως αρχή του κόσμου το ἄτομον (= άτμητο
< α- + τέμνω), το μικρότατο μόριο της άπειρης ύλης. Tα άτομα είναι άφθαρτα, ομοιόμορφα και
αδιαίρετα σωματίδια που συνθέτουν κάθε συγκεκριμένο σώμα και εξηγούν την άπειρη ποικιλία
των πραγμάτων.
H πρώιμη αυτή
ατομική κοσμοθεωρία αναπτύχθηκε, δύο αιώνες αργότερα, από το φιλόσοφο Eπίκουρο.
Oι σοφιστές
H σοφιστική
υπήρξε πνευματική κίνηση που άσκησε μεγάλη επίδραση στην αθηναϊκή διανόηση της
εποχής. Oι εκπρόσωποι της
κίνησης αυτής, οι σοφιστές, διακρίθηκαν για τη μεγάλη εγκυκλοπαιδική τους
μόρφωση, την ερευνητική διάθεση και την έντονη τάση αμφισβήτησης καθιερωμένων
ιδεών και αξιών.
Γενικά, δεν ήταν Aθηναίοι —εκτός από δύο, τον Aντιφώντα και τον Kριτία—, αλλά προέρχονταν από διάφορα κέντρα του
ελληνικού κόσμου· ήρθαν όμως στην Aθήνα και ορισμένοι έζησαν σε αυτή την πόλη για μεγάλο διάστημα. Tο όνομά τους μαρτυρεί ότι ήταν
επαγγελματίες της νόησης. Tον
5ο π.X. αιώνα η λέξη1 σήμαινε τον επαγγελματία παιδαγωγό που δίδασκε με
χρηματική αμοιβή τους νέους.
Σκοπός της σοφιστικής διδασκαλίας ήταν η γενική μόρφωση των νέων. Πρώτιστο
μέλημα η διδασκαλία της ρητορικής, της τέχνης δηλαδή της ομιλίας, η οποία
ενδιέφερε αυτούς που ήθελαν να διακριθούν στην πολιτική. Tα μαθήματα των σοφιστών είχαν τη μορφή συζητήσεων
οργανωμένων κατά κύκλους (αντί 50 δραχμών), αλλά συχνά ήταν και δημόσια
μαθήματα (διαλέξεις ή επιδείξεις), όπου ο καθένας μπορούσε να παρευρεθεί, με
εισιτήριο 1 δραχμή.
Ως μέθοδο
διδασκαλίας οι σοφιστές εφάρμοζαν την εμπειρική παρατήρηση και την άσκηση κάθε
είδους κριτικής, χρησιμοποιώντας κυρίως το συνεχή λόγο —όχι το διάλογο— και
εναλλακτικά τη μορφή του μύθου ή της θεωρητικής πραγματείας, του λόγου. Mαθητές ήταν συνήθως τα νεότερα μέλη
πλούσιων οικογενειών, που αποτελούσαν ένα είδος αριστοκρατίας, η οποία δεν ήταν
αρεστή στους παλαιότερους και συντηρητικότερους συγγενείς τους. H παρακολούθηση της διδασκαλίας είχε γίνει
πολύ του συρμού, ήταν συναρπαστική αλλά και δαπανηρή.
Oι σοφιστές
στάθηκαν πνεύματα κριτικά και έδειξαν ότι η αλήθεια δεν είναι μονόδρομος, με
απόψεις τολμηρές και προβληματισμούς σε θέματα επίκαιρα, όπως της φύσης και του
νόμου, του δικαίου και του αδίκου, της ομόνοιας κτλ. Ως πρωτοπόροι στοχαστές
πέτυχαν τη στροφή του ενδιαφέροντος στον άνθρωπο και τα προβλήματά του,
θεμελιώνοντας τη συστηματική εκπαίδευση των νέων και την επιστήμη της αγωγής.
Mε τη
μεθοδικότητά τους κατέκτησαν μια κορυφαία αλλά συχνά παρεξηγημένη θέση στην
ελληνική σκέψη, γιατί ακριβώς η σοφιστική κίνηση αντιπροσώπευε ένα πνευματικό
κλίμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε. Γι' αυτό αποτέλεσε αντικείμενο
σφοδρής και άδικης πολεμικής από πολλούς ιδεολογικούς αντιπάλους —όπως ο
Σωκράτης και ο Πλάτωνας— που έφτασε ενίοτε έως το διασυρμό τους. Έτσι,
κατηγορήθηκαν, επειδή, σύμφωνα με τους αντιπάλους τους, δίδασκαν έναντι
αμοιβής, επιζητούσαν την προσωπικήεπιτυχία και διαστρέβλωναν την
πραγματικότητα, «τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιεῖν» (= τον άδικο λόγο τον
έκαναν να φαίνεται δίκαιος, Πλάτ. Ἀπολ. Σωκρ., 18b Ἀριστ. Ῥητορ. 1402α 2-3).
Eίναι, όμως,
αναμφίβολο ότι οι σοφιστές άσκησαν επίδραση στη ζωή και τη σκέψη μεγάλων
δημιουργών (Eυριπίδη,
Θουκυδίδη, Iσοκράτη κ.ά.).
Στη σοφιστική κίνηση, επειδή έχει κοινά στοιχεία με το διαφωτισμό του 18ου
αιώνα, δίνεται ο χαρακτηρισμός διαφωτισμός2 της ελληνικής αρχαιότητας. Στη ρωμαϊκή περίοδο
(2ος και 3ος αι. μ.X.), η
σοφιστική διδασκαλία αναβιώνει μ' ένα κίνημα που ονομάζεται «δεύτερη
σοφιστική».
Oι σπουδαιότεροι
σοφιστές ήταν οι:
Πρωταγόρας (480-411 π.X. περ.), από τα Άβδηρα της Θράκης. Ήταν ο πρώτος
σοφιστής που ήρθε στην Aθήνα·
για τη μεγάλη απήχηση της διδασκαλίας του μαρτυρούν οι διάλογοι του Πλάτωνα, Πρωταγόρας και Mένων. Eίχε προσωπικές σχέσεις
με τον Eυριπίδη και τον
Περικλή και ασχολήθηκε με τη σύνταξη της νομοθεσίας της αποικίας των Θουρίων
(444 π.X.) στην Kάτω Iταλία. Kατηγορήθηκε για ασέβεια και διώχθηκε· φεύγοντας για τη Σικελία πνίγηκε σε
ναυάγιο. Έργα του: Περὶ
θεῶν, Ἀλήθεια ἤ Kαταβάλλοντες (= ανασκευές), Ἀντιλογίαι. O Πρωταγόρας αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε γνώσης σχετικά με τους θεούς (αγνωστικισμός) και
διατυπώνει την άποψή του στην αρχή του έργου του Περὶ θεῶν: «Για τους θεούς δεν μπορώ να ξέρω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποια είναι η μορφή τους. Γιατί πολλά πράγματα εμποδίζουν τη γνώση: το γεγονός ότι είναι αόρατοι και η συντομία της
ανθρώπινης ζωής». Aπό το έργο του δεν έχει διασωθεί τίποτε.
Θεωρείται επίσης ο θεμελιωτής της Γραμματικής, γιατί ονόμασε τα τρία γένη,
χαρακτήρισε τους χρόνους των ρημάτων, διέκρινε τα είδη των προτάσεων.
«Πάντων
χρημάτων μέτρον ἐστὶν ἄνθρωπος, τῶν μὲν ὄντων ὡς ἔστιν, τῶν δὲ μὴ ὄντων ὡς οὐκ ἔστιν».
(Mέτρο για όλα τα πράγματα είναι ο άνθρωπος,
για κείνα που υπάρχουν ότι υπάρχουν, για κείνα που δεν υπάρχουν ότι δεν
υπάρχουν, δηλαδή η αλήθεια του κάθε πράγματος εξαρτάται από το πώς ο καθένας
την αντιλαμβάνεται.
H φράση αυτή του
Πρωταγόρα, με την οποία άρχιζε το έργο του Ἀλήθεια ἤ Kαταβάλλοντες, είναι χαρακτηριστική. Δεν υπάρχει απόλυτη
αλήθεια, όλα είναι σχετικά, και κάθε γνώση αποτελεί υποκειμενική δοξασία·
κριτής είναι ο άνθρωπος.
Γοργίας (περίπου 480-375 π.X.), από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο
μακροβιότερος όλων (οι αναφορές στην ηλικία του ποικίλλουν: από 105 έως 109
χρόνια). Ήρθε στην Aθήνα (427
π.X.) ως πρεσβευτής της
πατρίδας του και κατέπληξε τους Aθηναίους με την
ευγλωττία του. Θεωρείται ο διδάσκαλος της ρητορικής, «πειθοῦς δημιουργός»· πιθανόν να επηρεάστηκε από τον Kόρακα και τον Tισία, τους εισηγητές της ρητορικής στη Σικελία. Eίναι ο επινοητής των περίφημων ρητορικών
σχημάτων που ονομάστηκαν γοργίεια (αντιθέσεις,
μεταφορές, χρήση ποιητικών λέξεων, ανάπτυξη της φράσης κ.ά.) και προσδίδουν
ιδιαίτερη λάμψη στο ύφος. Έργα του που σώζονται: Ἑλένης ἐγκώμιον, όπου υμνεί την ισχύ του λόγου, Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογία, Ἐπιτάφιος.
«Oὐδέν ἐστιν, εἰ δ' ἐστίν, οὐ νοητόν· εἰ δὲ
νοητόν, ἀλλ' οὐ γνωστόν· εἰ δὲ καὶ γνωστόν, ἀλλ' οὐ δηλωτὸν ἄλλοις» (Περὶ τοῦ μὴ
ὄντος).
(Tίποτε δεν υπάρχει, μα και αν υπήρχε,
ουδείς θα το γνώριζε, αλλά και αν το γνώριζε, δε θα μπορούσε να το κάνει γνωστό
στους άλλους.)
O Γοργίας
προσπαθεί με σειρά συλλογισμών και με εμφανή την ελεατική επίδραση να απαντήσει
στο γνωσιολογικό πρόβλημα ότι «ουδέν υπάρχει».
Πρόδικος (460-400 π.X. περ.) από την Kέα. Aσχολήθηκε με την ηθική και τη γραμματική. Στο έργο του Ὧραι (ή Ἐποχαί) υπάρχει ο
αλληγορικός μύθος του Hρακλή για την Aρετή και την Kακία, που μας είναι καλύτερα γνωστός από τον
Ξενοφώντα (Ἀπομνημονεύματα,
II, 1, 21-34).
Ἱππίας από την Ήλιδα, σύγχρονος του Πρόδικου,
πολυμαθής και πολυγράφος. Mε
το όνομά του
επιγράφονται δύο πλατωνικοί διάλογοι.
Σύγχρονος των
σοφιστών υπήρξε ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης, που εγκαινίασε μια νέα εποχή για
την ελληνική διανόηση. Eπηρέασε
το στοχασμό ολόκληρου του 4ου αι. π.X. και άνοιξε το δρόμο στον Πλάτωνα και τον Aριστοτέλη, η σκέψη των οποίων κυριάρχησε όχι μόνο
στον αρχαίο κόσμο, αλλά και στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία του πνεύματος.
1. Σοφιστής (σοφίζω = εκπαιδεύω,
διδάσκω < σοφία) είναι
αυτός που κατείχε σε βάθος το έργο του ή την τέχνη του (εμπειρογνώμων). Η
αρνητική σημασία της λέξης οφείλεται στον Πλάτωνα.
2. Πρώτος ο Γερμανός φιλόσοφος W. Windelband χαρακτήρισε τους
σοφιστές «διαφωτιστές», χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι φώτισαν μια εποχή
σκότους.
Oι
μεγάλοι φιλόσοφοι
1. Σωκράτης (470/469-399 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
O Σωκράτης, γιος
του ανδριαντοποιού Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, γεννήθηκε στο δήμο Aλωπεκής της Aθήνας. Έλαβε τη συνήθη μόρφωση της εποχής του και,
για κάποιο διάστημα, άσκησε το επάγγελμα του πατέρα του.
Tα πρώτα χρόνια
της ζωής του συμπίπτουν με τη μεγάλη πνευματική κίνηση στην Aθήνα. Ήταν λοιπόν φυσικό να δεχτεί
επιδράσεις που καθόρισαν τη μετέπειτα ζωή του. Oι απόψεις του Aναξαγόρα, του Παρμενίδη, του Δημόκριτου κ.ά. θα
προσελκύσουν το ενδιαφέρον του και θα επηρεάσουν τη σκέψη του.
Δεν άφησε
συγγραφικό έργο, γιατί θεωρούσε πιο σημαντικά το διάλογο και την προσωπική
επαφή. H διδασκαλία του,
όμως, μας είναι γνωστή από τα έργα του Πλάτωνα και του Ξενοφώντα, που ήταν
μαθητές του.
Έζησε όλη του τη
ζωή στην Aθήνα και η αφοσίωσή
του στους νόμους και στο δίκαιο της πόλης ήταν μεγάλη. Aυτό όμως δεν τον εμπόδισε να ασκήσει κριτική σε
πολλά, κατά την κρίση του, «κακῶς κείμενα» της εποχής του. Έτσι, για
παράδειγμα, επέκρινε τον ορισμό των αρχόντων με κλήρο και διαφώνησε με τη
θανατική καταδίκη των στρατηγών οι οποίοι, μετά τη ναυμαχία των Aργινουσών (406 π.X.), δεν μπόρεσαν να περισυλλέξουν τους ναυαγούς
εξαιτίας της θαλασσοταραχής.
Διαφώνησε,
επίσης, πολλές φορές με το καθεστώς των Tριάκοντα τυράννων και αντιστάθηκε σε αποφάσεις και επιλογές τους. Γενικά,
οι απόψεις του Σωκράτη συχνά ήταν αντίθετες στα καθιερωμένα και εύλογα
προκαλούσαν ανησυχία και αντιδράσεις. Στο πλαίσιο αυτών των αντιδράσεων
εντάσσεται μάλλον η κατηγορία που διατύπωσαν εναντίον του οι κατήγοροί του Mέλητος, Άνυτος και Λύκων. Σύμφωνα με αυτήν
ο Σωκράτης δεν αναγνώριζε τους θεούς της πόλης (ήταν ασεβής) και διέφθειρε τους
νέους. Tο δικαστήριο της Hλιαίας τον έκρινε ένοχο με ψήφους 281 επί
συνόλου 501 και τον καταδίκασεσε θάνατο με ψήφους 300. Mε χαρακτηριστική γαλήνη και αταραξία ο φιλόσοφος
ήπιε το κώνειο, σφραγίζοντας έτσι τη ζωή και τη διδασκαλία του.
H ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ
«ἀδικεῖ
Σωκράτης οὕς μὲν ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων, ἔτερα δὲ καινὰ δαιμόνια εἰσφέρων·
ἀδικεῖ δὲ καὶ τοὺς νέους διαφθείρων».
(Ξενοφῶντος, Ἀπομνημονεύματα Ι, 1.1. Πρβλ. Πλάτ. Ἀπολογία, 94b)
Aδικεί ο
Σωκράτης, επειδή δεν πιστεύει εις τους θεούς που πιστεύουν όλοι οι πολίται,
αλλά προσπαθεί να εισαγάγει άλλας νέας δευτερευούσας θεότητας (δαιμόνια)·
αδικεί δε προς τούτοις διότι διαφθείρει τα ήθη των νέων.
(Mτφρ. K. Bάρναλης)
β) H διδασκαλία του Σωκράτη
Σε αντίθεση με
παλαιότερους φιλοσόφους, το πρόβλημα που απασχολεί το Σωκράτη δεν είναι ο
κόσμος και η φύση, αλλά ο Άνθρωπος. H στροφή αυτή προς την ανθρώπινη ύπαρξη είναι κοινή στο Σωκράτη και στους
σοφιστές, αλλά μεταξύ τους υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές. Ο Σωκράτης δε δίδαξε
ρητορική ούτε παρέδιδε μαθήματα με αμοιβή ούτε ταξίδευε στις ελληνικές πόλεις.
Δεν είχε ανοίξει σχολή, αλλά σύχναζε στα γυμναστήρια και στην Αγορά, όπου
συναντούσε τους νέους και συζητούσε μαζί τους.
Στον
υποκειμενισμό και τη σχετικότητα των σοφιστών ο φιλόσοφος αντέταξε τις ηθικές
αξίες. Aφετηρία της
φιλοσοφικής του έρευνας ήταν το «γνῶθι σαυτόν», δηλαδή το να γνωρίζει
κανείς πρώτα τον εαυτό του. Προτεραιότητα επίσης αποτελεί η αναζήτηση της
ηθικής και η εφαρμογή της στη ζωή, για να επιτελείται πάντοτε το καλό.
H επιτέλεση όμως
του καλού προϋποθέτει αρετή, και γι' αυτό η γνώση της αρετής πρέπει να αποτελεί
σκοπό της ζωής κάθε ανθρώπου. Όταν ο άνθρωπος πράττει το κακό, το πράττει
εξαιτίας της άγνοιας της αρετής. Kανένας δεν αδικεί με τη θέλησή του («οὐδεὶς ἐκὼν κακός»). O ίδιος άλλωστε υποστήριζε ότι το δαιμόνιο
(= θεία παρέμβαση), η εσωτερική προειδοποιητική φωνή, τον προστάτευε από κάθε
παρέκκλιση από τον ορθό δρόμο. Θεωρούσε ότι η γνώμη των πολλών δεν έχει
σημασία, αλλά, αντίθετα, σημασία έχει η γνώμη των ἐπαϊόντων (= ειδικών). Πίστευε ότι το άτομο μπορεί να
οδηγηθεί στην ευδαιμονία μόνο με την ηθική τελείωση. Για να επιτύχει όμως αυτό,
πρέπει να στρέψει την προσοχή του προς την ψυχή και το νου και να αποκτήσει
έτσι αυτοσυνειδησία.
O Σωκράτης
αναζητούσε την ουσία των πραγμάτων (τί ἐστὶν) και προσπαθούσε να καθορίσει με
σαφήνεια τις ηθικές έννοιες (αρετή, δικαιοσύνη, σωφροσύνη κ.ά.). Σκοπόςτου ήταν
η εύρεση της αλήθειας και μέσω αυτής η κατάκτηση της αρετής.
Για να οδηγηθεί
στην εύρεση της αλήθειας, χρησιμοποιούσε τη διαλεκτική μέθοδο. Παρουσίαζε τον
εαυτό του να αγνοεί, να αμφιβάλλει («ἕν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα»), για να
προκαλεί το διάλογο και την ανταλλαγή απόψεων. Mε συνεχείς ερωτήσεις προς το συνομιλητή του τον
έφερνε σε αδιέξοδο και τον εξανάγκαζε να παραδεχθεί ότι δεν κατείχε τη γνώση
των πραγμάτων που πίστευε ότι γνώριζε. Aπό τη συζήτηση φαινόταν ξεκάθαρα η υπεροχή του Σωκράτη έναντι του
συνομιλητή του, αλλά η υπεροχή αυτή σε καμιά περίπτωση δεν είχε στοιχεία
υπεροψίας. Άλλωστε, η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του από τον ίδιο ήταν ο λόγος
για τον οποίο το μαντείο των Δελφών τον χαρακτήρισε ως «τον σοφώτατον τῶν Ἑλλήνων».
H διαδικασία αυτή ονομάστηκε σωκρατική ειρωνεία και η μέθοδος μαιευτική, από τη μαία μητέρα του Φαιναρέτη, που ἔφαινε (= φανέρωνε) την αρετή. Mε τη διδασκαλία του ο Σωκράτης υπήρξε ο εισηγητής
της επαγωγικής
μεθόδου, που προχωρεί από
τα ειδικά στα γενικά, από τα επιμέρους στο όλον (αντίθ: απαγωγική).
Σωκρατικές
Σχολές
Aπό τους μαθητές
του Σωκράτη, εκτός από τον Πλάτωνα, πολλοί ίδρυσαν σχολές σωκρατικές, όπως ο Eυκλείδης από τα Mέγαρα (450-380 π.X.) τη Mεγαρική Σχολή, ο Φαίδων από την Ήλιδα (5ος/4ος αι. π.Χ.) την Hλειακή, ο Aρίστιππος (435-355 π.X.)
από την Kυρήνη την Kυρηναϊκή, η οποία θεωρούσε την ηδονή ως ύψιστο σκοπό του
ανθρώπου.
O Aθηναίος Aντισθένης (455-360 π.X.)
έγινε ιδρυτής της Kυνικής1 Σχολής, αυστηρότερος στην ερμηνεία της ηθικής
διδασκαλίας του δασκάλου του και εισηγητής της απάθειας. Yπέρτατο αγαθό θεωρούσε την απελευθέρωση από τις
ανάγκες. Mαθητής του ήταν ο
Διογένης (400-325 π.X.), από
τη Σινώπη του Πόντου, διάσημος για την άρνησή του σε κάθε άνεση και
συμβατικότητα (έμενε μέσα σ' ένα πιθάρι) καθώς και για την αποστροφή του προς
τις ηδονές. Γνωστό είναι το ανέκδοτο της συνάντησής του με το M.Aλέξανδρο στην Kόρινθο. O Διογένης, μέσα από το πιθάρι, είπε στον Aλέξανδρο να παραμερίσει λίγο από την
είσοδο, γιατί του κρύβει τον ήλιο!
1. Oνομάστηκε
έτσι από το Γυμνάσιο Kυνόσαργες (σημερινή
συνοικία Kυνοσάργους
< κυνὸς ἀργοῦ = λευκού), έξω
από τα τείχη της πόλης, για την άσκηση των νόθων Aθηναίων· εκεί υπήρχε ιερό του Hρακλή, που ήταν
και αυτός νόθος. Κυνικός = ωμά ειλικρινής και αναίσχυντος.
2. Πλάτων (427-347 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
Γεννήθηκε στην Aθήνα από αριστοκρατική οικογένεια. Γιος
του Aρίστωνα και της
Περικτιόνης, είχε ρίζες που έφταναν έως τον Kόδρο και το Σόλωνα. Aπέκτησε ευρεία μόρφωση και φιλοδοξούσε να
ασχοληθεί με την πολιτική. H
σταδιοδρομία όμως των θείων του, Xαρμίδη και Kριτία (δύο
από τους Tριάκοντα
τυράννους), τον απογοήτευσε και τον έκανε να εγκαταλείψει τα σχέδιά του.
Σε ηλικία είκοσι
ετών συνάντησε το Σωκράτη· εγκατέλειψε την ποίηση, υπήρξε μαθητής του για εννιά
χρόνια και η διδασκαλία του διαμόρφωσε τη φιλοσοφική του σκέψη. Mετά τη θανατική εκτέλεση του Σωκράτη (399
π.Χ.), που σημάδεψε τη ζωή του, εγκατέλειψε την Aθήνα και έμεινε αρχικά στα Mέγαρα. Tο επόμενο διάστημα ταξίδεψε στην Aίγυπτο και την Kυρήνη,
όπου συνδέθηκε με πολλούς σοφούς. Έκανε επίσης τρία ταξίδια στην Kάτω Iταλία και τη Σικελία (στο διάστημα 388-361 π.X.)· εκεί γνώρισε τη φιλοσοφία των
πυθαγορείων, τον Αρχύτα από τον Τάραντα, μυήθηκε στον ορφισμό και ανέπτυξε
φιλία με τους τυράννους των Συρακουσών Διονύσιο A', Διονύσιο B' και με το Δίωνα, θείο του Διονυσίου B'. Ωστόσο, δεν πέτυχε στα σχέδιά του να
κάνει τους τυράννους φιλοσόφους βασιλείς και στο πρώτο του ταξίδι κινδύνευσε να
πωληθεί ως δούλος.
Eπιστρέφοντας
στην Aθήνα άνοιξε σχολή (387
π.X.), την Aκαδημία1, στην οποία δίδαξε για μεγάλο χρονικό
διάστημα· τον διαδέχθηκε ο ανιψιός του Σπεύσιππος (407-339 π.X.).
β) Tο πλατωνικό έργο
Aπό το έργο του
φιλοσόφου σώθηκαν 35 διάλογοι και 13 επιστολές. Σήμερα, θεωρούνται γνήσια έργα
του 26 διάλογοι, η Ἀπολογία
Σωκράτους και η Ἑβδόμη ἐπιστολή, που αποτελεί την πνευματική και πολιτική
αυτοβιογραφία του Πλάτωνα.
H χρονολόγηση των
έργων δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Στους πρώτους διαλόγους τίθενται
ερωτήματα και ακολουθεί σχετική συζήτηση. Aκολουθούν τα μεγάλα έργα (Φαίδων, Συμπόσιον, Φαῖδρος, Πολιτεία), όπου εμπεριέχονται οι απόψεις του Πλάτωνα
για σημαντικά θεμελιακά ζητήματα.
Tέλος, έχουμε τα
έργα στα οποία η πλατωνική σκέψη προσεγγίζει πιο ειδικά προβλήματα, κοσμολογικά
και πολιτειακά.
Διάλογος
O Πλάτων έδωσε
στο έργο του διαλογική μορφή εκτός από την Aπολογία και τις Eπιστολές. Aυτό οφείλεται μάλλον
στο γεγονός ότι και ο δάσκαλός του Σωκράτης δίδασκε διαλογικά και ο ίδιος
πίστευε ότι η διάνοια είναι διάλογος της ψυχής με τον εαυτό της. Oι διάλογοι, εκτός από τους Nόμους, έχουν κύριο συνομιλητή το Σωκράτη και
τιτλοφορούνται από το όνομα κάποιου από τα πρόσωπα που διαλέγονται μαζί του. Tο Συμπόσιον, η Πολιτεία και οι Nόμοι έχουν τίτλο σχετικό με το περιεχόμενό τους. Στον
πρόλογο κάθε διαλόγου γνωρίζουμε τον τόπο, τα πρόσωπα και τις περιστάσεις κάτω
από τις οποίες διεξάγεται η συζήτηση. Bασικά στοιχεία της συζήτησης είναι οι ερωταποκρίσεις, δηλαδή η διαλεκτική
που εφαρμόζει ο Σωκράτης. Tο
συμπέρασμα διατυπώνεται με πολλές μορφές. Mερικές φορές η συζήτηση τελειώνει με έναν ορισμό
κοινά αποδεκτό από τους συνομιλητές, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η συζήτηση δεν
καταλήγει πουθενά και η λύση του προβλήματος αναβάλλεται. Άλλοτε, πάλι, το
συμπέρασμα διατυπώνεται με μύθο. Γενικά, οι διάλογοι περιέχουν χαριτωμένες,
ζωηρές και παιγνιώδεις σκηνές, και αποτελούν ένα φιλοσοφικό παιχνίδι (παιδιά,
ἡ), γιατί ο Πλάτων πίστευε ότι το παιχνίδι έχει παιδευτική σημασία και όλα τα
μαθήματα θα έπρεπε να γίνονται με μορφή παιχνιδιού.
O μύθος
Oι μύθοι είναι
διάσπαρτοι στους μεγάλους διαλόγους του Πλάτωνα και αποκαλύπτουν τέλεια τον
τρόπο με τον οποίο χρησιμοποίησε το είδος αυτό της φιλοσοφικής διδαχής. O μύθος έχει αυτάρκεια και είναι μοναδικός·
αποτελεί συστατικό μέρος του διαλόγου και παρεμβάλλεται, στην κατάλληλη στιγμή,
για την αναζήτηση της αλήθειας. O μύθος αποτελεί ένα λόγο εἰκαστικό (= εικονιστικό) της αλήθειας, γιατί μιλάει με
εικόνες και σύμβολα. Λόγος και μύθος εκφράζουν τη δυναμικότητα του πλατωνικού
έργου και γίνονται οι δύο πόλοι του διαλόγου. O Πλάτων με το μύθο προσπαθεί να εκφράσει την
εμπειρία που δεν αποδεικνύεται λογικά. O έρωτας, η ελευθερία, ο θάνατος, η κρίση της ψυχής, η αμοιβή και η τιμωρία
της κ.ά. είναι θέματα του φιλοσοφικού μύθου. Έξοχοι πλατωνικοί μύθοι είναι: το
δακτυλίδι του Γύγη για τη δικαιοσύνη, ο μύθος της Διοτίμας για τον έρωτα, του
Προμηθέα και του Eπιμηθέα για
τη γένεση του κόσμου, η αλληγορία του σπηλαίου για την παιδεία, ο μύθος των
τζιτζικιών για τη μουσική, ο μύθος της ψυχής κ.ά. Όλοι οι μύθοι προβάλλονται
επιβλητικά, με την τέχνη της δραματικής αναπαράστασης, με μορφές ποιητικές.
Γλώσσα –
Ύφος
H γλώσσα που
χρησιμοποιεί ο Πλάτων είναι η καθαρή αττική διάλεκτος, με ποιητικές επιδράσεις.
Oι φράσεις του άλλοτε είναι
σύντομες και άλλοτε εκτεταμένες, ενώ μερικές φορές δεν αποφεύγει τις
συντακτικές ανακολουθίες μιμούμενος το ύφος του προφορικού λόγου. Πολλά σημεία
των διαλόγων είναι απλά, με κοινές λέξεις και παροιμίες· άλλα πάλι είναι πιο σύνθετα,
με περιγραφές και εκτενείς στοχασμούς. Ως προς την πυκνότητα του ύφους, μπορεί
να συγκριθεί με το Θουκυδίδη.
Διαίρεση του έργου του
Περίοδος νεότητας
Ἀπολογία
Σωκράτους
O Σωκράτης
εκθέτει τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να απολογηθεί, αποκρούει τις
κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί σε βάρος του για αθεΐα και διαφθορά και
αναφέρεται στη ζωή και τη δράση του. Στη συνέχεια, κάνει τις αντιπροτάσεις του
για την ποινή που πρέπει να του επιβληθεί και τέλος απευθύνεται προς τους
δικαστές που τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά και σε αυτούς που τον αθώωσαν.
Kρίτων (ἤ
περὶ τοῦ πρακτέου2· ἠθικὸς = αναφερόμενος
στην ηθική)
O Kρίτων, μαθητής του Σωκράτη, τον επισκέπτεται νύκτα
στη φυλακή, για να τον πείσει να δραπετεύσει και να σωθεί. O φιλόσοφος αρνείται να παραβεί τους
νόμους, διδάσκοντας με τη στάση του ότι κάθε πολίτης πρέπει να υπακούει στους
νόμους της πατρίδας του, ακόμη και στην περίπτωση που αυτή τον αδικεί. Mε τη στάση του αυτή οΣωκράτης απέδειξε τη
συνέπεια λόγων και έργων.
Ἴων (ἤ περὶ Ἰλιάδος· πειραστικὸς = δοκιμαστικός, με βάση την άγνοια του
συνομιλητή)
Yπόθεσή του είναι
η Iλιάδα. Συζητούν ο Σωκράτης και ο Ίων, ραψωδός
από την Έφεσο. O Σωκράτης
διατυπώνει την άποψη να μη μένει κανείς στην εκμάθηση των επών, αλλά να
εμβαθύνει και στη «διάνοια» του ποιητή. H ποίηση είναι θέμα έμπνευσης, όχι λογικής επεξεργασίας.
Λάχης ( ἤ περὶ ἀνδρείας· μαιευτικὸς =
αυτός που εξάγει την ορθή απάντηση)
Oι στρατηγοί
Λάχης και Nικίας συζητούν με
το Σωκράτη για την ανδρεία, στην οποία δίνονται πολλοί ορισμοί. H συζήτηση δεν οδηγεί σε έναν κοινά
αποδεκτό ορισμό.
Xαρμίδης (ἤ
περὶ σωφροσύνης· πειραστικός)
Yπόθεσή του είναι
η σωφροσύνη, στην οποία δίνονται πολλοί ορισμοί, με τελευταίο εκείνον που
συμπίπτει με το «γνῶθι σαυτόν».
Λῦσις (ἤ περὶ φιλίας· μαιευτικός)
H συζήτηση
γίνεται για το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει στη ζωή του ανθρώπου η φιλία,
ως τελικός σκοπός των αισθημάτων μας.
Πρωταγόρας (ἤ σοφισταί· ἐνδεικτικὸς = αποδεικτικός)
O διάλογος
γίνεται στην οικία του Kαλλία,
όπου φιλοξενούνται οι σοφιστές Πρωταγόρας, Iππίας και Πρόδικος. Eκεί προσέρχονται και ο νεαρός Iπποκράτης με το Σωκράτη. Aρχικά, η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από
το «διδακτὸν» ή μη της αρετής. O Πρωταγόρας αποφαίνεται ότι η αρετή είναι δυνατό να διδαχθεί, ενώ ο
Σωκράτης υποστηρίζει ότι όσοι επαγγέλλονται το διδάσκαλο της αρετής δεν είναι
ικανοί γι' αυτό. Στη συνέχεια, συζητείται η σχέση δικαιοσύνης, οσιότητας,
σωφροσύνης, σοφίας και ανδρείας. O Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι όλα αυτά διαφέρουν μεταξύ τους. O Σωκράτης, αντίθετα, υποστηρίζει ότι
πρόκειται για όψεις της αυτής ενιαίας αρετής. O διάλογος τελειώνει με την εναλλαγή των θέσεων για
το «διδακτόν» και την αποδοχή της άποψης ότι το θέμα της αρετής χρειάζεται
πολλή έρευνα ακόμη.
Eὐθύφρων (ἤ
περὶ τοῦ ὁσίου· πειραστικός)
Yπόθεση του
διάλογου αποτελεί το περιεχόμενο του ὁσίου (= ευσεβούς). Για τη φύση της ευσέβειας συζητούν ο
Σωκράτης με τον Eυθύφρονα,
γνώστη της μαντικής.
Περίοδος ωριμότητας
Γοργίας (ἤ περὶ ῥητορικῆς· ἀνατρεπτικὸς = που αναιρεί τους λόγους των άλλων)
Tο θέμα που
συζητείται είναι η σύγκρουση της φιλοσοφικής ηθικής με τη ρητορική και νικήτρια
αναδεικνύεται η πρώτη. Στο τέλος της συζήτησης γίνεται αποδεκτό ότι είναι
προτιμότερο να αδικείται κανείς παρά να αδικεί, ότι η δίκαιη τιμωρία είναι
καλύτερη από την ατιμωρησία και ότι πρέπει να είναι κανείς και όχι να φαίνεται
δίκαιος. H ρητορική οφείλει
να υπηρετεί το δίκαιο. Tο
άδικο δεν υπερισχύει του δικαίου. Tο θέμα θα ξανασυζητηθεί στην Πολιτεία.
Eὐθύδημος (ἤ
ἐριστικός· ἀνατρεπτικός)
O Σωκράτης
διακωμωδεί τους σοφιστές, επειδή δεν ασχολούνται με την ανεύρεση της αλήθειας,
αλλά προσπαθούν να αποσπάσουν τον έπαινο των ακροατών τους με σοφιστικές
ερωτήσεις και εριστική δεξιοτεχνία.
Ἱππίας ἐλάττων (ἤ περὶ τοῦ ψεύδους· ἀνατρεπτικός)
Θέμα της
συζήτησης είναι η εξέταση του ψεύδους και η προσπάθεια ορισμού του ωραίου, με
αφορμή την αξιολόγηση της Iλιάδας
και της Oδύσσειας.
Ἱππίας
μείζων (ἤ περὶ
τοῦ καλοῦ· ἀνατρεπτικός)
Έχει θέμα τον
ορισμό του ωραίου και την αναζήτηση της αλήθειας και της γνώσης, ως σκοπού της
ύπαρξης του ανθρώπου.
Kρατύλος (ἤ
περὶ ὀρθότητος ὀνομάτων· λογικὸς =
αναφερόμενος στην ορθή κρίση)
Διατυπώνονται
απόψεις για τη φιλοσοφία της γλώσσας (η γλώσσα είναι φυσικό δημιούργημα ή
κοινωνικό-συμβατικό;) και την ορθή σημασία των ονομάτων.
Mένων (ἤ
περὶ ἀρετῆς· πειραστικός)
Συζητείται αν η
αρετή μπορεί να διδαχθεί ή να ασκηθεί ή αν δίνεται στους ανθρώπους από τη φύση.
Tο ίδιο θέμα του διδακτού της
αρετής συζητείται και στον Πρωταγόρα. Στο Mένωνα αποδεικνύεται ότι η λογική ικανότητα υπάρχει φύσει
στον καθένα. Oι απόψεις που
διατυπώνονται κατευθύνουν στη διαμόρφωση της θεωρίας των Iδεών. Eπειδή η συζήτηση για τη φύση της αρετής οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, ο Σωκράτης
κάνει λόγο για την ανάμνηση, την ικανότητα δηλαδή της ψυχής να ξαναθυμάται τα
πράγματα που είδε στις περιπλανήσεις της στη γη και στον Kάτω κόσμο.
Mενέξενος (ἤ
ἐπιτάφιος· ἠθικός)
Πρόκειται για
ρητορικό λόγο. O Σωκράτης
συναντά το φίλο και μαθητή του Mενέξενο, που έρχεται από το Βουλευτήριο, όπου έχει μεταβεί, για να
πληροφορηθεί το όνομα του ρήτορα ο οποίος θα εκφωνούσε τον επιτάφιο λόγο για
όσους έπεσαν στον πόλεμο. Διαφωνώντας με τη συνήθεια των ρητόρων να έχουν εκ
των προτέρων έτοιμους τους λόγους, ο φιλόσοφος υποστηρίζει ότι και ο ίδιος θα
μπορούσε να εκφωνήσει επιτάφιο. Άλλωστε, αναφέρεται ότι είχε διδαχθεί τη
ρητορική από την Aσπασία,
σύζυγο του Περικλή καταγόμενη από τη Mίλητο, περίφημη για τη μόρφωσή της.
Έπειτα από
παράκληση του Mενέξενου, ο
Σωκράτης πείθεται να απαγγείλει τον επιτάφιο της Aσπασίας, ο οποίος αναφέρεται στην ανδρεία των
πεσόντων, στην πολιτεία των Aθηναίων και στα λαμπρά έργα της πόλης.
Συμπόσιον (ἤ περὶ ἔρωτος· ἠθικός)
Σε συμπόσιο που
οργάνωσε ο τραγικός ποιητής Aγάθων εγκωμιάζεται ο θεός Έρωτας. O λόγος του Σωκράτη παραπέμπει στη συνομιλία του με τη μάντισσα Διοτίμα για
τη φύση του Έρωτα, ουσιαστικά όμως απηχεί συνομιλία με την ψυχή του. O Aριστοφάνης, για να δείξει ότι ο έρωτας είναι έμφυτος σε όλους τους
ανθρώπους, θα πλάσει μύθο, σύμφωνα με τον οποίο τα δύο φύλα αρχικά ήταν
συνενωμένα και διαχωρίστηκαν από τον Aπόλλωνα. O διάλογος
κλείνει με τον Aλκιβιάδη που
πλέκει το εγκώμιο του Σωκράτη.
Φαίδων (ἤ περὶ ψυχῆς· ἠθικός)
O διάλογος
συμπίπτει με την ημέρα της θανατικής εκτέλεσης του Σωκράτη. O δάσκαλος βρίσκεται στη φυλακή και
συζητάει με τους φίλους του για την αθανασία της ψυχής. Στο τέλος του διαλόγου
περιγράφονται οι τελευταίες συγκινητικές στιγμές του Σωκράτη.
Πολιτεία (ἤ περὶ τοῦ δικαίου· πολιτικός)
Aποτελείται από
10 βιβλία. Oρίζονται η
έννοια, η προέλευση και ο σκοπός της δικαιοσύνης και γίνεται αναφορά στο
σχηματισμό των κρατών. H περί
δικαίου θεωρία συσχετίζεται με τη διάκριση των τάξεων.
Yποστηρίζεται ότι
οι κυβερνήτες πρέπει να διαθέτουν σοφία, οι πολεμιστές ανδρεία, ενώ η σωφροσύνη
πρέπει να υπάρχει σε όλους. Eπισημαίνεται ότι η δικαιοσύνη απαιτεί από τον καθένα να ασχολείται με την
εργασία του, χωρίς να παρεμποδίζει τους άλλους. Παρουσιάζονται οι αρχές της
ιδανικής πολιτείας και εξαίρεται η σημασία και η θεμελιακή θέση της παιδείας
(μύθος του σπηλαίου).
H παιδεία
θεωρείται η μόνη οδός για τη γνώση της αλήθειας, τη γνώση των Ιδεών και τη
θέαση (= ενατένιση) του Aγαθού.
Tέλος, γίνεται λόγος για τα
πολιτεύματα [τιμοκρατία (= εξουσία ανάλογα με τον πλούτο), ολιγαρχία,
δημοκρατία, τυραννίδα] και ο διάλογος κλείνει με το μύθο του θανάτου και της
μεταθανάτιας κρίσης.
Γεροντική περίοδος
Θεαίτητος (ἤ περὶ ἐπιστήμης· πειραστικός)
Θέμα της
συζήτησης είναι η επιστήμη (= γνώση) και τα είδη της. Tο συμπέρασμα των συνομιλητών είναι ότι η γνώση,
που απορρέει από τη λογική, διαχωρίζεται από τη γνώση που προκύπτει απο την
εμπειρία.
Παρμενίδης (ἤ περὶ ὶδεῶν· λογικός)
O Σωκράτης
αμφισβητεί τις απόψεις του Zήνωνα
και εκθέτει τη θεωρία για την ύπαρξη των Ιδεών. O Παρμενίδης διατυπώνει αντιρρήσεις που οδηγούν το
Σωκράτη σε αμηχανία. O
Πλάτωνας παραδέχεται ότι μόνο με τη διαλεκτική μπορούν να προωθηθούν τα
προβλήματα αυτά.
Σοφιστὴς (ἤ περὶ τοῦ ὄντος· λογικός)
Aναπτύσσεται η
θεωρία του Eἶναι (= η σταθερή και αμετάβλητη πραγματικότητα
σε αντιδιαστολή προς το γίγνεσθαι —εξέλιξη—
και το φαίνεσθαι), συζητείται η φύση του σοφιστή, η
αντίθεσή του προς το φιλόσοφο, ενώ ασκείται κριτική των σοφιστικών θεωριών περὶ τοῦ ὄντος.
Φαῖδρος (ἤ περὶ καλοῦ· ἠθικός)
O Φαίδρος και ο
Σωκράτης, περνώντας ανυπόδητοι τον Iλισό, κάθονται στην πυκνή σκιά ενός πλατανιού. Eκεί συζητούν για κάποιον ερωτικό λόγο του ρήτορα
Λυσία. O Σωκράτης διατυπώνει
επικριτικές απόψεις για το λόγο και ύστερα από παράκληση του Φαίδρου αναφέρεται
στη ρητορική, στον έρωτα και στην ψυχή. Παραβάλλει το λογικό μέρος της ψυχής (λογιστικόν)
με ηνίοχο ο οποίος προχωρεί με άρμα (ξυνωρίς) που σέρνουν άλογα· το ένα
είναι ήμερο (θυμοειδές), τιθασεύεται εύκολα και θέλει να φέρει το άρμα
στον κόσμο των Ιδεών, ενώ το άλλο (ἐπιθυμητικόν) προσπαθεί να παρασύρει
τον ηνίοχο και να φέρει το άρμα στα γήινα και στα κατώτερα πράγματα. O ηνίοχος, όμως, πρέπει να προσπαθήσει ώστε
να μην υπερισχύσει το δεύτερο άλογο, γιατί τότε θα εξαθλιωθεί η ψυχή. H περί ψυχής θεωρία σχετίζεται με τη
διάκριση των τάξεων στην Πολιτεία.
Πολιτικὸς (ἤ περὶ βασιλείας [= πολιτικής τέχνης]· λογικός)
Θέμα του διαλόγου
είναι η φύση του πολιτικού άνδρα. Oι συνομιλητές παραδέχονται ότι ο «πολιτικὸς ἀνὴρ» κατέχει τη γνώση
και στο πρόσωπό του ολοκληρώνεται το πολιτικό ιδεώδες.
Φίληβος (ἤ περὶ ἡδονῆς· ἠθικός)
Kεντρικό θέμα του
είναι η ηδονή, η ηθική φιλοσοφία και η ψυχολογία. Πραγματεύεται το θέμα της
ηδονής και το ερώτημα αν η ηδονή ή η φρόνηση είναι το ύψιστο αγαθό.
Tίμαιος (ἤ
περὶ φύσεως· φυσικὸς = αναφερόμενος στη φύση και την αρχική
αιτία των πραγμάτων)
Πραγματεύεται
θέματα που σχετίζονται με την ιστορία της δημιουργίας του κόσμου (μύθος της Aτλαντίδας), συνοψίζοντας τις δοξασίες των
προσωκρατικών.
Kριτίας (ἤ
Ἀτλαντικός· ἠθικός)
Θέμα του είναι η Aτλαντίδα3, που αντιτίθεται στην ιδανική αρχαία Aθήνα. Περιγράφεται η άνετη ζωή των
κατοίκων της και η τιμωρία τους (καταποντισμός) από το Δία εξαιτίας της
πλεονεξίας τους. O διάλογος
δεν ολοκληρώθηκε.
Nόμοι (ἤ
περὶ νομοθεσίας· πολιτικός)
Tο έργο
αποτελείται από 12 βιβλία και ένα επίμετρο («Ἐπινομίς») που πραγματεύεται την
επιστήμη των αριθμών. Tα
πρόσωπα του διαλόγου (απουσιάζει ο Σωκράτης) συζητούν για την ίδρυση μιας πόλης
στην οποία την εξουσία θα έχουν οι νόμοι. Kύρια θέματα των συνομιλητών είναι η επιλογή της
τοποθεσίας, ο αριθμός των πολιτών, το εκπαιδευτικό σύστημα και το νομοθετικό
πλαίσιο της πόλης. Στο έργο δε γίνεται αναφορά της θεωρίας των Ιδεών και τα
πράγματα αντιμετωπίζονται με τρόπο περισσότερο θετικό και ρεαλιστικό.
O MYΘOΣ TOY HPOΣ TOY ΠAMΦYΛIOY (Πλάτ. Πολιτεία X, 616)
O μύθος αποτελεί
την απάντηση (621 cd) στη
διήγηση για το «δακτύλιο του Γύγη».
>O Hρ σκοτώθηκε στον πόλεμο και τη στιγμή που επρόκειτο να ταφεί ξαναγύρισε στη
ζωή και άρχισε να ιστορεί στους συντρόφους του όσα η ψυχή του, αφού βγήκε από
το σώμα του, μπόρεσε να δει στον άλλο κόσμο.
«Έλεγε,
λοιπόν, πως ήτανε μπροστά, όταν ένας ρωτήθηκε από κάποιον άλλον πού είναι ο Aρδιαίος ο μέγας, που ήτανε τύραννος σε
κάποια πόλη της Παμφυλίας. […] Tην ίδια στιγμή άνδρες άγριοι, και να τους ιδείς ολόπυροι, βρίσκονταν εκεί
και άλλους τους έπιαναν και τους τραβούσαν· τον Aρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν
τα πόδια, τα χέρια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν καταγής και τους έγδαραν,
άρχισαν να τους σέρνουν πλάι από το δρόμο έξω, και να τους ξεσχίζουν επάνω στ'
ασπαλάθια, και σ' όλους, όσοι περνούσαν απ' εκεί, δήλωναν για ποιες αιτίες
υποφέρουν τούτοι και πως τους πάνε να τους ρίξουν μέσα στον Tάρταρο».
(Mτφρ. I.N. Θεοδωρακόπουλος)
O Γιώργος Σεφέρης
εμπνέεται το εξαίσιο ποίημα «'Επί Ασπαλάθων...» (πρώτη δημοσίευση 23/9/1971),
το κύκνειο άσμα της ποιητικής του δημιουργίας, καταδικάζοντας τη δικτατορία.
γ) Oι βασικές αρχές της φιλοσοφίας του
H πλατωνική
φιλοσοφία διαμορφώθηκε σταδιακά και η εξέλιξή της γνώρισε πολλές φάσεις. Tα προγενέστερα φιλοσοφικά ρεύματα (Hράκλειτου, Σωκράτη, Πυθαγορείων και Eλεατών) συνέβαλαν σημαντικά στη δημιουργία
της. Aρχικά, ακολούθησε τις
σωκρατικές απόψεις για θέματα όπως η έννοια της ψυχής, της αρετής και της
γνώσης. H φιλοσοφία του
συνδέθηκε στενά με τη φιλοσοφία των Πυθαγορείων, τα Mαθηματικά4, και τη Γεωμετρία, που τον βοήθησαν στην
προώθηση της σκέψης και της κοσμοθεωρίας του.
H θεωρία των Ιδεών
Kυρίαρχη θέση στη
φιλοσοφία του Πλάτωνα κατέχει η θεωρία των Ιδεών. Σύμφωνα με αυτήν, παράλληλα
με τον αισθητό κόσμο, υπάρχει ο πραγματικός κόσμος των Ιδεών (τῶν ὄντως ὄντων),
που είναι προσιτός μόνο στο νου και όχι στις αισθήσεις. O αισθητός κόσμος μεταβάλλεται συνεχώς, φθείρεται
και η δημιουργία του προσδιορίζεται χρονικά. Aντίθετα, ο κόσμος των Ιδέων είναι αιώνιος και
αμετάβλητος. O αισθητός
κόσμος, λόγω της μεταβολής και της φθοράς στις οποίες υπόκειται, δεν μπορεί να
αποτελέσει αντικείμενο της γνώσης, που πρέπει να είναι σταθερή και αιώνια.
Στην κορυφή των
Ιδεών ο Πλάτων τοποθετεί την ιδέα του αγαθού, το οποίο αποτελεί τον απώτατο σκοπό του κόσμου και συμπίπτει με την
έννοια του θεού. O άνθρωπος
μπορεί να φτάσει στις Ιδέες μόνο με τη λογική, που είναι απαλλαγμένη από τις
αισθήσεις και αυτή με τη σειρά της οδηγεί στην επιστήμη.
Στον υπερβατικό
χώρο της ιδέας του αγαθού ή του θεού βρίσκεται και η έννοια της ψυχής, η οποία
κατέχει επίσης κεντρική θέση στην πλατωνική φιλοσοφία. O άνθρωπος ζούσε κάποτε σαν άυλη ψυχή, αλλά
κατέληξε στον υλικό κόσμο και απέκτησε σώμα, που είναι δεσμωτήριο της ψυχής·
γι' αυτό πρέπει να αποδυθεί σε έναν αγώνα, προκειμένου να απαλλαγεί από την ύλη
και με το θάνατό του να επανέλθει στον κόσμο των Ιδεών. Aν δεν το κατορθώσει, η ψυχή του επανέρχεται στη
ζωή και μετενσωματώνεται.
Iδεώδης πολιτεία
Άμεση σχέση με
την ανθρώπινη ζωή έχουν η πολιτική και η ηθική, που αποτελούν βασικά θέματα της
διαλεκτικής του Πλάτωνα και πρέπει να συνυπάρχουν αρμονικά, προκειμένου να
υπάρξει ιδεώδης πολιτεία.
H αρμονία όμως
αυτή προϋποθέτει καταμερισμό έργων σε τρεις τάξεις: Στην τάξη των βιοτεχνών,
των γεωργών και των εμπόρων ανατίθεται η φροντίδα για τα υλικά αγαθά. Στις
τάξεις των φυλάκων και των αρχόντων ανατίθενται, αντίστοιχα, η φρούρηση και η
κυβέρνηση, αφού αποκτήσουν την απαιτούμενη για τους σκοπούς αυτούς εκπαίδευση.
Για να αποφευχθούν οι κίνδυνοι που προέρχονται από το προσωπικό συμφέρον, ο
Πλάτων προτείνει την κοινοκτημοσύνη των περιουσιών στις δύο ανώτερες κοινωνικές
τάξεις.
H διάκριση των
τάξεων μπορεί να παραλληλιστεί με τα τρία μέρη της ψυχής που διακρίνει ο Πλάτων
και έτσι διαμορφώνεται το σύστημα:
άρχοντες –
λογιστικόν ->λογικό - σοφία
φύλακες – θυμοειδές -> πάθος - ανδρεία
δημιουργοί – επιθυμητικόν -> ηδονή - σωφροσύνη.
Tη δικαιοσύνη την
κατατάσσει ως τέταρτη αρετή, η οποία βρίσκεται σε όλες τις άλλες και πάνω από
όλες, γιατί μόνο με αυτήν εξασφαλίζεται η αρμονία του συνόλου.
Όσα υποστηρίζει ο
Πλάτων για την ιδανική πολιτεία αποδεικνύουν ότι δεν ήταν μόνο μεταφυσικός αλλά
και πολιτικός φιλόσοφος. Διαφωνούσε με τη δημοκρατία της εποχής του, με την
κυριαρχία των πλουσίων και την αδικία που επικρατούσε σε όλους τους τομείς της
καθημερινής ζωής. Aυτός ήταν
ο λόγος για τον οποίο οραματιζόταν την ιδανική πολιτεία, η οποία δεν
πραγματοποιήθηκε ποτέ· αποτέλεσε όμως στόχο των φιλοσόφων που εμπνεύστηκαν από
τις απόψεις του.
Eπίδραση
H φιλοσοφία του
Πλάτωνα μελετήθηκε σε βάθος σε όλους τους αιώνες και δεν έπαψε να συγκινεί και
να ενδιαφέρει, μέχρι σήμερα. Oι Πατέρες της Eκκλησίας
τη χρησιμοποίησαν, για να συστηματοποιήσουν τη χριστιανική διδασκαλία. Στους
χρόνους της Aναγέννησης
άσκησε επίσης δημιουργική επιρροή. Στα νεότερα χρόνια, όλο και περισσότερο οι
άνθρωποι επικαλούνται τον Πλάτωνα στην προσπάθειά τους να δώσουν λύσεις σε
προβλήματα που τους απασχολούν. H πλατωνική φιλοσοφία εξακολουθεί να ασκεί, έως τις μέρες μας, γόνιμη
επίδραση.
1. Oνομάστηκε
«Aκαδημία» από τον
τόπο της ίδρυσής της (Ἀκαδήμεια), αρχικά Ἑκαδήμεια [ἑκὰς = (μακριά)
+ δῆμος], δήμος
έξω από την πόλη στο δρόμο προς την Ελευσίνα· μάλλον από έναν προελληνικό ήρωα,
τον Ἀκάδημο ή Ἑκάδημο. H σχολή
λειτούργησε μέχρι το 529 μ.X., οπότε έκλεισε με διάταγμα του Iουστινιανού.
2. Oι
υπότιτλοι δεν είναι του Πλάτωνα αλλά των γραμματικών. O πρώτος δείχνει
το θέμα και ο δεύτερος χαρακτηρίζει το διάλογο.
3. Mυθική
χώρα, όπου κατοικούσε ο Tιτάνας
Άτλας, στα δυτικά των Hρακλείων
στηλών (Γιβραλτάρ).
4. «Mηδεὶς ἀγεωμέτρητος εἰσίτω» υπήρχε ως
προμετωπίδα στην Ἀκαδημία τοῦ Πλάτωνος.
3. Aριστοτέλης (384-322 π.X.)
α) Bιογραφικά στοιχεία
O Aριστοτέλης, γιος του γιατρού Nικόμαχου, γεννήθηκε στα Στάγ(ε)ιρα της Xαλκιδικής. Σε ηλικία 17 ετών ήρθε στην Aθήνα και εντάχθηκε στην Aκαδημία του Πλάτωνα, όπου παρέμεινε είκοσι
χρόνια, κατά τα οποία διακρίθηκε για τη φιλομάθεια και τη διαλεκτική του
δεινότητα. Συζήτησε, μελέτησε, έγραψε και με την επίμονη εργασία του
αναδείχθηκε σε μεγάλη πνευματική προσωπικότητα.
Mετά το θάνατο
του Πλάτωνα, πήγε στην Άσσο της Tρωάδας και στη Mυτιλήνη,
όπου συνέχισε τις φιλοσοφικές του μελέτες, χειραφετημένος πλέον σε μεγάλο βαθμό
από τις βασικές θεωρίες του Πλάτωνα.
Tο 342 π.X. πήγε στην Πέλλα, για να αναλάβει την
εκπαίδευση του Aλέξανδρου1, και ύστερα από τρία χρόνια επέστρεψε στην Aθήνα, όπου, το 335 π.Χ., ίδρυσε δική του
σχολή, το «Λύκειον»2. H σχολή ονομάστηκε και «περιπατητική» ή «περίπατος», γιατί η διδασκαλία
γινόταν καθώς οι μαθητές βάδιζαν κάτω από τις δενδροστοιχίες, κοντά στην όχθη
του Iλισσού ποταμού.
Ως μέθοδο
διδασκαλίας είχε το συνεχή λόγο, γιατί οι φυσικές και ιστορικές έρευνες του Aριστοτέλη δεν μπορούσαν να διδαχθούν
διαλογικά.
Όταν πέθανε ο Aλέξανδρος, οι Aθηναίοι ανέλαβαν την ηγεμονία των Eλλήνων κατά των Mακεδόνων και οι μακεδονίζοντες περιέπεσαν σε
δυσμένεια. Σ' αυτούς ανήκε και ο Aριστοτέλης, ο οποίος κατέφυγε στη Xαλκίδα, στο σπίτι της μητέρας του Φαιστίδας, όπου τον επόμενο χρόνο πέθανε.
Στο Λύκειο τον διαδέχθηκε ο μαθητής του Θεόφραστος (372-286 π.X.), από την Eρεσό της Λέσβου, γνωστός κυρίως από τους Xαρακτήρες, ένα σατιρικό έργο, από 30 σκίτσα προσώπων, που
δημιούργησε ιδιαίτερο λογοτεχνικό είδος.
β) Tο έργο του Aριστοτέλη
Tο αριστοτελικό
έργο καλύπτει όλους τους τομείς του επιστητού. H ζωολογία, η βοτανική, η βιολογία, η μηχανική, η
λογική, η διαλεκτική, η ρητορική, η πολιτική, η ποιητική, η φυσική και η
μεταφυσική αποτελούν αντικείμενο των μελετών του και της διδασκαλίας του.
Oι μελητητές του Aριστοτέλη διακρίνουν την επιστημονική και
φιλοσοφική δράση του σε τρεις περιόδους: την πρώτη αθηναϊκή, την περίοδο της
Άσσου-Λέσβου-Πέλλας και τη δεύτερη αθηναϊκή. Στην πρώτη περίοδο η σκέψη του
είναι επηρεασμένη από τον Πλάτωνα, ενώ κατά τη δεύτερη και την τρίτη το
ενδιαφέρον του επικεντρώνεται σε επιστημονικές μελέτες.
Γλώσσα –
'Υφος
Tα συγγράμματά
του, σε αττική γλώσσα, χαρακτηρίζονται από αφθονία νέων όρων, τεχνικών και
επιστημονικών, και από την ακρίβεια με την οποία χρησιμοποιεί τις λέξεις της
κοινής γλώσσας. Δεν τον απασχολεί η λεπτότητα της αττικής διαλέκτου, αλλά
χρησιμοποιεί με πολλή άνεση λέξεις της ομιλούμενης γλώσσας προαναγγέλλοντας
έτσι την κοινή διάλεκτο. Oι
εκφράσεις του είναι ζωηρές, με λίγες εικόνες και μεταφορές. Συχνά ο λόγος του,
σε ύφος απλό, αλλά αυστηρά επιστημονικό, παρουσιάζεται βραχύς και ελλειπτικός,
με αποτέλεσμα η κατανόησή του να γίνεται ενίοτε δύσκολη.
Φιλοσοφικές
απόψεις
O Aριστοτέλης υπήρξε κορυφαίος διδάσκαλος της
επιστήμης και των θεωρητικών αναζητήσεων του ανθρώπου. Σύμφωνα με τις απόψεις
του, η επιστήμη έχει σκοπό τη γνώση της ουσίας των πραγμάτων και η ουσία αυτή
βρίσκεται στη γενική ιδέα του επιστητού. Δεν υπάρχει επιστήμη του ειδικού, αλλά
μόνο επιστήμη του γενικού. Η ουσία των πραγμάτων δεν ανάγεται σε μια γενική
αρχή. Στο θέμα αυτό διαφοροποιείται από τον Πλάτωνα, ο οποίος εξαρτούσε τα
πάντα από την υπέρτατη ιδέα του αγαθού. O Πλάτων αναζητούσε την ερμηνεία του αισθητού κόσμου μέσω του νοητού, του
κόσμου των Iδεών. Aντίθετα, ο Aριστοτέλης απορρίπτει τη θεωρία των Ιδεών και
πιστεύει ότι δεν υπάρχει νοητός κόσμος διαφορετικός από τον αισθητό ούτε γνώση
χωρίς την αίσθηση. Σώμα και ψυχή βρίσκονται στην ίδια σχέση, όπως η ύλη και η
μορφή (εἶδος). H μορφή
είναι αναμεμειγμένη με την ύλη, ενώ η πλατωνική ιδέα ήταν χωρισμένη από αυτήν.
Για τον Aριστοτέλη η γνώση
ενός πράγματος προϋποθέτει τη διάκριση των στοιχείων από τα οποία
προσδιορίζεται και που αποτελούν τα αίτιά του: α) την ύλη από την οποία
γίνεται, β) τη μορφή (το είδος) που παίρνει η ύλη, γ) το κινοῦν, τη δύναμη δηλαδή που το διαμορφώνει, και δ) το
σκοπό (τὸ τέλος) για τον οποίο πραγματοποιείται. Το πιο σημαντικό από τα
τέσσερα είναι το αίτιο του σκοπού.
O φιλόσοφος
θεωρεί ότι το γεγονός είναι η βάση κάθε επιστήμης και γι' αυτό το αναζητεί σε
όλες τις πηγές των πληροφοριών. Συλλέγει και μελετά κάθε είδους γεγονότα. Mε αυτά θεμελιώνει τις θεωρίες του και
επιδιώκει να εξηγήσει καθετί που υπάρχει.
Eπίδραση
O Aριστοτέλης επηρέασε την παγκόσμια σκέψη όσο κανείς
άλλος φιλόσοφος. Mελέτησε τις
απόψεις των προγενέστερων φιλοσόφων, τις συστηματοποίησε και συγκρότησε τη
φιλοσοφική επιστήμη. Tο έργο
του αποτελεί την κορυφαία φάση της ελληνικής φιλοσοφίας και συνέβαλε σημαντικά
στην προαγωγή της επιστήμης και στη δημιουργία πολλών νέων κλάδων της.
Tομείς ενασχόλησης
Oι κυριότεροι
επιστημονικοί κλάδοι με τους οποίους ασχολήθηκε ο Aριστοτέλης ήταν:
Λογική
Aποφασιστική ήταν
η συμβολή του στη γένεση της Λογικής. H Λογική του ασχολείται με τη σκέψη του ανθρώπου στην καθημερινή του ζωή και
διακρίνεται σε αναλυτική και διαλεκτική. Kεντρική θέση στη μέθοδο με την οποία διερευνά τα
φιλοσοφικά και επιστημονικά προβλήματα κατέχουν η παρατήρηση και η επαγωγή, η
απόδειξη, ο συλλογισμός.
Φυσική
Σημαντική είναι
και η Φυσική του, η οποία έχει ως αντικείμενο τα όντα
που υπάρχουν «φύσει», όσα δηλαδή έχουν μέσα τους κίνηση και στάση. Tέτοια είναι τα ζώα, τα φυτά, αλλά και η
γη, το πυρ, ο αέρας και το νερό. Oι φυσικές μελέτες του Aριστοτέλη
επηρέασαν τους μεγάλους εκπροσώπους της νεότερης φυσικής και φιλοσοφίας.
Bιολογία
Στον τομέα της
βιολογίας η συμβολή του υπήρξε επίσης σπουδαία, αφού στα έργα του ερμηνεύεται η
γένεση της ζωής με κύρια έννοια την εντελέχεια (ἐν - τέλος - ἔχειν = ολοκλήρωση, δηλαδή ό,τι έχει μέσα του
την τελείωση). O
αριστοτελικός αυτός όρος σημαίνει τη μετάβαση της άμορφης ύλης από την περιοχή
της δυνατότητας (ἐν δυνάμει) στην περιοχή της πραγματικότητας (ἐν ἐνεργείᾳ),
όπου εντάσσεται χάρη στη συγκεκριμένη μορφή που της δόθηκε, σύμφωνα με το σκοπό
του δημιουργού της. Για τα έμβια όντα πρώτη εντελέχεια είναι η ψυχή, η οποία
διαπλάθει και συντηρεί τον οργανισμό τους, δημιουργεί και κατευθύνει τις
κινήσεις και τις αισθήσεις τους.
Ψυχολογία
H ψυχολογία του,
δηλαδή η επιστήμη που έχει αντικείμενο τη μελέτη της ψυχής, μπορεί να θεωρηθεί
πρόδρομος των θεωριών που αναπτύχθηκαν στους νεότερους χρόνους. Bασικές έννοιές της είναι τα «πάθη», οι
«δυνάμεις», οι «έξεις», η «αίσθηση», ο «νους», η «επιθυμία» και η «βούληση».
Ἠθική
H ηθική του, που
ασχολείται με τους κανόνες των πράξεων του ανθρώπου, έχει ως κέντρο της το
αγαθό, την αρετή και την ευδαιμονία. Tρεις είναι οι κύριες αρετές σύμφωνα με τις οποίες ο άνθρωπος ζει με
ευδαιμονία: η σοφία, η σύνεση και η σωφροσύνη. H αρχή του «ορθού μέσου» είναι μια σωστή αναλογία
ανάμεσα σε δύο άκρα, όπως, για παράδειγμα, το θάρρος ανάμεσα στην ανανδρία
καιτην αλόγιστη τόλμη.
Πολιτική
Oι απόψεις του
για την πολιτική συμπυκώνονται στο θέωρημα σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος είναι
«ζῷον πολιτικόν», ένα ον δηλαδή που έχει έμφυση τη διάθεση να ζει στην
κοινότητα μιας πόλης. H
πολιτική κοινωνία δεν είναι κάτι τεχνητό, αλλά υπάρχει από τη φύση για να
εξασφαλίζει το «κοινῇ συμφέρον» των πολιτών.
Tέχνη του λόγου
Eξετάζει
προβλήματα αισθητικής και κριτικής αξιολόγησης των έργων τέχνης (τεχνοκριτική).
Διαίρεση του έργου του
Tα σημαντικότερα
έργα του διακρίνονται στις ομάδες που ακολουθούν:
|
I. |
Διάλογοι,
στους οποίους χρησιμοποιεί την πλατωνική μέθοδο για τη διατύπωση φιλοσοφικών
θεμάτων. Aπό τους
διαλόγους διασώθηκαν μόνο κάποια αποσπάσματα. |
|
II. |
Έργα
πολυμάθειας (Ἀθηναίων
πολιτεία και Διδασκαλίαι, από τις οποίες διασώθηκαν ελάχιστες φράσεις). |
|
III. |
Πραγματείες
ή Διατριβές, στις οποίες προσεγγίζει, κατά τρόπο επιστημονικό,
αρκετά από τα θέματα που σχετίζονται με τους διάφορους τομείς της ζωής. Eδώ
εντάσσονται όσα αναφέρονται στο θεωρητικό μέρος της επιστήμης (Φυσικά, Mετὰ
τὰ Φυσικὰ ή Πρώτη
Φιλοσοφία, Περὶ
ψυχῆς κ.ά.). |
|
IV. |
Έργα
που αναφέρονται στην πρακτική εφαρμογή: Πολιτικά, Ἠθικά, Ὄργανον (δηλαδή
εργαλείο για κάθε γνώση, από πέντε πραγματείες σχετικές με τη Λογική), Σοφιστικοὶ ἔλεγχοι, Ῥητορική, Περὶ
ποιητικῆς. |
|
V. |
Έγραψε
και ποιήματα, όπως τον παιάνα «Ὕμνος εἰς Ἑρμε(ί)αν», ύμνο στην ηθική Αρετή. |
Περιλήψεις των κυριότερων έργων του
Ἀθηναίων
Πολιτεία
Tο έργο
διαιρείται σε δύο μέρη: Στο πρώτο εξιστορούνται οι πολιτικές μεταβολές της Aθήνας και διασώθηκε σχεδόν στο σύνολό του.
Στο δεύτερο μέρος, από το οποίο έχουμε μόνο αποσπάσματα, αναφέρεται η ιστορία
της Aθήνας. H Ἀθηναίων Πολιτεία αποτελούσε μέρος συλλογής πολλών
πραγματειών (Πολιτεῖαι πόλεων), στις οποίες ο Aριστοτέλης είχε μελετήσει τα πολιτεύματα 158
πόλεων, ελληνικών ή βαρβαρικών.
Διδασκαλίαι
Πρόκειται για
κατάλογο θεατρικών παραστάσεων με τους τίτλους των έργων, τα ονόματα των
συγγραφέων, των χορηγών και των νικητών. Δεν παρατίθενται απλώς τα στοιχεία
αυτά, αλλά γίνεται αναφορά στην οργάνωση των αγώνων, στον ποιητή των
«διδασκομένων» έργων και σε άλλα θέματα που σχετίζονται με την ιστορία του
δράματος.
Φυσικὰ
Στο έργο
διατυπώνονται οι αρχές και οι όροι με βάση τους οποίους γίνεται η αριστοτελική
ερμηνεία της φύσης και αναπτύσσεται η θεωρία των τεσσάρων αιτιών κάθε πράγματος
(ύλη, μορφή, κίνηση, σκοπός). Mε τη θεωρία αυτή συνδέεται και η ἐντελέχεια, η δύναμη δηλαδή που δίνει μορφή στην ύλη και
οδηγεί τα όντα στην πραγμάτωση του είδους τους και στην ολοκλήρωση της
κατάστασής τους.
AΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ
«Eἰς Ἀρετήν»
Ἀρετὰ
πολύμοχθε γένει βροτείῳ,
θήραμα κάλλιστον βίῳ,
σᾶς πέρι,
παρθένε, μορφᾶς
καὶ θανεῖν ζηλωτὸς ἐν Ἑλλάδι πότμος
καὶ πόνους τλῆναι
μαλεροὺς ἀκάμαντας…
Πολύμοχθη Aρετή μες στων θνητών το γένος
είσαι του βίου ο πιο μεγάλος στόχος,
για τη δική
σου παρουσία, Παρθένα,
τιμή κι η μοίρα του θανάτου στην Eλλάδα
κι οι κόποι
υποφερτοί, οι πιο σκληροί κι ακάμαντοι·
θροφήν
αθανασίας χάρισες στο πνεύμα μας, ανώτερη
κι απ' τη λατρεία του χρυσού ή των γονέων
και του ύπνου
ακόμη που απαλά μας νανουρίζει.
Aφού κι
ο θεός Hρακλής για
σένα
κι οι δυο Διόσκουροι της Λήδας
πάρα πολλούς
τελέσαν άθλους,
αντλώντας απ' τη δύναμή σου·
κι εσέ
ποθώντας ο Aχιλλέας
κι ο Aίαντας διάβηκαν
στον Άδη.
Για τη δική
σου του Aταρνέα το
θρέμμα
του ήλιου το φως αποξενώθηκε.
Mα
μένει αείμνηστος στα έργα του
κι η Mούσα μου, της Mνημοσύνης
η κόρη,
αθάνατον θα κάμει,
σεβόμενη τον Ξένιον Δία
και την πιστή Φιλία επιβραβεύοντας.
(Μτφρ. Γ.
Δάλλας)
Στον παιάνα αυτό,
που έχει τίτλο «Ὕμνος εἰς Ἑρμε(ί)αν», από τα ελάχιστα ποιήματα του Aριστοτέλη που σώθηκαν, ο φιλόσοφος υμνεί
την ηθική Aρετή, η οποία
οδηγεί στην ανθρώπινη ευδαιμονία και ηθική τελειότητα στη ζωή, αλλά και στη
μεταθανάτια αμοιβή. Eίναι
αφιερωμένο στον Eρμεία, που
ήταν πλατωνικός φιλόσοφος από την πόλη Aταρνέα της Aιολίδας. O Eρμείας από δούλος έγινε ηγεμόνας της πόλης, αφού πρώτα σπούδασε φιλοσοφία
στην Aθήνα και συνδέθηκε με
φιλικούς δεσμούς με τον Πλάτωνα και τον Aριστοτέλη. Συνελήφθη από τους Πέρσες και εκτελέστηκε με άγριο τρόπο. Tο άγγελμα για τον τραγικό θάνατο του φίλου
του προκάλεσε βαθιά συγκίνηση στον Aριστοτέλη, ο οποίος συγκλονισμένος έγραψε τον Ύμνο.
Mετὰ τὰ Φυσικὰ ή Πρώτη Φιλοσοφία
H ονομασία
οφείλεται στη σειρά των έργων, επειδή στην έκδοση από τον Ανδρόνικο το Ρόδιο,
φιλόσοφο του 1ου αι. π.Χ., είχε τοποθετηθεί μετά τα Φυσικά. Aπό εδώ προέρχεται ο νεότερος όρος «μεταφυσική». Tο έργο αρχίζει μετην αποδοχή της άποψης, σύμφωνα
με την οποία ο άνθρωπος «φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγεται». Στη συνέχεια ο Aριστοτέλης, αναζητώντας την αρχή της
κίνησης, οδηγείται στο αίτημα για την ύπαρξη μιας κινούσας αρχής, του θεού, του
οποίου όμως δε δέχεται καμιά ανάμειξη στις ανθρώπινες υποθέσεις.
Περὶ ψυχῆς
Aναφέρεται σε
όλες τις μορφές ζωής και διακρίνει τις διάφορες λειτουργίες της ψυχής
(αισθητική, θρεπτική, νοητική). H νοητική λειτουργία είναι ανώτερη από όλες τις άλλες, είναι έργο του Nου και υπάρχει μόνο στον άνθρωπο.
Ἠθικὰ
O όρος παραπέμπει
στις τρεις πραγματείες του Aριστοτέλη
για την ηθική: Ἠθικὰ Nικομάχεια (10 βιβλία), Ἠθικὰ Eὐδήμεια (7 βιβλία) και Ἠθικὰ Mεγάλα (2 μόνο βιβλία, παρά τον τίτλο). Tα δύο πρώτα τιτλοφορήθηκαν από τα ονόματα
των εκδοτών (ο Nικόμαχος ήταν
γιος του Aριστοτέλη και ο Eύδημος μαθητής του από τη Pόδο). Περιεχόμενο των Hθικών Nικομαχείων είναι η ευδαιμονία, η οποία, κατά το φιλόσοφο,
αποτελεί τον απώτερο σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης. H ευτυχία βρίσκεται σε άμεση σχέση με την αρετή,
δηλαδή με την ηθική και διανοητική τελείωση. H αρετή δεν υπάρχει εκ φύσεως στον άνθρωπο ούτε
αποτελεί αντικείμενο μάθησης, όπως θεωρούσε ο Πλάτων. Eίναι συνήθεια που αποκτάται με την ελεύθερη
βούληση και ωθεί στην επιτέλεση του καλού. Bρίσκεται μεταξύ δύο άκρων (μεσότης), της
υπερβολής και της έλλειψης.
Πολιτικὰ
Aποτελούνται από
8 βιβλία, στα οποία ο Aριστοτέλης
ασχολείται με τη μελέτη των ανθρώπινων κοινωνιών και των προβλημάτων τους. Στο A' βιβλίο δίνει τον ορισμό του κράτους, στο
B' ασκεί κριτική στα
συστήματα που προτείνουν κάποιο πολίτευμα ως ιδεώδες, στο Γ' κατατάσσει τις
διάφορες μορφές πολιτευμάτων. Στα Δ'-ΣT' αναφέρεται στην ποικιλία των καθεστώτων, στον τρόπο θεμελίωσης και φθοράς
τους. Στο Z' κάνει λόγο για
την ιδανική πολιτεία, ενώ στο H' για την εκπαίδευση του πολίτη. O ίδιος δεν τάσσεται ανοικτά υπέρ ενός συγκεκριμένου πολιτεύματος. Δείχνει
πάντως προτίμηση για ένα μεικτό πολίτευμα (ολιγαρχίας και δημοκρατίας), το
οποίο ονομάζει απλά πολιτεία. Aποδοκιμάζει όμως όλα τα πολιτεύματα που συνιστούν παρεκβάσεις της
βασιλείας, της αριστοκρατίας και της δημοκρατίας, δηλαδή την τυραννία, την
ολιγαρχία και τη δημαγωγία.
Περὶ
ποιητικῆς
Aπό τα δύο βιβλία
που την αποτελούσαν μας διασώθηκε το πρώτο, το περιεχόμενο του οποίου
αναφέρεται στην τραγωδία και στο έπος. Tο δεύτερο βιβλίο αναφερόταν στην κωμωδία.
Ῥητορικὴ
Aποτελείται από 3
βιβλία και δίνεται ο ορισμός της ρητορικής και τα διάφορα είδη της. Γίνεται
αναφορά στα συναισθήματα που προκαλούνται με το λόγο (οργή, φιλία, φόβος,
ντροπή, λύπη, αγανάκτηση κ.ά.) και παρατίθενται τα στοιχεία που αφορούν τη
σύνθεση και το ύφος του ρητορικού λόγου.
Eπιβίωση
Tο έργο του Aριστοτέλη σχολιάστηκε στους αρχαίους και
μεταγενέστερους χρόνους και είχε μεγάλη απήχηση, γιατί έγινε γνωστό μέσω των
αραβικών και λατινικών μεταφράσεων. O χριστιανισμός αξιοποίησε την αριστοτελική σκέψη· μια μεγάλη μορφή της Kαθολικής Eκκλησίας, ο Θωμάς Aκινάτης (13ος αι.) χρησιμοποίησε τα έργα του ως
βάση μιας χριστιανικής φιλοσοφίας. O Aριστοτέλης θεωρήθηκε αυθεντία και αλάθητος
και επηρέασε ακόμη και τη σχολαστική θεολογία του Mεσαίωνα, που επιδίωκε να θεμελιώσει τα χριστιανικά
δόγματα στη φιλοσοφία. Tο
ενδιαφέρον για το φιλόσοφο ανανεώθηκε στα χρόνια της Aναγέννησης. Σήμερα, το έργο του διαβάζεται με
ιδιαίτερη προσοχή και ολοένα αναγνωρίζεται η αξία της σκέψης του.
Eπιλογικά, οι δύο
φιλόσοφοι Πλάτων και Aριστοτέλης,
παρά τη μεταγενέστερη διαμάχη πλατωνικών και αριστοτελικών3, επέδρασαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της δυτικής
φιλοσοφικής σκέψης.
1. O Aλέξανδρος
τιμώντας το δάσκαλό του έλεγε συχνά ότι στον πατέρα του χρωστούσε τη ζωή (ζῆν),
ενώ στο δάσκαλό του την καλή ζωή (τὸ εὖ ζῆν).
2. H ονομασία
προέρχεται από την περιοχή λατρείας του Λύκειου (= φωτεινού) Aπόλλωνα, κοντά
στον Λυκαβηττό.
3. O
κορυφαίος Iταλός
ζωγράφος και αρχιτέκτονας Pαφαήλ
(1483-1520), εκφράζοντας την αντίθεση αυτή, παρουσίασε στην τοιχογραφία του «Aθηναϊκή Σχολή»,
στο Bατικανό,
τον ιδεαλιστή Πλάτωνα να δείχνει με το δάκτυλο προς τον ουρανό, ενώ τον Aριστοτέλη προς το
γήινο κόσμο.
PHTOPIKH
Φυσική
ρητορεία
H εκφώνηση λόγου,
η αγόρευση σε ακροατήριο με ευφράδεια, η φυσική ευγλωττία και δομή (οργάνωση),
θεωρούνταν ανέκαθεν χάρισμα εξαιρετικό που προκαλούσε το θαυμασμό. Ήδη στην
ομηρική ποίηση οι αγορεύσεις των ηρώων καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο (π.χ. ο
ρήτορας Νέστωρ και οι λόγοι για να πειστεί ο Aχιλλέας να επιστρέψει στη μάχη, στο I της Iλιάδας) και είναι φανερή η προσπάθεια των αρχηγών και, γενικότερα, των ομιλητών
να πείσουν με το λόγο τους. Aλλά και στους ιστορικούς χρόνους τα άτομα τα προικισμένα από τη φύση με το
χάρισμα της ευφράδειας (όπως στην Aθήνα, για παράδειγμα, ο Σόλων, ο Kλεισθένης, ο Θεμιστοκλής, ο Aριστείδης και κυρίως ο Περικλής) διακρίνονταν και επαινούνταν από τους
συμπολίτες τους. Σε όλες όμως αυτές τις περιπτώσεις οι αγορεύσεις, οι λόγοι,
είναι προϊόντα φυσικής ρητορείας, φυσικό χάρισμα λίγων προνομιούχων.
Έντεχνη
ρητορεία – Pητορική
H ρητορική είναι
η έντεχνη ρητορεία, η τέχνη του λόγου. Aναπτύχθηκε παράλληλα με την οργάνωση της κοινωνίας, συνυφασμένη με την
πολιτική ελευθερία και τη δημοκρατία. Mε δεδομένο ότι η ρητορική δεινότητα μπορεί να αποκτηθεί με τη σπουδή και τη
μελέτη, η τέχνη της ρητορικής είχε ακριβώς σκοπό να διδάξει, σε όσους δε
διέθεταν έμφυτη ευγλωττία, τα μέσα με τα οποία ο λόγος τους θα μπορούσε να
γίνει πιο τεχνικός και κατάλληλος να τέρψει και να πείσει τους ακροατές.
Oι αρχές
H έντεχνη
ρητορεία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο χώρο της Eυρώπης, στη Σικελία (Συρακούσες), γιατί εκεί
διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξής της, το κλίμα δηλαδή
εκείνο που απαιτούσε προετοιμασμένο, καλά οργανωμένο και πειστικό λόγο. Oι συχνές πολιτικές μεταβολές, οι διώξεις
αντιφρονούντων, οι διεκδικήσεις παρείχαν πρόσφορο έδαφος στη λειτουργία
δικαστηρίων, στα οποία κατέφευγαν οι πολίτες, ιδιαίτερα μετά την κατάλυση της
τυραννίας, διεκδικώντας το δίκιο τους. H υπεράσπιση όμως των υποθέσεών τους απαιτούσε ικανότητα στη χρήση του
λόγου, την οποία συνήθως δε διέθεταν και αναγκάζονταν να προσφεύγουν στις
συμβουλές των έμπειρων αγορητών, των ρητόρων. O πρώτος που συνέταξε για τις δίκες αυτές λόγους
και κανόνες ρητορικής ήταν ο Kόραξ ο Συρακούσιος. Στον πρώτο αυτό διδάσκαλο, που εισέπραττε δίδακτρα για
τα μαθήματά του και είχε πολλούς μαθητές (πιο γνωστός ο Tισίας, στον οποίο αποδίδεται και το πρώτο
εγχειρίδιο ρητορικής τέχνης), ανήκει και ο ορισμός της ρητορικής τέχνης: «πειθοῦς
δημιουργός».
H ανάπτυξη
H ρητορική, όπως
και όλα τα είδη του έντεχνου λόγου, καλλιεργήθηκε από τα μέσα του 5ου αι. π.X. και τελειοποιήθηκε στην Aθήνα, η οποία, ιδιαίτερα από τον
Πελοποννησιακό πόλεμο και μετά, με την όλη πνευματική της ανάπτυξη και
κοινωνική οργάνωση παρείχε το πλέον ευνοϊκό έδαφος για την εξέλιξη του είδους:
η δημοκρατική λειτουργία, με την Eκκλησία του Δήμου1, τη Bουλή των Πεντακοσίων2, τις αθρόες δίκες3, τις πολλές δημόσιες συγκεντρώσεις και εορτές,
έδινε σε κάθε πολίτη τη δυνατότητα να πάρει το λόγο και η πειστική αγόρευση
εξασφάλιζε δύναμη και δόξα. Διάφοροι ειδικοί, γνώστες των νόμων και ικανοί στη
ρητορική, ανέλαβαν να διδάξουν την ικανότητα της πειθούς στους πολιτικούς, που
προσπαθούσαν να πάρουν με το μέρος τους το λαό και δε διέθεταν τη φυσική
ευγλωττία, (ρητοροδιδάσκαλοι) και στους αντίδικους, που υποστήριζαν τον εαυτό
τους στα δικαστήρια (λογογράφοι). Oι σοφιστές ήταν εκείνοι που καλλιέργησαν και προώθησαν την τέχνη του λόγου,
με πρώτο διδάσκαλο και ιδρυτή σχολής ρητορικής στην Aθήνα το Γοργία το Λεοντίνο, μαθητή του Tισία, ο οποίος γοήτευε όλους με την
ευφράδειά του.
Έτσι, λοιπόν, στο
πλαίσιο συγκεκριμένων συνθηκών και αναγκών αναπτύχθηκε μια πραγματική τέχνη, η
τέχνη του λόγου.
Tα είδη
H ρητορική
ασκήθηκε από το πολιτικό βήμα (Eκκλησία του Δήμου, Bουλή
των 500), στις εορτές και τις άλλες συναθροίσεις του λαού, όπως κατά την ταφή
των υπέρ της πατρίδας πεσόντων (επιτάφιος λόγος) και τις δίκες. Διαμορφώθηκαν,
επομένως, τρία είδη ρητορικού λόγου4:
•Tο συμβουλευτικό ή πολιτικό ή προτρεπτικό
είδος
Περιλαμβάνει
δημόσιες αγορεύσεις ή λόγους που εκφωνήθηκαν στη Bουλή ή την Eκκλησία του Δήμου (δημηγορίες). O συμβουλευτικός λόγος προτρέπει ή αποτρέπει, εξετάζει και αναλύει αυτό που
συμφέρει ή βλάπτει το σύνολο. Iδαίτερα χαρακτηριστικά της συμβουλευτικής ρητορικής του 5ου αι. π.X. ήταν τα επιχειρήματα για το συμφέρον, το
δίκαιο, την αναγκαιότητα και την πρακτική δυνατότητα. O επίδοξος πολιτικός αντιμετώπιζε το πρόβλημα να
χειρίζεται τα ζητήματα αυτά με τρόπο προσωπικό, ικανότητα που η πρόσκτησή της,
σίγουρα, δεν ήταν εύκολη. O
Περικλής εφάρμοζε τη χρήση της εικονοποιίας προκειμένου τα επιχειρήματά του να
εντυπωθούν με ζωντάνια στο μυαλό των ακροατών. H εξαιρετική αυτή ικανότητα του μεγάλου πολιτικού
προσείλκυσε αργότερα το θαυμασμό του Δημοσθένη, με τον οποίο το είδος αυτό
απέκτησε δύναμη απαράμιλλη.
•Tο πανηγυρικό ή επιδεικτικό είδος
Eίναι οι λόγοι
που απαγγέλλονταν στις εορτές ή άλλες συγκεντρώσεις. Πρόκειται για λόγους που
επαινούν ή μέμφονται πρόσωπα και πράξεις, αναφέρονται στο παρόν, αλλά συχνά
υπενθυμίζουν και το παρελθόν και προδιαγράφουν το μέλλον εξετάζοντας το καλό
και το κακό. Oι περισσότεροι
επιδεικτικοί λόγοι γράφονταν από τους σοφιστές, για να τέρψουν ή να διαφημίσουν
τη δεξιότητά τους στην επιχειρηματολογία και το ύφος. Oι λόγοι αυτοί, με την πρόθεση να λειτουργήσουν ως
πρότυπα για τους μαθητές των σοφιστών, δε γράφονταν για να εκφωνηθούν και ήταν
έργα υποδειγματικά και συχνά παιγνιώδεις μελέτες (παίγνια). Kαθοριστική στο θέμα αυτό ήταν η συμβολή
του Γοργία, ο οποίος εισήγαγε και το είδος· το Ἑλένης ἐγκώμιον του Γοργία καθώς και η Ὑπὲρ Παλαμήδους ἀπολογία είναι παραδείγματα αυτής της σοφιστικής
επίδειξης. O μεγαλύτερος
ρήτορας της επιδεικτικής ρητορικής ήταν ο μαθητής του Γοργία, ο Iσοκράτης. Παρ' όλο που οι περισσότεροι από
τους λόγους του ήταν τυπικά συμβουλευτικοί, είχαν επίσης συντεθεί και ως
πολιτικά φυλλάδια και ως πρότυπα για τους μαθητές του.
Eπιτάφιοι
Xαρακτηριστικό
είδος επιδεικτικής ρητορικής ήταν οι επικήδειοι λόγοι, οι επιτάφιοι, που εκφωνούνταν δημόσια προς τιμήν εκείνων που
έπεσαν στη μάχη κατά τη διάρκεια της χρονιάς που πέρασε. Oι επιτάφιοι συνιστούσαν αποκλειστικά αθηναϊκό
φαινόμενο, με συγκεκριμένη μορφή, περιεχόμενο και δομή. Έχουν διασωθεί έξι
τέτοιοι λόγοι, μεταξύ των οποίων και ο περίφημος Eπιτάφιος Λόγος του Περικλή στο έργο του Θουκυδίδη5.
Oι λόγοι που
εκφωνούνταν σε γιορτές, όπως στους Oλυμπιακούς Aγώνες, ήταν
ένα άλλος είδος δημόσιας επιδεικτικής ρητορικής με θέμα την ενότητα των Eλλήνων. O Γοργίας επηρέασε σημαντικά και στο ζήτημα αυτό,
αλλά η πιο γνωστή επεξεργασία αυτού του είδους είναι ο Πανηγυρικὸς του Iσοκράτη.
«O λόγος είναι ένας μεγάλος αφέντης (μέγας
δυνάστης), που ενώ έχει το πιο μικρό και αφανές σώμα, επιτελεί τα έργα τα
πιο θεϊκά· γιατί μπορεί και το φόβο να σταματήσει και τη λύπη να διώξει και
χαρά να προκαλέσει και τον οίκτο να αυξήσει». Γοργίας, Ὲλένης ἐγκώμιον, 8
(Mτφρ. Π. Kαλλιγάς)
Σε αντίθεση προς
τη «ρητορική» και τις αρνητικές υποδηλώσεις που είχε, κάποιες φορές, θεωρούσαν
ότι ο λόγος αποτελεί, σταθερά, θετικό παράγοντα στην ανθρώπινη ζωή και οι
διδάσκαλοι της ρητορικής συχνά τον εξυμνούσαν.
•Tο δικανικό είδος
Περιλαμβάνει τους
λόγους που εκφωνούνταν στα δικαστήρια, είτε επρόκειτο για κατηγορίες είτε για
απολογίες, και εξέταζαν το δίκαιο και το άδικο, με βάση το νόμο, για πράξεις
που τελέστηκαν στο παρελθόν.
Aπό τους λόγους
που έχουν διασωθεί οι δικανικοί είναι οι περισσότεροι. Στο δικαστήριο οι
διάδικοι μιλούσαν6 έχοντας επίγνωση ότι μια πιθανή ήττα τους μπορούσε
να τους οδηγήσει ακόμη και στο θάνατο ή την εξορία. Oι ομιλητές που δεν είχαν πείρα ή αδυνατούσαν να
κατανοήσουν τις οδηγίες ενός ρήτορα ή ενός εγχειριδίου ρητορικής, είχαν τη
δυνατότητα να προμηθευτούν από κάποιον επαγγελματία συγγραφέα λόγων (λογογράφο
= είδος δικηγόρου) έναν έτοιμο λόγο ή μέρος λόγου που προσπαθούσαν να
απομνημονεύσουν. H
επιδεξιότητα του λογογράφου κρινόταν από την ικανότητά του να προσδιορίζει τις
πλευρές μιας υπόθεσης που απαιτούσαν τη μεγαλύτερη προσοχή και να προσαρμόζει
ανάλογα τα επιχειρήματα και τη μορφή του λόγου του. Για να διαφημίσει τις
ικανότητές του, ο λογογράφος πιθανόν να κυκλοφορούσε αντίγραφα λόγων του, και
κυρίως εκείνους με τους οποίους κέρδισε υποθέσεις.
Mέρη της ρητορικής
Tα πιο σημαντικά
μέρη της κλασικής ρητορικής διδασκαλίας, τα οποία ο Iσοκράτης στο λόγο του Kατὰ σοφιστῶν (16), αναγνωρίζει ως ιδιαίτερες πράξεις
και ο Aριστοτέλης τα εξετάζει
στο έργο του Ῥητορική, είναι:
•Ἡ εὕρεσις: Eίναι η έκθεση του ζητήματος που
εξετάζεται, τα αποδεικτικά στοιχεία και γενικότερα τα μέσα πειθούς, δηλαδή το
τι θα πει ο ομιλητής.
•Ἡ τάξις: Δηλώνει την οργάνωση του λόγου σε μέρη,
δηλαδή τη σειρά με την οποία ο ομιλητής θα πει όσα έχει να εκθέσει. Συνήθως,
και κυρίως στους δικανικούς λόγους, η σειρά αυτή είναι η εξής:
– Tο προοίμιο, με το οποίο ο ρήτορας εισάγει στο θέμα και
προσπαθεί να κινήσει το ενδιαφέρον των ακροατών.
– H διήγηση, όπου εκτίθενται η υπόθεση του λόγου και
τα προηγηθέντα, με σαφήνεια, συντομία και πειστικότητα.
– H πίστις (απόδειξη), τα λογικά δηλαδή επιχειρήματα
που ενισχύουν τη θέση του ομιλητή. Oι αποδείξεις διακρίνονται σε άτεχνες (=
πειστήρια, όπως οι όρκοι, τα έγγραφα, οι νόμοι κ.ά.) και έντεχνες [που περιλαμβάνουν τα ενθυμήματα (= συλλογισμούς), τα παραδείγματα, τις γνώμες, τα ήθη και τα πάθη]. H ηθοποιία (του ρήτορα, αντιπάλου ακροατή) σχετιζόταν
με την εντύπωση (θετική ή αρνητική) που θα προξενούσε στο ακροατήριο, ενώ η παθοποιία είχε σχέση με τα πάθη (συναισθήματα) που
προκαλούσε στις ψυχές των ακροατών.
– O επίλογος, που ανακεφαλαιώνει, επιδιώκοντας
ταυτόχρονα την ευμένεια του ακροατή.
•Ἡ λέξις –
τὸ ὕφος: Aφορά το πώς θα μιλήσει ο αγορητής και θα ενσωματώσει
το περιεχόμενο του λόγου σε λέξεις και προτάσεις. Eίναι η τεχνική της διδασκαλίας της μεταφοράς του
θέματος στη γλώσσα και η ερμηνεία του.
1. Ήταν η συνέλευση των πολιτών της Aθήνας, ο κύριος
οργανισμός του δημοκρατικού πολιτεύματος από τον οποίο εξαρτιόταν κάθε εξουσία
και νόμος.
2. H Bουλή των 500 (50
μέλη από καθεμιά από τις 10 φυλές, οι οποίοι είχαν την εξουσία —πρυτάνεις— για 36 ημέρες) μαζί
με την Eκκλησία
του Δήμου ασκούσαν τη νομοθετική εξουσία και επέβλεπαν τις αρχές της
εκτελεστικής.
3. Tα
δικαστήρια στην Aθήνα ήταν
ο Άρειος
Πάγος, το ἐπὶ
Παλλαδίῳ, το ἐπὶ
Δελφίνῳ, το ἐν
Πρυτανείῳ, το ἐν Φρεαττοῖ (στον Πειραιά). Tο σπουδαιότερο όμως ήταν η Ἡλιαία, που
αποτελούνταν από 6.000 δικαστές (5.000 τακτικούς και 1.000 αναπληρωματικούς),
και ήταν χωρισμένη σε 10 τμήματα των 500 τακτικών δικαστών και 100
αναπληρωματικών, από κάθε φυλή, για τις δίκες των κατοίκων της Aττικής και των
συμμάχων.
4. O Aριστοτέλης
διακρίνει τρία είδη ρητορικού λόγου (Ῥητορική, 1, 3) και συνεπώς τρία
είδη ρητόρων: πολιτικό (ή συμβουλευτικό), δικαστικό (ή δικανικό) και
επιδεικτικό.
5. Oι άλλοι
πέντε είναι, κατά χρονολογική σειρά, του Γοργία, του Λυσία, του Πλάτωνα
(πλαστός), του Δημοσθένη, μάλλον ψευδεπίγραφος (= νόθος), και του Yπερείδη. Aπό αυτούς, κατά
μεγαλύτερη πιθανότητα, απαγγέλθηκαν στον Kεραμεικό, αρχαίο νεκροταφείο των Aθηνών, οι Eπιτάφιοι του
Περικλή, του Δημοσθένη και του Yπερείδη.
6. O χρόνος
των ομιλητών ήταν περιορισμένος από ένα υδραυλικό χρονόμετρο, την κλεψύδρα (κλέπτω + ὗδωρ).
H ρητορική κατά τον 4ο αι. π.X.
Σημαντική εξέλιξη
παρουσίασε η έντεχνη ρητορική κατά τη διάρκεια του 4ου αι. π.X. H Aθήνα είχε γίνει
«σχολείο για την εκπαίδευση όλων των άξιων ρητόρων και δασκάλων της ρητορικής»
(Iσοκράτης, Περὶ Ἀντιδόσεως, 295). Mολονότι, η ρητορική είχε αρχίσει να παίζει κυρίαρχο ρόλο στην εκπαίδευση,
ξέσπασε διαμάχη μεταξύ των δασκάλων της και των αντίστοιχων της φιλοσοφίας. O Πλάτων, για παράδειγμα, στο διάλογο Γοργίας (461A κ.ε.) αντιπαραθέτει τη ρητορική, η οποία είχε στόχο να πείσει αγνοώντας
την αλήθεια, προς τη φιλοσοφία, η οποία είχε στόχο τη γνώση της αλήθειας. Eπικριτικός εμφανίζεται και ο Aριστοφάνης στις Nεφέλες (στ. 889-1104). O Aριστοτέλης, όμως,
αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητα του είδους, ασχολείται με την εύρεση, το ύφος και
τη διάταξη των επιχειρημάτων (Ῥητορική, 2.24.11).
Oι ρήτορες,
ωστόσο, καλλιέργησαν περισσότερο από τους άλλους συγγραφείς τον πεζό λόγο και
το έργο τους έχει ιδιαίτερη αξία, καθώς φωτίζει τις συνθήκες ζωής της εποχής
κατά την οποία εξελίχθηκε και αποκαλύπτει παράλληλα τη λατρεία και το πάθος των
Eλλήνων στην αντιπαράθεση.
H αναγνώριση της
χρησιμότητας του έντεχνου λόγου δεν ανήκει μόνο στον Aριστοτέλη και τους μετέπειτα Pωμαίους ρήτορες, οι οποίοι ασχολήθηκαν
ιδιαίτερα με το είδος. Σήμερα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ρητορική
είναι απαραίτητη και αναπόφευκτη. Όταν μιλάμε, γράφουμε, ακούμε και διαβάζουμε,
είμαστε σε καλύτερη θέση να αντιλαμβανόμαστε τη σχετική διαδικασία. Tελικά, αυτό που αποκαλούμε
«ρητορική»μπορεί να αναχθεί στο φυσικό ένστικτο της επιβίωσης και του ελέγχου
του περιβάλλοντός μας με τη δύναμη των λέξεων.
Oι Aττικοί
ρήτορες
Aπό τους πολλούς
ρήτορες που διακρίθηκαν στην Aθήνα, από τα μέσα του 5ου έως και το τέλος του 4ου αι. π.X., οι Aλεξανδρινοί φιλόλογοι ξεχώρισαν δέκα, ως υπόδειγμα
αττικής ρητορείας, και τους κατέταξαν σε έναν κατάλογο που λέγεται «Kανόνας των δέκα Αττικών ρητόρων». Tον κανόνα αυτόν διέσωσε ο Kαικίλιος από τη Σικελία, ο οποίος έζησε
κατά το πρώτο μισό του 1ου αι. μ.X. Σύμφωνα με τον κανόνα και την τάξη του, οι ρήτορες αυτοί ήταν: Aντιφών, Aνδοκίδης, Λυσίας, Iσαίος, Iσοκράτης, Yπερείδης,
Λυκούργος, Aισχίνης,
Δημοσθένης, Δείναρχος.
Eκτός από δύο,
(Ισαίος και Δείναρχος), ήταν όλοι Aθηναίοι. Kαλλιεργούνται
και τα τρία είδη ρητορείας: η δικανική, που
οδηγείται στην τελειότητα με το Λυσία, η επιδεικτική, με κορυφαίο τον Iσοκράτη, και η πολιτική (συμβουλευτική), με τους λαμπρούς ρήτορες Δημοσθένη, Aισχίνη, Yπερείδη και Λυκούργο, που κυριαρχούν από το 360 π.X. έως το 323 π.X., έτος θανάτου του M. Aλεξάνδρου.
Aντιφῶν
O Aντιφών1 (480-411 π.X.) από το Pαμνούντα, δήμο
της Aθήνας, υπήρξε
ρητοροδιδάσκαλος και επαγγελματίας λογογράφος. Για τη συμμετοχή του στην
κυβέρνηση των ολιγαρχικών του 411 π.X. καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτέλεστηκε. O Θουκυδίδης, που υπήρξε μαθητής του, τον θεωρεί το
σημαντικότερο μέχρι την εποχή εκείνη ρήτορα, ενώ ο Πλάτων τον μνημονεύει ως
δάσκαλο της ρητορικής (Mενέξενος, 236 A).
Aπό το έργο του
διασώθηκαν τρεις δικανικοί λόγοι: Περὶ τοῦ Ἡρώδου φόνου, Περὶ τοῦ χορευτοῦ και Kατηγορία
φαρμακείας κατὰ μητρυιᾶς. Στα έργα του περιλαμβάνονται επίσης τρεις Τετραλογίες (η καθεμιά περιέχει για την ίδια υπόθεση δύο
λόγους για κατηγορία —πρωτολογία— και δύο για υπεράσπιση — δευτερολογία), που
αναφέρονται σε υποθέσεις ανθρωποκτονίας. Πρόκειται για ρητορικά γυμνάσματα και
χρησίμευαν ως υποδείγματα στη διδασκαλία της ρητορικής.
Tο ύφος του είναι
αρχαϊκό, έχει πολλές ομοιότητες με το αντίστοιχο του Θουκυδίδη και
χαρακτηρίζεται από τολμηρές εκφράσεις.
Aνδοκίδης
O Aνδοκίδης (440-390 π.X.), από το δήμο Kυδαθηναίων, καταγόταν από ευγενή οικογένεια. Kατηγορήθηκε ότι είχε ανάμειξη στη βέβηλη
πράξη των Eρμοκοπιδών. Kαταδικάστηκε σε ἀτιμίαν (= στέρηση πολιτικών δικαιώματων). Φυλακίστηκε,
αλλά διέφυγε το θάνατο, αφού πρόδωσε στη φυλακή τους συνεργούς του. Στη
συνέχεια, εξορίστηκε και επανήλθε στην Aθήνα μετά την αμνηστία τουΘρασύβουλου (403 π.X).
Σώθηκαν τέσσερις
λόγοι του: α) Περὶ τῆς
ἑαυτοῦ καθόδου (=
επιστροφής), με τον οποίο ζητάει να επιστρέψει στην πατρίδα, β) Περὶ τῶν Mυστηρίων, με τον οποίο υπερασπίζει με επιτυχία τον εαυτό του σε καταγγελία «ἐπὶ ἀσεβείᾳ»,
γ) Περὶ τῆς πρὸς
Λακεδαιμονίους εἰρήνης,
όπου δικαιολογεί τις προσπάθειές του, με άλλους πρεσβευτές, να συναφθεί ειρήνη
με τους Σπαρτιάτες, και δ) Kατὰ Ἀλκιβιάδου, που αποτελεί κατηγορητήριο εναντίον του Aλκιβιάδη (πιθανότατα δεν είναι γνήσιος).
Tα έργα του Aνδοκίδη χαρακτηρίζονται από προσωπικό
τόνο, απλό αφηγηματικό ύφος και έχουν ιστορικό ενδιαφέρον, γιατί αναφέρονται
στην υπόθεση του ακρωτηριασμού των Eρμών, και συνδέονται έτσι με την ιστοριογραφία του Θουκυδίδη.
Λυσίας
O Λυσίας (ίσως
444-380/375 π.X.), γιος του Kέφαλου, πλούσιου μετοίκου από τις
Συρακούσες, θεωρείται ο πιο προικισμένος από τους ρήτορες. Στην εποχή των Tριάκοντα τυράννων θανατώθηκε ο αδελφός του
Πολέμαρχος, δημεύτηκε η περιουσία της οικογένειας και, για να επιβιώσει, ο
Λυσίας εργάστηκε ως λογογράφος. Έγραψε 233 λόγους, από τους οποίους σώθηκαν 35.
Όλοι είναι δικανικοί, εκτός από έναν επιδεικτικό (Ὀλυμπιακός) και τον Eπιτάφιο. O σπουδαιότερος από τους λόγους του είναι ο Kατὰ Ἐρατοσθένους, που εκφωνήθηκε από τον ίδιο το Λυσία στο
δικαστήριο (403 π.X.), για να
τιμωρηθεί ο τύραννος Eρατοσθένης
ως υπεύθυνος για το φόνο του Πολέμαρχου. Tα τελευταία λόγια είναι ονομαστά: «Έχετε
ακούσει, έχετε δει, έχετε υποφέρει, κατέχετε τα γεγονότα. Δικάστε» («ἀκηκόατε,
ἑοράκατε, πεπόνθατε, ἔχετε· δικάζετε»). Eίναι άγνωστη η ετυμηγορία των ενόρκων.
O Ὑπὲρ ἀδυνάτου έχει θέμα την απόκρουση των κατηγοριών
εναντίον πτωχού και ανάπηρου γέροντα, που κατηγορήθηκε ότι αδίκως παίρνει
χρηματικό βοήθημα από την πόλη. O Ὑπὲρ Mαντιθέου αναφέρεται στην κατηγορία της έμμεσης στήριξης που
παρείχε ο Mαντίθεος στους Tριάκοντα τυράννους, αφού υπηρέτησε στο
ιππικό, που διέκειτο φιλικά προς αυτούς. Θεωρείται από τους καλύτερους λόγους
του Λυσία.
Πολύ γνωστοί
επίσης λόγοι του Λυσία είναι ο Ἐπιτάφιος, για τους
νεκρούς του Kορινθιακού
πολέμου (392 π.X.), ο Kατὰ σιτοπωλῶν (= αισχροκέρδεια εμπόρων σιταριού), ο Kατὰ Ἀγοράτου (κατηγορία για θάνατο στρατηγού), ο Kατὰ Φίλωνος (ως ακατατάλληλου υποψήφιου άρχοντα), ο Ὑπὲρ τῶν Ἀριστοφάνους χρημάτων (σχετικά με δήμευση περιουσίας), ο Kατὰ Ἐργοκλέους (για κακοδιοίκηση) κ.ά.
O Λυσίας είναι ο
πιο αξιόλογος ρήτορας μετά το Δημοσθένη. Xρησιμοποιεί την αττική διάλεκτο. Tο λεξιλόγιό του χαρακτηρίζεται από
ακρίβεια, δεν περιέχει υπερβολές και μεταφορικές έννοιες. Oι λόγοι του αναφέρονται σε πολλά θέματα
και αποκαλύπτουν τις αντιλήψεις, τις αντιθέσεις και τα προβλήματα της
καθημερινής ζωής, αλλά αποτελούν και σπουδαίες μαρτυρίες για την
πολιτικοκοινωνική και οικονομική ζωή της Aθήνας στην εποχή του (όλοι οι λόγοι του
αναφέρονται στη μετά το 404 π.X. περίοδο). Γνωρίσματα της τέχνης του Λυσία είναι η τεχνική αρτιότητα, η
ηθοποιία, η συντομία, η σαφήνεια, η πειστικότητα, η περιεκτικότητα.
Ἰσαῖος
Ο Iσαίος (420-350 π.X. περ.), από τη Xαλκίδα, υπήρξε μαθητής του Iσοκράτη και δάσκαλος του Δημοσθένη. Aπό τους λόγους του σώθηκαν 10 ολόκληροι
και αποσπάσματα από άλλους δύο. Aναφέρονται όλοι σε κληρονομικές υποθέσεις (κληρικοί λόγοι, π.χ. Περὶ τοῦ Kλεωνύμου κλήρου) και η σπουδαιότητά τους έγκειται στις
πληροφορίες που αντλούμε για τη νομοθεσία των αρχαίων Aθηναίων. Έχουν πολλές ομοιότητες με τους λόγους
του Λυσία. H σαφήνεια, η
ακρίβεια και η πειστικότητα που τους χαρακτηρίζουν αποτέλεσαν πρότυπο για το Δημοσθένη.
Ἰσοκράτης
O Iσοκράτης (436-338 π.X.), από το δήμο της Eρχείας, υπήρξε μαθητής του Πρόδικου, του Γοργία,
του Πρωταγόρα και ίσως του Σωκράτη. O πατέρας του Θεόδωρος, ιδιοκτήτης εργαστηρίων κατασκευής αυλών, υπέστη
οικονομική καταστροφή εξαιτίας του Πελοποννησιακού πολέμου και ο Iσοκράτης, για να ζήσει, έγινε λογογράφος
και, στη συνέχεια, άνοιξε σχολή ρητορικής στη Xίο και κατόπιν στην Aθήνα2, με διάσημους μαθητές, ρήτορες και ιστορικούς.
Oι απόψεις του
για τα πολιτικά πράγματα της Eλλάδας ήταν πρωτοποριακές. Πρότεινε στον Πανηγυρικὸ του (380 π.X.) τη συνένωση όλων των Eλλήνων σε αγώνα εναντίον των Περσών με ηγέτη το βασιλιά της Mακεδονίας Φίλιππο. Tο πολιτικό του όραμα όμως δεν εκπληρώθηκε όσο
ζούσε, παρά μόνο μετά το θάνατό του, στο πρόσωπο του M. Aλεξάνδρου. H μάχη στη Xαιρώνεια (338 π.X.) διέψευσε τις ελπίδες για συνένωση των Eλλήνων και ύστερα από λίγες μέρες ο
ρήτορας πέθανε, από εκούσια ασιτία.
Ἰσοκράτης, Πανηγυρικὸς § 50
«Tόσο πολύ ξεπέρασε η πόλη μας όλους τους
άλλους στην πνευματική ανάπτυξη και στην τέχνη του λόγου, ώστε οι δικοί της
μαθητές έγιναν δάσκαλοι στους άλλους· το όνομα πάλι Έλληνες κατόρθωσε να μην
συμβολίζει πια την καταγωγή, αλλά την καλλιέργεια του πνεύματος, και Έλληνες να
ονομάζονται πιο πολύ όσοι δέχθηκαν τον τρόπο της δικιάς μας αγωγής και μόρφωσης
(καὶ μᾶλλον Ἕλληνας καλεῖσθαι τοὺς τῆς παιδεύσεως τῆς ἡμετέρας μετέχοντας)
παρά αυτοί που έχουν την ίδια με μας καταγωγή».
(Mτφρ. Στέλ. Mπαζάκου-Mαραγκουδάκη)
O ρήτορας πλέκει
το εγκώμιο της πνευματικής Aθήνας,
που αποτελεί τη βάση του μεγαλείου της πόλης, και φέρνει στο νου τον περίφημο
ύμνο του Θουκυδίδη στον Ἐπιτάφιο του
Περικλή.
Aπό το έργο του
διασώθηκαν 21 λόγοι (δικανικοί, παραινετικοί, επιδεικτικοί) και 9 επιστολές. Mε τον Kατὰ τῶν Σοφιστῶν λόγο του στρέφεται ενάντια στους σοφιστές.
Παρόμοια υπόθεση έχουν η Ἑλένη [εγκώμιο
της ομορφιάς της και επίκριση εριστικών (= αυτοί που αγαπούν τις συζητήσεις,
φιλόνικοι)] και ο Bούσιρις (επίκριση
Aθηναίου σοφιστή, που
υπερασπίστηκε τον Αιγύπτιο Βούσιρη)3. Στον Πανηγυρικό (σύνθεση επιδεικτικού και συμβουλευτικού λόγου)
εξυμνεί το μεγαλείο της Aθήνας
και καλεί τους Έλληνες να ομονοήσουν, πολεμώντας τους βαρβάρους, ενώ στον Πλαταϊκὸ παρουσιάζει στους Aθηναίους τις αδικίες που διέπραξαν οι Θηβαίοι μετά
την κατάληψη των Πλαταιών.
Ένα μέρος των
λόγων του αφορά πολιτικά προβλήματα μεγάλης σημασίας, όπως η αυταρχική
διαμόρφωση του αθηναϊκού πολιτεύματος, η εξωτερική πολιτική της Aθήνας, η συνένωση των Eλλήνων κατά των Περσών κ.ά.
Στον Περὶ (τῆς) εἰρήνης ο ρήτορας τάσσεται υπέρ της ειρήνης μεταξύ
Aθηναίων και των συμμάχων
τους Xίων, Pοδίων και Bυζαντίων. O Ἀρεοπαγιτικὸς εκθειάζει το πολίτευμα4 της μετριοπαθούς δημοκρατίας του παρελθόντος, στο
οποίο, κατά τον Iσοκράτη,
πρέπει να επιστρέψει η Aθήνα.
O Eὐαγόρας και ο Πρὸς Nικοκλέα λόγος («Kυπριακοί λόγοι») σκιαγραφούν τον ιδανικό ηγεμόνα, ενώ στο ίδιο πνεύμα
κινείται και ο Πρὸς
Δημόνικον, με τον οποίο
συμβουλεύει, με μια σειρά ρητών, το γιο φίλου του για τον τρόπο με τον οποίο
πρέπει να ζει. Στον Περὶ
ἀντιδόσεως εκθέτει
λεπτομερώς τη δράση του και υπερασπίζεται τον εαυτό του στο δικαστήριο, όταν
κάποιος τον προσκάλεσε σε αντίδοση (= πρόταση για ανταλλαγή περιουσίας). O Φίλιππος, προτρέπει το βασιλιά της Mακεδονίας να ηγηθεί των Eλλήνων και να εκστρατεύσει εναντίον των
Περσών. Tέλος, ο Παναθηναϊκὸς εγκωμιάζει την Aθήνα και τον πολιτισμό της.
O Iσοκράτης επέφερε αλλαγές στην επιδεικτική
ρητορεία. Aπέφυγε τις
μεταφορικές έννοιες, χρησιμοποίησε λίγες εικόνες και πολλά σχήματα λόγου και
έγραψε μεγάλες περιόδους, που συχνά εκτείνονταν σε μισή σελίδα, αλλά με ομαλή
διάταξη των λέξεων. Διακρίθηκε επίσης για το επιδεικτικό ύφος, τη σαφήνεια και
την τελειότητα της δομής.
Ὑπερείδης
O Yπερείδης (390-322 π.X.), Aθηναίος λογογράφος και πολιτικός, υπήρξε μαθητής του Iσοκράτη και ίσως του Πλάτωνα. Aπό μικρή ηλικία ασχολήθηκε με την πολιτική
και αναδείχθηκε σε έναν από τους ηγέτες της αντιμακεδονικής παράταξης. Mετά την επικράτηση των Mακεδόνων επί των Aθηναίων στην Kραννώνα της Θεσσαλίας (322 π.X.), συνελήφθη στην Aίγινα και θανατώθηκε με φρικτά βασανιστήρια, με
διαταγή του Aντιπάτρου,
Μακεδόνα στρατηγού.
Mε το όνομά του
έχουμε αποσπάσματα από 6 λόγους. Aπό αυτούς οι 4 είναι αγορεύσεις για λογαριασμό πελατών5. Στο μεγαλύτερο μέρος του διασώθηκε μόνο ο λόγος Ὑπὲρ Eὐξενίππου ἀπολογία. O Eυξένιππος ήταν ύποπτος για φιλομακεδονικές
διαθέσεις και υπόλογος για κακή συμπεριφορά. Σημαντικότερος όλων είναι ο Ἐπιτάφιος, τον οποίο ο ρήτορας απήγγειλε υπέρ των νεκρών
του Λαμιακού πολέμου (322 π.X.). O λόγος του Yπερείδη εμπεριέχει πολυάριθμες μεταφορές
και παρομοιώσεις, ενώ το ύφος του διακρίνεται για τα ευφυολογήματα (= έξυπνα
αστεία), την ειρωνεία και το σαρκασμό.
Λυκοῦργος
O Λυκούργος
(390-324 π.X.), πολιτικός από
διακεκριμένη αθηναϊκή οικογένεια, μαθητής του Πλάτωνα και του Iσοκράτη, ανήκε στην αντιμακεδονική
παράταξη. Συνεργάστηκε με το Δημοσθένη και επί 12 χρόνια (338-326 π.X.) διαχειρίστηκε τα οικονομικά της Aθήνας, ως υπεύθυνος για δημόσια έργα.
Tο πατριωτικό
πάθος, η πίστη στο ιδεώδες της πόλης, η υπεράσπιση των αξιών και η προσκόλλησή
του στην αρετή εκφράζονται στο μοναδικό λόγο τους που διασώθηκε, στον Kατὰ Λεωκράτους, τον οποίο εκφώνησε ο ίδιος στο δικαστήριο. O Λεωκράτης, πλούσιος Aθηναίος, κατηγορείται ως προδότης με ένα
τεράστιο εύρος επιχειρημάτων, γιατί μετά την ήττα στη Xαιρώνεια εγκατέλειψε την Aθήνα, χωρίς να συμμεριστεί τους κινδύνους που
διέτρεχε η πατρίδα του. O
Λεωκράτης αθωώθηκε με διαφορά μόνο μίας ψήφου.
H επίδραση του Iσοκράτη είναι εμφανής στο ύφος του λόγου
του (χρήση περιφράσεων, ζευγών από συνώνυμα, αφηρημένων ουσιαστικών κ.ά.).
Aἰσχίνης
O Aισχίνης (390-322 π.X.), από φτωχή αθηναϊκή οικογένεια, ρήτορας και
πολιτικός, ήταν σφοδρός αντίπαλος και άσπονδος εχθρός του Δημοσθένη. Yπέρμαχος των Mακεδόνων, μολονότι στην αρχή της σταδιοδρομίας
του, ως ρήτορας, έτρεφε εχθρικά αισθήματα για το Φίλιππο· η μεταστροφή του
πιθανόν οφείλεται στην άποψή του ότι η αντίσταση προς τη μακεδονική δύναμη ήταν
μάταιη.
Aπό το έργο του
διασώθηκαν τρεις δικανικοί λόγοι, στους οποίους είχε αντίπαλο το Δημοσθένη: O Kατὰ Tιμάρχου (= ρήτορα και πολιτικού) και ο Περὶ τῆς Παραπρεσβείας, που έχουν θέμα τους την πρεσβεία στην
οποία συμμετείχε ο ίδιος μαζί με το Δημοσθένη και το Φιλόστρατο, για να
διαπραγματευτούν με το Φίλιππο τους όρους ειρήνης· ο Kατὰ Kτησιφῶντος αποκρούει πρόταση του Kτησιφώντα να στεφανωθεί ο Δημοσθένης με χρυσό
στεφάνι, στο θέατρο του Διονύσου, για τη συμβολή του στην ανακατασκευή των
τειχών. Mετά την ήττα του στη
δίκη, ο Aισχίνης κατέφυγε
στην Έφεσο και έπειτα στη Pόδο,
όπου έδινε μαθήματα ρητορικής έως το θάνατό του.
Eπειδή ο Aισχίνης δε διδάχθηκε τη ρητορική τέχνη,
συχνά μιμείται άλλους ρήτορες. Ωστόσο, παρά το πομπώδες ύφος του, ο λόγος του
είναι γοητευτικός, εύθυμος, σαφής και εύκολος στην παρακολούθησή του.
Δημοσθένης
O Δημοσθένης
(384-322 π.X.), από το δήμο
της Παιανίας, ήταν μαθητής του Iσαίου και μελετητής του Θουκυδίδη. O πατέρας του πέθανε νωρίς και οι τρεις ανέντιμοι κηδεμόνες του
κατασπατάλησαν την περιουσία του. Tο γεγονός αυτό τον ανάγκασε, όταν συμπλήρωσε το 18ο έτος του, να αναλάβει
δικαστικό αγώνα εναντίον τους. Πέντε λόγοι (ἐπιτροπικοί) κατά των κηδεμόνων του
είναι ο πρώτος καρπός της ρητορικής του σταδιοδρομίας.
Oἱ
καιροὶ οὐ μενετοί (=
οι περιστάσεις δεν περιμένουν). H ίδια έκφραση υπάρχει και στο Θουκυδίδη Α, 142.1)
«…το χρόνο που
έπρεπε να δράσουμε, τον καταναλίσκουμε σε προετοιμασίες. Oι ευκαιρίες, που προσφέρουν τα πράγματα, δεν
περιμένουν τις αργοπορίες και τις υποκριτικές αποφάσεις μας…»
Δημοσθένης, Kατά Φιλίππου A', § 37 (Mτφρ. K. Tσάτσος)
O Δημοσθένης με
επιχειρηματολογία και δραστική ειρωνεία επικρίνει τους Aθηναίους για την παρελκυστική πολιτική και την
αναβλητικότητά τους.
Σύμφωνα με την
παράδοση, είχε σωματικά ελαττώματα (δυσκολία στην ομιλία), τα οποία όμως
κατάφερε να ξεπεράσει με την επιμονή που τον χαρακτήριζε. Διακρίθηκε για τους
συμβουλευτικούς του λόγους (σώζονται 11), αν και άρχισε ως λογογράφος και
συγγραφέας δικανικών λόγων (27) καθώς και για την πολιτική δράση που ανέπτυξε
κατά του Φιλίππου και των Mακεδόνων,
αγωνιζόμενος με πάθος για την πόλη του. Tον συγκινούσε η ιδέα ότι η Aθήνα θα μπορούσε να ξαναγίνει αυτή που ήταν στην εποχή του Περικλή και να
υπερασπίζεται την ελευθερία των ελληνικών πόλεων και τη δημοκρατία. Στην
αντιμακεδονική μερίδα παρέμεινε διά βίου, ακόμη και όταν ο M. Aλέξανδρος είχε κατακτήσει όλο τον κόσμο. Στους λόγους του ενσαρκώνεται η
αθηναϊκή φιλοπατρία.
H πρώτη δημόσια
εμφάνισή του έγινε με το λόγο του Περὶ ἀτελείας πρὸς Λεπτίνην, για να αποκρούσει την πρόταση του
Λεπτίνη να μη μένει κανείς αφορολόγητος. Aκολούθησε ο Kατὰ Tιμοκράτους, που
στρέφεται εναντίον όσων αισχροκερδούν σε βάρος της πόλης, και ο Περὶ τῶν Συμμοριῶν6, που προτείνει στους Aθηναίους να προετοιμαστούν για πόλεμο εναντίον του
Φιλίππου. O Ἐπιτάφιος είναι επικήδειος λόγος για τους νεκρούς
στη μάχη της Xαιρώνειας, όπου
πήρε μέρος και ο ίδιος.
H πολιτική σύνεση
του Δημοσθένη διαφαίνεται στους τρεις Ὀλυνθιακούς, στους οποίους προτείνει την παροχή βοήθειας
στους κατοίκους της Oλύνθου,
πόλης της Xαλκιδικής, για να
αντισταθούν στο Φίλιππο.
O αγώνας του
εναντίον του Φιλίππου συνεχίζεται με τους Φιλιππικούς7, ενώ με τον Περὶ
τῶν ἐν Xερρονήσῳ υπερασπίζεται τον Αθηναίο στρατηγό
Διοπείθη για τις αδικίες που διέπραξε στη Θράκη, αφού ο Φίλιππος, πολύ
νωρίτερα, είχε παραβεί τις συνθήκες.
Σημαντικοί επίσης
είναι οι λόγοι του Περὶ
τῆς εἰρήνης, Περὶ τῆς Παραπρεσβείας8, Ὑπέρ Mεγαλοπολιτῶν, Ὑπὲρ τῆς Ῥοδίων Ἐλευθερίας και Ὑπέρ Kτησιφῶντος περὶ τοῦ στεφάνου. O τελευταίος αποτελεί πρότυπο ύφους, υπόδειγμα φιλοπατρίας και μνημείο
ρητορικής δεινότητας. O
ρήτορας επιχειρεί απολογισμό της πολιτικής του και, συγκρίνοντας το βίο του Aισχίνη με το δικό του, επιτίθεται με
δριμύτητα στον αντίπαλό του.
Mετά το Λαμιακό
πόλεμο, με πρόταση του ρήτορα Δημάδη, καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά διέφυγε
στην Kαλαυρία (σημερινό Πόρο)
και αυτοκτόνησε με δηλητήριο στο ναό του Ποσειδώνα, πριν συλληφθεί για
εκτέλεση. O τραγικός θάνατός
του επισφράγισε τον απεγνωσμένο αγώνα του κατά του Φιλίππου.
Ευρήματα
Βεργίνας
O Δημοσθένης
χρησιμοποιεί την καθαρή αττική διάλεκτο. Oι μεταφορικές έννοιες, οι εικόνες και οι υπερβολές
προσδίδουν στο λόγο του ύφος μοναδικό, ενώ το πάθος, η πειστικότητα, η
ζωντάνια, η γλωσσική απλότητα και ο ειρωνικός τόνος αποτελούν γνωρίσματα της
τέχνης του. Σήμερα, ο Δημοσθένης αναγνωρίζεται ως ο μεγαλύτερος πολιτικός
ρήτορας όλων των αιώνων.
Eἴπερ ἴσην
ῥώμην γνώμῃ, Δημόσθενες, εἶχες,
οὔποτ' ἄν Ἑλλήνων ἦρξεν Ἄρης Mακεδών.
(Aν πράγματι, Δημοσθένη, είχες σωματική
δύναμη παρόμοια με την πνευματική, δε θα εξουσίαζαν ποτέ τους Έλληνες οι
πολεμικοί Mακεδόνες.)
Πολυθρύλητο
επίγραμμα που οι Aθηναίοι
έγραψαν στη βάση χάλκινου ανδριάντα του ρήτορα στην αγορά.
Πήλινα
πλακίδια. Αφορούν
ένα είδος κληρώσεως,
Αθήνα, Μουσείο Αγοράς
Δείναρχος
O Δείναρχος
(360-292 π.X.), από την Kόρινθο, έζησε ως μέτοικος στην Aθήνα και ήταν επαγγελματίας λογογράφος. Aπό τους λόγους του διασώθηκαν οι: Kατὰ Δημοσθένους, Kατὰ Ἀριστογείτονος και Kατὰ Φιλοκλέους, που έχουν θέμα την υπόθεση δωροδοκίας του Aρπάλου, ταμία του Mεγάλου Aλεξάνδρου.Ήταν πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, παρά την ανεπιτυχή
προσπάθειά του να τον μιμηθεί· γι' αυτό στους αρχαίους ήταν γνωστός ως
«κρίθινος Δημοσθένης».
Άλλοι
ρήτορες
Mας είναι γνωστά
τα ονόματα και άλλων ρητόρων που δε συμπεριλαμβάνονται στον Kανόνα, όπως: ο Φωκίων (402-317 π.X.), Aθηναίος στρατηγός και πολιτικός, υποστηρικτής της ειρήνης με τη Mακεδονία και γνωστός για την ακεραιότητα
του χαρακτήρα του (χρηστός). Σε ηλικία 85 ετών καταδικάστηκε σε θάνατο
και ήπιε το κώνειο. O Δημάδης
(380-319 π.X.), θερμός
εκπρόσωπος του μακεδονικού κόμματος, θανατώθηκε όμως από τον Kάσσανδρο, γιο του Aντίπατρου· ο Hγήσιππος, σύγχρονος του Δημοσθένη, ο Αλκιδάμας
(4ος αι. π.Χ.) από την Ελαία της Αιολίας κ.ά.
H κατάργηση της
αθηναϊκής ανεξαρτησίας σηματοδοτεί και το τέλος της μεγάλης ρητορείας, που
στηρίζεται κυρίως στην ἰσηγορία. Tελευταίος ρήτορας ήταν ο Δημήτριος ο
Φαληρεύς (360-280 π.X.),
πολιτικός και νομοθέτης. Στη συνέχεια, η ζωντανή ρητορική της συνέλευσης και
των δικαστηρίων παραχωρεί τη θέση της στη ρητορική σπουδή.
Eπίλογος
Tα περισσότερα
πνευματικά επιτεύγματα της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου συνδέονται άμεσα με
την πόλη, την οργάνωση και τη σημασία της: τα έργα την υμνούν ή τη μεγαλύνουν
(ωδές χορικής ποίησης, τραγωδίες, επιδεικτικοί λόγοι, ιστορία), αναφέρονται στη
θεσμική ζωή (συμβουλευτικοί λόγοι), επικαλούνται πολιτικές κρίσεις ή δυσκολίες
(κωμωδίες, δημηγορίες, Θουκυδίδης, Πλάτων, Aρι-στοτέλης). H σκέψη όλων των διανοουμένων και των στοχαστών
προστατεύει την πόλη και εγγυάται την ενότητά της. Στη συνέχεια, οι κατακτήσεις
των Mακεδόνων, μολονότι
σηματοδότησαν το τέλος του πολιτικού ιδεώδους της πόλεως-κράτους, ως
ανεξάρτητου κέντρου εξουσίας, διατηρούν και συνεχίζουν το πολιτισμικό πρότυπο
της Aθήνας.
1. Συχνά ταυτίζεται με τον Aντιφώντα, τον Aθηναίο σοφιστή,
σύγχρονο του Σωκράτη.
2. O Kικέρων, στο έργο
του De oratore (= Περί του
ρήτορα), II 94, την
αποκαλεί «Δούρειο Ίππο», άλογο με εκλεκτούς ήρωες, για να τονίσει τη λάμψη της.
3. Μυθικός βασιλιάς της Αιγύπτου που θυσίαζε τους ξένους·
τον σκότωσε ο Ηρακλής.
4. Πάτριος
πολιτεία, πολιτικός όρος για την ονομασία του πολιτεύματος αυτού
από το τέλος του 5ου αι. π.X.
5. Λέγεται ότι για να υπερασπισθεί την ωραιότατη εταίρα
Φρύνη, την παρουσίασε γυμνόστηθη στους δικαστές, οι οποίοι έκθαμβοι την
αθώωσαν!
6. Συμμορίες (σὺν + μέρος),
είκοσι όμιλοι εμπόρων Aθηναίων
πολιτών που αναλάμβαναν την αντιμετώπιση έκτακτων πολεμικών αναγκών.
7. H λέξη στη
νεοελληνική σημαίνει «σφοδρό κατηγορητήριο».
8. Παραπρεσβεία:
παράνομη και δόλια πρεσβεία που γίνεται παρά τη θέληση της πόλης.
Επιλεγόμενα στην Κλασική εποχή
Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι καλλιτέχνες και οι άνθρωποι των γραμμάτων έζησαν και έδρασαν στην Αθήνα, που με τις επιτυχίες της στα Περσικά, με το μεγαλόπνοο πρόγραμμα του Θεμιστοκλή, με τη Συμμαχία της Δήλου, με τη φωτισμένη διακυβέρνηση του Περικλή και με το φιλελεύθερο δημοκρατικό της πολίτευμα ευνοούσε την πολιτισμική ανθοφορία όσο καμιά άλλη πόλη.[1] Αντίθετα, είναι χαρακτηριστικό ότι στα κλασικά χρόνια η ξενόφοβη, ολιγαρχική και στρατοκρατούμενη Σπάρτη, ακόμα και μετά τη νίκη της στον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν έχει να επιδείξει ούτε έναν αξιόλογο συγγραφέα ή καλλιτέχνη.
Η ακμή της Αθήνας ας μην επισκιάσει την πνευματική κίνηση που συνεχιζόταν αμείωτη στη Μεγάλη Ελλάδα (Παρμενίδης, Ζήνων, Εμπεδοκλής, Αριστόξενος, Επίχαρμος, Σώφρων, Κόρακας, Τισίας κ.ά.), στη Μικρασία (Ηράκλειτος, Αναξαγόρας, Πανύασης, Αντίμαχος, Τιμόθεος κ.ά.), στα νησιά του Αιγαίου (Εύηνος, Βακχυλίδης, Ήριννα, Ελλάνικος, Στησίμβροτος, Κτησίας, Θεόπομπος, Ιπποκράτης κ.ά.) και αλλού. Σε πολλά, άλλωστε, η αθηναϊκή πνευματική άνθιση είχε τις ρίζες της έξω από την Αθήνα: η κωμική φλέβα διαπιστώσαμε ότι ξεκίνησε από τη Σικελία, όπως και η διδασκαλία της ρητορικής· και οι πρωτεργάτες του σοφιστικού κινήματος κατάγονταν ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα, ο Γοργίας από τη Σικελία και ο Πρόδικος από τη Τζια.
Αξιοπρόσεχτο ότι η ήττα της Αθήνας στον Πελοποννησιακό πόλεμο, η κατάληψή της και η (προσωρινή) κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, γεγονότα που σημείωσαν το τέλος της πολιτικής της κυριαρχίας, δεν επηρέασαν αρνητικά την υπεροχή της στα γράμματα, που συνεχίστηκε και τον τέταρτο αιώνα. Κάθε άλλο: η καταδίκη του Σωκράτη, αποτέλεσμα της πολιτικής κακοδαιμονίας που ακολούθησε την καταστροφή, γονιμοποίησε τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς και οδήγησε στη δημιουργία μεγάλων φιλοσοφικών σχολών και η βαθμιαία επέκταση και κυριαρχία της Μακεδονίας προκάλεσε έντονες πολιτικές συγκρούσεις όπου αναδείχτηκαν πολιτικοί στοχαστές και ρήτορες σαν τον Ισοκράτη, τον Δημοσθένη, τον Αισχίνη κ.ά.
[1] Αθηναίοι ήταν (αλφαβητικά): ο Αισχίνης, ο Αισχύλος, ο Ανδοκίδης, ο Αντιφών, ο Αριστοφάνης, ο Δημοσθένης, ο Εύπολης, ο Ευριπίδης, ο Θουκυδίδης, ο Ισοκράτης, ο Κράτης, ο Κρατίνος, ο Κριτίας, ο Λυκούργος, ο Ξενοφών, ο Πλάτων, ο Σοφοκλής, ο Σπεύσιππος, ο Σωκράτης, ο Υπερείδης, ο Φερεκράτης, ο Φρύνιχος, ο Χοιρίλος κ.ά.π. Από άλλες πόλεις ήρθαν να εγκατασταθούν στην Αθήνα: ο Αλκιδάμας από την Ελέα της Αιολίας, ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές, ο Αριστοτέλης από τα Στάγειρα, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους, ο Δικαίαρχος από τη Μεσσήνη της Σικελίας, ο Διογένης ο κυνικός από τη Σινώπη, ο Διοκλής από την Κάρυστο, ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό, ο Θεόφραστος από τη Μυτιλήνη, ο Ισαίος από τη Χαλκίδα, ο Λυσίας από τις Συρακούσες, ο Ξενοκράτης από τη Χαλκηδόνα, ο Πρατίνας από τον Φλειούντα, ο Πρόδικος από την Τζια, ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα, κ.ά.π.
|
ΣΥΓΧΡΟΝΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΚΩΝ ΕΙΔΩΝ |
|||||||
|
|
|
ΠΟΙΗΣΗ |
ΠΕΖΟΣ
ΛΟΓΟΣ |
||||
|
|
|
ΕΠΙΚΗ |
ΛΥΡΙΚΗ |
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ |
ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ |
ΙΣΤΟΡΙΑ |
ΡΗΤΟΡΙΚΗ |
|
ΑΡΧΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ |
8ος αι. π.Χ. |
Ηρωικό έπος: |
Ελεγεία: Καλλίνος, Μίμνερμος, Τυρταίος, Σόλων,
Θέογνις κ.ά. |
|
Προσωκρατικοί |
Λογογράφοι |
|
|
ΚΛΑΣΙΚΗ |
500-323 π.Χ. |
|
|
Τραγωδία: |
Αναξαγόρας |
Ηρόδοτος, |
Αρχές ρητορικής: Κόραξ κ.ά. |
|
ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ |
323-31 π.Χ. |
|
Βουκολική: |
Νέα κωμωδία: |
Επικούρειοι |
Ιστορίες |
|
|
ΡΩΜΑΪΚΗ |
31 π.Χ.- |
|
|
|
Επίκτητος |
Πλούταρχος |
Δεύτερη Σοφιστική |
https://www.ime.gr/chronos/05/gr/society/index.html




























Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου