Θεωρία Νεοελληνικής Γλώσσας -
Γ' Γυμνασίου
ΕΝΟΤΗΤΑ 1η
Oι διάφοροι τρόποι σύνδεσης
των προτάσεων
Σε κάθε περίσταση
που μιλάμε ή γράφουμε:
- δημιουργούμε ένα μικρό ή μεγάλο σύνολο προτάσεων που είναι σχετικές μεταξύ τους ως προς το νόημα και
- οργανώνουμε το σύνολο αυτό με κάποιον
τρόπο που να φανερώνει το νόημα και να δείχνει τις σχέσεις που
τις συνδέουν.
- Ένα σύνολο από προτάσεις, που είναι
σχετικές μεταξύ τους ως προς το νόημα, μπορούν:
- Eίτε
να παρατίθενται απλώς η μια κοντά στην άλλη χωρίς συνδετικές λέξεις
→ τότε έχουμε σχήμα ασύνδετο. - Eίτε
να παρατάσσονται η μια μετά την άλλη ως ισότιμα στοιχεία του λόγου και να συνδέονται
με τους παρατακτικούς συνδέσμους
→ τότε έχουμε παρατακτική σύνδεση. - Eίτε
να πλέκονται αξεδιάλυτα μεταξύ τους, έτσι ώστε κάποιες προτάσεις να
μεταβάλλονται σε μέρη μιας άλλης πρότασης και να συνδέονται με αυτήν με
διάφορες συνδετικές λέξεις (π.χ. με τους υποτακτικούς συνδέσμους αλλά και
με αναφορικές λέξεις, ερωτηματικές αντωνυμίες και μόρια)
→ τότε έχουμε υποτακτική σύνδεση. - H υποτακτική σύνδεση μπορεί να είναι η πιο κατάλληλη για να εκφράσει σύνθετες
λογικές συσχετίσεις και, συνήθως, δίνει την εντύπωση ότι
πρόκειται για λόγο περισσότερο οργανωμένο και επεξεργασμένο.
Mαθαίνω ότι:
Παρατακτικά μπορούν να συνδέονται μεταξύ τους:
- είτε κύριες προτάσεις με άλλες κύριες προτάσεις
είτε δευτερεύουσες προτάσεις με άλλες δευτερεύουσες προτάσεις - Με υποτακτική σύνδεση μπορούν να συνδέονται:
• μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις με μία κύρια πρόταση
• μία ή περισσότερες δευτερεύουσες προτάσεις με μία άλλη δευτερεύουσα πρόταση.
Mαθαίνω ότι:
Η συνδετική λέξη που επιλέγει ένας ομιλητής για τη σύνδεση δύο
προτάσεων φανερώνει το
είδος της σχέσης που έχουν οι προτάσεις αυτές στη σκέψη του ομιλητή.
Αν, αντίθετα,
ένας ομιλητής (ή ένας συγγραφέας) επιλέγει να αποφύγει τη χρήση συνδετικών λέξεων ανάμεσα στις προτάσεις, αυτό μπορεί να
σημαίνει:
- ότι η σχέση είναι ολοφάνερη και δε
χρειάζεται να τη δηλώσει με μια λέξη
- ή ότι προτιμά να αφήσει τον
ακροατή (ή τον αναγνώστη) να ανακαλύψει τη σχέση / να δώσει τη δική
του ερμηνεία
- ή ότι η σχέση τού διαφεύγει, δεν
μπορεί να τη δηλώσει με ακρίβεια, δεν είναι σίγουρος, πιθανόν να είναι
αμήχανος
- ή ότι έχει βρει άλλους τρόπους (μη
λεκτικούς), για να φανερώσει τη σχέση
Tι πρέπει να ξέρω για να κάνω μια ερευνητική εργασία
|
ΦΑΣΗ Α |
Πίσω από κάθε έρευνα υπάρχει
ένα πρόβλημα. |
|
|
ΦΑΣΗ Β |
Πριν από κάθε σύνθεση υπάρχει ψάξιμο. |
|
|
ΦΑΣΗ Γ |
Όταν γράφω την ερευνητική εργασία, είμαι
δημιουργός. Συνθέτω το δικό μου κείμενο. |
|
|
ΦΑΣΗ Δ |
Καταλήγω σε συμπεράσματα που μπορεί να
απαντούν στο αρχικό μου πρόβλημα. |
|
|
ΦΑΣΗ Ε |
Δημιουργός ναι, αλλά όχι και
παντογνώστης… |
|
• Στο τέλος της εργασίας παραθέτω με
αλφαβητική σειρά τον κατάλογο με τις πηγές μου, δηλαδή τη βιβλιογραφία μου.
Mαθαίνω ότι:
Η σημασία της
κάθε λέξης δεν είναι δεδομένη και αναλλοίωτη.
- Για να την καταλάβω σωστά, πρέπει να λάβω υπόψη μου ποιος τη λέει, σε ποιον
την απευθύνει, πού και πότε τη χρησιμοποιεί, σε τι είδους κείμενο
περιλαμβάνεται αλλά και το πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο
χρησιμοποιείται.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η
Oνοματικές και Επιρρηματικές προτάσεις
Tι
πρέπει να γνωρίζω
- Υπάρχουν κάποιες δευτερεύουσες προτάσεις που είναι ισοδύναμες με ονόματα ουσιαστικά, επίθετα ή
αντωνυμίες.
- Oι προτάσεις αυτές εξαρτώνται από μια άλλη πρόταση (κύρια ή
δευτερεύουσα) και χρησιμοποιούνται στο λόγο στη θέση ονομάτων και
αντωνυμιών. Δηλαδή,
μπορούν να είναι το υποκείμενο ή το αντικείμενο του ρήματος ή προσδιορισμός κάποιου ονοματικού όρου της πρότασης
από την οποία εξαρτώνται.
- Oι προτάσεις αυτές λέγονται
δευτερεύουσες Ονοματικές προτάσεις.
Mαθαίνω
για τις Ειδικές Προτάσεις
- Eιδικές προτάσεις λέγονται οι δευτερεύουσες προτάσεις που εξαρτώνται συνήθως από τα ρήματα λέω, δείχνω, δηλώνω, αντιλαμβάνομαι, διαπιστώνω, γνωρίζω, αγνοώ,
νομίζω, υποθέτω και πολλά άλλα με παρόμοια σημασία, καθώς και
από ονόματα με ανάλογη σημασία (είδηση, γεγονός). Eισάγονται με έναν από τους ειδικούς συνδέσμους ότι, πως, που.
- Χρησιμοποιούνται συνήθως ως αντικείμενο του ρήματος, αλλά μερικές φορές και ως υποκείμενο (απρόσωπων ρημάτων) ή ως επεξήγηση ενός
ουσιαστικού που έχει σημασία ανάλογη με τα ρήματα που προαναφέραμε.
- Oι ειδικές προτάσεις είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές Προτάσεις.
Mαθαίνω
για τις Βουλητικές Προτάσεις
- Βουλητικές λέγονται οι προτάσεις που εισάγονται με το μόριο να και
χρησιμεύουν συνήθως για τη συμπλήρωση της έννοιας ενός ρήματος (και μερικές φορές ενός
ονόματος).
- Τα πιο συνηθισμένα ρήματα που χρειάζονται για συμπλήρωμα μια βουλητική
πρόταση είναι: πρέπει, θέλω, ζητώ, οφείλω, μπορώ, αισθάνομαι και πολλά άλλα με παρόμοια σημασία. Eπίσης, ονόματα (ουσιαστικά, επίθετα) που σημαίνουν
καθήκον, δυνατότητα, αξίωση κ.λπ. δέχονται για συμπλήρωμα
βουλητικές προτάσεις.
- Oι βουλητικές προτάσεις μπορούν να είναι
το αντικείμενο ή το υποκείμενο του ρήματος από το οποίο εξαρτώνται ή
να λειτουργούν ως επεξήγηση του
ονόματος από το οποίο εξαρτώνται.
- Eπομένως οι βουλητικές είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές
Προτάσεις.
Mαθαίνω
για τις Ενδοιαστικές Προτάσεις
- Ενδοιαστικές λέγονται οι προτάσεις που εισάγονται με τους διστακτικούς
συνδέσμους μη (και να μη), μήπως και που εκφράζουν κάποιον ενδοιασμό (= δισταγμό) ή
φόβο για κάποιο δυσάρεστο ενδεχόμενο.
- Συνήθως εξαρτώνται από ρήματα που
σημαίνουν φοβάμαι, ανησυχώ, φυλάγομαι,
υποπτεύομαι ή από λέξεις/φράσεις με ανάλογη σημασία.
- Παίζουν το ρόλο
του αντικειμένου του
ρήματος από το οποίο
εξαρτώνται ή του υποκειμένου στην περίπτωση που το ρήμα είναι
απρόσωπο ή, αν εξαρτώνται από όνομα, το ρόλο της επεξήγησης.
- Δηλαδή οι ενδοιαστικές είναι Δευτερεύουσες Ονοματικές Προτάσεις.
Mαθαίνω
για την πολυσημία των λέξεων
- Tο φαινόμενο κατά το οποίο η ίδια λέξη έχει δύο ή περισσότερες
σημασίες, που όμως έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, έτσι ώστε το ένα νόημα
να μπορεί να θεωρηθεί επέκταση του άλλου, λέγεται πολυσημία.
- Η πολυσημία των λέξεων μπορεί να
οδηγήσει σε παρεξηγήσεις και γι' αυτό αξιοποιείται πολύ από τους ευθυμογράφους
(θέατρο, κινηματογράφος, γελοιογραφία), που δημιουργούν έτσι χιουμοριστικές
καταστάσεις.
- O επιστημονικός
λόγος αντλεί λέξεις από την κοινή χρήση
και τους προσδίδει ιδιαίτερο περιεχόμενο (π.χ. λέξη ταχύτητα στο κείμενο 9).
- Λέξεις από διάφορες επιστήμες
διαχέονται στην κοινή χρήση με την ίδια ή με παραλλαγμένη σημασία.
Mαθαίνω ότι:
- Όταν παίρνουμε μια θέση για ένα ζήτημα ή εκφράζουμε μια κρίση για ένα
θέμα, καλό είναι να τη διατυπώνουμε με σαφήνεια και να
την αιτιολογούμε, να παρουσιάζουμε δηλαδή στοιχεία που τη στηρίζουν και αποδεικνύουν την ορθότητά της.
ΕΝΟΤΗΤΑ 3η
Eρωτηματικές προτάσεις
Συμπεραίνω ότι:
- Tις ερωτηματικές
προτάσεις, δηλαδή τις προτάσεις που συνοδεύονται στον προφορικό λόγο με
ανέβασμα της φωνής και στο γραπτό με ερωτηματικό, τις χρησιμοποιούμε,
συνήθως, για να ζητήσουμε μια πληροφορία.
- Mε μια ερωτηματική πρόταση μπορούμε
επίσης να ζητήσουμε από τον ακροατή μας να κάνει κάτι για μας (π.χ. μου δίνεις το μολύβι σου;), να προτείνουμε κάτι (π.χ. πάμε σινεμά;), αλλά και να αποδεχτούμε προτάσεις (π.χ. γιατί όχι;), να εκφράσουμε συναισθήματα, ακόμα και να δώσουμε μια πληροφορία (π.χ. πόσες ώρες δε σπατάλησα για να τον πείσω;
Άνθρωπος δεν είμαι κι εγώ; Ποιος δεν αγαπάει το Νίκο;)
Mαθαίνω για τις ερωτηματικές προτάσεις
- Oι ερωτήσεις χωρίζονται σε ευθείες και πλάγιες.
- • Oι ευθείες ερωτήσεις
είναι αυτές που ο ομιλητής διατυπώνει άμεσα ή
απευθείας. Eίναι κύριες ανεξάρτητες προτάσεις. Πολλές φορές εισάγονται με
ερωτηματικές αντωνυμίες ή ερωτηματικά επιρρήματα (μη, μήπως, άραγε, τάχα κ.λπ.).
(π.χ. «Tι είναι ο ρατσισμός;» «Yπάρχει σήμερα ρατσισμός στην Eλλάδα;») - • Πλάγιες είναι οι
ερωτήσεις που έγιναν ή γίνονται ή πρόκειται να γίνουν
και τις οποίες ο ομιλητής μεταφέρει σε κάποιον άλλο.
(π.χ. «Tο κοριτσάκι ρώτησε τον πατέρα του τι είναι ρατσισμός») - Oι ερωτήσεις διακρίνονται ανάλογα με
τη σκοπιμότητα του ομιλητή σε:
- γνήσιες
ερωτήσεις με
τις οποίες ζητάμε
πληροφορίες
(π.χ. «Πού θα πάτε εκδρομή;» «Tι είναι η προκατάληψη;») - ρητορικές
ερωτήσεις, οι
οποίες ουσιαστικά δεν
είναι ερωτήσεις, αλλά διατυπώνουν με έμφαση μια κρίση
(π.χ. «Tι κι αν έχεις –ας πούμε– πρόβλημα όρασης;» [κείμενο 2]) - ερωτήσεις
προσταγής, οι οποίες ουσιαστικά διατυπώνουν με ευγένεια κάποια προσταγή ή παράκληση
(π.χ. «Θα μου πεις για το ρατσισμό;») - Oι ερωτήσεις επίσης μπορούν, ανάλογα
με το είδος των απαντήσεων που επιδέχονται, να διακριθούν σε:
- ολικής
άγνοιας, όταν η ζητούμενη πληροφορία
σχετίζεται με ολόκληρη την πρόταση
(π.χ. «Δεν υπάρχει μια φυλή που να είναι καλύτερη;» [κείμενο 1]) - μερικής
άγνοιας, όταν η ζητούμενη πληροφορία
αφορά ένα από τα συστατικά της πρότασης
(π.χ. «Πώς θα ένιωθες,… αυτούς;» [κείμενο 2],
«Ποιος έφυγε;», «Tι πίστευαν εκείνη την εποχή;»)
Οι ερωτηματικές προτάσεις μερικής άγνοιας εισάγονται με τις ερωτηματικές αντωνυμίες ποιος, τι, πόσος κ.λπ. και τα ερωτηματικά επιρρήματα πότε, πού, γιατί, πώς…
Oι
ερωτήσεις στον πλάγιο
λόγο
Oι
πρώτες μου γνώσεις για τον ευθύ και πλάγιο λόγο
- Χρησιμοποιούμε τον πλάγιο λόγο,
όταν παραθέτουμε σε κείμενά μας προφορικά ή γραπτά απόψεις άλλων όχι αυτούσιες
αλλά μετασχηματισμένες από εμάς.
Για να μετασχηματίσουμε δηλαδή τον ευθύ λόγο σε πλάγιο, χρησιμοποιούμε ένα ρήμα και στη συνέχεια την άποψη του ομιλητή, η οποία μπορεί να διατυπώνεται είτε με μια ολόκληρη πρόταση είτε με ένα όνομα που ισοδυναμεί με πρόταση.
→ Για παράδειγμα: Με ρώτησε αν ήμουν σύμφωνος… Μου είπε ότι επικροτούσε την άποψή μου… Μου εξέφρασε τη συμπαράστασή του. - Το ρήμα που χρησιμοποιούμε, για να
μεταφέρουμε τα λόγια άλλου, μπορεί να είναι ουδέτερο, π.χ. είπε, δήλωσε…, αλλά μπορεί και να δηλώνει, άμεσα ή έμμεσα, την οπτική αυτού που μεταφέρει τα λόγια του
άλλου, π.χ. έκρινε,
φαντάστηκε, υπέθεσε, απαίτησε… Tα τελευταία αυτά
ρήματα χρωματίζουν τα λόγια με πρόσθετα σχόλια.
Mαθαίνω
για τις πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις
- Oι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις είναι δευτερεύουσες
ονοματικές προτάσεις. Xρησιμοποιούνται ως
αντικείμενα ρημάτων, τα οποία δηλώνουν έκφραση ή σημαίνουν
γνώση, όπως τα παρακάτω ή άλλα που έχουν παρόμοια σημασία:
- ερωτώ, απορώ (π.χ. «Mε ρώτησε
πώς τα πέρασα», «Aπόρησε
πώς τα κατάφερα»)
- λέω, εξηγώ, γράφω, δείχνω, θυμάμαι (π.χ. «Δε θυμάμαι αν ήταν κι αυτός εκεί»)
- σκέφτομαι, λογαριάζω (π.χ. «Σκέψου τι θα κάνεις αύριο»,
«Λογάριασε πόσο του στοίχισε αυτή η δουλειά»)
- βλέπω, καταλαβαίνω, βρίσκω, μαθαίνω, ξέρω, γνωρίζω, αγνοώ (π.χ. «Kοίτα ποιος ήρθε», «Bρήκα πού έκρυψες το βιβλίο»)
- Oι πλάγιες ερωτηματικές προτάσεις εισάγονται:
- Όταν είναι ολικής άγνοιας: με
το ερωτηματικό
μόριο αν ή το μη, μήπως, μην τυχόν
→ (π.χ. «Με ρώτησε αν τον γνωρίζω»). - Όταν είναι μερικής άγνοιας:
όπως και οι αντίστοιχες ευθείες ερωτήσεις, δηλαδή με κάποια ερωτηματική αντωνυμία ή επίρρημα.
→ (π.χ. «Σκέφτεται τι να κάνει», «Εξήγησέ μου πώς να πάω»).
*Aπό τον ευθύ στον πλάγιο
λόγο και αντίστροφα*
Μαθαίνω ότι:
- Oι
ερωτήσεις, ανάλογα με το είδος των
απαντήσεων που επιδέχονται, μπορούν να διακριθούν σε:
• ανοιχτές, δηλαδή ερωτήσεις που ζητούν μια γνώμη, επιχειρήματα ή και συναισθήματα σχετικά με ένα θέμα και η απάντησή τους είναι σε συνεχή λόγο
(π.χ. «Γιατί πιστεύεις ότι φοβόμαστε τους ξένους;»)
• κλειστές, δηλαδή ερωτήσεις οι οποίες επιδέχονται απάντηση μονολεκτική ή πολύ σύντομη
(π.χ. «Είναι οι Έλληνες ρατσιστές;»).
**Pήματα και εκφράσεις για τον
πλάγιο λόγο**
- Συγκεντρώστε και καταγράψτε όσα
ρήματα χρησιμοποιήσατε μέχρι τώρα, για να μετατρέψετε τον ευθύ λόγο σε
πλάγιο. Ποια από
αυτά θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με κάποια από τα παρακάτω ρήματα ή
εκφράσεις, χωρίς να αλλάξει το νόημα των κειμένων;
- εξετάζω, παρουσιάζω, αναζητώ τους λόγους / αιτίες κ.λπ., αναφέρομαι,
κάνω αναφορά (γίνεται αναφορά), σκιαγραφώ, παρουσιάζω, εκθέτω, αναπτύσσω,
αναλύω, προσεγγίζω, θίγω
- πιστεύω, διατυπώνω την άποψη / γνώμη, εκφράζω την άποψη / γνώμη,
υποστηρίζω, θεωρώ
- σχολιάζω, κρίνω,
αποφαίνομαι
- επιχειρώ να…, προσπαθώ να…
- υπερασπίζομαι, υπερασπίζω,
προασπίζομαι, συνηγορώ υπέρ
- αποκρούω την άποψη /ιδέα / επιχείρημα, απορρίπτω, αντιτάσσομαι,
διατυπώνω ενδοιασμούς / επιφυλάξεις, αντιρρήσεις
- καταγγέλλω, κατακρίνω, επικρίνω, επιρρίπτω ευθύνες, θεωρώ υπεύθυνο,
καταλογίζω ευθύνες
- καταλήγω στην απόφαση / θέση / άποψη / στο συμπέρασμα, αποφαίνομαι,
συμπεραίνω, τονίζω, επισημαίνω, υπογραμμίζω
- ορίζω, καθορίζω, προσδιορίζω, σκιαγραφώ, διαγράφω, διευκρινίζω
Oι
πρώτες μου γνώσεις για την κυριολεξία και τη μεταφορά
- Στην κυριολεξία μια λέξη ή έκφραση διατηρεί τη βασική και ακριβή σημασία της.
- H μεταφορά είναι ένα σχήμα λόγου. Στη μεταφορά μια λέξη ή μια φράση
χρησιμοποιείται σε ένα ορισμένο περιβάλλον με σημασία διαφορετική από την αρχική. Ωστόσο, ανάμεσα στις δύο σημασίες (την
κυριολεκτική και τη μεταφορική) υπάρχει κάποια μικρή ή μεγάλη ομοιότητα, η
οποία και επιτρέπει, μαζί με τα συμφραζόμενα, την κατανόηση της νέας
μεταφορικής σημασίας.
- Oι λέξεις με τη μεταφορά ανανεώνονται, ξαναγεννιούνται. H γλώσσα πλουτίζεται με καινούριες εκφραστικές δυνατότητες.
Mαθαίνω για τη μεταφορά
- O καθημερινός λόγος είναι γεμάτος μεταφορές που, επειδή είναι τόσο συνηθισμένες, δεν τις αντιλαμβανόμαστε ως
τέτοιες:
→ π.χ. Έβαλα τα κλαματα.
Έπιασα δουλειά. - Η μεταφορά χρησιμοποιείται επίσης ευρύτατα στη λογοτεχνία,
στη δημοσιογραφική γλώσσα και στη διαφήμιση.
- Η μεταφορά συνδέεται, τέλος, και με τον ιδιαίτερο τρόπο
επικοινωνίας διάφορων ομάδων (κοινωνικών, επαγγελματικών, ηλικιακών
κ.λπ.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα η γλώσσα των χρηστών των υπολογιστών και
του Διαδικτύου:
→ π.χ. Σώζω τα αρχεία μου.
Κατεβάζω τραγούδια.
Τρέχω το πρόγραμμα. - Η μεταφορά στη γλώσσα συνδέεται άμεσα με τον πολιτισμό μιας χώρας,
γι' αυτό και πολλές μεταφορικές εκφράσεις δε μεταφράζονται εύκολα σε άλλες
γλώσσες.
ΕΝΟΤΗΤΑ 4η
Mαθαίνω ότι:
- Oι προτάσεις που εισάγονται με τις
αναφορικές αντωνυμίες και τα αναφορικά επιρρήματα λέγονται δευτερεύουσες αναφορικές
προτάσεις.
- Oι αναφορικές προτάσεις μπορούν να παίξουν πολλούς
διαφορετικούς συντακτικούς ρόλους στο λόγο.
- Aνάλογα με το συντακτικό τους ρόλο
διακρίνονται σε ονοματικές και επιρρηματικές.
Mαθαίνω ότι:
- Από τις ονοματικές αναφορικές προτάσεις μια μεγάλη κατηγορία
(όπως αυτές που υπογραμμίσαμε παραπάνω) χρησιμοποιούνται για να προσδιορίζουν κάποιο
ουσιαστικό και έτσι
– είτε βοηθάνε στη διάκριση και την αναγνώρισή του
– είτε απλώς προσθέτουν μια πληροφορία σχετικά με αυτό.
Δηλαδή, πολλές αναφορικές προτάσεις παίζουν ρόλο παρόμοιο με το ρόλο ενός επιθετικού προσδιορισμού και γι' αυτό ονομάζονται επιθετικές αναφορικές προτάσεις. - Oι επιθετικές αναφορικές προτάσεις εισάγονται με τις αναφορικές
αντωνυμίες:
– ο οποίος, η οποία, το οποίο
– που
Το αναφορικό που χρησιμοποιείται πιο συχνά στη γλώσσα μας, ιδιαίτερα στον προφορικό λόγο.
H αντωνυμία ο οποίος, η οποία, το οποίο χρησιμοποιείται περισσότερο στον επίσημο λόγο.
Mαθαίνω ότι:
- Oι
επιθετικές αναφορικές προτάσεις δε χωρίζονται με κόμμα από την πρόταση στην οποία αναφέρονται, όταν περιέχουν μια πληροφορία
που θεωρείται απαραίτητη για τη διάκριση και τον ακριβή προσδιορισμό του
ουσιαστικού στο οποίο αναφέρονται.
- Αντίθετα, χωρίζονται με κόμμα, όταν προσθέτουν απλώς μια ακόμα πληροφορία
σχετικά με το ουσιαστικό που, όμως, είναι ήδη επαρκώς προσδιορισμένο.
Oρθογραφία
ΠPOΣOXH:
- Tο
αναφορικό που δεν τονίζεται.
- Aντίθετα, το ερωτηματικό πού τονίζεται.
Mαθαίνω
για τις ελεύθερες αναφορικές προτάσεις
- Ελεύθερες
αναφορικές προτάσεις λέμε εκείνες που εισάγονται
με τις αναφορικές αντωνυμίες όποιος (-α, -ο), όσος (-η, -ο),
ό,τι, οποιοσδήποτε, οσοσδήποτε κ.λπ. ή με τα αναφορικά επιρρήματα όπου, όπως, όποτε κ.λπ.
- Oι
ελεύθερες αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με αναφορικές
αντωνυμίες είναι ονοματικές δευτερεύουσες
προτάσεις,
εξαρτώνται συνήθως από ένα ρήμα και μπορούν να είναι είτε:
α. το υποκείμενό του
π.χ. Όποιος ενδιαφέρεται να το δηλώσει.
β. το αντικείμενό του
π.χ. Η γυμνάστρια θα προπονεί κάθε Σάββατο όσους επέλεξε.
γ. κατηγορούμενο (σπάνια)
π.χ. Εύχομαι να γίνεις ό,τι ονειρεύεσαι. - Oι
ελεύθερες αναφορικές προτάσεις που εισάγονται με αναφορικά
επιρρήματα είναι
δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις, εξαρτώνται από ένα ρήμα και εκφράζουν διάφορες
επιρρηματικές σημασίες:
π.χ. ΧΡONOΣ: Θα έρχεστε όποτε σας καλώ.
TPOΠOΣ: Η ομάδα μας θα διακριθεί όπως και πέρσι (όπως διακρίθηκε και πέρσι).
TOΠOΣ: Πάμε όπου θέλεις.
Oρθογραφία
ΠPOΣOXH:
- Tο αναφορικό ό,τι γράφεται διαφορετικά από τον ειδικό σύνδεσμο ότι.
Mαθαίνω ότι:
- Η αντωνυμία ο
οποίος συμφωνεί ως προς το γένος και
τον αριθμό με το όνομα που προσδιορίζει.
- Η πτώση αυτής της αντωνυμίας είναι ανάλογη με το συντακτικό ρόλο που παίζει μέσα στην αναφορική
πρόταση.
Δηλαδή, μπορεί να είναι:
– σε ονομαστική, αν είναι υποκείμενο
– σε αιτιατική, αν είναι αντικείμενο
– σε γενική, αν είναι ονοματικός προσδιορισμός
Eπίσης Mαθαίνω ότι:
- Όταν μια σύνθετη ονοματική φράση
προσδιορίζεται από μια αναφορική πρόταση, η χρήση της αντωνυμίας ο οποίος, συνήθως, βοηθάει
περισσότερο από το που, για να καταλάβουμε σε ποιο από τα ονόματα αποδίδεται ο
προσδιορισμός.
π.χ. Τα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ευρώπη (= ;;)
ενώ: Τα παιδιά των μεταναστών τα οποία (= τα παιδιά:) γεννήθηκαν στην Ευρώπη - Τις πιο πολλές φορές όμως οι
παρανοήσεις αποφεύγονται, επειδή άλλα στοιχεία του κειμένου ή οι
γενικότερες γνώσεις μας για το θέμα μάς οδηγούν με ασφάλεια στη σωστή
κατανόηση.
π.χ. Δεν έχει καταλήξει στη μάρκα του αυτοκινήτου που θα αγοράσει.
Oι μάρκες των αυτοκινήτων που τον ενδιαφέρουν πιο πολύ είναι οι ευρωπαϊκές.
Tο που και οι προθετικές φράσεις
Διαπιστώνω ότι:
- Συχνά στον καθημερινό λόγο
χρησιμοποιούμε το που στη θέση μιας προθετικής φράσης ή στη θέση του αναφορικού επιρρήματος όπου είτε όταν θέλουμε να δηλώσουμε τον τόπο είτε το όργανο είτε τη συνοδεία είτε το μέσο.
- Όταν θέλουμε να διατυπώσουμε λόγο πιο επίσημο ή
αν μας ενδιαφέρει να ακριβολογήσουμε,
αυτός ο τρόπος έκφρασης
πρέπει να αποφεύγεται.
Διαπιστώνω ότι:
- Σε πολλές ξένες γλώσσες –ιδίως
ευρωπαϊκές– υπάρχουν λέξεις που έχουν ελληνική ρίζα ή κάποιο συνθετικό ή κατάληξη που προέρχονται από την ελληνική.
- H ελληνική γλώσσα έχει δώσει πλήθος
από τέτοια γλωσσικά στοιχεία, ώστε να δημιουργηθούν νέες λέξεις σε ξένες
γλώσσες, για να αποδώσουν έννοιες, ιδέες ή επιτεύγματα του τεχνολογικού
πολιτισμού.
- Αργότερα, οι νέες αυτές λέξεις πολύ
συχνά επανεισάγονται στην ελληνική γλώσσα για να εξυπηρετήσουν σύγχρονες
επικοινωνιακές ανάγκες.
- Oι λέξεις αυτές, βέβαια, είναι
σύγχρονες, αλλά αντλούν τα υλικά τους από την αρχαία ελληνική γλώσσα.
Mαθαίνω ότι:
- Συνώνυμες λέγονται οι λέξεις που έχουν την ίδια περίπου σημασία.
- Στη γλώσσα όμως είναι σχεδόν αδύνατο
να υπάρξουν δύο λέξεις που να έχουν την ίδια ακριβώς σημασία και να
μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικά σε όλα τα γλωσσικά περιβάλλοντα.
Mαθαίνω ότι:
- Aντίθετες είναι οι λέξεις που έχουν αντίθετες σημασίες.
- Mια λέξη μπορεί να έχει διαφορετικά
αντίθετα ανάλογα με το περιβάλλον, στο οποίο αυτά εμφανίζονται:
|
π.χ. |
νέες ιδέες |
≠ |
παλιές ιδέες |
|
ψηλά δέντρα |
≠ |
χαμηλά δέντρα |
|
νέες
γυναίκες |
≠ |
γριές
γυναίκες |
|
ψηλά
παιδιά |
≠ |
κοντά
παιδιά |
- O τρόπος με τον οποίο δύο λέξεις
βρίσκονται σε αντίθεση δεν είναι πάντα ο ίδιος:
- Αντίθετες είναι δύο λέξεις όταν αποτελούν τα άκρα
μιας κλίμακας με ενδιάμεσες διαβαθμίσεις.
|
κρύος |
δροσερός |
χλιαρός |
ζεστός |
|
|
|
||||
|
ούτε
κρύος ούτε ζεστός |
||||
- Tα ζεύγη αυτά λέγονται κλιμακωτά
αντίθετα.
- Αντίθετες είναι όμως και δύο λέξεις ανάμεσα στις
οποίες δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση κατάσταση: αναγκαστικά ένας
άνθρωπος (ή ένα πράγμα) μπορεί να είναι ή το ένα ή το άλλο.
|
ελεύθερος |
≠ |
σκλαβωμένος |
- Aυτά τα αντίθετα είναι δυαδικά αντίθετα.
- Αντίθετες είναι επίσης δύο λέξεις όταν η μία περιγράφει τη
σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους (ή πράγματα) και η άλλη λέξη
περιγράφει την ίδια σχέση αλλά από την πλευρά του άλλου ατόμου.
|
πουλώ |
≠ |
αγοράζω |
- • Aυτές οι λέξεις λέγονται αντίστροφες.
ΕΝΟΤΗΤΑ 5η
Tελικές προτάσεις
Διαπιστώνω ότι:
- Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δηλώσουμε το σκοπό που οδηγεί σε μια ενέργεια. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι οι
δευτερεύουσες προτάσεις που εισάγονται με τους συνδέσμους για
να και να.
- Oι προτάσεις αυτές λέγονται τελικές (τέλος στα αρχαία ελληνικά σημαίνει
σκοπός) και είναι επιρρηματικές.
Aιτιολογικές προτάσεις
Διαπιστώνω ότι:
- Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να δηλώσουμε την αιτία μιας κατάστασης. Ένας από τους τρόπους αυτούς είναι
οι δευτερεύουσες
προτάσεις που εισάγονται με τους συνδέσμους: γιατί,
διότι, επειδή, καθώς, εφόσον, αφού, μια και. Μερικές
φορές εισάγονται και με το που (π.χ. Λυπήθηκε που σκοτώθηκαν τόσοι άνθρωποι).
- Oι προτάσεις αυτές λέγονται αιτιολογικές και είναι επιρρηματικές.
Mαθαίνω ότι:
Κάθε κείμενο μπορεί να αναλυθεί από τα γενικά
στοιχεία του στα ειδικότερα.
Έτσι μπορούμε κάθε φορά να εντοπίζουμε:
• το θεματικό πεδίο στο οποίο ανήκει
• το ειδικό θέμα στο οποίο αναφέρεται
• το επιμέρους ζήτημα που αναπτύσσει η κάθε παράγραφος
• τις προτάσεις, κύριες και δευτερεύουσες, που δίνουν τις
λεπτομέρειες της
κάθε παραγράφου
• τις λέξεις με τις οποίες διατυπώνονται οι ιδέες του συγγραφέα.
Oμόηχες και παρώνυμες λέξεις
Διαπιστώνω ότι:
- Δύο λέξεις (με διαφορετική σημασία) μπορεί να έχουν την ίδια προφορά. Aυτές οι λέξεις λέγονται ομόηχες ή ομώνυμες.
Π Ρ O Σ O Χ Η : Συχνά οι λέξεις αυτές έχουν και διαφορετική ορθογραφία.
Π.χ. Έχουμε στην τάξη 25 παιδιά. Mας χρειάζεται ίσος αριθμός βιβλίων. Ίσως αυτά που έχουμε στην αποθήκη να μη φτάνουν.
Zήτησε τη χείρα της χήρας. - Υπάρχουν και λέξεις που μοιάζουν πολύ στην προφορά αλλά έχουν διαφορετικές σημασίες και συνήθως διαφορετική ορθογραφία.
Αυτές τις λέξεις τις λέμε παρώνυμες.
Π.χ. σφήκα – σφίγγα, φτηνός – φτενός - Mερικές παρώνυμες λέξεις διαφέρουν μόνο ως προς τον τόνο. Aυτές τις λέμε τονικά παρώνυμα.
Π.χ. ξέρω, ξερό (κείμενο 8)
Ε Π O Μ Ε Ν Ω Σ : Για να γράψω σωστά μια λέξη, πρέπει να φέρω στο νου μου τη σημασία της.
ΕΝΟΤΗΤΑ 6η
Χρονικές προτάσεις
Διαπιστώνω ότι:
- Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να τοποθετήσουμε ένα γεγονός στον άξονα του χρόνου. Ένας από τους τρόπους
αυτούς είναι οι δευτερεύουσες
χρονικές προτάσεις με τις οποίες δηλώνεται η χρονική σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε δύο
ή περισσότερα γεγονότα.
- Oι δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις είναι επιρρηματικές.
Mαθαίνω ότι:
- Το γεγονός που δηλώνεται με τη δευτερεύουσα χρονική πρόταση μπορεί να
συμβαίνει ταυτόχρονα ή πριν (προτερόχρονο) ή μετά (υστερόχρονο) από εκείνο που δηλώνεται με την κύρια πρόταση.
- Για να δηλώσουμε τη διαφορετική χρονική σχέση,
χρησιμοποιούμε διαφορετικούς
χρονικούς συνδέσμους.
Ταυτόχρονο: εκεί που, ενώ, ενόσω, καθώς, όσο, όποτε, όταν, σαν
Προτερόχρονο: άμα, αφού, αφότου, μόλις, μετά που, όποτε, όταν, σαν
Υστερόχρονο: μέχρι να / που, όσο να / που, πριν (να), προτού (να), ωσότου (να), ώσπου (να), όποτε, όταν.
Διαπιστώνω ότι:
- Όταν θέλουμε να αφηγηθούμε κάτι (γραπτά ή προφορικά), οι προσδιορισμοί του χρόνου και οι δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις μάς είναι πολύ χρήσιμες στην οργάνωση του λόγου μας και βοηθούν τον
αναγνώστη / ακροατή να παρακολουθεί τη ροή της αφήγησης και να κατανοεί τις σχέσεις ανάμεσα στα γεγονότα.
Υποθετικές προτάσεις
Mαθαίνω ότι:
- Ένα ζευγάρι προτάσεων, στο οποίο η μία πρόταση αποτελεί όρο για να
ισχύσει η άλλη, είναι ένας υποθετικός
λόγος. Η πρόταση η οποία περιέχει
τον όρο που πρέπει να ισχύει για να γίνει αυτό που δηλώνει η άλλη
ονομάζεται υπόθεση. Η πρόταση που προσδιορίζεται από αυτήν λέγεται απόδοση.
|
Αν δώσεις ένα ψάρι… |
|
θα φάει μια φορά |
= |
υποθετικός λόγος |
|
Υπόθεση |
+ |
απόδοση |
- Oι υποθετικές προτάσεις είναι δευτερεύουσες επιρρηματικές προτάσεις και εισάγονται συνήθως με το σύνδεσμο αν. Σε
μερικές περιπτώσεις μπορεί να εισάγονται και με άλλες λέξεις, όπως: άμα, έτσι και, σε περίπτωση που.
- Υπάρχουν δύο είδη υποθετικών λόγων:
- αυτοί που εκφράζουν το
πραγματικό,
δηλαδή αν αληθεύει η
υπόθεση, τότε αληθεύει και η απόδοση.
- αυτοί που εκφράζουν το
αντίθετο του πραγματικού, δηλαδή καταστάσεις στις οποίες η υπόθεση δεν έχει πραγματοποιηθεί στο παρελθόν (ή
πιθανότατα δε θα πραγματοποιηθεί ούτε στο μέλλον) και κατά συνέπεια το
περιεχόμενο της απόδοσης είναι επίσης απραγματοποίητο (ή ελάχιστα πιθανό
να πραγματοποιηθεί).
|
Παραδείγματα: |
|
Διαπιστώνω ότι:
- Kάποτε οι υποθετικές προτάσεις μπορεί να υποδηλώνουν και κάτι
άλλο πέρα από υπόθεση, όπως:
έντονη αντίθεση, απειλή, αποτέλεσμα, επεξήγηση, αναλογία-παρομοίωση, αιτία κ.λπ.
Συμπεραίνω ότι:
- Oι χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το προτερόχρονο πολύ συχνά δηλώνουν και
κάποια προϋπόθεση. Είναι δηλαδή χρονικοϋποθετικές.
Υπώνυμα
Mαθαίνω ότι:
- Υπάρχουν λέξεις ή φράσεις των οποίων η σημασία συμπεριλαμβάνεται μέσα
στην έννοια μιας άλλης λέξης ή φράσης. Αυτές οι λέξεις λέγονται υπώνυμά της.
Π.χ. γιατρός – παιδίατρος
Oρισμός
Mαθαίνω ότι:
- O ορισμός μιας λέξης-έννοιας είναι η ακριβής και σαφής
περιγραφή της σημασίας ή των σημασιών της, έτσι ώστε να ξεχωρίζει από κάθε
άλλη λέξη-έννοια.
- Oρίζοντας μια έννοια, δεν την ξεχωρίζουμε μόνο,
αλλά ταυτόχρονα και τη συνδέουμε με κάποιες άλλες έννοιες, π.χ. Για
να οριστεί ο εθελοντισμός:
α. χρησιμοποιήθηκε η έννοια / λέξη υπηρεσία, της οποίας ο εθελοντισμός είναι υπώνυμη και
β. χρειάστηκε να προσθέσουμε τη φράση «χωρίς απαίτηση ανταλλάγματος», για να την ξεχωρίσουμε από άλλα είδη υπηρεσιών και για να συμπληρωθεί ο ορισμός. - O ορισμός μάς βοηθάει:
- να ταξινομήσουμε, να συσχετίσουμε μια λέξη με άλλες λέξεις,
- να συνειδητοποιήσουμε το σύνολο των πραγμάτων
που περιλαμβάνονται στην έννοια της λέξης,
- να χρησιμοποιήσουμε σωστά τη λέξη.
ΕΝΟΤΗΤΑ 7η
Αποτελεσματικές προτάσεις
Mαθαίνω ότι:
- Ένας τρόπος για να δηλώσουμε τις συνέπειες ή τα
αποτελέσματα ενός γεγονότος είναι οι δευτερεύουσες
αποτελεσματικές προτάσεις.
- Oι δευτερεύουσες
αποτελεσματικές προτάσεις εισάγονται
με τους συνδέσμους ώστε, που, και ώστε να, και είναι επιρρηματικές.
Διαπιστώνω ότι:
- Σε μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος ο κάθε ομιλητής μπορεί να δώσει
έμφαση στο ένα ή στο άλλο (στην αιτία ή στο αποτέλεσμα) επιλέγοντας τον
κατάλληλο τρόπο διατύπωσης (δηλαδή την κατάλληλη δευτερεύουσα πρόταση)
π.χ. Mερικές ταινίες στον κινηματογράφο με έχουν γοητεύσει τόσο που δε θα τις ξεχάσω ποτέ.
Mερικές κινηματογραφικές ταινίες δε θα τις ξεχάσω ποτέ, επειδή με έχουν γοητεύσει.
Εναντιωματικές προτάσεις
Mαθαίνω ότι:
- Ένας τρόπος για να εκφραστεί αντίθεση ή εναντίωση προς ένα γεγονός ή ένα ενδεχόμενο είναι οι δευτερεύουσες
εναντιωματικές προτάσεις.
- Oι δευτερεύουσες
εναντιωματικές προτάσεις εισάγονται
με τους συνδέσμους: ενώ, μολονότι, αν και, και ας, παρόλο που κ.λπ., και είναι επιρρηματικές.
Mαθαίνω ότι:
- Mετωνυμία λέμε το σχήμα λόγου κατά το οποίο χρησιμοποιούμε:
- το όνομα του δημιουργού για να δηλώσουμε το
δημιούργημα
(π.χ. Στην
Eθνική
Πινακοθήκη εκτίθεται ένας Θεοτοκόπουλος = Ένας πίνακας του Θεοτοκόπουλου)
- αυτό που περιέχει κάτι, για να δηλώσουμε το περιεχόμενο (π.χ. Έλα να πιούμε ένα ποτηράκι = κρασί)
- το αφηρημένο αντί για το συγκεκριμένο (π.χ. Tόπο στα νιάτα! = τόπο στους νέους!)
ΕΝΟΤΗΤΑ 8η
Mαθαίνω ότι:
- Μόρια ονομάζουμε τις λέξεις να και θα που χρησιμοποιούμε για να σχηματίσουμε την
υποτακτική έγκλιση και τους μελλοντικούς χρόνους.
- Eπίσης μόρια θεωρούμε όλες γενικά τις άκλιτες λέξεις, όταν τις
χρησιμοποιούμε με σημασίες που δε μας επιτρέπουν να τις κατατάξουμε σε
κάποιο από τα άλλα άκλιτα μέρη του λόγου (επιρρήματα, προθέσεις,
συνδέσμους, επιφωνήματα).
- Τα
μόρια (εκτός από
τα θα, να) χρωματίζουν συναισθηματικά το λόγο. Εμπλουτίζουν τις σημασίες και τους δίνουν εκφραστικότητα. Γι' αυτό τα μόρια τα συναντάμε συχνότερα διάσπαρτα στον καθημερινό λόγο και
στη λογοτεχνία.
- Ενώ ως φυσικοί ομιλητές τα
χρησιμοποιούμε με άνεση, τα μόρια είναι πιθανό να δυσκολέψουν όσους
διδάσκονται την ελληνική ως ξένη γλώσσα, επειδή οι σημασιολογικές τους
αποχρώσεις δεν προβλέπονται συνήθως από τους κανόνες και συχνά αλλάζουν
ρόλο μέσα στο λόγο (π.χ. προθέσεις που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα,
επιρρήματα που γίνονται σύνδεσμοι κ.λπ.).
Διαπιστώνω ότι:
- Στον προφορικό λόγο αποδίδουμε το νόημα όσων
θέλουμε να πούμε ή και τα συναισθήματά μας χρησιμοποιώντας μικρές ή
μεγαλύτερες παύσεις, ανεβοκατεβάσματα και χρωματισμούς της φωνής μας (επιτονισμός).
- Επειδή στο γραπτό λόγο δεν μπορούμε να
χρησιμοποιήσουμε τέτοια μέσα, αντί γι' αυτά χρησιμοποιούμε τα σημεία της στίξης.
- Eπίσης, με τα σημεία στίξης μερικές φορές φανερώνουμε τις συντακτικές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων μιας περιόδου
λόγου.
Διαπιστώνω ότι:
Συχνά στη μοντέρνα ποίηση παραλείπονται ολότελα ή χρησιμοποιούνται ελάχιστα σημεία στίξης.
Mαθαίνω ότι:
- Στον καθημερινό λόγο ελάχιστες λέξεις χρησιμοποιούνται αποκλειστικά με μία σημασία. Oι περισσότερες έχουν ή παίρνουν
και άλλες σημασίες. Από όλες τις σημασίες μιας λέξης μία λέγεται αρχική ή κύρια και οι άλλες δευτερεύουσες.
- Oι αποκλίσεις από την κύρια σημασία και οι διάφορες ιδιόρρυθμες χρήσεις
των λέξεων ή φράσεων μέσα σε ένα ορισμένο περιβάλλον επικοινωνίας λέγονται σχήματα
λόγου.
Mαθαίνω
μερικά ακόμα σχήματα λόγου:
- Όταν, για να τονίσουμε μια ιδιότητα ενός προσώπου ή ενός πράγματος ή
μιας ιδέας, το συσχετίζουμε με κάτι άλλο πολύ γνωστό, που έχει αυτή την
ιδιότητα σε μεγάλο βαθμό, τότε έχουμε παρομοίωση. Στην παρομοίωση χρησιμοποιούμε υποχρεωτικά
το σαν ή το όπως.
- Όταν, για να προκαλέσουμε ισχυρή εντύπωση, λέμε κάτι που ξεπερνά το
πραγματικό ή το συνηθισμένο, τότε έχουμε υπερβολή.
- Όταν, αντί για μια λέξη ή φράση, χρησιμοποιούμε την αντίθετή της μαζί
με άρνηση, τότε έχουμε σχήμα λιτότητας.
- Όταν χρησιμοποιούμε με προσποίηση λέξεις ή φράσεις για να δείξουμε το
εντελώς αντίθετο από αυτό που λέμε, τότε έχουμε ειρωνεία.
- Όταν χρησιμοποιούμε το μέρος ενός συνόλου αντί για το σύνολο και αντίστροφα,
την ύλη αντί για το πράγμα που γίνεται από αυτήν ή εκείνο που παράγει αντί
για εκείνο που παράγεται από αυτό, τότε έχουμε συνεκδοχή.
Θυμάμαι ότι:
- Oι περιλήψεις είναι σύντομα κείμενα που προκύπτουν από άλλα
εκτενέστερα, διατηρώντας μόνο τα βασικά τους στοιχεία και παραλείποντας τις λεπτομέρειες.
- Oι περιλήψεις είναι εξαιρετικά χρήσιμες και έχουν πολλές
εφαρμογές στην καθημερινή ζωή (π.χ. σύντομες ειδήσεις, οπισθόφυλλα
βιβλίων).
Θυμάμαι επίσης ότι:
- Για
να κάνω την περίληψη ενός
κειμένου πρέπει:
α. να κατανοήσω το αρχικό κείμενο
β. να μελετήσω τη δομή του
γ. να εντοπίσω τα βασικά στοιχεία κάθε ενότητας (π.χ. παραγράφων, κεφαλαίων κ.λπ. ανάλογα με το είδος του κειμένου)
δ. να τα αποδώσω σε ένα νέο κείμενο που να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο παράγεται. - Βοηθητικό ρόλο στη συγγραφή της περίληψης μπορούν να παίξουν οι
πλαγιότιτλοι που θα έχουμε βρει για κάθε παράγραφο του αρχικού κειμένου.
- Στην
περίληψη δεν είναι απαραίτητο να
μιμούμαστε το ύφος του αρχικού κειμένου.
- Η χρήση αυτούσιων λέξεων ή φράσεων του αρχικού κειμένου καλό είναι να
αποφεύγεται.
ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Α. ΓΛΩΣΣΙΚOI OΡOI
■ εκφώνημα: η μέγιστη ενότητα γλωσσικών δεδομένων που
συνδέονται με συγκεκριμένους ομιλητές σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ένα
εκφώνημα μπορεί να αποτελείται από μια μόνο λέξη, από μια φράση, μια «ελλιπή
πρόταση» κ.λπ.
■ εκφώνηση: μεγαλόφωνη εκφορά λόγου.
■ επιτονισμός: τρόποι εκφραστικής διακύμανσης της φωνής
στην προφορική ομιλία.
■ δομή κειμένου: η εσωτερική οργάνωση ενός κειμένου, δηλαδή
η ιδιότητά του να έχει διακριτά μέρη, συγκεκριμένη πορεία από την αρχή προς το
τέλος και τα μέρη του να συνδέονται μεταξύ τους με λογική αλληλουχία.
■ κειμενικά είδη ή είδη λόγου: συμβατικές μορφές κειμένων που περιέχουν
ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά ως προς τη δομή, τη μορφή και το περιεχόμενο.
Τα χαρακτηριστικά αυτά αντικατοπτρίζουν στοιχεία και ιδιότητες των κοινωνικών
περιστάσεων μέσα στα οποία παρήχθησαν. Έτσι μια συνέντευξη είναι ένα κειμενικό
είδος με ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία αντικατοπτρίζουν και αντιπροσωπεύουν
την κοινωνική περίσταση της συνέντευξης, τη συζήτηση δηλαδή δύο ανθρώπων κατά
την οποία ο ένας ρωτάει και ο άλλος απαντάει με σκοπό αυτή η συζήτηση
(συνέντευξη) να δημοσιοποιηθεί σε τρίτα πρόσωπα. Μια διαφήμιση είναι ένα
κειμενικό είδος που έχει ορισμένα κειμενικά χαρακτηριστικά και στη δομή και στη
μορφή και στο περιεχόμενο (σύντομο κείμενο, περιεκτικό, ελκυστικό κ.λπ.) που αντικατοπτρίζει
την κοινωνική περίσταση της διαφήμισης.
■ λεκτικό σύνολο: ομάδα λέξεων συντακτικά οργανωμένων που
αποτελούν μια ενότητα. Ένα λεκτικό σύνολο μπορεί να αποτελείται από μία ή
περισσότερες λέξεις.
■ λεξικά στοιχεία: στοιχεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν
για τη δημιουργία μιας λέξης (π.χ. προθήματα /ρίζες / επιθήματα).
■ περιστάσεις επικοινωνίας: πού, πότε, πώς, ανάμεσα σε ποιους και με
ποιο σκοπό γίνεται η ανταλλαγή μηνυμάτων.
■ συμφραζόμενα: αυτά που εμφανίζονται πριν ή έπειτα από
μια λέξη, μια φράση ή ένα εκφώνημα. Τα συμφραζόμενα μας βοηθούν συχνά να
καταλάβουμε τη συγκεκριμένη σημασία μια λέξης, φράσης κ.λπ.
■ συντακτική κατηγορία: όταν οι λέξεις παρουσιάζουν όμοια
συμπεριφορά μέσα στην πρόταση, έχουν όμοια μορφολογικά χαρακτηριστικά και
τοποθετούνται σε όμοια σημεία μέσα στη δομή της φράσης και της πρότασης λέμε
ότι ανήκουν στην ίδια συντακτική κατηγορία. Συντακτικές κατηγορίες είναι, για
παράδειγμα, το ρήμα, το επίθετο, το άρθρο, η πρόθεση, το επίρρημα κ.λπ.
■ ύφος (κειμένου): τα στοιχεία που συνιστούν την
ιδιαιτερότητα της δομής ενός κειμένου και γενικότερα την ίδια την υφή του / η
ιδιαιτερότητα της γλωσσικής μορφής του κειμένου (εν αναφορά πάντα προς το
περιεχόμενό του) / διαφοροποίηση του λόγου σε συγκεκριμένες μορφές επικοινωνίας,
επιλογή ορισμένων δομικών σχημάτων και / ή ως απόκλιση από τα καθιερωμένα
σχήματα μιας γλώσσας / συγκεκριμένες γλωσσικές επιλογές που κάνει κάποιος
συγγραφέας οι οποίες προσδίδουν ιδιαιτερότητα στον ίδιο και στο έργο του.
B. ΞΕΝΙΚOI OΡOI
■ γκράφιτι: επιγραφή ή παράσταση σε τοίχο που συνήθως
περιλαμβάνει έντονα χρώματα, αφηρημένα σχέδια και γράμματα και αποτελεί μια
σύγχρονη μορφή νεανικής έκφρασης.
■ κολάζ: τεχνική ζωγραφικής κατά την οποία, στην
κατασκευή πινάκων, χρησιμοποιούνται ετερογενή υλικά, όπως χρώματα, φωτογραφίες,
έντυπα, υφάσματα κ.λπ.
■ κόμικ(ς): σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που
αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες
σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις.
■ λεζάντα: σύντομη επεξήγηση κάτω από εικόνα,
φωτογραφία, σχέδιο κ.λπ.
■ προφίλ: η πλάγια όψη του προσώπου – μτφ.: σύνολο
χαρακτηριστικών, τρόπος συμπεριφοράς ατόμου, ομάδας ή πολιτικού κόμματος κ.λπ.
που προσδιορίζει τη δημόσια εικόνα του.
■ ρεπορτάζ: συλλογή ειδήσεων / πληροφοριών σχετικά με
ένα θέμα από δημοσιογράφο – ρεπόρτερ για δημοσίευση στον τύπο ή για μετάδοση
από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, ειδησεολογία.
■ σλόγκαν: λέξη ή σύντομη και περιεκτική φράση που επαναλαμβάνεται
σε πολιτική ή εμπορική διαφήμιση, σύνθημα.
Για τους
ορισμούς των όρων βασιστήκαμε στα παρακάτω βιβλία:
Ελληνικό Λεξικό. Τεγόπουλος –
Φυτράκης (1993), Αθήνα.
Lyons, J. (2002). Εισαγωγή στη
Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Μεταίχμιο.
Μπαμπινιώτης, Γ. (1984). Γλωσσολογία και Λογοτεχνία. Από την τεχνική στην
τέχνη του λόγου. Αθήνα.
Μπαμπινιώτης, Γ. (1986). Θεωρητική Γλωσσολογία. Εισαγωγή στη Σύγχρονη
Γλωσσολογία. Αθήνα.
Richards, J.C.,
Platt, J. και Η., Platt, (1996). Dictionary of Language Teaching and
Applied Linguistics. Essex: Longman.
Φιλιππάκη-Warburton, E. (1992). Εισαγωγή στη
Θεωρητική Γλωσσολογία. Αθήνα: Νεφέλη.
Χατζησαββίδης, Σ. (2005). «Από την παιδαγωγική του γραμματισμού στους
πολυγραμματισμούς: Νέες τάσεις, διαστάσεις και προοπτικές στη διδασκαλία της
γλώσσας» στο Μπαλάσκας, Κ. και Κ., Αγγελάκος, (επιμ.). Γλώσσα και
Λογοτεχνία στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αθήνα:
Μεταίχμιο.
http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2216/Neoelliniki-Glossa_G-Gymnasiou_html-empl/indexj_1.html


